Αριθμός 1488/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων:1.Του Χ. Μ. , κατοίκου ... , ατομικώς και ως προσωρινού επιτρόπου ως προς την ρύθμιση επειγουσών οικονομικών εκκρεμοτήτων αλλά και ως οριστικού επιτρόπου, των ανήλικων εγγονών του α) Α. Κ. του Κ. και β) Β. Κ. του Κ. , κατοίκων ομοίως, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ανδρέα Τσώκο και κατέθεσε προτάσεις. 2. Π. συζ. Χ. Μ. , το γένος Δ. Κ., 3 Ν.-Σ. Μ., του Χ. , η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ανδρέα Τσώκο και κατέθεσαν προτάσεις, 4. Κ. Μ., του Χ., 5 Δ. Κ. του Κ. και 6 Β. συζ. Δ. Κ. , κατοίκων ομοίως, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον παραπάνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Π. του Θ., κατοίκου ... , Δ.Δ. ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Χρυσόστομου Χήτο-Κιάμου και κατέθεσε προτάσεις και 2. Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "INTERAMERICAN Ελληνική Εταιρία Ασφαλίσεων Ζημιών Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Χρύσας Σαλαβράκου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την από 2-12-2008 παρεμπίπτουσα αγωγή εταιρίας που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, και την από 8-12-2008 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1553/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 716/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί οι αναιρεσείοντες με την από 16-10-2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 26-3-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου και του τρίτου λόγου κατά ένα μέρος της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του 1ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ. ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ. ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 3546/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Στις 4-11-2007 και ώρα 04.30 ο εναγόμενος - ενάγων Α. Π. οδηγούσε το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, της κυριότητας του, που ήταν ασφαλισμένο στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία "ΙΝΤΕRAMERICΑΝ ΑΕΑΖ", στη Νέα Εθνική Οδό Αντιρρίου -Ιωαννίνων, με κατεύθυνση από Ιωάννινα προς Αντίρριο. Ο Κ. Κ. οδηγούσε ο ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ανήκε στην ιδιοκτησία του και ήταν ασφαλισμένο στην εναγομένη - παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ", στην επαρχιακή οδό ... , η οποία συμβάλλει στο ρεύμα της πιο πάνω Εθνικής Οδού προς Ιωάννινα και στο ύψος του 58ου χιλιομέτρου αυτής, στη θέση …, με κατεύθυνση από ... προς ... (προς Εθνική Οδό). Στο αυτοκίνητο του Κ. Κ. επέβαινε, στη θέση του συνοδηγού, η σύζυγός του Δ. Μ. . Στο πιο πάνω σημείο της η Νέα Εθνική Οδός Αντιρρίου-Ιωαννίνων, κατά τον προαναφερόμενο χρόνο, ήταν διπλής κατευθύνσεως, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και συνολικό πλάτος οδοστρώματος 11,55 μέτρα. Ειδικότερα στο ρεύμα προς Ιωάννινα είχε πλάτος οδοστρώματος 3,50 μέτρα, ενώ δεξιά υπήρχε ελεύθερος ασφάλτινος χώρος πλάτους 2,90 μέτρων και πεζοδρόμιο πλάτους 1,50 μέτρων, όπου και στάση υπεραστικών λεωφορείων, ενώ στο ρεύμα προς Αντίρριο είχε πλάτος 6,50 μέτρα, από τα οποία 3,50 μέτρα καταλάμβανε η κύρια λωρίδα κυκλοφορίας και 3 μέτρα η εσοχή προς το κέντρο του οδοστρώματος, την οποία χρησιμοποιούσαν τα αυτοκίνητα που επρόκειτο να κινηθούν αριστερά προς ... . Δεξιά του ρεύματος προς Αντίρριο υπήρχε ελεύθερος ασφάλτινος χώρος πλάτους 2,60 μέτρων και στη συνέχεια πεζοδρόμιο πλάτους 1,70 μέτρων. Το οδόστρωμα ήταν ξηρό, η κυκλοφορία των οχημάτων αραιή, υπήρχε ανεπαρκής τεχνητός φωτισμός, γιατί ορισμένες κολώνες φωτισμού ήταν σβηστές, ενώ το όριο ταχύτητας ήταν 50 χιλιόμετρα την ώρα βάσει πινακίδας Ρ-32, η οποία υπήρχε και στις δύο πλευρές της Εθνικής Οδού. Πριν και μετά τη συμβολή με την οδό ... η Εθνική Οδός ήταν ευθεία σε απόσταση ενός χιλιομέτρου, ενώ επί της συμβολής υπήρχε καμπύλη, δεξιόστροφη για τους κινούμενους προς Αντίρριο, όπως ο Α. Π. και αριστερόστροφη για τους κινούμενους προς Ιωάννινα, υπήρχαν δε αντίστοιχες πινακίδες αναγγελίας κινδύνου Κ-1δ (επικίνδυνη δεξιά στροφή) και Κ-1α (επικίνδυνη αριστερή στροφή). Η επαρχιακή οδός ... ήταν επίσης διπλής κατευθύνσεως, συνολικού πλάτους οδοστρώματος 9,50 μέτρων στο ρεύμα προς ... και 8,50 μέτρων στο ρεύμα προς ... (προς Εθνική Οδό), όπου εκινείτο ο Κ. Κ. . Στον κόμβο των πιο πάνω οδών υπήρχε ρυθμιστική πινακίδα Ρ-2, σύμφωνα με την οποία οι εισερχόμενοι στην Εθνική Οδό από την επαρχιακή οδό ... , για να κατευθυνθούν προς Ιωάννινα, όφειλαν να διακόπτουν την πορεία τους και να παραχωρούν προτεραιότητα στους κινούμενους επί της Εθνικής Οδού. Ακόμη στο χώρο της συμβολής υπήρχε, επί της οδού ... , μακρόστενη νησίδα ασφαλείας και στο ρεύμα της ίδιας οδού προς Εθνική Οδό (προς Ιωάννινα) τριγωνική νησίδα ασφαλείας, ώστε εκείνοι που επρόκειτο να κινηθούν προς Αντίρριο να κινούνται από αριστερά της νησίδας και εκείνοι που επρόκειτο να κινηθούν προς ... (προς Ιωάννινα) από δεξιά της. Φθάνοντας στο χώρο της συμβολής- ο Κ. Κ. , ο οποίος βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος (περιεκτικότητα του αίματος του σε οινόπνευμα 2,14 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος) και είχε εμφανώς μειωμένη ικανότητα οδήγησης, επιχείρησε να εισέλθει στην Εθνική Οδό πραγματοποιώντας ελιγμό προς τα δεξιά (προς Ιωάννινα). Κατά την εκτέλεση όμως αυτού του ελιγμού απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, κινήθηκε ανεξέλεγκτα προς τα αριστερά, διέσχισε το ρεύμα της Εθνικής Οδού προς Ιωάννινα και εισήλθε κάθετα στο ρεύμα προς Αντίρριο. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να προσκρούσει στη δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου του, με το εμπρόσθιο τμήμα του, το αυτοκίνητο του Α. Π. , το οποίο εκινείτο κανονικά προς Αντίρριο. Στη συνέχεια, το αυτοκίνητο του Κ. Κ. περιστράφηκε προς τα αριστερά και ανατράπηκε προς τη δεξιά πλευρά του, με μέτωπο προς τον άξονα της Εθνικής Οδού, κατά ένα τμήμα στον ελεύθερο ασφάλτινο χώρο που υπήρχε στο δεξιό του ρεύματος της Εθνικής Οδού προς Αντίρριο και κατά ένα τμήμα στο πεζοδρόμιο, ενώ το αυτοκίνητο του Α. Π. περιστράφηκε προς τα δεξιά και ακινητοποιήθηκε στον ίδιο χώρο, σε απόσταση 9 μέτρων από το πρώτο αυτοκίνητο, σε θέση διαγώνια προς τον άξονα του οδοστρώματος, με μέτωπο ελαφρώς προς Ιωάννινα. Ο Κ. Κ. παρέμεινε εγκλωβισμένος στο αυτοκίνητο του, ενώ η συνοδηγός σύζυγος του εκτοξεύτηκε στο οδόστρωμα. Από το ατύχημα ο Κ. Κ. έπαθε κακώσεις θώρακος και αυχένος και η Δ. Μ. κακώσεις κεφαλής, θώρακος, κοιλίας και άκρων, εξαιτίας των οποίων επήλθε την ίδια ημέρα ο θάνατος τους, ενώ ο Α. Π. τραυματίστηκε ελαφρά. Το ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού Κ. Κ. και η αμέλεια του συνίσταται στο ότι, ευρισκόμενος υπό την επήρεια οινοπνεύματος, οδηγούσε το αυτοκίνητο του χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, χωρίς να ασκεί τον απαιτούμενο έλεγχο και την εποπτεία του και με αυξημένη για την περιοχή ταχύτητα, κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 και 3 του ΚΟΚ. Έτσι, όταν πλησίασε στον κόμβο, αντί να διακόψει την πορεία του, για να ελέγξει την κίνηση στην Εθνική Οδό, ή να μειώσει έστω την ταχύτητα του, ώστε να πραγματοποιήσει κλειστά τη δεξιά στροφή προς Ιωάννινα, συνέχισε με την ίδια ταχύτητα, η οποία, όπως συνάγεται από την πορεία που ακολούθησε το αυτοκίνητο του στο οδόστρωμα, ήταν αυξημένη, με συνέπεια το αυτοκίνητο να εκτραπεί προς τα αριστερά, να παρεμβληθεί στην πορεία του Α. Π. και να προκληθεί το ατύχημα, με τις συνέπειες που προαναφέρθηκαν. Επομένως, η ένσταση της τρίτης εναγομένης της από 1-10-2008 αγωγής περί αποκλειστικής υπαιτιότητας τρίτου, του πρώτου εναγομένου της ίδιας αγωγής Α. Π. , ως προς τη βάση που στηρίζεται στις διατάξεις του ν. ΓΠΝ/1911, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Στον Α. Π. δεν μπορεί να αποδοθεί οποιοδήποτε ποσοστό αμέλειας, γιατί αυτός εκινείτο κανονικά στην Εθνική Οδό προς Αντίρριο και λόγω του αιφνίδιου και απρόσμενου αποκλεισμού της πορείας του από το αυτοκίνητο του Κ. Κ. , δεν είχε τη δυνατότητα να αποφύγει το ατύχημα εκτελώντας κάποιο χειρισμό. Οι διάδικοι Χ. Μ., Π. Μ., Ν.-Σ. Μ., Κ. Μ., Δ. Κ.-, Β. Κ. και ασφαλιστική εταιρεία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ" ισχυρίζονται ότι ο Α. Π. εκινείτο στο ρεύμα της Εθνικής Οδού προς Ιωάννινα και όχι προς Αντίρριο, ότι ο Κ. Κ. , εισερχόμενος στο ίδιο ρεύμα από την οδό ... , εισήλθε κατά ένα τμήμα στο ρεύμα προς Αντίρριο και αμέσως μετά προσπάθησε να επαναφέρει το αυτοκίνητο του στο ρεύμα προς Ιωάννινα, ότι τη στιγμή που ο τελευταίος επιχειρούσε την επαναφορά, πραγματοποιώντας ελιγμό προς τα δεξιά, προσέκρουσε στο μέσο της δεξιάς πλευράς του αυτοκινήτου του, με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του, το αυτοκίνητο του Α. Π. και ότι ο τελευταίος, που εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα, δεν τροχοπέδησε, ούτε πραγματοποίησε κάποιο ελιγμό για να αποφύγει την πρόσκρουση, αν και μπορούσε. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν αποδεικνύεται από τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται, αλλά αντίθετα διαψεύδεται από τα ευρήματα του τόπου του ατυχήματος (νερά, λάδια, θραύσματα γυαλιού και πλαστικών εξαρτημάτων, χαραγές στο οδόστρωμα), τα οποία ήταν όλα στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος του ρεύματος της Εθνικής Οδού προς Αντίρριο και στον ελεύθερο ασφάλτινο χώρο, πέραν της οδού. Εάν το ατύχημα είχε συμβεί κατά τον τρόπο που επικαλούνται οι πιο πάνω διάδικοι, τότε τα ευρήματα θα ήταν στο ρεύμα προς Ιωάννινα και προς τον άξονα της Εθνικής Οδού, ενώ το αυτοκίνητο του Α. Π. , κινούμενο ομόρροπα με το αυτοκίνητο του Κ. Κ. , θα προσέκρουε στο πίσω και πλάγιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου του τελευταίου και όχι στο μέσον της δεξιάς πλευράς του και μάλιστα στην πόρτα της συνοδηγού, όπως πράγματι συνέβη. Επομένως, και η ένσταση της εναγομένης της από 8-12-2008 αγωγής περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος Α. Π. στην πρόκληση του ατυχήματος, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με τις παραπάνω παραδοχές του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης στο Εφετείο, με τις οποίες απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή των αναιρεσειόντων για την επιδίκαση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης από τη θανάτωση του συγγενούς τους οδηγού Κ. Κ. και της συζύγου του Δ. Μ. στο ένδικο τροχαίο ατύχημα, αφού κρίθηκε ο θανατωθείς οδηγός Κ. Κ. αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος, δεν παραβίασε εκ πλαγίου με αιτιολογίες ελλειπείς και ανεπαρκείς τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914, 932 ΑΚ, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να δικαιολογηθεί η απόρριψη του ισχυρισμού που προβλήθηκε εκ μέρους των αναιρεσειόντων για συνυπαιτιότητα (έστω) του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού στην ένδικη σύγκρουση, και για τη μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 300 ΑΚ, ώστε τελικά καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από το δικαστήριο τούτο ως προς το εάν εφαρμόσθηκαν ορθά οι πιο πάνω διατάξεις κατά την έννοια που προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Ειδικότερα, δεχόμενο το Εφετείο ότι το όριο ταχύτητας στην ένδικη διασταύρωση ήταν 50 χιλ. την ώρα βάσει πινακίδας Ρ-32, η οποία υπήρχε και στις δύο πλευρές της Εθνικής οδού και προσδιορίζοντας στη συνέχεια τις ειδικές συνθήκες της ένδικης περιοχής (ξηρό οδόστρωμα, αραιή κυκλοφορία, πινακίδες αναγγελίας κινδύνου, 4.30 πρωϊνή, ανεπαρκής τεχνητός φωτισμός) έκρινε τελικά ότι η ταχύτητα του αυτοκινήτου του αναιρεσίβλητου οδηγού Α. Π. ήταν "κανονική", ώστε συνεκτίμησε τελικά όλες τις προαναφερθείσες ειδικές συνθήκες σε σχέση με την κανονικότητα της ταχύτητας που δέχτηκε, και δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίσει ειδικότερα αριθμητικά ποιά ήταν αυτή η κανονική ταχύτητα. Εξάλλου, το Εφετείο συνεκτιμώντας τις συνθήκες κινήσεως των δύο οχημάτων που προηγήθηκαν της ένδικης σύγκρουσης, έκρινε ότι ο ίδιος πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός κινούμενος κανονικά στη Εθνική οδό προς Αντίρριο, λόγω του αιφνίδιου και απρόσμενου αποκλεισμού της πορείας του από το αυτοκίνητο του Κ. Κ. , δεν είχε τη δυνατότητα ν'αποφύγει το ατύχημα εκτελώντας κάποιο χειρισμό, εν όψει δε των παραδοχών αυτών δεν ήταν αναγκαίο περαιτέρω να κριθεί και ποιά ήταν η απόσταση που για πρώτη φορά ο πρώτος αναιρεσίβλητος αντιλήφθηκε το άλλο αυτοκίνητο, αφού κρίθηκε ότι ο αποκλεισμός της πορείας του αυτοκινήτου του Κ. Κ. από το άλλο αυτοκίνητο ήταν αιφνίδιος και απρόσμενος. Τέλος, ναι μεν το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν συνεκτίμησε την ύπαρξη ή όχι ιχνών τροχοπεδήσεως από τα δύο συγκρουσθέντα οχήματα, η ανυπαρξία όμως τέτοιων ιχνών δεν δημιουργούσε αντίστοιχη υποχρέωση για το Εφετείο για συνεκτίμηση του αρνητικού γεγονότος, ενώ η ύπαρξη τέτοιων ιχνών θα μπορούσε να συνεκτιμηθεί ανάλογα, εφ'οσον όμως τέτοια ύπαρξη θα επεκαλούντο οι αναιρεσείοντες ότι προκύπτει από τα συνεκτιμηθέντα έγγραφα, πλην όμως τέτοια επίκληση ιχνών τροχοπεδήσεως εκ μέρους των αναιρεσειόντων δεν έγινε με το αναιρετήριο. Επομένως, τα όσα οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το ένα μέρος του υπό την επίκληση πλημμελειών από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 κρίνονται αβάσιμα. Εξάλλου, ο ίδιος δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά την σ'αυτόν κατά το άλλο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ.19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης δηλαδή συνυπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού που να συνετέλεσε αιτιωδώς στην ένδικη σύγκρουση και στο με αυτήν συνδεόμενο ένδικο αποτέλεσμα, και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσίβλητων, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τους αναιρεσείοντες σε αντίθεση: α)με το ότι η ταχύτητα του αυτοκινήτου του πρώτου αναιρεσίβλητου δεν ήταν κανονική. β)ο πρώτος αναιρεσίβλητος μπορούσε να επιχειρήσει αποφευκτικό ελιγμό, που δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις προαναφερθείσες αναλυτικά παραδοχές της με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθ.561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ'αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προ σχηματισμό της κρίσης του. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1072/2005). Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του κατά την εκφορά του πορίσματός του: α)αντίγραφο της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας από το τμήμα τροχαίας Μεσολογγίου, και β)αντίγραφο της τεχνικής εκθέσεως ανάλυσης ψηφιακής αναπαράστασης τροχαίων ατυχημάτων του Δ. Κ. , που αποτυπώνει (τόσο η αρχική όσο και η από 28-4-2009 συμπληρωματική) τις πραγματικές συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις της στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Από την περιλαμβανόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, όπως παρατίθεται ανωτέρω σε προηγούμενες σκέψεις, με την οποία απορρίφθηκαν ρητά οι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων για αποκλειστική υπαιτιότητα, άλλως συνυπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα πιο πάνω με στοιχ.α και β έγγραφα για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος. ΙΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα του προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ. ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. ΑΠ 11/1996). Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι "ο πρώτος αναιρεσίβλητος ήταν συνυπαίτιος του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, τον ισχυρισμό δε αυτό είχαν προβάλλει στο Εφετείο με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους". Ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη του και εκ του πράγματος απέρριψε τον αντίστοιχο ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ως αβάσιμο, με την παραδοχή ότι ο θανατωθείς οδηγός συγγενής των αναιρεσειόντων υπήρξε αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος. Μετά τα παραπάνω πρέπει ν'απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16-10-2012 αίτηση αναίρεσης για αναίρεση της υπ'αριθ.716/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης με το υπ'αριθ.13241526 διπλότυπο είσπραξης της ΙΓ' ΔΟΥ Αθηνών στο Δημόσιο Ταμείο. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ