ΑΡΙΘΜΟΣ 1352/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Κωνσταντίνο Φράγκο, Μαρία Βασιλάκη-Εισηγήτρια και Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου X. K. ή K. ή K. του E., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Γιώρα, περί αναιρέσεως της 10421/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Απριλίου 2013 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 512/2013. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 5-4-2013, αίτησή του προς το Δικαστήριο αυτό, κατά της προσβαλλομένης με αριθμό 10421/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, όπως το περιεχόμενό της εκτιμάται από το Δικαστήριο αυτό, ο αναιρεσείων, X. K. του Ε. προβάλλει την αιτίαση της έλλειψής της, από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που ιδρύει τον από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, για τους εκτιθέμενους στην αίτησή του λόγους, ζητώντας την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Με τον άλλο επίσης λόγο της αυτής αιτήσεως, προβάλλει την αιτίαση ότι η αυτή απόφαση στερείται της νόμιμης βάσεως, δεδομένου ότι στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου που ιδρύει τον από το άρθρο 510§1 στοιχ. Ε' του αυτού Κώδικα λόγο αναιρέσεως, ζητώντας και για το λόγο αυτό, την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Κατά το άρθρο 372 ΠΚ, όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται αφαίρεση, με θετική ενέργεια του δράστη, από την κατοχή άλλου ξένου ολικά ή μερικά κινητού πράγματος, με σκοπό την παράνομη, δηλαδή χωρίς δικαίωμα, ιδιοποίηση αυτού. Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της ξένης κατοχής και τη θεμελίωση νέας προς το πράγμα κατοχής του δράστη με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση αυτού. Η έννοια της κατοχής εκφράζει τη φυσική εξουσίαση κάποιου προσώπου σε σχέση προς ένα πράγμα. Έτσι, το έγκλημα της κλοπής θεωρείται τετελεσμένο ευθύς ως εκείνος που αφαίρεσε το ξένο πράγμα από την κατοχή του άλλου, θέσει αυτό ολοκληρωτικά στη δική του φυσική εξουσία, έστω και για ελάχιστο χρόνο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη του οποίου ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίες είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οι οποίες ιδρύουν τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή, στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την προσβαλλόμενη 10421/2012 απόφαση του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος προσδιορίζονται, δέχτηκε ανελέγκτως, ότι ο κατηγορούμενος K. ή K. X. του E., ετέλεσε σε βάρος του μηνυτή την αξιόποινη πράξη της κλοπής που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος πρωτοδίκως και της οποίας τα πραγματικά περιστατικά περιγράφονται αναλυτικά κατωτέρω στο διατακτικό, κατά την γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο. Σχετικά με τα ανωτέρω κατατοπιστική είναι η κατηγορηματική, σε σχέση με την τέλεση της πράξης ένορκη κατάθεση του μηνυτή τόσον ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, όσον και στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, για τον οποίο (μηνυτή) ούτε ο κατηγορούμενος (δια του συνηγόρου του) ισχυρίστηκε, ούτε οι μάρτυρες υπεράσπισης πρόβαλαν οιοδήποτε ισχυρισμό ότι είχε κάποιο λόγο, (έριδα, διαφωνία κ.λ.π.) να μηνύσει ψευδώς για κλοπή τον κατηγορούμενο, τον οποίο μάλιστα αφιλοκερδώς φιλοξενούσε επί μακρόν, μέχρι που αυτός εξαφανίστηκε αιφνιδίως, αφαιρώντας παρανόμως από την κατοχή του μηνυτή τα στο διατακτικό αναφερόμενα. Ενισχυτικό των ανωτέρω είναι ότι ο μηνυτής κατηγορηματικά κατέθεσε ότι προσφάτως έγινε επίσκεψη στην οικία του και του προσφέρθηκαν χρήματα για να διαφοροποιήσει την κατάθεσή του και να πει ότι "τα πήραν άλλοι τα λεφτά", διασαφίζει μάλιστα ότι του προσέφεραν χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ, γεγονός που δεν θα συνέβαινε, εάν δεν είχε προηγηθεί πράγματι η περιγραφόμενη στο διατακτικό κλοπή. Σημειωτέον ότι και από τους μάρτυρες υπεράσπισης του κατηγορούμενου, ο μεν εξάδελφός του επιβεβαίωσε ότι όντως επισκέφτηκε τον μηνυτή στην οικία του, η δε σύζυγος του εξαδέλφου του κατηγορούμενου, δεν αρνήθηκε ότι προσφέρθηκαν στον μηνυτή χρήματα, αλλά κατέθεσε ότι "... Τα χρήματα δεν τα προσφέραμε εμείς ...". Σημειωτέον ότι οι ελάχιστες διαφοροποιήσεις στις καταθέσεις του μηνυτή, κατά τη γνώμη που επεκράτησε στο Δικαστήριο εξηγούνται από το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την πράξη (εξαετία) από την μεγάλη ηλικία του μηνυτή (83 ετών) και την εμφανώς καταβεβλημένη υγεία του. Πρέπει να τονιστεί ότι μέχρι την κατ' έφεση συζήτηση της υπόθεσης δεν είχε υποβληθεί σε βάρος του μηνυτή μήνυση για ψευδή καταμήνυση από τον κατηγορούμενο. Εν όψει όλων των προεκτεθέντων, κατά την γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο ο ως άνω κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, όπως κατηγορείται. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, διέλαβε στην απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του προβλεπομένου από την άνω διάταξη εγκλήματος της κλοπής, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν για τις οποίες αρκεί η αναφορά γενικώς κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά και οι νομικές σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχτηκαν στην άνω ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 372 ΠΚ που εφαρμόστηκε, την οποία ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασάφειες, ελλείψεις λογικά κενά ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, αναφέρεται ο τρόπος και οι περιστάσεις υπό τις οποίες ο αναιρεσείων αφαίρεσε από την κατοχή του μηνυτή τα κινητά πράγματα ως και ότι αυτά ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα αυτά λήφθησαν υπόψη όλα και συνεκτιμήθηκαν προκειμένου το Δικαστήριο να καταλήξει στην κρίση περί της ενοχής του αναιρεσείοντος και δεν προέβη σε επιλεκτική αξιολόγηση κάποιου εξ αυτών. Από το γεγονός δε ότι επισημαίνονται ιδιαιτέρως ορισμένες από τις μαρτυρικές καταθέσεις στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης όπως η επ' ακροατηρίου ένορκη κατάθεση του εγκαλούντος τόσο στο Πρωτοβάθμιο όσο και στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν σημαίνει ότι αγνοήθηκαν και δεν λήφθηκαν υπόψη οι άλλες καταθέσεις και τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, διέλαβε στην απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του προβλεπομένου από την άνω διάταξη εγκλήματος της κλοπής, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν για τις οποίες αρκεί η αναφορά γενικώς κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά και οι νομικές σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχτηκαν στην άνω ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, την οποία ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασάφειες, ελλείψεις λογικά κενά ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, αναφέρεται ο τρόπος και οι περιστάσεις υπό τις οποίες ο αναιρεσείων αφαίρεσε από την κατοχή του μηνυτή τα κινητά πράγματα. 'Οσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα αυτά λήφθησαν υπόψη όλα και συνεκτιμήθηκαν προκειμένου το Δικαστήριο να καταλήξει στην κρίση περί της ενοχής του αναιρεσείοντος και δεν προέβη σε επιλεκτική αξιολόγηση κάποιου εξ αυτών. Οι δε λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, καθόσον ανάγονται στην ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας που δεν ελέγχεται αναιρετικά. Κατ' ακολουθίαν οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' και Ε' λόγοι της αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της άνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι αβάσιμοι. Μετά ταύτα και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5-4-2013 αίτηση του X. K. του Ε., κατοίκου ... για αναίρεση της 10421/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις 8 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ