Αριθμός 782/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αλεξάνδρα Δημητρακοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-8-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 77/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 794/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το Ελληνικό Δημόσιο με την από 1-12-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 1.12.2021 και με αριθμό κατάθεσης …2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 794/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών την από 6.3.2018 και με αριθμό κατάθεσης …2018 έφεση του ενάγοντος -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της με αριθμό 77/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την από 18.8.2006 και με αριθμό κατάθεσης …2006 αγωγή του ενάγοντος -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου, με την οποία αυτός ζητούσε: α) να αναγνωρισθεί ότι οι συμβάσεις έργου, με βάση τις οποίες απασχολήθηκε ως γυμναστής στην εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ε. Α.", (καθολικός εκ του νόμου διάδοχος της οποίας είναι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο) κατά τα παρατιθέμενα στην αγωγή μερικότερα χρονικά διαστήματα της χρονικής περιόδου από 1.03.2000 μέχρι 31.05.2006, οπότε η εναγομένη έπαυσε να αποδέχεται την εργασία του, συνιστούν ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) να κριθεί άκυρη η από 31.5.2006 καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του με την απειλή χρηματικής ποινής 300 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησής της, δ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 13.562,50 ευρώ για οφειλόμενα και μη καταβληθέντα επιδόματα εορτών και αδείας και για αποδοχές αδείας των ετών 2001 έως 2005 και ε) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 8.312,50 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1.6.2006 μέχρι 31.1.2007 και για επιδόματα αδείας και Χριστουγέννων του έτους 2006, όλα δε τα παραπάνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις της αγωγής, άλλως και επικουρικά, εφόσον κριθεί έγκυρη η καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης, ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει την νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, ύψους 4.083,30 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καταγγελίας ημέρα, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 794/2021, απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος -εκκαλούντος -αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, με αριθμό 77/2018, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε την από 18.8.2006 αγωγή ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί από ηττηθέντα διάδικο νόμιμα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 1.12.2021 και η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσίβλητου στο αναιρεσείον στις 3.11.2021, όπως προκύπτει από τη σημείωση του Δικαστικού Επιμελητή Γ. Χ.. Α., που υπάρχει στο πρώτο φύλλο του αντιγράφου της (552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). 1. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι με τους όρους της συμφωνίας τους αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσής του με τις οδηγίες αυτές. Η σύμβαση εργασίας διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, κυρίως διότι με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με την σύμβαση έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης (ΑΠ 968/2020, ΑΠ 618/2017, ΑΠ 2192/2014, ΑΠ 933/2013). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 του ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, οπότε μετά την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρονικού σημείου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή την περάτωση του έργου η σύμβαση αυτή παύει να ισχύει αυτοδικαίως, χωρίς να απαιτείται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Επιπρόσθετα, ο χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, ως έργου ή ως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σε αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος (ή ο έχων ισχύ νόμου κανονισμός του εργοδότη), διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 13/2017, ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 8/2011, ΑΠ 477/2022). Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της ουσίας της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 18/2006, ΑΠ 9/2022). Περαιτέρω, η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης έργου ή της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν (για το μέχρι τη 17.04.2001 χρονικό διάστημα, οπότε άρχισαν να ισχύουν οι προστεθείσες παρ. 7 και 8 στο άρθρο 103 του Συντάγματος), με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920. Η τελευταία διάταξη (δηλαδή η παρ. 3 του άρθρου 8 του ν. 2112/1920) εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου όταν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό τομέα, καθώς και σε όλες τις περιπτώσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου που είχαν συναφθεί μέχρι τις 17.4.2001 στο δημόσιο τομέα και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης. Η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, ενώ κατά τη γραμματική της διατύπωση αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 281, 671 του Α.Κ. και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας, ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εργοδότη. (ΑΠ 9/2022). Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έλαβε χώρα με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17.4.2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι: "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παρ. 5 (περί της οποίας δεν πρόκειται στην ένδικη υπόθεση), γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει". Επίσης, στο ίδιο πιο πάνω άρθρο (103) προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου". Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη Διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους αρχικά διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις διατάξεις του Π.Δ/τος 410/1988 και στη συνέχεια του Ν. 2190/1994 και του Ν. 2527/1997 και οι οποίες κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου ορισμένης διάρκειας που υποκρύπτουν σχέσεις εξαρτημένης εργασίας συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 18.4.2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη. Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού. Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής (ΑΠ 477/2022, ΑΠ 452/2020, ΑΠ 598/2019). Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι, δηλαδή, συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες, μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (ΟλΑΠ 19/2007, ΟλΑΠ 20/2007, ΑΠ 477/2022, ΑΠ 106/2020, ΑΠ 598/2019). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10.7.2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής). Η Οδηγία αυτή ειδικότερα παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C - 212/2004). Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα Π.Δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2.4.2003 και 19.7.2004 αντίστοιχα. Ειδικότερα, στο άρθρο 5 του Π.Δ/τος 164/2004 (ΦΕΚ Α 134/19/7/2004) ορίζονται τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ιδίους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2. Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3. [...]. 4. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση, για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου ΠΔ η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του", ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών. Όμως, ενόψει του ότι οι διατάξεις του Π.Δ/τος 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, με το άρθρο 11 αυτού περιελήφθησαν ως μεταβατικές διατάξεις ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν οπωσδήποτε την ως άνω προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην προαναφερόμενη Οδηγία. Έτσι, με το άρθρο 11 του εν λόγω Π.Δ/τος ορίζονται τα ακόλουθα: 1 περ. α' "1 Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση. β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση. [...]. γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός. δ) [...]., 2. Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στον οποίο αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών. Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κειμένη νομοθεσία. [...]. 3. "Οι κατά την παρ. 2 κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων. 4. [...]. 5 Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η προϋπόθεση του εδαφ. α της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης". Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι σωρευτικά τιθέμενες ως άνω προϋποθέσεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, μετατροπή των συμβάσεων σε αόριστης διάρκειας δεν μπορεί να γίνει (ΑΠ 9/2022). Εξάλλου, η επιλογή από την ελληνική πολιτεία με το Π.Δ/μα 164/2004 των μέτρων που αυτό προβλέπει για την επίτευξη του στόχου της εν λόγω με αριθμό 1999/70 Οδηγίας έγινε, αφού αυτή έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογεί διαφορετική ρύθμιση σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα, καθόσον υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών πρόσληψης στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, εξ ου και η θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος. Οι ρυθμίσεις του ανωτέρω Π.Δ/τος κρίθηκαν συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο (ΔΕΕ της 23.4.2009 υποθέσεις C - 378 έως C - 380 Α. κλπ). Συγκεκριμένα, με την ως άνω απόφαση μεταξύ άλλων κρίθηκε ότι οι τροποποιήσεις που επέφερε το Π.Δ/μα 164/2004 σε σχέση με την προστασία που παρείχετο υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς της εφαρμογής του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 και στις διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου απασχολουμένων στο Δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα δεν συνιστούν υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εν λόγω εργαζομένων, κατά την έννοια της ρήτρας 8 σημείο 3 της Οδηγίας, εφόσον αφορούν περιορισμένη κατηγορία εργαζομένων που έχουν συνάψει συμβάσεις ορισμένου χρόνου (σκέψεις 122 επ. ιδίως σκέψη 146 ε.α) περίπτωση που συντρέχει εν προκειμένω κατά τα κατωτέρω διαλαμβανόμενα (ΑΠ 477/2022). Έτσι, ενόψει αφενός των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και αφετέρου της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, το άρθρο 8 του ν. 2112/1920, ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10.7.2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του Π.Δ/τος 164/2004, αλλά ούτε βέβαια και μετά την έναρξη ισχύος του Π.Δ. αυτού (Ολ ΑΠ 19 και 20/2007, ΑΠ 9/2022). 2. Με το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 1730/1987 ιδρύθηκε η Ε. Ρ. - Τ. ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την μορφή ανώνυμης εταιρείας, η οποία κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου αποτελεί δημόσια επιχείρηση που ανήκει στον δημόσιο τομέα (ν. 1256/ 1982), όπως ορίζεται και στο άρθρο 1 παρ. 6 ν. 1256/1982, ελέγχεται και εποπτεύεται από το Κράτος και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 2, ως σκοπό την οργάνωση, εκμετάλλευση και ανάπτυξη της ραδιοφωνίας και τηλεόρασης, καθώς και την συμβολή της με τα μέσα αυτά στην ενημέρωση, την μόρφωση και την ψυχαγωγία του ελληνικού λαού (ΑΠ 933/2013). Κατά τα άρθρα 2, 3, 5, 6, 7, 8 και 9 του Γενικού Κανονισμού του Προσωπικού της, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 10 παρ. 9 (όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθ. 14 παρ. 8 ν. 2328/1995) και 19 παρ. 4 του ν. 1730/1987, εγκρίθηκε με την 8256/Ζ2/815/1989 απόφαση του Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης, δημοσιεύθηκε στο 283 Β'/20-4-1989 φύλλο της Εφημερίδας της Κυβέρνησης, έχει ισχύ νόμου και τύγχανε εφαρμογής μέχρι την κατάργηση της Ε. Α. με τη με αριθμό ΟΙΚ. 02/11.6.2013 Κοινή Υπουργική Απόφαση του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύθηκε την 11.6.2013 στο ΦΕΚ Β αρ. 1414, το προσωπικό της συνδέεται με αυτή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο (άρθρο 2 παρ. 1). Το τακτικό προσωπικό καλύπτει αντίστοιχες κενές οργανικές θέσεις (άρθρα 2 παρ. 2 και 5 παρ. 1), οι οποίες με βάση το γενικό υπηρεσιακό έργο κατανέμονται σε κλάδους α) διοίκησης - διαχείρισης, β) προγράμματος και γ) τεχνικών και με κριτήριο την εκπαιδευτική βαθμίδα του τίτλου κατανέμονται σε κλάδους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και υποχρεωτικής εκπαίδευσης (άρθρο 8) και στη συνέχεια σε καθένα από τους ως άνω τρεις κλάδους εντάσσονται συγκεκριμένοι μερικότεροι κλάδοι, τριτοβάθμιας, δευτεροβάθμιας και υποχρεωτικής εκπαίδευσης με τις εκεί οριζόμενες ειδικότητες ανά βαθμίδα εκπαίδευσης (άρθρο 9). Ειδικότερα, για την τριτοβάθμια εκπαίδευση οι κλάδοι που εντάσσονται στον κλάδο Διοίκησης- Διαχείρισης είναι ο κλάδος γιατρών, ο κλάδος δικηγόρων, ο κλάδος επιστήμης υπολογιστών, ο διοικητικός-οικονομικός κλάδος, ο κλάδος μεταφραστών -διερμηνέων, ο κλάδος βιβλιοθηκονόμων και ο κλάδος υγειονομικών, οι κλάδοι που εντάσσονται στον κλάδο Προγράμματος αφορούν τη διεύθυνση παραγωγής, τη σκηνογραφία, τη γραφιστική, τη διόρθωση κειμένων, τη μουσική παραγωγή κλπ και τέλος στον κλάδο των τεχνικών εντάσσονται οι κλάδοι των διπλωματούχων μηχανικών με τις ειδικότητες των ηλεκτρονικών, πολιτικών μηχανικών, αρχιτεκτόνων, μηχανολόγων, ηλεκτρολόγων και μηχανικών ηλεκτρονικών υπολογιστών. Το τακτικό προσωπικό της Ε. Α. προσλαμβάνεται μόνο μετά από διαγωνισμό, ειδική δοκιμασία, επιλογή ή συνέντευξη, ο δε επιτυχών πρέπει να δηλώσει εγγράφως ότι δέχεται να προσφέρει στην ίδια την εργασία του, σύμφωνα με τους όρους του Κανονισμού αυτού, των ΕΣΣΕ και των ΔΑ, που ισχύουν για το εν λόγω προσωπικό αυτής και να αναλάβει υπηρεσία εντός τριάντα ημερών από τη γνωστοποίηση της σειράς κατάταξής του, προσκομίζοντας τα απαραίτητα δικαιολογητικά, ενώ, αν δεν συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις του αυτές, θεωρείται ότι παραιτείται από την πρόσληψη και ως ημερομηνία πρόσληψης θεωρείται εκείνη, κατά την οποία ο προσλαμβανόμενος αναλαμβάνει υπηρεσία (άρθρο 6).'Εκτακτο προσωπικό είναι μόνο εκείνοι που προσλαμβάνονται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου σε οργανικές θέσεις για την κάλυψη ειδικών αναγκών αποκλειστικά ως α) ειδικοί σύμβουλοι, β) προσωπικό ειδικών θέσεων, γ) δημοσιογράφοι, δ) σκηνοθέτες - βοηθοί σκηνοθέτες, δ) ιδιαίτεροι γραμματείς και ε) προσωπικό, που προσλαμβάνεται για την κάλυψη παροδικών αναγκών (άρθρα 2 παρ. 3 και 7 παρ. 4 περ. α). Στην υπό το στοιχείο (γ) κατηγορία με την 24621/Ζ2/3289/14-12-1989 απόφαση του Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης, (ΦΕΚ Β' 894), προστέθηκαν και οι χορωδοί. Τέλος, με το άρθρο 3 του ίδιου Κανονισμού, που φέρει τον τίτλο "Εξωτερικοί Συνεργάτες Προγράμματος" ορίζεται ότι δεν αποτελούν προσωπικό της Ε. Α. και δεν υπάγονται στον κανονισμό της εκείνοι, στους οποίους ανατίθεται για συγκεκριμένη εκπομπή, με έγγραφη σύμβαση, η εκτέλεση ορισμένου και συγκεκριμένου έργου, με τους ειδικότερους όρους που καθορίζονται από το ΔΣ, η δε σύμβαση υπογράφεται από τον αρμόδιο Γενικό Διευθυντή αυτής, μετά από γνώμη τριμελούς επιτροπής σχετικά με την αναγκαιότητα εκτέλεσης του συγκεκριμένου έργου. Στην περίπτωση αυτή καταβάλλεται η αμοιβή (εργολαβικό αντάλλαγμα) που ρητά καθορίζεται από την σχετική σύμβαση για το συγκεκριμένο έργο, ανεξάρτητα από τον χρόνο που απαιτείται ή αναλώθηκε για την εκτέλεσή του και εκδίδονται για την αμοιβή τα προβλεπόμενα από τον ΚΒΣ στοιχεία. Οι σχέσεις των εξωτερικών συνεργατών με την Ε. Α. διέπονται αποκλειστικά από την συγκεκριμένη έγγραφη ατομική σύμβαση έργου και τις οικείες διατάξεις του νόμου (άρθρο 681 επ. ΑΚ). Η ανάθεση και εκτέλεση του έργου γίνεται αποκλειστικά και μόνο κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού του Κανονισμού και αποκλείεται η μετατροπή με οποιονδήποτε τρόπο της σύμβασης έργου σε σύμβαση εργασίας (παρ. 3). Από τις ως άνω διατάξεις συνάγονται τα εξής: Σύμφωνα με τον ιδρυτικό της νόμο 1730/1987 και μέχρι την κατάργησή της με την προαναφερθείσα ΚΥΑ ΟΙΚ.02/11.6.2013, η Ε. Α. αποτελούσε δημόσια επιχείρηση (κατά το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 και ήδη κατά το άρθρο 1 του ν. 3429/2005) και οι όροι διορισμού, πρόσληψης, απασχόλησης και αμοιβής του προσωπικού (τακτικού και έκτακτου) που απασχολούσε με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου, ορίζονταν από τις προεκτεθείσες διατάξεις του έχοντος ισχύ νόμου Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της, στις οποίες ορίζονταν με λεπτομέρεια και οι συγκεκριμένες ειδικότητες, καθώς και τα προσόντα ανά ειδικότητα του προσωπικού που απαιτείτο να απασχολεί (άρθρα 7 παρ. 2 και 9), στις ειδικότητες δε αυτές, επισημαίνεται, ότι δεν περιλαμβανόταν και η ειδικότητα του καθηγητή φυσικής αγωγής, κατόχου πτυχίου Σχολής Τ.Ε.Φ.Α. Τέλος, στον ίδιο Γενικό Κανονισμό Προσωπικού της Ε. Α. ρυθμιζόταν μόνο μία μορφή σύμβασης έργου, εκείνη, δηλαδή, που καταρτιζόταν μεταξύ αυτής και εξωτερικών συνεργατών προγράμματος, στους οποίους ανατίθετο για συγκεκριμένη εκπομπή (ραδιοφωνική ή τηλεοπτική) η εκτέλεση ορισμένου και συγκεκριμένου έργου (άρθρο 3). 3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 9/2022, ΑΠ 477/2022, ΑΠ 319/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 9/2022). Στην προκειμένη περίπτωση από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας και της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας ή μη των λόγων της ένδικης αναίρεσης, προκύπτουν τα εξής: Η από 18.8.2006 και με αριθμό κατάθεσης …31.8.2006 αγωγή του ενάγοντος κατά της (τότε) εναγομένης Ε. Α. ορίσθηκε αρχικά να συζητηθεί στη δικάσιμο της 26.1.2007 και μετά από αναβολές και ματαιώσεις συζητήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις 7.3.2017 μεταξύ του ενάγοντος και του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, διότι τούτο, μετά την κατάργηση με το άρθρο 1 της ΚΥΑ ΟΙΚ. 02/11.6.2013 απόφασης της Ε. Α., ως διάδοχός της συνεχίζει τη δίκη. Με την ως άνω αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εξέθετε τα εξής: Ότι είναι πτυχιούχος της Σχολής Τ.Ε.Φ.Α.Α του Πανεπιστημίου Αθηνών και με τη με αριθμό …25.4.2000 απόφαση της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού εγκρίθηκε από 1.3.2000 η απασχόλησή του στην (τότε) εναγομένη Ε. Α., για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως καθηγητής φυσικής αγωγής στο γυμναστήριο που αυτή διατηρεί, με σύμβαση που προσχηματικά χαρακτηρίστηκε ως έργου, αρχικής διάρκειας έως 31.7.2000. Ότι μετά τη λήξη της παραπάνω σύμβασης, συνέχισε να παρέχει την εργασία του στην εναγομένη ως γυμναστής με διαδοχικές συμβάσεις, όμοιες σε περιεχόμενο με την αρχική και ειδικότερα από 23.10.2000 έως και 31.12.2000, από 1.1.2001 έως και 31.7.2001 χωρίς να έχει υπογραφεί γραπτή σύμβαση, από 1.9.2001 έως και 31.7.2002 και από 1.9.2002 έως και 31.12.2002 και με αποδοχές 300.000 δραχμές το μήνα. Ότι την 1.1.2003 συστάθηκε με απαίτηση της εναγομένης τετραμελής ένωση φυσικών προσώπων, που αποτελείτο από τα κατονομαζόμενα στην αγωγή πρόσωπα και από τον ενάγοντα, που ήσαν όλοι καθηγητές φυσικής αγωγής, προκειμένου να διευκολύνεται η εναγομένη στη συνέχιση της απασχόλησής τους και ότι ο ενάγων συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες του με μεικτές μηνιαίες αποδοχές 300.000 δραχμές ή 875 ευρώ με τις ακόλουθες συμβάσεις: α) από 1.1.2003 έως και 31.7.2003, β) από 1.9.2003 έως και 31.7.2004, γ) από 1.9.2004 έως και 31.12.2004, δ) από 1.1.2005 έως και 31.5.2005, ε) από 1.6.2005 έως και 31.7.2005 και στ) από 1.9.2005 μέχρι 31.5.2006, οπότε η εναγομένη προέβη σε άκυρη καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης, καθότι σταμάτησε να αποδέχεται την εργασία του, δεν τήρησε τον έγγραφο τύπο της καταγγελίας της σύμβασής τους και δεν του κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Ότι στο πλαίσιο των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί, ο ενάγων απασχολείτο καθ' όλο το ως άνω χρονικό διάστημα καθημερινά στο γυμναστήριο της εναγομένης με συνθήκες εξαρτημένης εργασίας, εκτελώντας οδηγίες των προϊσταμένων του, που τον έλεγχαν ως προς τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο εκτέλεσης της εργασίας του, τηρούσε δε κανονικό ημερήσιο ωράριο για πέντε ημέρες την εβδομάδα, αμειβόταν σε μηνιαία βάση και ως προς τις συνθήκες απασχόλησης δεν διακρινόταν από τους μόνιμους υπαλλήλους της εναγομένης, με συνέπεια, ανεξάρτητα από τον τύπο που είχαν περιβληθεί οι παραπάνω συμβάσεις του, αυτές να συνιστούν μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Με βάση τους ισχυρισμούς του αυτούς και επικαλούμενος το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, τη ρήτρα 5 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και το π.δ. 81/2003, άλλως το π.δ. 164/2004, πλην εκείνων των προϋποθέσεών τους που κατά τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο ακυρώνουν ή μειώνουν την εφαρμογή της ως άνω Οδηγίας, αυτός ζήτησε: α) Να αναγνωρισθεί ότι οι διαδοχικές συμβάσεις "δήθεν" έργου που είχε συνάψει με την, εναγομένη Ε. Α. συνιστούν ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. β) Να κηρυχθεί άκυρη η καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης από την εναγομένη και γ) Να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, για κάθε δε ημέρα άρνησής της να της επιβληθούν ως ποινή 300 ευρώ. Επιπλέον, μετά τον εν μέρει περιορισμό σε αναγνωριστικών των χρηματικών του απαιτήσεων, στον οποίο προέβη πρωτοδίκως, ζήτησε: 1)Να υποχρεωθεί η εναγομένη, με βάση τη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σύμβαση, άλλως, σε περίπτωση που κριθεί άκυρη η μεταξύ τους εργασιακή σχέση σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να του καταβάλει: (α) το συνολικό ποσό των 13.562,5 ευρώ για επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές αδείας των ετών 2001 έως 2005 με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής και (β) το συνολικό ποσό των 5.687,50 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1.6.2006 έως και 31.10.2006, με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε μισθού, άλλως από την επίδοση της αγωγής και 2)Να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει και το συνολικό ποσό των 2.625 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1.11.2006 μέχρι 31.1.2007, με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε μισθού, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επικουρικότερα, σε περίπτωση που κριθεί έγκυρη η εκ μέρους της εναγομένης καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης, ο ενάγων -αναιρεσίβλητος ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη Ε. Α. να του καταβάλει το ποσό των 4.083,3 ευρώ για τη νόμιμη αποζημίωσή του, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καταγγελίας, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 77/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και κατά την κύρια και κατά τις επικουρικές της βάσεις. Κατά της με αριθμό 77/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων - εκκαλών και ήδη αναιρεσίβλητος, άσκησε την από 6.3.2018 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών …2018 έφεσή του, με την οποία ζήτησε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να γίνει δεκτή η αγωγή του στο σύνολό της. Ειδικότερα, ο ενάγων -εκκαλών και ήδη αναιρεσίβλητος: α) με τον πρώτο λόγο έφεσης προέβαλε ότι εσφαλμένως η πρωτόδικη απόφαση, αν και δέχθηκε ότι οι δύο πρώτες συμβάσεις του συνήφθησαν με την Ε. Α. πριν την αναθεώρηση του Συντάγματος που έλαβε χώρα την 17.4.2001, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. β) Με το δεύτερο λόγο έφεσης προέβαλε ότι η εκκαλουμένη απόφαση προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή των παρατιθέμενων σε αυτή διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, ως προς τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της μεταξύ των διαδίκων έννομης σχέσης. γ) Με τον τρίτο λόγο έφεσης προέβαλε ότι η απασχόλησή του στην Ε. Α. πληρούσε τις προϋποθέσεις για μετατροπή των επιμέρους συμβάσεών του σύμφωνα με το π.δ. 81/2003, άλλως σύμφωνα με το π.δ. 164/2004. δ) Με τον τέταρτο λόγο έφεσης προέβαλε ότι κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και με εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε τα αιτήματά του περί επιδίκασης επιδομάτων εορτών και αδείας και αποδοχών αδείας, όσο και του επικουρικού του αιτήματος για επιδίκαση νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης λόγω καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης και ε) Με τον πέμπτο λόγο έφεσης, προέβαλε ότι η εκκαλουμένη απόφαση μη νόμιμα απέρριψε τη θεμελιούμενη στο άρθρο 904 ΑΚ επικουρική βάση της αγωγής του. Επί της ανωτέρω από 6.3.2018 έφεσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 794/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού στη μείζονα σκέψη αυτής παρέθεσε τα άρθρα 648, 649, 669, 672 ΑΚ και 6 του ΑΝ. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 ΕισΝΑΚ), 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, τα άρθρα 14 παρ. 1 και 21 του ν. 2190/1994, 103 παρ. 2, 3, 7 και 8 του Συντάγματος, την Οδηγία 1999/70/ΕΚ και τα άρθρα 5 και 11 του π.δ. 164/2004, δέχθηκε κατά λέξη τα ακόλουθα ουσιώδη για την έρευνα των υπό κρίση αναιρετικών λόγων: "Κατ' αρχάς [...] η αγωγή [...] είναι νόμιμη, καθότι [...] εφαρμοστέα τυγχάνει εν προκειμένω η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1990. Περαιτέρω [...], αποδείχθηκε ότι ο ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "Ε. Ρ. -Τ. Α." - καθολικός διάδοχος της οποίας κατέστη το (ήδη εφεσίβλητο) Ελληνικό Δημόσιο, μετά την κατάργησή της με την υπ' αριθμό 2/11.6.2013 κοινή υπουργική απόφαση του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού Οικονομικών - την 1/3/2000, και από 23/10/2000 έως 31/12/2000, ακολούθως από 1/1/2001 έως 31/7/2001 κ.ο.κ. μέχρι τις 31.5.2006, -οπότε η εναγομένη έπαψε να αποδέχεται τις υπηρεσίας του- με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένης διάρκειας, οι οποίας είχαν ανακριβώς χαρακτηριστεί ως συμβάσεις έργου, αποτελούσαν, όμως, στην πραγματικότητα, μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον ο ενάγων, απασχολούμενος ως καθηγητής φυσικής αγωγής στο γυμναστήριο που διατηρούσε στις εγκαταστάσεις της η εναγομένη, κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτής, προσφέροντάς της την εργασία του όπως και οι μόνιμοι υπάλληλοί της -εργαζόταν επί οχτάωρο ημερησίως και πενθήμερο εβδομαδιαίως, με μηνιαίο μισθό 875 ευρώ, υπό τις οδηγίες κι εντολές των προϊσταμένων του, υποκείμενος, άρα, σε νομική και προσωπική εξάρτηση από την εργοδότριά του, ήπερ (ενν. όπερ) αποτελεί και την ειδοποιό διαφορά μεταξύ της σύμβασης έργου και της σχέσης εξαρτημένης εργασίας, ο χαρακτηρισμός δε που προσέδωσαν τα μέρη στην επίδικη σύμβασή τους δε δεσμεύει το δικαστήριο [...], είχαν δε οι συμβάσεις του προσλάβει πριν την έναρξη ισχύος των άνω διατάξεων, που δεν εφαρμόζονται στην υπ' όψιν περίπτωση, το χαρακτήρα της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου κατά τα προεκτεθέντα. Ωστόσο η εναγομένη, όταν έληξε η διάρκεια και της τελευταίας συμβάσεως του ενάγοντος, στις 31/5/2006, σταμάτησε να αποδέχεται την εργασία του, καταγγέλλοντας έτσι, σιωπηρά, τη σύμβασή του, προκειμένης ακυρότητας της εν λόγω καταγγελίας, ως μη γενομένης κατά τον νόμο, ήτοι εγγράφως και με την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, υποχρεούμενης, ως εκ τούτου, της εναγομένης εταιρίας και ήδη του καθολικού διαδόχου της Ελληνικού Δημοσίου, να δέχεται τις υπηρεσίες του, απειλούμενης χρηματικής ποινής 300 ευρώ για κάθε ημέρα παράβασης αυτής της υποχρέωσης. Επίσης, πρέπει να επιδικαστούν στον ενάγοντα οι αιτούμενες αποδοχές υπερημερίας του διαστήματος από 1/6/2006 έως 31/1/2007, συνολικού ποσού 8.312,50 ευρώ (875 ευρώ ο μηνιαίος μισθός Χ 9,5 μήνες, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων αδείας και Χριστουγέννων 2006), με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Τέλος, πρέπει να επιδικασθούν στον ενάγοντα οι οφειλόμενες αποδοχές αδείας και τα επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2001- 2005, συνολικού ποσού 13.125 ευρώ [...], καθώς και το ποσό των 437,50 ευρώ για δώρο Πάσχα 2006 και συνολικά το ποσό των 13.562,50 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την ημέρα που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό". Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε κατ' ουσίαν τους σχετικούς πρώτο και δεύτερο λόγους της ανωτέρω από 6.3.2018 και με αριθμό κατάθεσης …2018 έφεσης του ενάγοντος -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου, και χωρίς να ερευνήσει τους λοιπούς, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους έφεσης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη με αριθμό 77/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Στη συνέχεια κράτησε και δίκασε την ένδικη, από 18.8.2006, αγωγή του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την κύρια βάση αυτής. Με τις ως άνω παραδοχές το Μονομελές Εφετείο Αθηνών εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 649, 669, 671, 672 ΑΚ, 6 του ν. 765/1943 και 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με το άρθρο 281 ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες αναλυτικά παρατίθενται στη με αρίθμηση 1 νομική σκέψη της παρούσας και οι οποίες κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή δεν ήταν εφαρμοστέες Ειδικότερα, η ένδικη αγωγή, κατά τη βάση της με την οποία επιχειρείτο να θεμελιωθεί στις ως άνω διατάξεις, είναι μη νόμιμη, διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο επισκοπηθέν δικόγραφό της, οι χρονικοί περίοδοι από 1.3.2000 μέχρι 31.7.2000 και από 23.10.2000 μέχρι 31.12.2000 κατά τις οποίες ο αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε στην Ε. Α. με έγγραφες συμβάσεις έργου, καθώς και η χρονική περίοδος από 1.1.2001 μέχρι 31.7.2001 που απασχολήθηκε σε αυτή χωρίς να έχει υπογραφεί μεταξύ τους αντίστοιχη σύμβαση, σε συνδυασμό με τις υπηρεσίες του καθηγητή φυσικής αγωγής που αυτός παρείχε στο γυμναστήριό της (δηλαδή υπηρεσίες άθλησης των εργαζομένων στην Ε. Α.), δεν προσδίδουν στην έννομη σχέση που συνέδεε τον αναιρεσίβλητο με την Ε. Α. το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και μάλιστα αορίστου χρόνου. Τούτο διότι μεταξύ των έγγραφων συμβάσεων που συνήφθησαν με χρονική διάρκεια από 1.3.2000 μέχρι 31.7.2000 και από 23.10.2000 μέχρι 31.12.2000, δεν υπάρχει διαδοχικότητα, καθώς μεσολαβεί μεταξύ αυτών διάστημα δύο (2) μηνών και είκοσι δύο (22) ημερών που δεν υφίστατο οποιαδήποτε έννομη σχέση μεταξύ του αναιρεσίβλητου και της Ε. Α. και, επιπρόσθετα, η συνολική απασχόληση του αναιρεσίβλητου στην Ε. Α. μέχρι την έναρξη ισχύος του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, δηλαδή μέχρι τις 17.4.2001, που ήταν μόνο δέκα (10) μήνες και δεκαπέντε (15) ημέρες, δεν αρκεί για να προσδώσει στις κατά τον ως άνω χρόνο συμβάσεις το χαρακτηρισμό της μίας και ενιαίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου. Επιπλέον, το έργο, που κατά τα χρονικά διαστήματα της ένδικης αγωγής και μέχρι της 17.4.2001 παρείχε ο αναιρεσίβλητος ως καθηγητής φυσικής αγωγής στην Ε. Α., (δηλαδή η άθληση του προσωπικού της), δεν κάλυπτε πάγιες και διαρκείς της ανάγκες, καθότι η ειδικότητα του καθηγητή φυσικής αγωγής δεν σχετίζεται ευθέως και αμέσως με το σκοπό και τη δραστηριότητα της Ε. Α., όπως περιγράφονται στο άρθρο 2 παρ. 1 του ιδρυτικού της νόμου 1730/1987, που εκτέθηκε στην προηγηθείσα με αρίθμηση 2 νομική σκέψη και για το λόγο αυτό, άλλωστε, η εν λόγω ειδικότητα δεν περιλαμβάνεται στις ειδικότητες του προσωπικού της (τακτικού ή έκτακτου) που περιγράφονται στα άρθρα 2 και 9 του έχοντος ισχύ νόμου Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της, που επίσης αναπτύσσονται στην ίδια νομική σκέψη. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της κατά νόμο επαρκούς αιτιολογίας, διότι τα εκτιθέμενα σε αυτή πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό των ως άνω εφαρμοστέων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων (δηλαδή των άρθρων 648 επ. ΑΚ, 6 του ν. 765/1943 και 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920) για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απήγγειλε, για τον χαρακτηρισμό, δηλαδή, των συμβάσεων έργου που συνήφθησαν μεταξύ του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου με την (αρχικά) εναγομένη Ε. Α. πριν την ισχύ του αναθεωρημένου Συντάγματος (δηλαδή πριν από τις 17.4.2001), ως ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Ειδικότερα το Εφετείο, ενώ δέχεται απερίφραστα ότι οι μεταξύ του ενάγοντος και της Ε. Α. από 1.3.2000 μέχρι 31.7.2000 και από 23.10.2000 μέχρι 31.12.2000 συμβάσεις, καθώς και η από 1.1.2001 σύμβασή τους που έληγε στις 31.7.2001, αν και είχαν ορισθεί από τα μέρη ως συμβάσεις έργου, είχαν ήδη κατά την έναρξη ισχύος των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (δηλαδή στις 17.4.2001) προσλάβει το χαρακτήρα της ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δεν διαλαμβάνει στην απόφασή του συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να καταδεικνύονται με σαφήνεια το είδος και η ποιότητα της δέσμευσης και της εξάρτησης του ενάγοντος -αναιρεσίβλητου από την Ε. Α. ως προς το χρόνο και τον τρόπο απασχόλησής του με την ειδικότητα του καθηγητή φυσικής αγωγής, το δικαίωμα της Ε. Α. να δίδει σε αυτόν δεσμευτικές οδηγίες και εντολές για τον τρόπο εκτέλεσης των υπηρεσιών άθλησης που αυτός παρείχε στους εργαζομένους της και να ελέγχει τη συμμόρφωσή του με τις οδηγίες της αυτές, την έκταση και το βαθμό της υποχρέωσης του αναιρεσίβλητου να συμμορφώνεται με τις ως άνω εντολές και οδηγίες της Ε. Α., αν υπήρχαν και πόσοι καθηγητές φυσικής αγωγής που συνδέονταν με την Ε. Α. με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και απασχολούντο υπό συνθήκες όμοιες με αυτές της απασχόλησης του αναιρεσίβλητου και ποιος είχε ορισθεί από την Ε. Α. ιεραρχικά προϊστάμενος του αναιρεσίβλητου και των καθηγητών φυσικής αγωγής, που αυτή απασχολούσε με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Επιπλέον, το Εφετείο δεν διαλαμβάνει αιτιολογίες περί του εάν οι εκτιθέμενες στην ένδικη αγωγή συμβάσεις του αναιρεσίβλητου με την Ε. Α., αρχής γενομένης από τη σύμβαση έργου διάρκειας από 1.3.2000 μέχρι 31.7.2000, υπαγορεύτηκαν από αντικειμενικούς λόγους, που δικαιολογούνται από το σκοπό και τις δραστηριότητες της Ε. Α. ως δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα, ώστε να χαρακτηριστούν ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Επίσης, δεν διαλαμβάνει αιτιολογίες και σε σχέση με τους εκτιθέμενους στο δεύτερο λόγο αναίρεσης ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περί της συνεργασίας του αναιρεσίβλητου με την Ε. Α. αρχικά με συμβάσεις έργου με την τοποθέτησή του από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού στο πλαίσιο προγράμματος εργασιακού αθλητισμού, που με πρωτοβουλία της η Γενική Γραμματεία Αθλητισμού οργάνωσε, διεύθυνε και χρηματοδότησε μέχρι το έτος 2003 και ακολούθως με συμβάσεις που καταρτίσθηκαν μεταξύ της Ε. Α. και της Ένωσης Προσώπων, στην οποία μετείχε ως μέλος και ο αναιρεσίβλητος, ενόψει μάλιστα του γεγονότος ότι οι ισχυρισμοί αυτοί εμπεριέχονται και στην ένδικη αγωγή. Εν κατακλείδι, οι γενικές και αόριστες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο αναιρεσίβλητος "απασχολούμενος ως καθηγητής φυσικής αγωγής στο γυμναστήριο που διατηρούσε στις εγκαταστάσεις της η εναγομένη, κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτής, προσφέροντας την εργασία του όπως και οι μόνιμοι υπάλληλοί της -εργαζόταν επί οχτάωρο ημερησίως και πενθήμερο εβδομαδιαίως με μηνιαίο μισθό 875 ευρώ, υπό τις οδηγίες και εντολές των προϊσταμένων του, υποκείμενος άρα σε νομική και προσωπική εξάρτηση από την εργοδότριά του" δεν έχουν το αναγκαίο περιεχόμενο που προσδιορίζεται από τους εφαρμοστέους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 648, 649, 669, 671, 672 ΑΚ, 6 του ν. 765/1943 και 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με το άρθρο 281 ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, με βάση τους οποίους, όπως ήδη εκτέθηκε στη με αρίθμηση 1 νομική σκέψη, διαδοχικές συμβάσεις έργου, που είχαν συναφθεί πριν την ισχύ του αναθεωρημένου Συντάγματος του έτους 2001 μεταξύ απασχολούμενου και επιχείρησης του ευρύτερου δημόσιου τομέα, υπό τις προϋποθέσεις των διατάξεων αυτών χαρακτηρίζονται ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Κατά συνέπεια, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με το πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης και με τον δεύτερο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι οποίοι εκτιμώνται ενιαία και οι οποίοι είναι βάσιμοι. Το δεύτερο, όμως, σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την επίκληση ότι με τις ως άνω παραδοχές της παραβίασε και τα άρθρα 2, 3, 5, 6 και 7 του έχοντος ισχύ νόμου Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της Ε. Α. είναι αβάσιμο. Τούτο διότι, όπως εκτίθεται στη με αρίθμηση 1 νομική σκέψη της παρούσας, ο χαρακτηρισμός ορισμένης έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου κατά την έννοια των άρθρων 648 επ. ΑΚ 6 του ν. 765/1943 και 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 για τις συμβάσεις που υφίστανται μέχρι την έναρξη ισχύος των παραγράφων 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι μέχρι τις 17.4.2001) δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σε αυτόν οι δικαιοπρακτούντες ή ο έχων ισχύ νόμου Κανονισμός του εργοδότη, που μπορεί να είναι το Δημόσιο, ή η επιχείρηση του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αλλά ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει όπως προαναφέρθηκε στο δικαστήριο. 4. Περαιτέρω, με την διάταξη του άρθρου 1 της με αριθμό 02/11.6.2013 Κοινής Απόφασης του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό (ΦΕΚ Β' 1414/11.6.2013), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14β του ν. 3429/2005 (Α' 314), όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 66 παρ. 1 του ν. 4002/2011 (Α' 180), ορίζεται ότι "1. Η. Ε. Ρ.-Τ., Α. Ε. (Ε.-Α..Ε..), που ιδρύθηκε με τον Ν. 1730/1987 (Α' 145) ως ενιαίος φορέας, καταργείται. Επίσης, καταργούνται οι θυγατρικές εταιρείες που έχουν συσταθεί από την Ε.-Α..Ε.. 2. Η μετάδοση ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών, η κυκλοφορία εκδόσεων, η λειτουργία διαδικτυακών ιστότοπων, όπως και κάθε άλλη δραστηριότητα της Ε.-Α..Ε.. και των θυγατρικών αυτής, διακόπτονται μετά το τέλος του κανονικού προγράμματος της 11ης Ιουνίου 2013 και έως τη σύσταση νέου φορέα [...]". Κατά το άρθρο 2 της ίδιας απόφασης το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της Ε.-Α..Ε.. και των θυγατρικών της, περιλαμβανομένων των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, αξιώσεων και υποχρεώσεων, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως από τη δημοσίευση της παρούσας και χωρίς καμία άλλη διατύπωση στο Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών [...] (παρ. 1), το οποίο καθίσταται διάδοχος του συνόλου των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (παρ. 2). Σύμφωνα δε με το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 "Οι συμβάσεις εργασίας του απασχολούμενου με οποιονδήποτε τρόπο προσωπικού, όπως το τακτικό και έκτακτο προσωπικό ή άλλο προσωπικό, καθώς και κάθε είδους συμβάσεις έργου ή εργασίας με εξωτερικούς ή άλλους συνεργάτες προγράμματος της Ε. Α. και των θυγατρικών εταιρειών της λύονται από τη δημοσίευση της παρούσας. Για τις περιπτώσεις τις οποίες αφορά, η παρούσα απόφαση συνιστά και καταγγελία της ατομικής συμβάσεως εργασίας. 2. Το προσωπικό της προηγούμενης παραγράφου δικαιούται τη νόμιμη κατά περίπτωση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, αποζημίωση", και στο άρθρο 6 ορίσθηκε ότι "Όπου στις κείμενες διατάξεις αναφέρεται Ε. Α. ή οι θυγατρικές της νοείται εφεξής το Ελληνικό Δημόσιο". Με την οικ. 03/12.6.2013 (ΦΕΚ Β 1423) ΚΥΑ τροποποιήθηκε η ως άνω με αριθμό οικ. 02/11.6.2013 ΚΥΑ και προστέθηκε σε αυτή άρθρο 4Α, σύμφωνα με το οποίο : "1. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, διορίζεται ειδικός διαχειριστής, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, με σύμβαση έμμισθης εντολής, ο οποίος μέχρι την ολοκλήρωση του έργου της ειδικής διαχείρισης διαχειρίζεται το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της Ε. Α. και των θυγατρικών της που μεταβιβάζονται στο Δημόσιο μέχρι τη σύσταση του νέου φορέα σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 1. 2. Κατά τη διάρκεια της ειδικής διαχείρισης ο ειδικός διαχειριστής ασκεί τα δικαιώματα παρακολουθεί τις εκκρεμότητες, εκπληρώνει τις υποχρεώσεις, προβαίνει σε καταγραφή των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού και γενικά παρακολουθεί και χειρίζεται όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις του Δημοσίου ως διαδόχου της Ε. Α. και των θυγατρικών της. Οι διατάξεις που ήταν εφαρμοστέες για την άσκηση των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και την εκπλήρωση των πάσης φύσεως υποχρεώσεων, καθώς και για τη διαχείριση κάθε στοιχείου του ενεργητικού και παθητικού της Ε. Α. και των θυγατρικών της που μεταβιβάζονται στο Δημόσιο, συνεχίζουν να εφαρμόζονται και κατά τη διάρκεια της ειδικής διαχείρησης. 3 [...], 4 [...], 5. [...], 6. [...], 7. [....]". Εξάλλου, με τη με αριθμό Οικ. 06/8.7.2013 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β 1675) τροποποιήθηκε εκ νέου η με αριθμό οικ. 02/11.6.2013 και προστέθηκε σε αυτή άρθρο 4Β, στην παράγραφο 1 του οποίου ορίζεται ότι "Συνιστάται στο Υπουργείο Οικονομικών ειδικός, εκτός προϋπολογισμού, λογαριασμός για την παρακολούθηση και διαχείριση του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της Ε. Α. και των θυγατρικών της, που μεταβιβάσθηκαν στο Ελληνικό Δημόσιο [...] μέχρι την ολοκλήρωση του έργου της ειδικής διαχείρισης". Τέλος, στο εδάφιο α του άρθρου 6 της ως άνω ΟΙΚ.2/11-6-2013 κοινής Υπουργικής Απόφασης ορίσθηκε ότι "Όπου στις κείμενες διατάξεις αναφέρεται η Ε. Α., ή οι θυγατρικές της νοείται εφ' εξής το Ελληνικό Δημόσιο". Εξάλλου, με το ν. 4173/2013 (ΦΕΚ Α' 169) ιδρύθηκε νέος φορέας με την επωνυμία "Ν. Ε. Ρ., Ι. Κ. Τ. Α..Ε.. («Ν..Ε..Ρ..Ι..Τ.. Α..Ε..) - και ήδη μετονομασθείσα σε «Ε. Ρ., Τ. Α. Ε. (Ε..Ρ..Τ.. Α..Ε..) βάσει του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 4324/2015 (ΦΕΚ Α' 44/29.4.2015) - ως δημόσια επιχείρηση με διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια. Ειδικότερα, στο άρθρο 6 του ως άνω νόμου, ως τροποποιηθέν ισχύει, προβλέφθηκε ότι "1. Το μετοχικό κεφάλαιο της Ε..Ρ..Τ. Α..Ε.. ανήκει αποκλειστικά στο Ελληνικό Δημόσιο, στο όνομα του οποίου έχει εκδοθεί ένας ονομαστικός και αναπαλλοτρίωτος τίτλος [...]" και στο άρθρο 16, ως ήδη ισχύει, ότι "1. [...]. 2. [...]. 3. Τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στο Δημόσιο δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης με αριθμό 02/11.6.2013 (ΦΕΚ Β' 1414) όπως ισχύει, μεταβιβάζονται στην Ε..Ρ..Τ. Α..Ε.. με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του αρμόδιου Υπουργού για θέματα Δημόσιας Ραδιοτηλεόρασης [...]. Με την εφαρμογή της παρούσας [...] δεν θίγονται οι διατάξεις για την ειδική διαχείριση της καταργηθείσας Ε. Α..Ε.. και ιδίως οι διατάξεις για την καταγραφή του συνόλου του ενεργητικού και του παθητικού της που περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο. Τέλος, με το άρθρο 14 του ν. 4324/2015 προστέθηκε άρθρο 16Α στον ν. 4173/2013, σύμφωνα με το οποίο: "1.... 7. Η Ε..Ρ..Τ.. Α..Ε.. και οι θυγατρικές της που καταργήθηκαν με την υπ' αριθμ. 2/11.6.2013 κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό (ΦΕΚ Β' 1414), όπως ισχύει, εξακολουθούν να υπάγονται σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης σύμφωνα με την Οικ. 2/11.6.2013 κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό (Β' 1414), όπως ισχύει, το έργο δε της διαχείρισης πρέπει να ολοκληρωθεί μέσα σε ένα μήνα από την ισχύ του παρόντος νόμου. Με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας ο ειδικός διαχειριστής παραδίδει όλο το υπάρχον υλικό σε νέο ειδικό διαχειριστή που ορίζεται με κοινή απόφαση του αρμόδιου Υπουργού για θέματα Ραδιοτηλεόρασης και του Υπουργού Οικονομικών. [...]".Σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις, μετά την κατάργηση της Ε..Ρ..Τ.. Α..Ε.., το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της, περιλαμβανομένων των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, αξιώσεων και υποχρεώσεών της, μεταβιβάσθηκαν αυτοδικαίως στο Ελληνικό Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών. Στο πλαίσιο αυτό συστήθηκε στο Υπουργείο Οικονομικών ειδικός, εκτός προϋπολογισμού, λογαριασμός, και διορίσθηκε, ως όργανο εντασσόμενο στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, ειδικός διαχειριστής, στον οποίο παρασχέθηκε η αρμοδιότητα παρακολούθησης και διαχείρισης τόσο των ως άνω στοιχείων της περιουσίας της Ε..Ρ..Τ.. Α..Ε.., όσο και όλων των εκκρεμών υποθέσεων του Δημοσίου, υπό την ιδιότητα του τελευταίου ως διαδόχου της ανωτέρω εταιρείας, το δε έργο της ειδικής διαχείρισης ουδόλως εθίγη από τη σύσταση του νέου φορέα (ΣτΕ 4905/2014, ΣτΕ 4874/2014). Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι μετά την κατάργηση του νομικού προσώπου της με την ένδικη αγωγή αρχικώς εναγομένης Ε. Α. υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος αυτής το Ελληνικό Δημόσιο, νομιμοποιούμενο έκτοτε ενεργητικά και παθητικά στις δίκες που αφορούν το ως άνω καταργηθέν νομικό πρόσωπο, το οποίο δεν συνεχίζει τη δραστηριότητα του παλαιού ραδιοτηλεοπτικού φορέα, αλλά ενεργεί ειδική διαχείριση αυτού, ενώ ο νέος φορέας (Ν. Α.), που δημιουργήθηκε το πρώτον με το ν. 4173/2013 και μετονομάσθηκε στη συνέχεια με το ν. 4324/2015 σε Ε. Α., δεν αποτελεί διάδοχο της ιδρυθείσας με το ν. 1730/1987 και καταργηθείσας με τη με αριθμό οικ.02/11.6.2013 ΚΥΑ Ε. Α., ούτε συνδέεται με άλλο τρόπο ευθέως με αυτή, ο δημιουργηθείς δε νέος φορέας δεν αποτελεί διάδοχο της καταργηθείσας Ε. Α., ούτε συνδέεται με άλλον τρόπο ευθέως με αυτήν (ΑΠ 1171/2021, ΣτΕ 2054/2017, ΣτΕ 2399/2016, ΣτΕ 4905/2014, ΣτΕ 4874/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την παραδοχή ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο -ως καθολικός διάδοχος της εναγομένης εταιρείας Ε. Α. - υποχρεούται να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου, απειλουμένης σε βάρος του χρηματικής ποινής 300 ευρώ για κάθε ημέρα παράβασης της ως άνω υποχρέωσής του, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε και τις εκτεθείσες στην προηγηθείσα νομική σκέψη διατάξεις της ΚΥΑ οικ. 02/11.6.2013 και του ν. 4173/2013, όπως ίσχυαν κατά τον ένδικο χρόνο. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εάν ερμήνευε και εφάρμοζε ορθά τις διατάξεις αυτές, θα δεχόταν ότι μετά την κατάργηση της Ε. Α. με την ως άνω ΚΥΑ το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν συνεχίζει τη δραστηριότητα του καταργηθέντος ραδιοτηλεοπτικού φορέα, αλλά ενεργεί ειδική διαχείριση αυτού και ότι ο νέος φορέας ( που αρχικά ονομάσθηκε Ν. Α. και στη συνέχεια μετονομάσθηκε Ε. Α.) δεν αποτελεί διάδοχο της ιδρυθείσας με το ν. 1730/1987 και καταργηθείσας με την ως άνω ΚΥΑ Ε. Α., ούτε συνδέεται με άλλο τρόπο ευθέως με την τελευταία και έτσι θα κατέληγε στο ορθό πόρισμα ότι μετά την 11.6.2013 είναι εξ αντικειμένου αδύνατη η για οποιαδήποτε αιτία απασχόληση του αναιρεσίβλητου από το Ελληνικό Δημόσιο. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου του αυτού Κώδικα, όπως εσφαλμένα στο συγκεκριμένο λόγο διαλαμβάνεται) με τον οποίο υποστηρίζονται τα ίδια, είναι βάσιμος. 5. Σύμφωνα με το άρθρο 21 του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου, που κυρώθηκε με το κανονιστικό διάταγμα της 26.6.1944 (ΦΕΚ Α' 139/10.7.1944) και διατηρήθηκε σε ισχύ με το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 109 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην εάν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Περαιτέρω, στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 45 του ν. 4607/2019 ορίζονται τα εξής: "2. Στην περίπτωση των ένδικων βοηθημάτων κατά του Δημοσίου, τόκος οφείλεται, σε κάθε περίπτωση, μόνο από την επίδοση των σχετικών δικογράφων από τον διάδικο στον Υπουργό Οικονομικών ή στο αρμόδιο όργανο του Δημοσίου ή της Αρχής που προβλέπεται από τον νόμο σε ειδικές κατηγορίες υποθέσεων. Ειδικές διατάξεις νόμου, οι οποίες προβλέπουν ρητά διαφορετικό χρόνο έναρξης της τοκοφορίας, εξακολουθούν να ισχύουν. 3. Οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται και σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις, σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, για το μέρος κατά το οποίο οι αξιώσεις για τόκο ανάγονται και υπολογίζονται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος". Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 15 του ν. 4690/2020 (ΦΕΚ Α 104) "Για το χρονικό διάστημα της αναστολής (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν τρέχουν τόκοι επιδικίας" και σύμφωνα με το άρθρο 83 παρ. 14 του ν. 4790/2021 (ΦΕΚ Α 48), όπως το άρθρο αυτό αυθεντικά ερμηνεύτηκε με το άρθρο 25 του ν. 4792/2021 (ΦΕΚ Α 54) "Για το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας δεν τρέχουν τόκοι επιδικίας". Εξάλλου, όπως ήδη αναφέρθηκε, με τις διατάξεις της με αριθμό ΟΙΚ.02/11-6-2013 κοινής απόφασης του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β 1414/11.6.2013), όπως ισχύει, καταργήθηκε η Ε. Α. και μετά την κατάργησή της το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της, περιλαμβανομένων των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, αξιώσεων και υποχρεώσεών της, μεταβιβάσθηκαν αυτοδικαίως στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο. Επομένως, βάσει των διατάξεων της ως άνω ΚΥΑ, το αναιρεσείον κατέστη διάδοχος τόσο των απαιτήσεων της Ε. Α. κατά τρίτων, όσο και των υποχρεώσεων αυτής έναντι τρίτων. Ειδικότερα, οι υποχρεώσεις της Ε. Α., παρά τη μεταβολή στο πρόσωπο του οφειλέτη, διατηρούν την ταυτότητά τους και μεταβιβάστηκαν στο Ελληνικό Δημόσιο με όλα τα μειονεκτήματα και πλεονεκτήματα που είχαν, εξακολούθησαν δε να υπάρχουν και δικαιώματα παρεπόμενα των απαιτήσεων των τρίτων κατά αυτής, μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα περί παροχής τόκων. Το Δημόσιο, δηλαδή, κατέστη οφειλέτης και των μέχρι τότε δεδουλευμένων τόκων υπερημερίας επί των απαιτήσεων αυτών, με το ποσοστό τόκου που ίσχυε για την Ε. Α. και συγκεκριμένα με το εκάστοτε ισχύον για τους ιδιώτες οφειλέτες επιτόκιο. Η υποχρέωση, όμως, του Δημοσίου προς καταβολή τόκων υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την επόμενη ημέρα της δημοσίευσης της άνω ΚΥΑ (δηλαδή από τις 12.6.2013) και εφεξής, έχουσα ως αναγκαία προϋπόθεση και δική του αυτοτελή υπαιτιότητα για την από αυτό έκτοτε καθυστέρηση της πληρωμής του κεφαλαίου της χρηματικής οφειλής της Ε. Α., συνιστά δική του επιγενόμενη της διαδοχής ενοχή για την καταβολή των εφεξής τόκων υπερημερίας, η οποία (δική του ενοχή καταβολής τόκων υπερημερίας) διακρίνεται από εκείνη της αρχικής οφειλέτιδας Ε. Α. και η οποία διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 21 του διατάγματος της 26-6/10-7-1944 περί του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου για το χρονικό διάστημα από τις 12.6.2013 μέχρι τις 30.4.2019 και από τις διατάξεις του άρθρου 45 του ν. 4607/2019 για το χρονικό διάστημα από 1.5.2019 και εφεξής (ΑΠ 1287/2018). Συνεπώς, οι τόκοι υπερημερίας επί απαιτήσεων τρίτων κατά της Ε. Α. από τις 12.6.2013 και μέχρι 30.4.2015 πρέπει να υπολογισθούν με το επιτόκιο (6%) του άρθρου 21 Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου και από τις 1.5.2019 και μετά με το επιτόκιο του άρθρου 45 του ν. 4607/2019, ενώ για τα χρονικά διαστήματα από 13.3.2020 έως 31.5.2020 και από 7.11.2020 μέχρι 6.4.2021 οι τυχόν χρηματικές απαιτήσεις του αναιρεσίβλητου σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου της καταργηθείσας Ε. Α., εξαιρούνται της τοκογονίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, αφού καθόρισε (παραβιάζοντας κατά τα ανωτέρω ευθέως και εκ πλαγίου τα άρθρα 648 επ. ΑΚ, 6 του ν. 765/1943 και 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920) το συνολικό ποσό, που υποχρέωσε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο για αποδοχές αδείας, για επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2001 μέχρι 2005, για μισθούς υπερημερίας του διαστήματος από 1.6.2006 έως 31.10.2006 και για επιδόματα Χριστουγέννων και αδείας του έτους 2006, στο ύψος των 19.250,00 ευρώ, και το συνολικό ποσό που αναγνώρισε ότι το αναιρεσείον οφείλει στον αναιρεσίβλητο για μισθούς υπερημερίας από 1.11.2006 έως 31.1.2007, στο ύψος των 2.625,00 ευρώ, στη συνέχεια δέχθηκε ότι το αναιρεσείον οφείλει "νόμιμο τόκο από την ημέρα που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό - ήτοι τους μισθούς υπερημερίας με το νόμιμο τόκο από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα εκείνου που αντιστοιχούν, τις αποδοχές αδείας και τα επιδόματα αδείας και Χριστουγέννων με το νόμιμο τόκο από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους αυτού που αφορούν και τα επιδόματα Πάσχα με το νόμιμο τόκο από την 1η Μαίου του έτους το οποίο αφορούν" [βλ. δεύτερη σελίδα του 5ου φύλλου της προσβαλλόμενης απόφασης]. Με τις συγκεκριμένες παραδοχές του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε ευθέως το άρθρο 21 του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου και το άρθρο 45 του ν. 4607/2019, τα οποία δεν εφάρμοσε, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους για το χρονικό διάστημα από την επομένη ημέρα της δημοσίευσης της ΚΥΑ οικ. 02/11.6.2013 και εφεξής. Ειδικότερα, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, τα ποσοστά των τόκων υπερημερίας επί των ως άνω χρηματικών κονδυλίων που (κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 648 επ. ΑΚ, 6 του ν. 765/1943 και 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920) επιδικάσθηκαν στον αναιρεσίβλητο : α) για τη χρονική περίοδο από τις 12.6.2013 μέχρι τις 30.4.2019 είναι το επιτόκιο (6%) του άρθρου 21 Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου της 26-6/10-7-1944 και β) για τη χρονική περίοδο από την 1.5.2019 και εφεξής είναι το επιτόκιο του άρθρου 45 του ν. 4607/2019. Τέλος, το Εφετείο επιδίκασε τόκους (για το επιδικασθέν κεφάλαιο των 19.250 ευρώ και το αναγνωρισθέν ως οφειλόμενο κεφάλαιο των 2.625,00 ευρώ), χωρίς να εξαιρέσει τα χρονικά διαστήματα από 13.3.2020 έως 31.5.2020 και από τις 7.11.2020 έως την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασής του (δηλαδή μέχρι τις 10.2.2021) παραβιάζοντας ευθέως και τις εκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 15 του ν. 4690/2020 και 83 παρ. 14 του ν. 4790/2021. Κατά συνέπεια, ο τέταρτος (και τελευταίος) λόγος της ένδικης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα ίδια, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτών, αφού, δηλαδή, είναι βάσιμοι οι πρώτος (κατά το πρώτο του σκέλος), δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, η ένδικη, από 1.12.2021 και με αριθμό κατάθεσης …2021, αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη, με αριθμό 794/2021, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση (ιδίως ως προς τους μη ερευνηθέντες από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο λόγους της από 6.3.2018 έφεσης του ενάγοντος - εκκαλούντος - αναιρεσίβλητου) προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, ο αναιρεσίβλητος, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων ως ορίζεται στο διατακτικό, κατ' εφαρμογή των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 Ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987, 2 της Κοινής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993) και των άρθρων 4 παρ.2 και 20 παρ.1 του Ν. 4831/2021. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη με αριθμό 794/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ