Αριθμός 1580/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Β. Ζ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπόλη και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μέλλο και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/10/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, τις από 15/7/2007 και από 18/6/2009 αγωγές και την από 26/11/2010 ανακοίνωση δίκης- προσεπίκληση σε παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κοζάνης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 114/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 28/2020 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/5/2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Με την κρινόμενη από 10-5-2021 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμόν 28/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία δέχθηκε την έφεση του δεύτερου εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Γ. Κ., εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία αυτός είχε δικαστεί ερήμην και ως προς τον οποίο έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, θεωρηθέντων ως ομολογηθέντων εκ μέρους του των πραγματικών περιστατικών που περιέχονται στο δικόγραφο της αγωγής, με ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα τον Β. Ζ., και απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη κατ'ουσίαν. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 , 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου για αυτήν, όπως προκύπτει, από την από 13-5-2021 (με αριθμό καταχώρησης 12/2021) έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου της Γραμματέως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Είναι, επομένως, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). ΙΙ. Με το άρθρο 6 παρ.1 εδ. α' της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974 (και όπως αποδόθηκε στη δημοτική γλώσσα με το προεδρικό διάταγμα υπ' αριθμ. 76/ 2022 (ΦΕΚ Α' 205/1.11.2022), ορίζεται ότι "Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που λειτουργεί νόμιμα, το οποίο θα αποφασίσει είτε ως προς αμφισβητήσεις για τα αστικής φύσης δικαιώματα και υποχρεώσεις του είτε για το βάσιμο κάθε εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσης". Η ανεξαρτησία και η αμεροληψία αποτελούν τις δύο θεμελιώδεις αρχές κάθε δικαστικού συστήματος. Οι αρχές αυτές διασφαλίζουν στους πολίτες ότι η δικανική κρίση θα διαμορφωθεί αποκλειστικώς και μόνον από τα επιχειρήματα των μερών κατά την ενώπιον του δικαστηρίου συζήτηση, άνευ οιασδήποτε πιέσεως ή προκαταλήψεως. Η αμεροληψία, η οποία είναι βασικό στοιχείο του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, το οποίο κατοχυρώνεται από εξέχοντα νομοθετικά κείμενα, όπως το άρθρο 10 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το άρθρο 14, παράγραφος 1, του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, και το προαναφερόμενο άρθρο 6, παράγραφος 1, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, υποδηλώνει την απουσία προκαταλήψεων που πρέπει να χαρακτηρίζει τον δικαστή. Υπό την έννοια αυτή, η ανεξαρτησία αφορά περισσότερο τη σχέση του δικαστή με τις άλλες εξουσίες, αποτελεί δε αναγκαία, αν και διόλου επαρκή, προϋπόθεση της αμεροληψίας του στη σχέση του με τους πολίτες. Περαιτέρω, το δικαίωμα αυτό (σε δίκαιη δίκη) συνεπάγεται αναγκαίως την πρόσβαση κάθε προσώπου σε ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο. Συνεπώς, η ύπαρξη εγγυήσεων όσον αφορά τη σύνθεση του δικαστηρίου αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, τον σεβασμό του οποίου οφείλει να ελέγχει ο δικαστής οσάκις γίνεται επίκληση προσβολής του δικαιώματος αυτού, η δε αμφισβήτηση ως προς το ζήτημα αυτό δεν φαίνεται εκ προοιμίου να στερείται προδήλως σοβαρότητας (Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 1ης Ιουλίου 2008 Chronopost SA και La Poste κατά Union francaise de l'express (UFEX) και λοιπών, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-341/06 P και C-342/06 P , σκέψεις 44 έως 46). Ωστόσο, επίσης από τη νομολογία του αμέσως ανωτέρω Δικαστηρίου, προκύπτει ότι το γεγονός ότι δικαστές που έχουν ήδη κρίνει για μια πρώτη φορά επί ορισμένης υποθέσεως μετέχουν σε άλλο δικαστικό σχηματισμό που επιλαμβάνεται εκ νέου της ιδίας υποθέσεως (όπως στην περίπτωση επί της οποίας εκδόθηκε η προμνησθείσα απόφαση Chronopost και La Poste κατά UFEX κ.λπ., η οποία αφορούσε την αναπομπή υποθέσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου κατόπιν της αναιρέσεως της πρωτόδικης αποφάσεως από το Δικαστήριο [το οποίο, παρεμπιπτόντως, δηλαδή η εκδίκαση της υπόθεσης από τον ίδιο δικαστή, δεν είναι δυνατό στο ημέτερο δικονομικό σύστημα μετά την μετ'αναίρεση παραπομπή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ)], δεν μπορεί να θεωρηθεί, αυτό καθαυτό, ασυμβίβαστο με τις επιταγές του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη (βλ. ως ανωτέρω απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, σκέψεις 58 και 59), παρά μόνο εάν η εξαφάνιση της προσβαλλόμενης αποφάσεως έγινε λόγω μεροληψίας του δικαστή (ΕΔΔΑ, αποφάσεις Ringeisen κατά Αυστρίας της 16ης Ιουλίου 1971, σειρά A αριθ. 13, σ. 40, § 97 και Diennet κατά Γαλλίας της 26ης Σεπτεμβρίου 1995, σειρά A αριθ. 325-A, § 37). Στο πλαίσιο δε αυτό, το γεγονός ότι ένας ή πλείονες δικαστές μετέχουν σε δύο διαδοχικούς δικαστικούς σχηματισμούς και ασκούν τα ίδια καθήκοντα, όπως αυτά του προέδρου ή του εισηγητή δικαστή, κρίθηκε (στην προμνησθείσα απόφαση Chronopost και La Poste κατά UFEX κ.λπ., σκέψη 53) ότι είναι άνευ σημασίας για την εκτίμηση της τηρήσεως της επιταγής της αμεροληψίας, εφόσον τα εν λόγω καθήκοντα ασκούνται στο πλαίσιο πολυμελούς δικαστικού σχηματισμού. Παρά ταύτα, γενική κατεύθυνση, στο πλαίσιο της αντικειμενικής αμεροληψίας, είναι να μην επιλαμβάνεται ο ίδιος δικαστής της εκδίκασης μιας υπόθεσης σε περισσότερα διαδικαστικά στάδια (λόγου χάριν, ο πρωτοδίκας δικάσας δεν μπορεί να είναι μέλος και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου - πρβλ. ΕΔΔΑ Castillo Algar κατά Ισπανίας, 28/10/1998 - αρ. προσφυγής: 28194/95, Rojas Morales κατά Ιταλίας, 16/11/2000 - αρ. προσφυγής: 39676/98). Όμως, οι παραπάνω σκέψεις (στην απόφαση Chronopost και La Poste κατά UFEX κ.λπ.) δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ισχύουν (και, επομένως, δεν παραβιάζεται το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη λόγω παραβιάσεως της αρχής της αντικειμενικής αμεροληψίας), όταν οι δύο διαδοχικοί δικαστικοί σχηματισμοί επιλαμβάνονται όχι της ίδιας υποθέσεως, αλλά δύο διαφορετικών υποθέσεων που εμφανίζουν κάποια συνάφεια (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο GOROSTIAGA ATXALANDABASO κατά ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ Απόφαση της 19.2.2009 - υπόθεση C-308/07 P , σκέψη 45). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013). Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 1163/2020, ΑΠ 24/2015). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 2 Κ.Πολ.Δ, "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση ή έλαβε μέρος στη σύνθεση του δικαστής του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση ή κατά του οποίου είχε ασκηθεί αγωγή κακοδικίας". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, μη νόμιμη συγκρότηση του δικαστηρίου υπάρχει, εάν δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ.) ή των ειδικών νόμων που αφορούν τη σύνθεσή του, δηλαδή την κατά νόμο σύστασή του για την ασκούμενη από αυτό δικαιοδοτική αρμοδιότητα και την αναπλήρωση των κωλυομένων μελών του. Ο αναιρετικός αυτός λόγος - ο οποίος παραδεκτώς προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του ακυρωτικού δικαστηρίου ενόψει του ότι ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται, της κακής σύνθεσης του δικαστηρίου, αφορά τη δημόσια τάξη (άρθρο 562 παρ. 2 στοιχ. γ του ΚΠολΔ - ΑΠ 1077/2020) - συνδεόμενος με την επιταγή του άρθρου 8 εδ. α` του Συντάγματος, που επαναλήφθηκε στο άρθρο 109 παρ. 1 του ΚΠολΔ σύμφωνα με την οποία, "κανένας δε στερείται χωρίς τη θέλησή του το δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος" ιδρύεται μόνον όταν η σχετική πλημμέλεια βαρύνει τη σύνθεση του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 236/2019). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 52 ΚΠολΔ, οι λόγοι εξαίρεσης δικαστών ορίζονται περιοριστικώς στην παραπάνω διάταξη, σε αυτούς δε δεν περιλαμβάνεται η συμμετοχή του δικαστή στη σύνθεση του δικαστηρίου το οποίο εξέδωσε απόφαση που έχει οποιαδήποτε συνάφεια προς την υπόθεση για την οποία προβάλλεται αιτίαση εξαίρεσης, του νόμου περιοριζομένου μόνο στην εξαίρεση του δικαστή ο οποίος μετείχε στη σύνθεση του δικαστηρίου το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη με έφεση ή αναίρεση απόφαση (ΑΠ 303/2023, ΑΠ 388/1985). Από δε τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 52 § 1 περ. στ' ΚΠολΔ και 6 § 1 της ΕΣΔΑ, που υπηρετούν πρωτίστως την αμεροληψία της δικαιοσύνης, η οποία συνδέεται στενώς με την ανεξαρτησία του δικαστή, εφόσον μόνον ένας ανεξάρτητος δικαστής μπορεί να είναι και αμερόληπτος, σαφώς προκύπτει ότι οι δικαστές μπορεί να προτείνουν την εξαίρεσή τους ή να εξαιρεθούν από οποιονδήποτε διάδικο, αν προκαλούν υπόνοια μεροληψίας (ΑΠ 1957/2022, ΑΠ 475/2012). Πλην,όμως, μόνη η συνδρομή λόγου, που να δικαιολογεί την εξαίρεση ενός δικαστή, δεν αρκεί για την ίδρυση του ανωτέρω (559 αριθμ 2 ΚΠολΔ) λόγου αναιρέσεως (πρβλ. ΑΠ 603/2016, ΑΠ1121/2001). Με τον πρώτο από τους λόγους αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, με βάση το εκτιθέμενο από αυτόν διαδικαστικό ιστορικό της υποθέσεως, προβάλλει ότι πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση λόγω, αφ' ενός μεν, παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ειδικότερα δε του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αναφορικά με την παραβίαση της αρχής της αμεροληψίας, που ιδρύει τον υπό στοιχείο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης και, αφ' ετέρου, λόγω μη νόμιμης σύνθεσης του δικάσαντος δικαστηρίου, ειδικότερα δε λόγω του ότι συνέτρεχαν, στο πρόσωπο των δικαστών που δίκασαν, παράγοντες που εμπόδιζαν την ορθοκρισία τους, που, κατά τους ισχυρισμούς του, ιδρύει τον υπό στοιχεία 2 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, αναφορικά με τα κρίσιμα με τον (υπό δύο σκέλη) λόγο αυτό αναιρέσεως, από την παραδεκτή (561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και των συναφών με τον επικαλούμενο λόγο λοιπών διαδικαστικών εγγράφων και αποφάσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης (τακτική διαδικασία), κατά τη δικάσιμο της 2-10- 2014, συνεκδικάσθηκαν λόγω συναφείας οι παρακάτω αγωγές: α) Η υπ' αριθμ. έκθεσης καταθέσεως δικογράφου 139/5- 11-2012 αγωγή του αναιρεσείοντος για αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας κατά του αναιρεσίβλητου και κατά της Μ. Κ.. β) Η υπ' αριθμ. έκθεσης καταθέσεως δικογράφου 170/18-7-2007 αγωγή αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας των Γ., Α. και Σ. Κ., οι οποίοι υπεισήλθαν λόγω θανάτου της αρχικώς ενάγουσας Α. συζ. Γ. Κ., το γένος Σ. Π. στη δικονομική της θέση εις βάρος του αναιρεσείοντος και κατά των Α. Τ. του Π., Κ. Τ. του Π. και Β. Τ. του Π., οι οποίοι υπεισήλθαν λόγω θανάτου της αρχικώς εναγόμενης Ε. χήρας Κ. Κ., το γένος Π. Τ., στη δικονομική της θέση. γ) Η υπ' αριθμ. έκθεσης καταθέσεως δικογράφου 282/26-1 1-2010 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή, που άσκησε ο αναιρεσείων κατά της Μ. Κ.. δ) Η υπ' αριθμ. έκθεσης καταθέσεως δικογράφου 281/26-1 1-2010 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή των Α. Τ. του Π., Κ. Τ. του Π. και Β. Τ. του Π., οι οποίοι υπεισήλθαν λόγω θανάτου της αρχικώς ανακοινώσασας τη δίκη κ.λ.π. Ε. χήρας Κ. Κ., το γένος Π. Τ., στη δικονομική της θέση, κατά της Μ. Κ.. ε) Η υπ' αριθμ. έκθεσης καταθέσεως δικογράφου 135/22- 6-2009 αγωγή αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας της Μ. Κ. εις βάρος του αναιρεσείοντος και κατά των Α., Τ. του Π., Κ. Τ. του Π. και Β. Τ. του Π., οι οποίοι υπεισήλθαν λόγω θανάτου της αρχικώς εναγόμενης Ε. χήρας Κ. Κ., το γένος Π. Τ., στη δικονομική της θέση. Επί των ανωτέρω εξεδόθη η υπ' αριθμ. 114/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης (τακτική διαδικασία), με την οποία έγιναν, εν μέρει δεκτή, ως προς την Μ. Κ. - για την οποία ανέβαλε κατά ένα μέρος την έκδοση οριστικής απόφασης και διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης - και εν όλω ως προς τον δεύτερο, ήδη αναιρεσίβλητο, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο Δικηγόρο, η ως άνω υπ' αριθμ. έκθεσης καταθέσεως δικογράφου 139/5-11- 2012 αγωγή του αναιρεσίοντος και εν μέρει δεκτές οι ως άνω υπ' αριθμ. έκθεσης καταθέσεως δικογράφου 170/18-7-2007 και 135/22-6- 2009 αγωγές, ενώ απορρίφθηκαν αμφότερες οι ανακοινώσεις δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση παρεμπίπτουσες αγωγές. Ακολούθως, κατά της ως άνω οριστικής πρωτόδικης αποφάσεως ασκήθηκαν ενώπιον του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, οι παρακάτω εφέσεις και αντέφεση, οι οποίες συνεκδικάσιηκαν κατά τη δικάσιμο της 7-1 1-2018, ήτοι: α) Η υπ' αριθμ. έκθεσης καταθέσεως δικογράφου 7/29-9-2017 έφεσή, που άσκησε ο αναιρεσείων κατά των Μ. Κ., Γ. Κ., Α. Κ. και Σ. Κ. και κατά της πρωτόδικης αποφάσεως. β) Η υπ' αριθμ. έκθεσης καταθέσεως δικογράφου 1/25-9-2018 αντέφεση της Μ. Κ., εις βάρος του αναιρεσείοντος και κατά των Α. Τ., Κ. Τ. και Β. Τ. γ) Η υπ' αριθμ. έκθεσης καταθέσεως δικογράφου 10/28- 11-2017 έφεση των Γ. Κ., Α. Κ. και Σ. Κ. εις βάρος του αναιρεσείοντος και κατά των Α. Τ., Κ. Τ. και Β. Τ. δ) Η υπ' αριθμ. έκθεσης καταθέσεως δικογράφου 6/28-9- 2017 έφεση των Α. Τ., Κ. Τ. και Β. Τ. Γ. Κ., Α. Κ., Σ. Κ. και Μ. Κ.. Επί των ανωτέρω εξεδόθη η υπ' αριθμ. 40/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας με την οποία απερρίφθησαν οι ως άνω συνεκδικαζόμενες εφέσεις και έγινε εν μέρει δεκτή η υπ' αριθμ. έκθεση καταθέσεως δικογράφου 1/25- 9-2018 αντέφεση της Μ. Κ. εις βάρος του αναιρεσείοντος και κατά των ομοδίκων Α. Τ., Κ. Τ. και Β. Τ., δυνάμει δε της οποίας αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση όλων αυτών να της καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 16.544,84 ευρώ. Κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 40/2019 οριστικής και τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, άσκησε ο αναιρεσείων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και εις βάρος των Μ. Κ., Γ. Κ., Α. Κ. και Σ. Κ., την από 6-7-2020 αίτηση αναιρέσεως. Επιπροσθέτως, την 18-5-2018, επεδόθη στον αναιρεσίβλητο μεεπιμέλεια του αναιρεσείοντος η με αριθμό 114/2015 οριστική και εκδοθείσα ερήμην του απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, με την οποία έγινε εν όλω δεκτή, ως προς αυτόν, η με αριθμό έκθεσης καταθέσεως δικογράφου 139/5-1 1-2012 αγωγή του (αναιρεσείοντος). Δυνάμει της ανωτέρω απόφασης υποχρεώθηκε αυτός να καταβάλει στον αναιρεσείοντα α) για διαφυγόντα κέρδη, εις ολόκληρον, μετά της Μ. Κ., το ποσό των 22.149,49 ευρώ και του αναιρεσιβλήτου ενεχόμενου, ατομικώς, επιπλέον μέχρι του ποσού των 141.072 ευρώ, β) για ηθική βλάβη, που υπέστη (ο αναιρεσείων), εις ολόκληρον μετά της Μ. Κ., το ποσό των 1.000 ευρώ και όλα αυτά νομιμοτόκως, από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι πλήρους εξοφλήσεως και γ) τον αναιρεσίβλητο ατομικά το ποσό των 102.949 ευρώ, ως αποζημίωση για την αξία του καταστραφέντος κτίσματος. Την απόφαση αυτή, προσέβαλε ο αναιρεσίβλητος ασκώντας την με αριθμό έκθεσης καταθέσεως δικογράφου 8/12- 6-2018 έφεσή ενώπιον του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Η ανωτέρω έφεση εκδικάστηκε, εξ αναβολής από τη δικάσιμο της 8-5-2019, κατά τη δικάσιμο της 5-2-2020 αντιμωλία των διαδίκων και εξεδόθη η αναιρεσιβαλλόμενη με αριθμό 28/2020 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου. Δυνάμει της ανωτέρω απόφασης, έγινε δεκτή τυπικά και ουσιαστικά η έφεση του, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 114/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, ως προς όλες της τις διατάξεις και απορρίφθηκε η ασκηθείσα εις βάρος του αναιρεσιβλήτου αγωγή. Περαιτέρω - και αφού ο αναιρεσείων εκθέτει, στην αίτηση αναιρέσεως, αναλυτικά το μεταξύ των διαδίκων ιστορικό της υποθέσεως και τις επί της ουσίας παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως - ισχυρίζεται ότι (όπως, άλλωστε, προκύπτει από την με αριθμό 40/2019 οριστική απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας), το δικάσαν δικαστήριο συγκροτείτο από "... τους δικαστές Χαράλαμπο Παπακώστα, Πρόεδρο Εφετών, Φωτεινή Μηλιώνη, Χρήστο Τσάκα - Εισηγητή, Εφέτες και από τη Γραμματέα......" και ότι, το δικάσαν δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη με αριθμό 28/2020 απόφασή του, όπως άλλωστε προκύπτει από αυτήν, "... Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Χαράλαμπο Παπακώστα, Πρόεδρο Εφετών, Φωτεινή Μηλιώνη, Εισηγήτρια, Γλυκερία Καραναστάση, Εφέτες και από τη Γραμματέα......". Επομένως, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, τόσο η με αριθμό 40/2019 απόφαση, όσο και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, που εκδόθηκαν αμφότερες από το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας και δυνάμει των οποίων έγιναν δεκτές οι εφέσεις, αφ' ενός της Μ. Κ. εις βάρος του και αφ' ετέρου του αναιρεσίβλητου, προστηθέντος αυτής, εις βάρος του, είχαν τα ίδια μέλη της συνθέσεως και συγκεκριμένα τον ίδιο Πρόεδρο Εφετών και την ίδια Εισηγήτρια, πλην όμως από την απόφαση προκύπτει ότι στη σύνθεση της δεύτερης δίκης μετείχαν ο ίδιος Πρόεδρος Εφετών και το ένα μέλος (Φωτεινή Μηλιώνη), που ήταν Εισηγήτρια μόνο στη δεύτερη δίκη. Ότι, εξ αυτού του λόγου, καθίσταται σαφές, πως λόγω της σχέσης μεταξύ της Μ. Κ. και του αναιρεσιβλήτου, ως προστηθέντος αυτής, δεν θα μπορούσε η (αναφερόμενη από τον αναιρεσείοντα) ίδια σύνθεση και η αναφερόμενη ως ίδια εισηγήτρια (ενώ, όπως κατά τα ανωτέρω προκύπτει από τις ως άνω αποφάσεις, δεν ήταν εισηγήτρια και στην προηγηθείσα δίκη, αλλά απλό μέλος της συνθέσεως και το τρίτο μέλος της συνθέσεως ήταν διαφορετικό στη δεύτερη δίκη) να αχθεί σε διαφορετική κρίση, αφού εάν το έπρατταν θα ήταν σαν να ακύρωναν το ίδιο το σκεπτικό και την κρίση τους, όπως αυτή είχε περιληφθεί στην με αριθμό 40/2019 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας είχε γίνει δεκτή η έφεση της πρώτης εξ αυτών εις βάρος του. Με βάση τα ανωτέρω, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι οι ανωτέρω Δικαστές, θα έπρεπε να είχαν υποβάλλει αίτηση εξαίρεσης, καθώς είχαν δικάσει την έφεση της Μ. Κ. εις βάρος του, με την οποία ο αναιρεσίβλητος συνδέεται με σχέση προστήσεως, γεγονός το οποίο ήταν καταλυτικό και για την ευόδωση της δικής του εφέσεως εις βάρος του αναιρεσείοντος, αφού δε θα ήταν δυνατό να εκδοθούν αντικρουόμενες αποφάσεις από τους ίδιους Δικαστές και, σε κάθε περίπτωση, λόγω παραβιάσεως της αρχής της αντικειμενικής αμεροληψίας, αφού ουσιαστικά επρόκειτο για την ίδια υπόθεση. Πλην, όμως, ανεξαρτήτως του ότι οι δύο δίκες γεννήθηκαν με αφορμή το ίδιο βιοτικό συμβάν (κατάρρευση τμήματος οικοδομής λόγω επικαλουμένων αδικοπρακτικών συμπεριφορών), αφ'ενός μεν, η αρχική συνεκδίκασή τους έγινε στο πλαίσιο απλής και όχι αναγκαίας ομοδικίας και, ακολούθως υπήρξε διαφορετική διαδικαστική εξέλιξη αυτών, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, αφ'ετέρου δε, όπως προέκυψε ανωτέρω, δεν ήταν όλα τα μέλη τα συνθέσεως ίδια, ούτε ο εισηγητής εκάστης υποθέσεως ήταν το ίδιο πρόσωπο. Επιπλέον δε, ούτε ο αναιρεσείων έθεσε ζήτημα αμφισβήτησης της αντικειμενικής αμεροληψίας των μελών του δικαστηρίου, στη δεύτερη δίκη, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο που έγινε με παρουσία των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων, ούτε ζήτησε την εξαίρεση των μελών του δικαστηρίου που είχαν μετάσχει και στην πρώτη δίκη και περιορίζεται, με την υπό κρίση αναίρεση, στην επίκληση της παρουσίας των ίδιων δικαστών στους δύο επίμαχους δικαστικούς σχηματισμούς, δηλαδή ένα γεγονός το οποίο, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 43 έως 45 της, κατά τα ανωτέρω, αποφάσεως της 19.2.2009 (υπόθεση C-308/07 P) GOROSTIAGA ATXALANDABASO κατά ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ, δεν είναι, αυτό καθαυτό, ασυμβίβαστο με τις επιταγές του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη. Υπό τις ανωτέρω νομικές παραδοχές και όσα προέκυψαν, από την κατά τα ανωτέρω παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και των συναφών με τον επικαλούμενο λόγο λοιπών διαδικαστικών εγγράφων και αποφάσεως, αφ'ενός μεν, δεν παραβίασε το δευτεροβάθμιο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη λόγω παραβίασης της αρχής της αντικειμενικής αμεροληψίας, ώστε να θεμελιώνεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αφ'ετέρου δε, απαραδέκτως προβάλλεται η συνδρομή λόγου που αφορά την εξαίρεση δικαστή, με βάση την ΚΠολΔ 559 αριθμ. 2, που δεν αρκεί για την ίδρυση του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως (πρβλ. ΑΠ 603/2016, ΑΠ 1121/2001), αφού από τη διάταξη του άρθρου 52 ΚΠολΔ, οι λόγοι εξαίρεσης δικαστών ορίζονται περιοριστικώς στην παραπάνω διάταξη και σε αυτούς δεν περιλαμβάνεται η συμμετοχή του δικαστή στη σύνθεση του δικαστηρίου το οποίο εξέδωσε απόφαση που έχει οποιαδήποτε συνάφεια προς την υπόθεση για την οποία προβάλλεται αιτίαση εξαίρεσης, ο δε λόγος αυτός κυρίως αναφέρεται στη μη νόμιμη συγκρότηση του δικαστηρίου και όχι σε κακή σύνθεση επειδή συνέτρεχε λόγος εξαιρέσεως (πρβλ. ΑΠ 303/2023, ΑΠ 236/2019). Κατά τα λοιπά δε, η αναφορά του αναιρεσείοντος στο ότι συνέτρεχαν (λόγω της επικαλούμενης από αυτόν, για τους προαναφερόμενους λόγους) λόγοι που εμπόδιζαν την ορθοκρισία τους, προβάλλεται όλως αορίστως (αφού δεν επικαλείται επιπλέον στοιχεία ως προς το ζήτημα ειδικά αυτό, της ορθοκρισίας) και, επομένως, απαραδέκτως. Επομένως και ως προς τα ως άνω δύο σκέλη του, ο πρώτος από τους λόγους αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. ΙΙ. Με το άρθρο 6 παρ.2 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974(και, κατά τα ανωτέρω, αποδόθηκε στη δημοτική γλώσσα με το προεδρικό διάταγμα υπ' αριθμ. 76/ 2022 (ΦΕΚ Α' 205/1.11.2022), ορίζεται ότι "Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο έως τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του", κανόνας ο οποίος σε ενωσιακό επίπεδο ίσχυσε κατ'αρχήν βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Συνθ.Ε.Ε., σύμφωνα με το οποίο "Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών" και ήδη ισχύει, από 1ης Δεκεμβρίου 2009, όπως η ως άνω παράγραφος τροποποιήθηκε με τη ΣυνθΛισσαβόνας που υπεγράφη στις 13 Δεκεμβρίου 2007. Σύμφωνα με αυτήν: "2. Η Ένωση προσχωρεί στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών. Η προσχώρηση στην εν λόγω Σύμβαση δεν μεταβάλλει τις αρμοδιότητες της Ένωσης όπως ορίζονται στις Συνθήκες". Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι "Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο". Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον στο άρθρο 71 ΚΠΔ, σύμφωνα με το οποίο "οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με το νόμο" και είναι συνέπεια της ενσωματώσεως της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας" με το νόμο 4596/2019. Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ' αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7.1 Συντ. και 14 ΠΚ). Συνιστά ταυτόχρονα έκφραση της συνταγματικής αρχής του κράτους δικαίου, με την έννοια ότι καθιερώνει υποχρέωση της Πολιτείας και αντίστοιχο δικαίωμα του κάθε εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία προσώπου να αξιώνει την ποιότητα της μεταχειρίσεως που θα επιφυλασσόταν σε έναν αθώο, μέχρις ότου να κηρυχθεί η ενοχή του. Το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, αφού διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία, με την έννοια ότι, σε περίπτωση προσβολής του, αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης, ακόμη και αν έχουν γίνει σεβαστές όλες οι υπόλοιπες, προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., αρχές και εγγυήσεις, δηλαδή η δημοσιότητα της δίκης, η εκδίκαση της υποθέσεως σε εύλογο χρόνο, η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου. Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγυήσεως που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό. Τέτοια δε αθωωτική ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υποθέσεως και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος, π.χ. λόγω ελλείψεως στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως ή απόφαση που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο "λόγω αμφιβολιών" ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιοδήποτε τρόπο και εξ αιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση "μη διαπιστωμένης ενοχής". Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημιώσεως, λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του ΑΚ. Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται όμως δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών. Ειδικότερα, οι διατάξεις των άρθρων 93-96 Συντ. αφενός κατοχυρώνουν τη διάκριση των δικαστηρίων και αφετέρου κατανέμουν μεταξύ τους τη δικαιοδοσία σε διοικητική, πολιτική ή αστική και ποινική, κατ' αντιστοιχία των προβλεπομένων δικαστηρίων και των υπαγόμενων σε αυτά διαφορών ή και υποθέσεων. Η συνταγματική αυτή πρόβλεψη των ως άνω διακριτών δικαιοδοσιών επιτρέπει, εκτός άλλων, και τη δημιουργία αστικών και ποινικών διαφορών από την ίδια συμπεριφορά ή δραστηριότητα, που υπάγονται ακολούθως στις αντίστοιχες δικαιοδοσίες. Βασική συνέπεια, που αναδεικνύει το ουσιαστικό περιεχόμενο της διακρίσεως των τριών διακριτών δικαιοδοσιών, οι οποίες ενδέχεται να διασταυρώνονται, διατηρώντας όμως την ισοτιμία και την ανεξαρτησία τους, είναι το διακριτό δεδικασμένο των αποφάσεων κάθε δικαιοδοτικής λειτουργίας, το οποίο ορίζεται διαφορετικά από τον αντίστοιχο δικονομικό νομοθέτη (άρθρα 321 επ. ΚΠολΔ, 57 ΚΠΔ, 197 ΚΔΔ). Οι ρυθμίσεις αυτές επιβάλλουν το δεδικασμένο να είναι, κατ' αρχήν, δεσμευτικό μόνον εντός της οικείας δικαιοδοσίας, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Αποδεικτική δέσμευση από δικαστικές αποφάσεις άλλων δικαιοδοτικών κλάδων μπορεί να γίνει ανεκτή μόνον όταν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη, είτε σε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, είτε σε διατάξεις της οικείας δικονομίας. Η συνταγματική, άλλωστε, πρόβλεψη τριών διακριτών δικαιοδοσιών, αποκλείει την ύπαρξη μιας και ενιαίας έννομης τάξεως, στο πλαίσιο της οποίας η κρίση του ποινικού δικαστηρίου, και συγκεκριμένα η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση αυτού, αυτόματα και άνευ άλλου τινός, πρέπει να γίνεται αποδεκτή από το αστικό δικαστήριο, το οποίο πρέπει να καταλήξει σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική ποινική απόφαση, και, κατ' επέκταση, να απορρίψει την αγωγή αποζημιώσεως του παθόντος - ενάγοντος, καθ' όσον διαφορετικά δημιουργείται ρήγμα της ενιαίας αυτής έννομης τάξεως. Ειδικότερα, στην ποινική δίκη ισχύει το ανακριτικό σύστημα συλλογής των αποδείξεων, σε αντίθεση με το σύστημα διαθέσεως και συζητήσεως της πολιτικής δίκης και του βάρους επικλήσεως και προσκομίσεως των αποδεικτικών μέσων από τους διαδίκους της πολιτικής δίκης. Η προσκόμιση, αυτή και μόνη, της αθωωτικής αποφάσεως του εναγομένου, ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου, θα αρκούσε για να τεθεί εκποδών το υποβληθέν αποδεικτικό υλικό, η δε νομοθετική ρύθμιση για το βάρος των διαδίκων προσκομίσεως και επικλήσεως των αποδεικτικών μέσων, κατ' άρθρο 237 του ΚΠολΔ, θα καθίστατο κενό γράμμα. Είναι, εξ άλλου, χαρακτηριστικό ότι το τεκμήριο αθωότητας ενεργοποιείται, μόνον όταν προσκομιστεί με επίκλησή της η αθωωτική ποινική απόφαση στο πολιτικό δικαστήριο. Ενώ, στην ποινική δίκη το άρθρο 178 παρ. 2 του ΚΠΔ ορίζει ότι οι δικαστές και εισαγγελείς εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν την ενοχή ή κατατείνουν στην αθωότητα του κατηγορουμένου και ότι αυτός δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται υπέρ αυτού. Στην ποινική δίκη ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα όχι μόνο να σιωπήσει, αλλά και δικαίωμα μη αυτοενοχοποιήσεως (άρθρο 104 παρ. 1 ΚΠΔ), τα οποία (δικαιώματα) δεν μπορούν να αξιοποιηθούν σε βάρος των υπόπτων και των κατηγορουμένων (άρθρο 104 παρ. 3 ΚΠΔ), ενώ στα πολιτικά δικαστήρια ο εναγόμενος έχει βάρος να απαντήσει επί της αγωγής, είτε αρνούμενος απλά ή αιτιολογημένα είτε υποβάλλοντας ενστάσεις, εάν δε δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, το δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ως ομολογημένη την ιστορική βάση της αγωγής (άρθρο 261 ΚΠολΔ). Εξάλλου, είναι ενδεχόμενο ακόμη και μετά την αθώωση του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη, αυτός, ως εναγόμενος, να ομολογήσει την ιστορική βάση της αγωγής κατά το άρθρο 352 του Κ.Πολ.Δ, σε αντίθεση με την προαναφερθείσα μη αυτοενοχοποίησή του, οπότε το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να θεωρήσει ως αποδεδειγμένη την ιστορική βάση της αγωγής, επί ποινή μάλιστα αναιρετικού ελέγχου, κατ' άρθρο 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ, και να την δεχθεί κατ' ουσίαν. Τότε, μάλιστα, δεν θα μπορεί καν να ισχύει το επικαλούμενο τεκμήριο αθωότητας, αλλά ούτε και το ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου. Επίσης απαιτείται διαφορετικός βαθμός δικανικής πεποιθήσεως για την κήρυξη ενός κατηγορουμένου ενόχου από το ποινικό δικαστήριο σε σχέση με την παραδοχή πολιτικού δικαστηρίου ότι συντελέστηκε ένα αστικό αδίκημα, που είναι συγχρόνως και έγκλημα. Έτσι στην ποινική δίκη, επί αμφιβολιών ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, αυτός κηρύσσεται αθώος, κατ' εφαρμογήν της αρχής in dubio pro reo, ενώ στην πολιτική δίκη δεν ισχύει η αρχή αυτή, για την κατάφαση δε αν διαπράχθηκε το ταυτιζόμενο με το ποινικό αστικό αδίκημα ο πολιτικός δικαστής πρέπει να σχηματίσει πλήρη και βεβαία δικανική πεποίθηση. Πρέπει, επί πλέον, να τονισθεί ότι επί αθωωτικής αποφάσεως δεν είναι υποχρεωμένος ο δικαστής να διακρίνει ρητώς στο κείμενο αυτής μεταξύ αθωώσεως, οφειλομένης σε πλήρη βεβαιότητα και αθωώσεως, οφειλομένης σε αμφιβολίες. Ως εκ τούτου, η αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια είναι προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως. Επί αθωωτικής αποφάσεως, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ' ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και, συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Μία τέτοια θεώρηση δεν είναι σύμφωνη με τα δογματικά όρια του τεκμηρίου αθωότητας, όπως αυτά προσδιορίσθηκαν ανωτέρω, αλλά προσκρούει και στο Σύνταγμα, αφού έτσι δημιουργείται ένα είδος "αποδεικτικής δεσμεύσεως", ένα νέο είδος "δεδικασμένου", μη προβλεπόμενο από τον ισχύοντα Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ή από άλλη ουσιαστική διάταξη, άρα ασύμβατο με τη συνταγματική διάκριση των δικαστικών δικαιοδοσιών, από τις οποίες πηγάζει η δικονομική αρχή για τη μη δέσμευση των πολιτικών δικαστηρίων από τις αποφάσεις των ποινικών. Ωστόσο, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα, μάλιστα, από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής διώξεως, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξιώσεως για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται. Το τεκμήριο αθωότητας, όμως, σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του (κατηγορουμένου). Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής αποφάσεως, τόσο στο αιτιολογικό - σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, αφού και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν το ίδιο δεσμευτικό αποτέλεσμα, δεν πρέπει να θέτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ιδίως με την επίκληση ότι: α) η αθωότητα του κατηγορουμένου είναι προϊόν αμφιβολιών και όχι βεβαιότητας του δικαστηρίου για την αθωότητά του, β) η απόφαση λήφθηκε κατά πλειοψηφία και όχι ομόφωνα, γ) στηρίχθηκε στη μη απόδειξη του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος (δόλου), δ) διαφώνησε ο εισαγγελέας της έδρας, ε) κατά της αθωωτικής αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία, όμως, απορρίφθηκε για δικονομικούς - τυπικούς λόγους, κ.ά. Το πολιτικό δικαστήριο, το μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, το δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δις για την ίδια πράξη. Το πολιτικό, δηλαδή, δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι' αυτόν η ποινική δίωξη. Προσέτι δε λέξεις και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο. Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα εν όψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως και του τρόπου διατυπώσεως των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας (Ολ ΑΠ 4/2020, ΑΠ 1459/2022). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 248/2023, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 1420/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Η Θ. Τ. και η Ε. Κ. το γένος Π. Τ. ήταν συγκύριες κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου συνολικής εκτάσεως 132 τ.μ. και κατόπιν νεότερης εμβαδομέτρησης 129,76 τ.μ., που βρίσκεται στο ... οικοδομικό τετράγωνο του πολεοδομικού ιστού της Πτολεμαίδας και συγκεκριμένα επί της συμβολής των οδών ... και ..., το οποίο συνορεύει βόρεια με την οδό ..., νότια με ιδιοκτησία ..., ανατολικά με την οδό ... και δυτικά με ιδιοκτησία ... και .... Απώτερος δικαιοπάροχος των ως άνω συγκυριών του ακινήτου ήταν ο Π. Τ., πατέρας της Ε. Τ. και προπροπάππος της Θ. Τ., ο οποίος απεβίωσε το έτος 1955. Αυτός, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... δημόσιας διαθήκης του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ. Σ., που δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. ... πρακτικό του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατέλειπε το ως άνω ακίνητο στη σύζυγό του Α. χήρα Π. Τ., που απεβίωσε το έτος 1956. Μετά το θάνατο της Α. χήρας Π. Τ., συγκύριοι του ακινήτου κατέστησαν οι Ε. Κ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της μητέρας της κατά ποσοστό 3/6 εξ αδιαιρέτου, ενώ κατά τα υπόλοιπα 3/6 εξ αδιαιρέτου συγκύριοι του ακίνητου κατέστησαν οι Δ., Μ. και Π. Τ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του προαποβιώσαντος υιού της κληρονομουμένης, Κ. Τ. (αδελφού της Ε. Κ.). Ακολούθως, ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου περιήλθε στον άνω Δ. Τ. λόγω αγοράς από τον αδελφό του Π. Τ., σύμφωνα με το υπ' αριθμ. …1964 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Εορδαίας Κ. Σ. που μεταγράφηκε νόμιμα. Η Θ. Τ. κατέστη συγκυρία του ακινήτου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει της υπ' αριθ. ….1995 πράξης γονικής παροχής και δωρεάς της συμβολαιογράφου Εορδαίας Σ. Ψ. -Τ., από τους Δ. Τ. και Μ. Τ. (βλ. σχετ. το υπ' αριθμ. .../1999 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Εορδαίας Σ. Ψ. – Τ.). Η Ε. Κ. απεβίωσε την …-2011 και κληρονομήθηκε από τους μικρανηψιούς της, Α. Τ., Κ. Τ. και Β. Τ., οι οποίοι υπεισήλθαν από κοινού και κατ' ισομοιρία (1/3) στο εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητάς της επί του ακινήτου αυτού, δυνάμει της υπ' αριθμ. …1995 δημόσιας διαθήκης, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθ. 2141/2011 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η διαθέτιδα ανακάλεσε κάθε άλλη προηγούμενη διαθήκη της. Ο Π. Τ. ή απώτερος δικαιοπάροχός του είχε ανοικοδομήσει εντός του οικοπέδου αυτού το έτος 1936 ένα διώροφο κτίσμα, που αποτελούνταν από ισόγειο εμβαδού 132 τ.μ. περίπου και αντίστοιχης εκτάσεως πρώτο όροφο και κατασκευάστηκε με τα υλικά και την τεχνοτροπία της εποχής εκείνης και συγκεκριμένα ανεγέρθηκε με τη μέθοδο κατασκευής των μαστόρων της Πίνδου (δυτικομακεδονική αρχιτεκτονική). Ο χρόνος ανοικοδόμησης του κτίσματος το έτος 1936 αποδεικνύεται από τα ακόλουθα: α) από το γεγονός ότι δεν υπάρχει κατατεθειμένη άδεια κατασκευής του διώροφου αυτού κτίσματος στην Πολεοδομία ή σε οποιαδήποτε άλλη αρχή, όπως αντίθετα συμβαίνει με το σύνολο των κτισμάτων που κατασκευάστηκαν νομίμως μετά το έτος 1955, β) η ανέγερσή του είναι βέβαιο ότι έγινε πριν από το θάνατο του Π. Τ., αφού το κτίσμα κληρονομήθηκε με τη δημόσια διαθήκη του στη σύζυγό του και γ) τα υλικά κατασκευής και η τεχνοτροπία του κτιρίου συμβαδίζει με τα κτίσματα που ανεγείρονταν από τεχνίτες μαστόρους της εποχής εκείνης, όπως είναι τα νεοελληνικά και νεοκλασικά εξωτερικά αρχιτεκτονικά στοιχεία που έφερε το κτίσμα (βλ. σχετ. τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, όπου είναι εμφανή τα νεοκλασικά χαρακτηριστικά στο ύψος της οροφής του κτίσματος). Το διώροφο αυτό κτίσμα, λαμβανομένης υπόψη της εποχής που κατασκευάστηκε, της ιδιαίτερης τεχνικής του, του γεγονότος ότι ανεγέρθηκε στην καρδιά του εμπορικού κέντρου της ..., σε συνδυασμό με το ότι η οικογένεια Τ. από τη δεκαετία του 1930 και εφεξής δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στον τομέα του εμπορίου και της βιομηχανίας τροφίμων, είναι βέβαιο ότι εξαρχής το ισόγειο προοριζόταν να χρησιμοποιηθεί για τη λειτουργία καταστήματος της οικογένειας και ο επάνω όροφος ως κατοικία, κάτι που συνηθιζόταν να κάνουν την εποχή εκείνη οι επιχειρηματίες για λόγους ελέγχου της επιχείρησης. Η είσοδος του ισογείου αυτού καταστήματος βρισκόταν στη συμβολή των οδών ... και .... Η ακριβής χρονολογία που διακόπηκε η λειτουργία της οικογενειακής επιχείρησης στο ισόγειο κατάστημα του διώροφου κτίσματος δεν αποδείχθηκε, πλην, όμως, είναι βέβαιο ότι κατά τη δεκαετία του 1970 το κατάστημα αυτό εκμισθώθηκε από τους τότε συγκυρίους του ακινήτου στον Ν. Κ., ο οποίος λειτούργησε σ' αυτό μέχρι τα τέλη του 2006 επιχείρηση ζαχαροπλαστείου. Εκτός από το γωνιακό αυτό κατάστημα δεν αποδείχθηκε ότι, μετά την ανέγερση του διώροφου κτίσματος, λειτουργούσαν και άλλα καταστήματα στο ισόγειο του κτιρίου μέχρι τη διακοπή της λειτουργίας της οικογενειακής επιχείρησης της οικογένειας Τ., πλην όμως, δεν αποκλείεται ο υπόλοιποι χώροι του ακινήτου να αποτελούσαν αποθηκευτικούς χώρους που χρησιμοποιούσε η οικογένεια Τ. για τις ανάγκες της επιχείρησης και της άνωθεν αυτής κατοικίας, που αργότερα παρέμειναν στη διάθεση του Δ. Τ., ο οποίος κατοικούσε μέχρι το έτος 1987 στον πρώτο όροφο του διώροφου κτίσματος. Λόγω της λειτουργικής αποστολής του κτίσματος ως κατάστημα και κατοικία, η θεμελίωση της οικοδομής αποτελείτο από δοκάρια περιμετρικά και συνδετήρια δοκάρια ενδιάμεσης σύνδεσης με μπετόν και πέτρα (κολυμβητικό μπετόν). Μάλιστα, ο δυτικός τοίχος του ισογείου, που συνορεύει με την ιδιοκτησία ... και ..., είχε κατασκευαστεί με συμπαγή τούβλα και λίθους (βλ. σχετ. την από 5-12-2007 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Α. Π.). Ο φέρων οργανισμός του διώροφου κτιρίου ήταν κατασκευασμένος από συμπαγή τούβλα παλαιός κατασκευής με αυλάκι στη μέση, χωρίς τις οπές που φέρουν τα σημερινά τούβλα, τα οποία παράγονταν κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα σε τοπικά κεραμοποιεία. Η συγκολλητική ύλη που χρησιμοποιήθηκε για το χτίσιμο των τούβλων ήταν λάσπη από άμμο και ασβέστη, χωρίς τσιμέντο. Με αυτόν τον τρόπο κτισίματος δημιουργήθηκαν περιμετρικά του κτιρίου τοίχοι με τούβλα, που στήριζαν το κτίριο, αποτελώντας τον φέροντα οργανισμό της διώροφης οικοδομής. Η στήριξη του κτιρίου και η αντοχή του σε οποιαδήποτε καταπόνηση ενισχυόταν αποτελεσματικά με δύο σενάζ από οπλισμένο σκυρόδεμα με οπλισμό (ST I 4Φ12) διαστάσεων 30 εκ. X 20 εκ., τα οποία (σενάζ) διέτρεχαν περιμετρικά όλη την υπερμπατική τοιχοποιία από συμπαγή οπτοπλινθοδομή, σε ύψος κάτω από το δάπεδο του ορόφου και σε απόσταση μεταξύ τους περίπου 20 εκατοστά, ενώ ένα άλλο τρίτο μικρότερο σενάζ υπήρχε στο πάνω μέρος του ορόφου και συγκεκριμένα στο ύψος των στέψεων των κουφωμάτων, λίγα εκατοστά κάτω από το σημείο που αρχίζει η ξύλινη στέγη με κεραμίδια. Μεταξύ των δύο ορόφων δεν υπήρχε τσιμεντένια πλάκα, αλλά χωρίζονταν με ξύλινο δάπεδο, που ήταν καρφωμένο πάνω σε ξύλινα οριζόντια επιμήκη δοκάρια, τα οποία ήταν εμπηγμένα στους περιμετρικούς τοίχους, ενώ ο κάτω όροφος είχε δικό του ανεξάρτητο ξύλινο ταβάνι, που στηριζόταν πάνω στα ίδια ξύλινα δοκάρια, στα οποία ήταν καρφωμένο το πάτωμα του πάνω ορόφου. Οι ενδιάμεσοι διαχωριστικοί τοίχοι του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου ήταν κατασκευασμένοι από μπατική οπτοπλινθοδομή, κτισμένοι επί του ξύλινου δαπέδου της οροφής του ισογείου (βλ. σχετ. το με αριθ. πρωτ. .../…2007 ενημερωτικό σημείωμα του Τμήματος Πολεοδομίας του πρώην Δήμου Πτολεμαΐδας). Τέλος, η στέγη του κτιρίου ήταν κατασκευασμένη από ευρωπαϊκά κεραμίδια, που ήταν τοποθετημένα πάνω σε ξύλινα δοκάρια και καδρόνια (οδηγούς). Στον επάνω όροφο της οικοδομής και συγκεκριμένα στο τμήμα του κτίσματος που βλέπει στη συμβολή των οδών ... και ..., πάνω ακριβώς από την είσοδο του ισογείου γωνιακού καταστήματος, υπήρχε ένας μικρός εξώστης, το δάπεδο του οποίου ήταν κατασκευασμένο από σκυρόδεμα και χτισμένο περιμετρικά σε μικρό ύψος, εν είδει στέμματος, με τούβλα. Παρόμοιος με τον προαναφερόμενο εξώστης του πρώτου ορόφου είχε κατασκευαστεί και προς την πλευρά του κτίσματος που έβλεπε στην οδό .... Εξάλλου, για τη στήριξη, τόσο του εξώστη που υπήρχε πάνω από την είσοδο του γωνιακού καταστήματος, όσο και του εξώστη που έβλεπε προς την οδό ..., δεν είχαν κατασκευαστεί κάτω από αυτούς κολώνες αντιστήριξης, προκειμένου προφανώς να μην παρεμποδίζεται η οπτική επαφή με το γωνιακό κατάστημα, αλλά και λόγω του γεγονότος ότι το διώροφο κτίσμα είχε καλύψει πολεοδομικά όλο το οικόπεδο, οπότε η στήριξη των εξωστών δεν μπορούσε να γίνει στο έξωθεν αυτού πεζοδρόμιο. Περαιτέρω, λίγα εκατοστά κάτω από τα δύο σενάζ με οπλισμένο σκυρόδεμα, που βρισκόταν σε ύψος κάτω από τον πρώτο όροφο και σε απόσταση περίπου 20 εκατοστών μεταξύ τους, είχε τοποθετηθεί, κατά την ανέγερση του κτιρίου, περιμετρικά του ισογείου της οικοδομής, ένας σιδηροδοκός διατομής τύπου ΉΤΑ (Η)", ο οποίος ενίσχυε περαιτέρω μαζί με τα υπάρχοντα σενάζ τη στατική επάρκεια του κτιρίου. Η κρίση του Δικαστηρίου περί του ότι ο μεταλλικός δοκός κατασκευάστηκε μαζί με τα σενάζ από οπλισμένο σκυρόδεμα κατά το χρόνο που ανεγέρθηκε η οικοδομή και όχι μεταγενέστερα, ενισχύεται, πέραν των άλλων στοιχείων (φωτογραφιών κλπ), από το ότι, κατά τη δεκαετία του 1930 που κατασκευάστηκε το κτίριο, το σκυρόδεμα αποτελούσε υλικό που χρησιμοποιούνταν στις οικοδομικές εργασίες, ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα του εκάστοτε ιδιοκτήτη, αφού είχε ήδη ανακαλυφθεί στα μέσα του 19ου αιώνα, ενώ στη σημερινή του μορφή χρησιμοποιείται από τις αρχές του 20ου αιώνα. Εξαιτίας όμως του ιδιαίτερα υψηλού κόστους του σκυροδέματος κατά την εποχή εκείνη, επιλέγονταν με αυτό να κατασκευάζονται τα σενάζ, για το δέσιμο της οικοδομής και αποφεύγονταν να χρησιμοποιείται ως συγκολλητική ύλη των τούβλων της τοιχοποιίας. Το γεγονός ότι ο μεταλλικός σιδηροδοκός σε σχήμα Ή" ενίσχυε τον φέροντα οργανισμό του διώροφου κτιρίου αποδεικνύεται σαφώς από την κατάθεση του μάρτυρα - πολιτικού μηχανικού Γ. Α. που περιέχεται στην υπ' αριθμ. 1588/2011 απόφαση του Β ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης, όπου ερωτηθείς σχετικά με το ρόλο του μεταλλικού "Η" στη στατική ικανότητα του κτίσματος απάντησε: "....Το μέγεθος του Ή " (ήττα) δεν ήταν τόσο μεγάλο για να έπαιζε τόσο ρόλο. Ότι ήταν όμως εκεί βοηθούσε. Είναι για κούφωμα το "Η"....". Ο μάρτυρας του ενάγοντος, Α. Π., πολιτικός μηχανικός, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αρνήθηκε ότι το μεταλλικό Ή" αποτελούσε στοιχείο του φέροντος οργανισμού του κτιρίου ως ενισχυτικό της στατικής του ικανότητας, υποστηρίζοντας ότι δεν χρησιμοποιούνταν για να περιδέσει το κτίριο. Ο ισχυρισμός του, όμως, αυτός δεν συνάδει με το πραγματικό γεγονός της τοποθέτησής του περιμετρικά του κτιρίου. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, εξαιτίας της αλματώδους οικονομικής ανάπτυξης που γνώρισε η Πτολεμαΐδα, λόγω των μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή, υπήρχε μεγάλη ζήτηση για τη μίσθωση εμπορικών καταστημάτων. Για το λόγο αυτό οι τότε συγκύριοι του ακινήτου, Δ. Τ., Μ. Τ. και Ε. Τ., ως συννομείς, αποφάσισαν να καθαιρέσουν μεγάλα τμήματα των δύο περιμετρικών τοίχων του ισογείου που έβλεπαν προς τις οδούς ... και ..., προκειμένου να κατασκευαστούν βιτρίνες, ώστε να εκμισθώσουν ως καταστήματα και τους υπόλοιπους χώρους του ισογείου κτίσματος. Η παραπάνω καθαίρεση των περιμετρικών τοίχων δεν αποδείχθηκε ότι έγινε κατόπιν στατικής μελέτης από μηχανικό, αφού δεν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο σχετική μελέτη ή οικοδομική άδεια για την καθαίρεση των περιμετρικών τοίχων των δύο αυτών καταστημάτων. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα από τον τοίχο που υπήρχε στην πλευρά της οδού ... να μείνει ένα μικρό τμήμα που λειτουργούσε ως κολώνα αντιστήριξης και υπήρχε μεταξύ του ως άνω αναφερόμενου καταστήματος και του καταστήματος που υπήρχε στη γωνία (βλ. σχετ. την από 20-05-2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Γ. Α.). Μετά τις παρεμβάσεις αυτές, η διώροφη οικοδομή, επί της οποίας δεν αποδείχθηκε ότι είχε συσταθεί οριζόντια ιδιοκτησία, αποτελείτο από τους παρακάτω αναφερόμενους διαιρετούς χώρους: 1) ένα ισόγειο κατάστημα καθαρού εμβαδού 39,04 τ.μ., με πρόσοψη στην οδό ..., 2) ένα ισόγειο γωνιακό κατάστημα καθαρού εμβαδού 38,91 τ.μ., με πρόσοψη στιςοδούς ... και ..., 3) ένα ισόγειο κατάστημα καθαρού εμβαδού 22,40 τ.μ., με πρόσοψη στην οδό ... και 4) ένα διαμέρισμα πρώτου ορόφου καθαρού εμβαδού 117 τ.μ. και μικτού εμβαδού 132 τ.μ.. Ακολούθως, η Θ. Τ., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../22-09-1999 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Εορδαίας, Σ. Ψ. – Τ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Εορδαίας στον τόμο ... με αύξοντα αριθμό ..., πώλησε στον ενάγοντα της υπό κρίση αγωγής, Β. Ζ., ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου της συγκυριότητάς της επί του προαναφερομένου οικοπέδου μετά της διώροφης επ' αυτού οικοδομής, ο οποίος έκτοτε υπεισήλθε στη συγκυριότητα του ακινήτου, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις συννομής. Τα καταστήματα που λειτουργούσαν στο ισόγειο της οικοδομής ήταν μισθωμένα για μεγάλο χρονικό διάστημα από τους ακόλουθους επιχειρηματίες: 1) στο γωνιακό κατάστημα καθαρού εμβαδού 38,91 τ.μ. με πρόσοψη στη συμβολή των οδών ... και ... λειτουργούσε η επιχείρηση ζαχαροπλαστείου του Ν. Κ. από τη δεκαετία του 1970 μέχρι τα τέλη περίπου του έτους 2006, 2) στο ισόγειο κατάστημα εμβαδού 39,04 τ.μ., που είχε πρόσοψη στην οδό ..., λειτουργούσε επιχείρηση πώλησης υποδημάτων του Χ. Μ. μέχρι την 30-07-2006 και 3) το κατάστημα εμβαδού 22,40 τ.μ. δυνάμει της από 1- 10-1996 σύμβασης μίσθωσης είχε εκμισθωθεί από τη Θ. Τ. και την Ε. Κ. στην Α. Κ., προκειμένου να λειτουργήσει σ' αυτό επιχείρηση κοσμηματοπωλείου. Κατά το έτος 1987 ο Δ. Τ. εγκατέλειψε τον πρώτο όροφο της οικοδομής, όπου κατοικούσε μέχρι τότε, οπότε έκτοτε οι μισθωτές των καταστημάτων εξέφραζαν συχνά παράπονα προς τους εκάστοτε συνιδιοκτήτες και συννομείς του ακινήτου για την έλλειψη συντήρησης της παλαιός οικοδομής και την εμφάνιση υγρασίας στους εσωτερικούς χώρους των καταστημάτων τους. Οι διαμαρτυρίες τους αφορούσαν κυρίως το γεγονός ότι τα κεραμίδια της στέγης είχαν χαλάσει, με αποτέλεσμα να εισέρχονται νερά εντός του κτίσματος, με αποτέλεσμα τα νερά να εμποτίζουν τους περιμετρικούς τοίχους και να εμφανίζεται υγρασία στο εσωτερικό των καταστημάτων τους. Για το λόγο αυτό μάλιστα οι μισθωτές, Ν. Κ. και Χ. Μ., είχαν τοποθετήσει σε ορισμένα σημεία του πρώτου ορόφου του κτιρίου μεγάλες λεκάνες, προκειμένου να μην κατασταλάζει το νερό από τις σταλαγματιές της στέγης μέσω της ξύλινης οροφής στο δάπεδο των καταστημάτων τους. Αντίθετα, η Α. Κ., σε συνεννόηση με τους συνιδιοκτήτες της οικοδομής, κατά την εγκατάστασή της στο μίσθιο κατάστημα άλλαξε τα κεραμίδια της στέγης πάνω από τη δική της επιχείρηση (βλ. σχετ. την κατάθεση του Γ. Κ. ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου "...οι ένοικοι, ο Κ. που ήταν δίπλα μου και κάποιος άλλος Μ. ...στον πάνω όροφο είχαν λεκάνες με σκάφες μεγάλες περίπου 1,5 μέτρου που όταν έβρεχε έκαναν βάρδια εκεί για να αδειάζουν τα νερά ...στη δική μου πλευρά, στο δικό μου μέρος, σ' αυτό το τμήμα τη σκεπή την επισκεύασα όταν μπήκα μέσα στο κτίριο..."), με συνέπεια το τμήμα της οικοδομής πάνω από το δικό της κατάστημα να μην έχει προβλήματα υγρασίας. Μετά τη λήξη της σύμβασης μίσθωσης του έχοντος πρόσοψη προς την οδό ... καταστήματος υποδηματοπωλείου του Χ. Μ., η πρώτη εναγομένη της κρινόμενης αγωγής, Μ. Κ., συνήψε με τους Β. Ζ. και Ε. Κ. την από 28-03-2007 σύμβαση μίσθωσης, προκειμένου να λειτουργήσει σ' αυτό επιχείρηση πώλησης αξεσουάρ, ειδών μπιζού, δώρων, ένδυσης με την επωνυμία ..., βάσει συμβάσεως δικαιόχρησης (franchising) που είχε συνάψει με την τελευταία αυτή εταιρία. Σύμφωνα, μάλιστα, με τον υπ' αριθμ. 5 όρο της σύμβασης μίσθωσης καταστήματος ρητά συμφωνήθηκε ανάμεσα στους συμβαλλόμενους, μεταξύ άλλων και ότι "η διαμόρφωση του χώρου θα γίνει σύμφωνα με τις επιθυμίες του μισθωτή χωρίς να επηρεάζεται η στατικότητα τον κτιρίου". Προκειμένου η Μ. Κ. να καταστήσει το κατάστημα κατάλληλο και λειτουργικό για την επαγγελματική χρήση που προοριζόταν, συνήψε με τον αρχιτέκτονα μηχανικό, Φ. Κ., την από 4-4-2007 σύμβαση έργου, δυνάμει της οποίας ο τελευταίος ανέλαβε την εκτέλεση των ακόλουθων εργασιών με υλικά της μισθώτριας: υλοποίηση των απαιτούμενων αποξηλώσεων (με το κόστος ενοικίασης κάδου), κατασκευή δαπέδου από τσιμεντοκονία μπεζ χρώματος με γυαλιστερή επίστρωση, υλοποίηση όλων των γύψινων κατασκευών που περιλαμβάνουν ψευδοροφές, διαχωριστικό τοίχου, κατασκευές επί των τοίχων για την προσαρμογή των πάνελ, κατασκευή καμπυλών, δοκιμαστήριο, πλήρης ηλεκτρολογική εγκατάσταση με τοποθέτηση όλων των ηλεκτρικών σωμάτων, αγορά και τοποθέτηση φωτιστικών σωμάτων, τοποθέτηση διαφόρων φωτιστικών σποτ, τοποθέτηση υαλοπινάκων βιτρίνας με δύο πόρτες ασφαλείας, προμήθεια και τοποθέτηση ξύλινων πάνελ για κρέμασμα εμπορευμάτων για τους κύριους χώρους του καταστήματος, καθώς και τριών πάνελ για το χώρο της αποθήκης, κατασκευή δύο ενδιάμεσων κρυφών πορτών με εξωτερική επιφάνεια από πάνελ κρέμασης, αγορά και τοποθέτηση γυάλινων ραφιών στις εσοχές του τοίχου και τεσσάρων καθρεφτών στις αντίστοιχες θέσεις τους, κατασκευή και τοποθέτηση διαφόρων κουρτινών και κορνιζών, αγορά και τοποθέτηση συσκευής κλιματισμού, καθώς και εργασίες ελαιοχρωματισμών. Οι παραπάνω εργασίες θα εκτελούνταν από εργατοτεχνικό προσωπικό με το οποίο συνεργαζόταν ο Φ. Κ., με επικεφαλής τον Γ. Κ. (δεύτερος εναγόμενος), το οποίο θα μετέβαινε στην ... με έξοδα της Μ. Κ. και έπρεπε να αποπερατώσει το έργο μέχρι την 30-04-2007. Ο Φ. Κ. ουδέποτε επισκέφθηκε το κατάστημα της Μ.Κ. στην ..., αλλά περί τα τέλη Μαρτίου 2007 απέστειλε τον συνεργάτη του, Γ. Κ., τεχνικό σύμβουλο κατασκευών, προκειμένου να αποτυπώσει τους χώρους του καταστήματος, ώστε ο Φ. Κ. να συντάξει την αρχιτεκτονική μελέτη για την ανακαίνιση του χώρου, έργο για το οποίο δεν απαιτείται η έκδοση οικοδομικής άδειας, όπως κατέθεσε και ο προϊστάμενος της Πολεοδομίας Πτολεμαΐδας, Θ. Τ.. Ο Γ. Κ., αφού έλεγξε τους χώρους του καταστήματος, διαπίστωσε ότι το κτίριο είχε πρόβλημα με τη στεγανότητα της στέγης, με συνέπεια η υγρασία που θα εισερχόταν στο κατάστημα θα κατέστρεφε με την πρώτη βροχή όλες τις γυψοσανίδες που θα τοποθετούσαν. Για το λόγο αυτό η Μ. Κ. επικοινώνησε με το Β. Ζ., προκειμένου να επισκευάσει τη στέγη της οικοδομής. Ο τελευταίος, αφού συνεννοήθηκε με την έτερη συνιδιοκτήτρια, Ε. Κ., ανέθεσε το έργο της αντικατάστασης των κεραμιδιών της στέγης σε συνεργείο εργατών, την επίβλεψη του οποίου ανέλαβε" ο πεθερός του, Ν. Δ., ως από δεκαετίας συνταξιούχος εργολάβος. Η αντικατάσταση των κεραμιδιών της στέγης ολοκληρώθηκε εντός του πρώτου δεκαημέρου του Απριλίου 2007. Μετά τη σύνταξη της αρχιτεκτονικής μελέτης από τον Φ. Κ., ο Γ. Κ. στις αρχές Απριλίου 2007 επανήλθε στην Πτολεμαΐδα μαζί με το εργατοτεχνικό προσωπικό, που αποτελούνταν από τον ίδιο και άλλους επτά τεχνίτες, προκειμένου να εκτελέσουν τις απαιτούμενες εργασίες ανακαίνισης στο κατάστημα της Μ. Κ.. Ωστόσο, η τελευταία, επειδή δεν είχε τη δυνατότητα να επιβλέψει τις εργασίες που θα εκτελούσε το εργατοτεχνικό προσωπικό, λόγω των επαγγελματικών υποχρεώσεών της στο αντίστοιχο κατάστημα που λειτουργούσε στη ..., ανέθεσε τη για λογαριασμό της επίβλεψη του έργου στον Α. Τ., σύζυγο της πρώτης της εξαδέλφης, Μ. Κ., ο οποίος παράλληλα θα τοποθετούσε, με την επαγγελματική του ιδιότητα, ως τεχνίτης πλακιδίων, τα πλακάκια του καταστήματος. Η πρώτη εναγομένη Μ. Κ. είχε συμφωνήσει με τη συνονόματη εξαδέλφη της να εργαστεί η τελευταία ως υπεύθυνη στο κατάστημα που θα λειτουργούσε στην ... και για το λόγο αυτό ο Α. Τ. συμμετείχε ενεργά στην ανεύρεση του μισθωμένου καταστήματος, στην επίβλεψη των εργασιών ανακαίνισης που εκτελέστηκαν σ' αυτό, την ανεύρεση ξενοδοχείου για τη διαμονή του εργατοτεχνικού προσωπικού, καθώς και στην αναζήτηση και αγορά των απαιτούμενων υλικών από εμπορικά καταστήματα της περιοχής, παρευρισκόμενος μάλιστα καθημερινά στο μισθωμένο κατάστημα για την παρακολούθηση της προόδου των εργασιών ανακαίνισης και την εξυπηρέτηση του εργατοτεχνικού προσωπικού. Περαιτέρω, μετά τη λήξη της σύμβασης μίσθωσης του γωνιακού καταστήματος, εμβαδού 38,91 τ.μ. με τον Ν. Κ., εκδήλωσε ενδιαφέρον για τη μίσθωσή του ο Χ. Μ., προκειμένου να λειτουργήσει σε αυτό πρατήριο άρτου, αρτοποιείο αρτοσκευασμάτων και αρτογλυκισμάτων. Λόγω του γεγονότος όμως ότι το κτίσμα ήταν παλαιός κατασκευής, αλλά και των πολλών επισκευαστικών εργασιών και μετατροπών που έπρεπε να γίνουν εντός του καταστήματος προκειμένου αυτό να καταστεί κατάλληλο για την επαγγελματική χρήση φούρνου που προοριζόταν, ο Χ. Μ., αφού έλεγξε το κτίσμα με δικό του πολιτικό μηχανικό, στη συνέχεια αρνήθηκε να προβεί στη σύναψη σύμβασης μίσθωσης, επειδή ο πολιτικός μηχανικός τον ενημέρωσε ότι οι απαιτούμενες επισκευαστικές εργασίες για τη μετατροπή τoυ σε φούρνο θα δημιουργούσαν πρόβλημα στη στατικότητα του καταστήματος. Κατόπιν τούτων, ο ιδιοκτήτης Β. Ζ., σε συνεννόηση με την έτερη συνιδιοκτήτρια Ε. Κ., αποφάσισαν να προβούν οι ίδιοι στις απαιτούμενες εργασίες επισκευής και ανακαίνισης του γωνιακού καταστήματος προκειμένου να καταστεί κατάλληλο για μίσθωση. Η εκτέλεση των εργασιών στο γωνιακό κατάστημα ξεκίνησε προς τα τέλη του πρώτου δεκαημέρου του Απριλίου 2007, μετά δηλαδή την αντικατάσταση των κεραμιδιών της στέγης, και πραγματοποιήθηκαν από το ίδιο συνεργείο εργατών με την επίβλεψη του Ν. Δ.. Έτσι, από τα τέλη του πρώτου δεκαημέρου του Απριλίου 2007 εκτελούνταν ταυτόχρονα από τα προαναφερόμενα συνεργεία εργασίες ανακαίνισης και επισκευής στα δύο όμορα ισόγεια καταστήματα. Στο γωνιακό κατάστημα οι προστηθέντες από τον Β. Ζ. και την Ε. Κ. εργάτες προέβησαν στην εκτέλεση εκτεταμένων εργασιών και συγκεκριμένα αποψίλωσαν το κατάστημα από τους παλαιούς σαθρούς σοβάδες που υπήρχαν στους τοίχους και τις κολώνες του καταστήματος, μεταξύ των οποίων και εκείνης που βρισκόταν ανάμεσα στο γωνιακό κατάστημα και το κατάστημα που είχε μισθώσει η Μ. Κ., έκοψαν και αφαίρεσαν τους μεταλλικούς ορθοστάτες (οδηγούς) πάνω στους οποίους ανεβοκατέβαιναν τα μεταλλικά ρολά του καταστήματος και ήταν συγκολλημένοι πάνω στο μεταλλικό σιδηροδοκό τύπου "Η", ακολούθως έκοψαν με τροχό το μεταλλικό σιδηροδοκό σε σχήμα Ή" στο σημείο που συνορεύει το γωνιακό κατάστημα με το κοσμηματοπωλείο του Κ., αφαίρεσαν το πλαίσιο της τζαμαρίας του καταστήματος, ενώ, τέλος, αφού αφαίρεσαν την ξύλινη οροφή, απέκοψαν μεγάλο αριθμό από τα ξύλινα οριζόντια επιμήκη δοκάρια που βρίσκονταν στην οροφή του καταστήματος και ήταν εμπηγμένα στους περιμετρικούς τοίχους. Ενόσω οι εργασίες επισκευής και ανακαίνισης στα δύο αυτά καταστήματα συνεχιζόταν, ξαφνικά την 25.4.2007 και ώρα 12.30 μ.μ. περίπου ακούστηκε ένας θόρυβος και άρχισαν να πέφτουν σοβάδες. Στη συνέχεια έσπασε η κολώνα από τούβλα που βρισκόταν ανάμεσα στο γωνιακό κατάστημα και το κατάστημα της Μ. Κ. και αμέσως μετά κατέρρευσε ολόκληρη η βορειοανατολική γωνία της διώροφης οικοδομής, όπου βρίσκεται το γωνιακό κατάστημα, μαζί με τον εξώστη του πρώτου ορόφου και ένα τμήμα της άνωθεν αυτού στέγης. Κατόπιν αυτοψίας που διενεργήθηκε από την Πολεοδομία Πτολεμαίδας την 26-04-2007 διαπιστώθηκε ότι τα εναπομείναντα τμήματα των τοίχων του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου στις όψεις των οδών παρουσίαζαν ρηγματώσεις και αποκλίσεις από την κατακόρυφο, ο δυτικός τοίχος του πρώτου ορόφου στο όριο του οικοπέδου παρουσίαζε έντονα στοιχεία ετοιμορροπίας και εγκυμονούσε κινδύνους να προκαλέσει υλικές ζημίες στη στέγη της όμορης ισόγειας οικοδομής, ενώ οι ενδιάμεσοι διαχωριστικοί τοίχοι του πρώτου ορόφου παρουσίαζαν αποκλίσεις και ρηγματώσεις από την κατακόρυφο, αφού ήταν κατασκευασμένοι επί του ξύλινου δαπέδου της οροφής του ισογείου, που με την κατάρρευση της βορειοανατολικής γωνίας, συμπαρέσυραν σε μεγάλο τμήμα και το δάπεδο αυτό, επιδεινώνοντας τη στατική επάρκεια του πρώτου ορόφου. Εξαιτίας των σοβαρών υλικών ζημιών της οικοδομής που κατέρρευσε και προς αποφυγή οποιουδήποτε ατυχήματος σε διερχόμενους πολίτες και υλικών ζημιών στις όμορες ιδιοκτησίες, διατάχθηκε από την Πολεοδομία η άμεση κατεδάφιση των ετοιμόρροπων τμημάτων και του πρώτου ορόφου, η οποία έλαβε χώρα την 28-04-2007. Υπό τα δεδομένα αυτά τα αίτια της κατάρρευσης της οικοδομής εντοπίζονται στους κάτωθι παράγοντες: Κατά πρώτον, στην έλλειψη συντήρησης και εκτέλεσης απαραίτητων εργασιών στατικής ενίσχυσης του πεπαλαιωμένου κτίσματος, ιδίως μετά την καθαίρεση, κατά τη δεκαετία του 1980, μεγάλων τμημάτων των τοίχων του ισογείου που έβλεπαν προς τις οδούς ... και ..., προκειμένου να κατασκευαστούν οι βιτρΐνες που υπήρχαν στα καταστήματα που μίσθωσαν η Α. Κ. και η Μ. Κ. αντίστοιχα, ευθύνη για την οποία ενέχονται αντικειμενικά, κατά τη διάταξη του άρθρου 925 ΑΚ, οι συγκύριοι και συννομείς του ακινήτου, Β. Ζ. και Ε. Κ., οι οποίοι ως απολαμβάνοντες τα ωφελήματα από την εκμετάλλευση του ακινήτου, αναλαμβάνουν και την ευθύνη, τόσο για την έλλειψη συντήρησης της οικοδομής, όσο και για τα σφάλματα και τις παραλείψεις των προσώπων που προέβησαν στην καθαίρεση των τμημάτων των δύο περιμετρικών τοίχων που αποτελούσαν στοιχεία του φέροντος οργανισμού του, χωρίς να μεριμνήσουν έκτοτε για την περαιτέρω στατική ενίσχυση του κτιρίου. Το γεγονός ότι ο Β. Ζ. κατέστη συγκύριος της πεπτωκότας οικοδομής μετά την καθαίρεση των τμημάτων των περιμετρικών τοίχων των προσόψεων των ως άνω δύο αναφερομένων καταστημάτων, δεν αναιρεί την ευθύνη του, καθόσον ο κύριος ή ο νομέας ευθύνεται ασχέτως αν τον βαρύνει οποιοδήποτε πταίσμα περί την ύπαρξη και διατήρηση των καταστάσεων του κτίσματος που οδήγησαν στην πτώση του, ευθύνεται δηλαδή και αν δεν είχε ενεργήσει αυτός την ελαττωματική κατασκευή του κτίσματος, αλλά άλλος, από τον οποίο αγόρασε το κτίσμα, ή όταν η πλημμελής συντήρηση οφείλεται επίσης στο δικαιοπάροχό του. Κατά δεύτερον, στις εκτεταμένες εργασίες που εκτελούσε κατά το μήνα Απρίλιο 2007 στην πεπαλαιωμένη αυτή οικοδομή, η οποία είχε ήδη προβλήματα στατικής επάρκειας από την καθαίρεση των περιμετρικών τοίχων, το εργατοτεχνικό συνεργείο επισκευής που δούλευε στο γωνιακό κατάστημα, το οποίο είχε προστηθεί από τους Β. Ζ. και Ε. Κ., οι εργαζόμενοι των οποίων, από αμέλειά τους, πραγματοποίησαν τις ως άνω αναφερόμενες ανεπίτρεπτες παρεμβάσεις στον φέροντα οργανισμό του κτίσματος. Σχετικά επ' αυτών και η με ημερομηνία 20-05-2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Γ. Α., ο οποίος διορίστηκε στα πλαίσια της προανάκρισης που διενεργήθηκε για την πτώση του κτίσματος, σύμφωνα με την οποία "...ο φέρων οργανισμός του κτιρίου ήταν κατασκευασμένος από τούβλα και όχι από οπλισμένο σκυρόδεμα. Αρχικά είχε κτισθεί τοίχος καθ' όλο το μήκος περιμετρικά του οικήματος. Πάνω σ' αυτόν τον τοίχο στηριζόταν το δάπεδο και οι τοίχοι του πάνω ορόφου. Αργότερα (γύρω στο 1980 από μαρτυρίες) οι δύο τοίχοι που έβλεπαν στις παραπάνω οδούς κατεδαφίστηκαν για να κατασκευαστούν βιτρίνες, που έδωσαν μεγαλύτερη εμπορική αξία στο κατάστημα. Από τον τοίχο άφησαν μόνο ένα μικρό τμήμα που λειτούργησε σαν κολώνα. Αυτό προφανώς έγινε χωρίς στατική μελέτη από μηχανικό.....απορίας άξιο λοιπόν είναι πως το κτίσμα δεν κατέρρευσε όταν κατεδαφίστηκαν οι τοίχοι που το στήριζαν, ή το πώς άντεξε κατά τον μεγάλο σεισμό του 1995. Είναι πιθανό όμως ο σεισμός να προκάλεσε μη εμφανείς ζημίες που πέρασαν απαρατήρητες...". Οι συγκύριοι και συννομείς του ακινήτου, ενώ γνώριζαν το παλαιό της κατασκευής και τις παρεμβάσεις στον φέροντα οργανισμό, ωστόσο από αμέλεια δεν φρόντισαν να ελέγξουν τη στατικότητα του κτίσματος, ώστε να αποφευχθεί η κατάρρευση, επειδή πίστευαν ότι αυτό δεν θα καταρρεύσει, αλλά και ως προστήσαντες στην υπηρεσία τους εργάτες στερούμενους καθοδήγησης από επιβλέποντα μηχανικό γνώστη του χώρου. Συνυπευθυνότητα του εναγομένου Γ. Κ., υπό την επίβλεψη του οποίου εκτελούνταν εργασίες ανακαίνισης στο έτερο κατάστημα, δεν απεδείχθη. Ουδόλως το εργατοτεχνικό προσωπικό που εργαζόταν υπό την επίβλεψή του εκτέλεσε εργασίες ικανές να συμβάλλουν έστω και σε μικρό ποσοστό στην κατάρρευση. Τούτο συνάγεται ιδιαίτερα από το γεγονός ότι ο προαναφερθείς ειδικός δεν αποδίδει στις εργασίες αυτές κάποια πλημμέλεια αιτιωδώς συνδεόμενη με το αποτέλεσμα της κατάρρευσης, καθώς και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, όπου τα καταστήματα, μισθωμένα από την Α. Κ. (δεξιά του καταρρεύσαντος) και της Μ. Κ. (αριστερά), δεν φέρουν αλλοιώσεις τέτοιες που να δεικνύουν ότι η πτώση οφείλετο σε κάποιο από αυτά και περισσότερο του δευτέρου με τις εργασίες ανακαίνισης. Συγκεκριμένα, από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες είναι εμφανές ότι η κατάρρευση της οικοδομής συντελέστηκε στη γωνιακή πλευρά του κτίσματος, στο σημείο που βρισκόταν το γωνιακό κατάστημα και η άνωθεν αυτού κατοικία και όχι στο όμορο κατάστημα της μισθώτριας Μ. Κ. και στους αντίστοιχους άνωθεν αυτού χώρους της κατοικίας, γεγονός που καταδεικνύει την αιτιώδη συνδρομή που είχαν στην πτώση του κτίσματος οι παρεμβάσεις στον φέροντα οργανισμό που πραγματοποιήθηκαν από τους προστηθέντες εργάτες των ιδιοκτητών Β. Ζ. και Ε. Κ.. Υπάρχει ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι το εργατοτεχνικό προσωπικό της Μ. Κ. απέκοψε τρία ξύλινα οριζόντια δοκάρια στο μίσθιο αυτής που επέδρασαν σημαντικά στην στατικότητα του κτιρίου και συνετέλεσαν στο γεγονός της πτώσης, με την επίκληση μαρτυρίας προανακρίσεως, αλλά και στο ποινικό δικαστήριο, του μάρτυρος Α. Τ., που είχε προστηθεί για την παρακολούθηση των εργασιών από την Μ. Κ.. Ο ισχυρισμός αυτός αντικρούεται ρητά, τόσο από τον δεύτερο εναγόμενο, όσο και από την υπ' αριθμ. .../2020 ένορκη βεβαίωση του Δ. Π. ενώπιον της συμβολαιογράφου Βόλου Μ. Σ., εργαζομένου στο συνεργείο που τοποθετούσε γυψοσανίδες στο μισθωμένο από την εναγομένη Μ. Κ. κατάστημα, όπου συγκεκριμένα αναφέρει "...την ψευδοροφή, η οποία είναι εντελώς ελαφρά κατασκευή, την στηρίξαμε στα υπάρχοντα χοντρά ξύλινα δοκάρια του καταστήματος, χωρίς να αφαιρέσουμε ή να κόψουμε κανένα από αυτά...". Ο παραπάνω προβληθείς ισχυρισμός του ενάγοντος, που θεμελιώνει ουσιαστικά την υπαιτιότητα του εναγομένου στην κατάρρευση του κτιρίου, κρίνεται από το Δικαστήριο ως αναληθής, διότι ο μάρτυρας Α. Τ., διατηρεί εχθρικές σχέσεις με την εργοδότιδά του, αν και σύζυγος εξαδέλφης της τελευταίας, λόγω διενέξεως μετά το ατυχές συμβάν, πρωτίστως δε αβάσιμος, διότι, και αληθής υποτιθέμενος, δεν ασκεί πτιρροή στα κρίσιμα αίτια της κατάρρευσης, αφού η αποκοπή αυτή δεν θα μπορούσε επ' ελάχιστον να προσβάλλει τη στατικότητα του πεπτωκότος κτιρίου (βλ. κυρίως την από 20-5-2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ. Α., όπου "....το πιθανότερο είναι πάντως οι εργασίες να μην επηρέασαν τη στατικότητα...."). Η απαλλαγή του ενάγοντος Β. Ζ. από το ποινικό Δικαστήριο με την τελεσίδικη υπ' αριθμ. 241/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Δυτικής Μακεδονίας για το αδίκημα της εξ αμελείας παραβίασης των κανόνων οικοδομικής και η αντίστοιχη καταδίκη του εναγομένου Γ. Κ., για το ίδιο αδίκημα, με την τελεσίδικη υπ' αριθμ. 1588/2011 απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης (η ασκηθείσα έφεση του Γ. Κ. κατά της τελευταίας καταδικαστικής αποφάσεως απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την υπ' αριθμ. 612/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Δυτικής Μακεδονίας), δεν παράγουν κατ' αρχήν δεδικασμένο σχετικά με την αμέλεια ή μη των εμπλεκομένων μερών για το παρόν Δικαστήριο (βλ. ΟλΑΠ 4/2020, ΑΠ 1422/2017, αντιθ. ΑΠ 889/2018, ΑΠ 322/2018), αλλά εκτιμώμενες ως δικαστικά τεκμήρια, λαμβάνονται σοβαρά υπόψη ως ισχυρά τεκμήρια, δεν κρίνονται όμως, μετά από συνεκτίμηση και όλων των άνω, προσκομιζομένων από τους διαδίκους, αποδεικτικών οιχείων (και όχι μόνο όσα ως αναπτύχθηκαν και προσκομίστηκαν στο ποινικό δικαστήριο), ικανές να θεωρηθούν ως άγουσες σε έλλειψη αμέλειας στο πρόσωπο του πρώτου Β. Ζ. και σε παραδοχή της αμέλειας στο πρόσωπο του δευτέρου εξ αυτών, Γ. Κ., όπως τα πραγματικά περιστατικά αναπτύχθηκαν παραπάνω. Σημειωτέον ότι ομοίως (ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας) έκρινε, συνεκδικάζοντας τις εκεί αναφερόμενες εφέσεις κατά της ιδίας προσβαλλομένης αποφάσεως, η υπ' αριθμ. 40/2019 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, ενώ, αντιθέτως, η προσβαλλόμενη απόφαση είχε κρίνει ως συνυπαίτιους για την πτώση του κτίσματος, αφενός μεν τους συνιδιοκτήτες και συννομείς Β. Ζ. και Ε. Κ. (κατά ποσοστό 80%), αφετέρου δε την προστήσασα - μισθώτρια Μ. Κ. (κατά ποσοστό 20%), θεωρουμένων περαιτέρω ως ομολογημένων εκ μέρους του ερημοδικασθέντος δευτέρου εναγομένου και ήδη εκκαλούντος των πραγματικών περιστατικών που περιέχονται στο δικόγραφο της αγωγής και κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, κατ' εφαρμογήν των άρθρων 271 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως αντικ. από το άρθρ. 29 του Ν. 3994/2011 και 352 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τον δεύτερο εναγόμενο, αφού δεν αποδείχθηκε κάποια πλημμέλεια στο πρόσωπο του εναγομένου, αιτιωδώς συνδεόμενη με το αποτέλεσμα της κατάρρευσης του κτίσματος". Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι, στην προκειμένη περίπτωση, κύριος ισχυρισμός του ήταν ότι, το εργατοτεχνικό προσωπικό της Μ. Κ., υπό την επίβλεψη και τις εντολές του αναιρεσιβλήτου, απέκοψε τρία οριζόντια ξύλινα δοκάρια στο μίσθιο αυτής, που επέδρασαν σημαντικά στην στατικότητα του κτιρίου και συνετέλεσαν στο γεγονός της πτώσης. Ότι για την υποστήριξη του σχετικού ισχυρισμού του, επικαλέσθηκε την μαρτυρία του Α. Τ., ο οποίος είχε προστηθεί για την παρακολούθηση από την ίδια την Μ. Κ., όπως αυτή είχε αποτυπωθεί στην από 8-11-2007 έκθεση ένορκης κατάθεσης του ενώπιον του Πταισματοδίκη Πτολεμαΐδας. Προσθέτει δε ότι, ένεκα της ανωτέρω ένορκης κατάθεσης ο μάρτυρας κατηγορήθηκε για το αδίκημα της ψευδορκίας, αθωώθηκε δε αμετάκλητα δυνάμει της με αριθμό 755/2013 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης, ενώ επιπροσθέτως ο αναιρεσείων κατηγορήθηκε επίσης ως ηθικός αυτουργός στην ανωτέρω πράξη, αθωώθηκε δε επίσης αμετάκλητα δυνάμει της ανωτέρω απόφασης. Επιπροσθέτως ότι, δυνάμει της με αριθμό 241/2013 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δυτικής Μακεδονίας απηλλάγη από το αδίκημα της εξ αμελείας παραβίασης των κανόνων οικοδομικής, ενώ αντίστοιχα και δυνάμει της με αριθμό 1588/2011 αμετάκλητης απόφασης του Β Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης καταδικάσθηκε ο αναιρεσίβλητος για το ίδιο αδίκημα. Ότι όλα τα ανωτέρω, ήτοι οι ποινικές αποφάσεις, καθώς και η ένορκη κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρος τέθηκαν υπόψη του δικάσαντος Δικαστηρίου, με σκοπό την υποστήριξη του σχετικού καίριου, για την έκβαση της δίκης, ισχυρισμού του. Ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με την μαρτυρία του Α. Τ., απέρριψε αυτήν, ως αναληθή, διότι δήθεν ο μάρτυρας διατηρεί εχθρικές σχέσεις με την Μ. Κ., λόγω διενέξεως μετά το ατυχές συμβάν, δίχως να αναφέρει πώς αποδεικνύεται το ανωτέρω ή που στηρίχθηκε η εν λόγω κρίση του δικάσαντος Δικαστηρίου και ότι το δικάσαν Δικαστήριο με το να κρίνει τον ως άνω ισχυρισμό ως αναληθή, ουσιαστικά ψέγει την αθωωτική ποινική απόφαση, που έκρινε ως αληθείς τους ισχυρισμούς του ανωτέρω μάρτυρος, θέτοντας υπό άμεση αμφισβήτηση την κρίση του ποινικού Δικαστηρίου. Πέραν δε της κρίσης του δικάσαντος δικαστηρίου περί αναλήθειας του σχετικού ισχυρισμού, ότι κρίθηκε αυτός και ως αβάσιμος, διότι - σύμφωνα με το δικάσαν δικαστήριο - ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι είναι αληθής δεν ασκεί επιρροή στα κρίσιμα αίτια της κατάρρευσης, αφού η αποκοπή δεν θα μπορούσε επ' ελάχιστο να προσβάλλει τη στατικότητα του πεπτωκότος κτιρίου. Ότι για να υποστηρίξει την κρίση του αυτή, το δικάσαν Δικαστήριο παρέπεμψε, εντός παρενθέσεως, στην από 20-5- 2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ. Α., ο οποίος ουδόλως ήτο βέβαιος περί τούτου, όχι τουλάγιστον με την απολυτότητα που εξέφρασε το ίδιο το δικάσαν δικαστήριο, αφού χαρακτηριστικά ανέφερε ότι "... το πιθανότερο είναι ότι οι εργασίες να μην επηρέασαν τη στατικότητα..."(......) Ακολούθως, ισχυρίζεται ότι ενώ στις δύο ποινικές αποφάσεις, δυνάμει των οποίων αυτός αθωώθηκε, ο δε αναιρεσίβλητος καταδικάστηκε, αλλά το δικάσαν δικαστήριο έκανε μεν τη σημείωση ότι "...εκτιμώμενες ως δικαστικά τεκμήρια, λαμβάνονται σοβαρά υπόψη ως ισχυρά τεκμήρια, δεν κρίνονται όμως, μετά από συνεκτίμηση... ικανές να θεωρηθούν ως άγουσες σε έλλειψη αμέλειας στο πρόσωπο του πρώτου ... και σε παραδοχή αμέλειας στο πρόσωπο του δεύτερου...", πλην όμως ουδόλως αιτιολόγησε και μάλιστα με απόλυτα αιτιολογημένη κρίση, το γιατί ήχθη στον συλλογισμό αυτό και δεν έκρινε ικανά αποδεικτικά μέσα τις δύο τελεσίδικες ποινικές αποφάσεις, δυνάμει των οποίων αυτός αθωώθηκε, ο δε αναιρεσίβλητος καταδικάστηκε για το ποινικό αδίκημα της εξ αμελείας παραβίασης κανόνων οικοδομικής, ενώ δεν έκρινε ικανό αποδεικτικό μέσο και την μαρτυρία του Α. Τ., απορρίπτοντας τον σχετικό ισχυρισμό του, λόγω του ότι, κατά την κρίση του, η κρίση του ως άνω μάρτυρα ήταν αναληθής και αβάσιμη, μη κρίνοντας ουσιαστικά ικανό αποδεικτικό μέσο και την τελεσίδικη αθωωτική απόφαση του ποινικού Δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας αθωώθηκε ο ανωτέρω μάρτυρας από την κατηγορία της ψευδορκίας. Ότι,αντιθέτως, έκρινε ικανό αποδεικτικό μέσο την με αριθμό .../2020 ένορκη βεβαίωση του Δ. Π. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Βόλου, Μ. Σ., ο οποίος ανέφερε "...την ψευδοροφή, η οποία είναι εντελώς ελαφρά κατασκευή την στηρίξαμε στα υπάρχοντα ξύλινα δοκάρια του καταστήματος, χωρίς να αφαιρέσουμε ή να κόψουμε κανένα από αυτά...". Αφού δε πάλι εκθέτει ότι δυνάμει της με αριθμό 1588/2011 τελεσίδικης και αμετάκλητης απόφασης του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης καταδικάσθηκε ο αναιρεσίβλητος γιατί έγινε δεκτό ότι "..από αμέλεια προέβησαν στην κοπή τριών κεντρικών ξύλινων δοκαριών που στήριζαν τον πάνω όροφο- ταβάνι...", στο συμπέρασμα δε αυτό κατέτεινε και η με αριθμό 755/2013 αμετάκλητη απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης, που αθώωσε τον Α. Τ., κρίνοντας ως αληθή τον σχετικό ισχυρισμό του, επιπροσθέτως και πέραν των ανωτέρω, εκθέτει ότι, όπως ανέφερε και στην προσθήκη αντίκρουση του στη 2η σελίδα της ένορκης βεβαίωσης, αναφέρει ότι αυτός ασχολήθηκε μόνο με την τοποθέτηση των γυψοσανίδων και με καμία άλλη εργασία και ακόμη αναφέρει ότι οι εργασίες αυτές (της τοποθέτησης των γυψοσανίδων) περαιώθηκαν την 13-4-2007 (σελ.3), στη συνέχεια, στη σελ.(4), αναφέρει ότι την 24-4-2007 στο γωνιακό κατάστημα ο αναιρεσείων δήθεν προέβαινε στις εργασίες που επικαλείται ψευδώς και κατ' ακολουθίαν ανακύπτει το εύλογο ερώτημα πώς ο μάρτυρας αυτός γνωρίζει και μάλιστα από προσωπική αντίληψη για τις "εργασίες'" που του αποδίδει, οι οποίες, σύμφωνα με το παραπάνω απόσπασμα της ίδιας κατάθεσής του, δήθεν έλαβαν χώρα δέκα (10) ημέρες μετά την περαίωση των εργασιών των γυψοσανίδων, δεδομένου ότι αυτός ήταν κάτοικος Βόλου και δεν είχε κανένα λόγο να παραμείνει στην Πτολεμαΐδα επί τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα και ανεξαρτήτως του ότι στο γωνιακό κατάστημα δεν είχε δυνατότητα πρόσβασης και εισόδου ή ορατότητα για τις εκτελούμενες σ' αυτό εργασίες καθαρισμού, οι οποίες είναι οι αναφερόμενες στην αγωγή και τις προτάσεις του. Ότι,περαιτέρω, ανακύπτει και το επιπρόσθετο ερώτημα, γιατί ο μάρτυρας αυτός δεν εμφανίστηκε, επί δέκα τρία (13) περίπου έτη, σε τόσες δίκες και διαδικασίες που έλαβαν χώρα μέχρι σήμερα, απαντώντας στον συλλογισμό του ότι ο μάρτυρας αυτός εμφανίστηκε το πρώτον στη δίκη αυτή και μάλιστα με ένορκη βεβαίωση και όχι με κατάθεση ενώπιον του ακροατηρίου του δικάσαντος Δικαστηρίου, αποφεύγοντας έτσι να απαντήσει σε κρίσιμες ερωτήσεις, για τον λόγο ότι τελούσε σε πλήρη γνώση της αποκοπής των τριών δοκών στο κατάστημα που μίσθωνε η Μ. Κ. συμμετέχοντας στο συνεργείο που τις απέκοψε και υπέχει έναντι αυτής αστική ευθύνη. Ότι όλα τα ανωτέρω κρίσιμα ερωτήματα τα έθεσε υπόψη του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, εγείροντας εύλογες απορίες και ισχυρισμούς για τη μη αλήθεια των ισχυρισμών του εν λόγω μάρτυρος, πλην όμως το Δικαστήριο δεν τα έλαβε υπόψη κρίνοντας την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση ικανή και μάλιστα ικανότερη, σε σχέση και συγκριτικά με τις ανωτέρω αμετάκλητες ποινικές αποφάσεις και την μαρτυρία του Α. Τ., τα οποία δεν θεώρησε ικανά αποδεικτικά μέσα, για να κατατείνει στο συμπέρασμα ότι ο αναιρεσίβλητος δεν φέρει ευθύνη για το επίμαχο συμβάν. Ότι το δικαστήριο έπραξε τούτο δίχως να διαλάβει στην αναιρεσιβαλλόμενη ειδική και απόλυτα αιτιολογημένη κρίση, την οποία έπρεπε να είχε συμπεριλάβει στο σκεπτικό της, ειδικά ως προς την απόρριψη των δικαστικών τεκμηρίων και δη των αθωωτικών και της καταδικαστικής ποινικών αποφάσεων, ειμή μόνο ελλιπείς αιτιολογίες. Τέλος, εκθέτει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη, στο τέλος του σκεπτικού της κάνει μνεία στην με αριθμό 40/2019 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου (όπου μετείχε ο ίδιος Πρόεδρος Εφετών και η ίδια Εισηγήτρια), αναφέροντας ότι στο ίδιο συμπέρασμα είχε καταλήξει και αυτή, αναφορικά με το ζήτημα της υπαιτιότητας, την οποία χρησιμοποιεί, για να επιρρώσει το σκεπτικό της και ότι με βάση όλα τα ανωτέρω θα έπρεπε να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, ιδρυόμενος εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση λόγω του ότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες κα μάλιστα σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και εν γένει της υπόθεσης. Κατ'αρχήν, ως προς το ζήτημα της λήψεως ή μη υπόψη των επικληθεισών από τον αναιρεσείοντα ποινικών αποφάσεων σημειώνονται τα ακόλουθα: Από το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την ως άνω με αριθ. 241/2013 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Δυτικής Μακεδονίας, χωρίς, μάλιστα, να κάνει καμία ερμηνευτικού χαρακτήρα αναφορά σε αυτήν ως προς τους λόγους απαλλαγής του ενάγοντος - τότε κατηγορουμένου - και ήδη αναιρεσείοντος, ούτε αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή του, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβητήσεως του εκ της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως παραγομένου τεκμηρίου αθωότητας του για την πράξη για την οποία κατηγορήθηκε και αθωώθηκε, ενώ, εξάλλου, η περιεχόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση παραδοχή ότι "Η απαλλαγή του ενάγοντος Β. Ζ. από το ποινικό Δικαστήριο με την τελεσίδικη υπ' αριθμ. 241/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Δυτικής Μακεδονίας για το αδίκημα της εξ αμελείας παραβίασης των κανόνων οικοδομικής και η αντίστοιχη καταδίκη του εναγομένου Γ. Κ., για το ίδιο αδίκημα, με την τελεσίδικη υπ' αριθμ. 1588/2011 απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης (η ασκηθείσα έφεση του Γ. Κ. κατά της τελευταίας καταδικαστικής αποφάσεως απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την υπ' αριθμ. 612/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Δυτικής Μακεδονίας), δεν παράγουν κατ' αρχήν δεδικασμένο σχετικά με την αμέλεια ή μη των εμπλεκομένων μερών για το παρόν Δικαστήριο (βλ. ΟλΑΠ 4/2020, ΑΠ 1422/2017, αντιθ. ΑΠ 889/2018, ΑΠ 322/2018), αλλά εκτιμώμενες ως δικαστικά τεκμήρια, λαμβάνονται σοβαρά υπόψη ως ισχυρά τεκμήρια, δεν κρίνονται όμως, μετά από συνεκτίμηση και όλων των άνω, προσκομιζομένων από τους διαδίκους, αποδεικτικών στοιχείων (και όχι μόνο όσα ως αναπτύχθηκαν και προσκομίστηκαν στο ποινικό δικαστήριο), ικανές να θεωρηθούν ως άγουσες σε έλλειψη αμέλειας στο πρόσωπο του πρώτου Β. Ζ. και σε παραδοχή της αμέλειας στο πρόσωπο του δευτέρου εξ αυτών, Γ. Κ., όπως τα πραγματικά περιστατικά αναπτύχθηκαν παραπάνω", αποτελεί αξιολόγηση σχετική μόνο με τα στοιχεία της σχετικής ποινικής διατάξεως, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση τόσο της ποινικής, όσο και της αστικής ευθύνης. Το Εφετείο περιορίστηκε ρητώς μόνο σ' αυτά, χωρίς να διαλάβει δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα και κατά τα λοιπά αξιολόγησε σχετικώς το σύνολο του αποδεικτικού υλικού σε σχέση με τα κρίσιμα ζητήματα της υποθέσεως. Εξάλλου, από τις κατά τα ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αλλά και από τον υπό κρίση λόγο αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων αναφορικά με την μαρτυρία του Α. Τ., απέρριψε αυτήν, ως αναληθή, διότι δέχθηκε, από την εκτίμηση των αποδείξεων (χωρίς να χρειάζεται ρητή αναφορά σε κάθε ένα αποδεικτικό μέσο) ότι ο μάρτυρας διατηρεί εχθρικές σχέσεις με την Μ. Κ., λόγω διενέξεως μετά το ατυχές συμβάν, και, επομένως, ανεξαρτήτως του ότι δεν έκανε ρητή αναφορά και στην 755/2013 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης για τις, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, άδικες πράξεις της ψευδορκίας και ηθικής αυτουργίας σε αυτήν, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και αυτήν στο πλαίσιο της αναφερομένης εκτιμήσεως του συνόλου του αποδεικτικού υλικού, μεταξύ του οποίου και "τα έγγραφα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας μαζί με τις σχετικές ποινικές αποφάσεις που εκδόθηκαν, τα οποία λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια (άρθρα 339 σε συνδυασμό με 395 ΚΠολΔ)", καταλήγοντας στο αποδεικτικό του πόρισμα με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες. Περαιτέρω, αξιολογώντας, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, την κατάθεση του μάρτυρα Α. Τ., όπως αυτή είχε αποτυπωθεί στην από 8-11-2007 έκθεση ένορκης κατάθεσής του ενώπιον του Πταισματοδίκη Πτολεμαΐδας, καταλήγει πως ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι το εργατοτεχνικό προσωπικό της Μ. Κ. απέκοψε τρία ξύλινα οριζόντια δοκάρια στο μίσθιο αυτής που επέδρασαν σημαντικά στην στατικότητα του κτιρίου και συνετέλεσαν στην πτώση του κτίσματος και αληθής υποτιθέμενος δεν ασκεί επιρροή στα κρίσιμα αίτια της κατάρρευσης, αφού η αποκοπή αυτή δεν θα μπορούσε επ' ελάχιστον να προσβάλλει τη στατικότητα του κτιρίου, οπότε, σε κάθε περίπτωση, αλυσιτελώς προβάλλεται ότι δεν ελήφθη υπόψη και η πιο πάνω ποινική απόφαση, ή ότι υπήρχε ανεπαρκής αιτιολογία ως προς το ζήτημα αυτό. Κατά τα λοιπά οι προαναφερόμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος σε σχέση με τον υπό κρίση λόγο αναιρέσεως ανάγονται μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, επομένως, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Κατά συνέπεια, ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Κατά την έννοια της διατάξεως ταύτης, για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 2/2008). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθησαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα (ΑΠ 559/2020,ΑΠ1437/2017). Μόνο δε αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008), ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 64/2019, ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1294/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που ο αναιρεσείων προσκόμισε νόμιμα μετ'επικλήσεως για την απόδειξη του ισχυρισμού του περί αποκλειστικής υπαιτιότητας της Μ. Κ. και του αναιρεσίβλητου για την κατάρρευση του κτιρίου, και, ειδικότερα, ότι δεν έλαβε υπόψη του: α) την υπ' αριθ. 755/2013 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης, με την οποία κηρύχθηκαν αθώοι αυτός και ο συγκατηγορούμενός του Α. Τ. των αξιόποινων πράξεως της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και της ψευδορκία μάρτυρα, αντίστοιχα, ως προς την οποία δεν γίνεται καμία αναφορά στην απόφαση, μολονότι η αναιρεσιβαλλόμενη μνημονεύει και αξιολογεί την προανακριτική του μαρτυρία και αυτή στο ποινικό Δικαστήριο. β) την υπ' αριθ. 1588/2011 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο προστηθείς από την Μ. Κ. αναιρεσίβλητος (Γ. Κ.) για το αδίκημα της παραβίασης κανόνων οικοδομικής από αμέλεια και γ) την υπ' αριθ. 241/2013 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία κηρύχθηκε αθώος της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξεως της παραβίασης κανόνων οικοδομικής από αμέλεια, ως προς την οποία παρότι γίνεται αναφορά ισχυρίζεται ότι δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι αυτή λήφθηκε υπ' όψη, ενώ όφειλε ειδικά να εκτιμήσει το περιεχόμενο της ως άνω απαλλακτικής ποινικής απόφασης, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να αποδεχθεί το απαλλακτικό περιεχόμενο της απόφασης, εφ'όσον αιτιολογημένα το είχε αντικρούσει. Πλην, όμως, από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ρητή βεβαίωση, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και "το σύνολο των εγγράφων που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται: α) τα έγγραφα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας μαζί με τις σχετικές ποινικές αποφάσεις που εκδόθηκαν, τα οποία λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια (.........)", σε συνδυασμό με τις παραδοχές που εκτέθηκαν παραπάνω (στον δεύτερο από τους λόγους αναιρέσεως), δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όλα τα έγγραφα που προσκομίστηκαν ενώπιόν του, μεταξύ των οποίων και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, πέραν του ότι ρητά μνημονεύεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης η με αριθμ. 1588/2011 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο προστηθείς από την Μ. Κ. αναιρεσίβλητος (Γ. Κ.) και η με αριθ. 241/2013 αθωωτική για τον αναιρεσείοντα απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Δυτικής Μακεδονίας, ενώ - όπως αναφέρεται και στο σκεπτικό που αφορά στον δεύτερο λόγο αναιρέσεως - ανεξαρτήτως του ότι δεν έκανε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ρητή αναφορά και στην 755/2013 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης για τις, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, άδικες πράξεις της ψευδορκίας και ηθικής αυτουργίας σε αυτήν, προκύπτει ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και αυτήν στο πλαίσιο της αναφερομένης εκτιμήσεως του συνόλου του αποδεικτικού υλικού, αφού στην αναιρεσιβαλλόμενη λόγος γίνεται και για την κατάθεση του μάρτυρα Α. Τ., με την παραδοχή μάλιστα ότι και αληθής υποτιθέμενη δεν ασκεί επιρροή στα κρίσιμα αίτια της κατάρρευσης, αφού η επικαλούμενη αποκοπή δεν θα μπορούσε επ' ελάχιστον να προσβάλλει τη στατικότητα του κτιρίου. Κατά δε τα λοιπά, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς την υπαιτιότητα για την κατάρρευση του κτιρίου, κρίνονται απαράδεκτες, καθόσον, με την επίκλησή τους πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Επομένως, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ, λόγος αυτός αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την μη λήψη υπόψη των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμος. Μη υπάρχοντος δε προς έρευνα άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκησή της παράβολου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10-5-2021 αίτηση του Β. Ζ. για αναίρεση της με αριθ. 28/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παράβολου. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ