ΑΡΙΘΜΟΣ 1044/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Π. Α. του Ι., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Λυμπούση, περί αναιρέσεως της ΒΤ6046/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Μαΐου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 437/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Μετά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά της στο πινάκιο και την απουσία του αναιρεσείοντος ή νόμιμα διορισμένου πληρεξουσίου δικηγόρου του, εμφανίστηκε ο δικηγόρος, Νικόλαος Λυμπούσης και υπέβαλλε αίτημα αναβολής για τον αναιρεσείοντα, λόγω ασθένειας του πληρεξουσίου δικηγόρου του, Γεωργίου Μαραγκού. Μετά την απόρριψη του αιτήματος αυτού, παραστάθηκε ο αυτός δικηγόρος, Νικόλαος Λυμπούσης, προσκομίζοντας όμως την, από 25 Ιανουαρίου 2013, εξουσιοδότηση του άνω αναιρεσείοντος, Π. Α., βεβαιουμένου του γνησίου της υπογραφής του από τη δικηγόρο, Γαρυφαλλιά Λυμπούση-Βέργου, με την οποία ο αναιρεσείον εξουσιοδότησε τον άνω δικηγόρο, Νικόλαο Λυμπούση, να παραστεί ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά τη σημερινή δικάσιμο προς υποστήριξη της από 8-3-2012 αιτήσεως αναιρέσεώς του κατά της ΒΤ6046/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιώς, εγκρίνοντας ως ισχυρές όλες τις ενέργειες και πράξεις του εξουσιοδοτουμένου δικηγόρου του, που έγιναν ή θα γίνουν για την πιο πάνω υπόθεσή του. Στη συνέχεια, ο πληρεξούσιος πλέον δικηγόρος του αναιρεσείοντος, Νικόλαος Λυμπούσης, υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης διότι, ο πληρεξούσιος δικηγόρος, Γεώργιος Μαραγκός, υπέστη κάταγμα υποκεφαλικό αριστερού ισχίου, χειρουργήθηκε δε στο Νοσοκομείο Α. Φλέμιγκ και παραμένει κλινήρης στο σπίτι του μη δυνάμενος να κινηθεί, προσκομίζοντας το σχετικό από 11-1-2013 πιστ/κό του νοσοκομείου Α. Φλέμιγκ, κατά το οποίο, "χειρουργήθηκε στις 10-1-2013 και είναι ανίκανος για εργασία και μετακίνηση για ένα μήνα". Το Δικαστήριο απέρριψε και αυτό το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης, μετά τη δήλωση του άνω δικηγόρου, ότι θα παραστεί αυτός για λογαριασμό του αναιρεσείοντος. Επομένως, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, πρέπει να ερευνηθεί κατ' ουσίαν. Από το συνδυασμό των διατάξεων 329, 331 εδ. Β', 333 και 358 του Κ.Π.Δ. σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ'του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας που ιδρύει από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν δικαστήριο παρέλειψε να δώσει το λόγο στον κατηγορούμενο ή τον πληρεξούσιο που τον εκπροσωπεί να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις των μαρτύρων που έγιναν στο ακροατήριο, γιατί ούτως ο κατηγορούμενος στερείται του υπερασπιστικού δικαιώματός του.- Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη ΒΤ-6046/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρ. 25 Ν.1882/1990) και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών.- Ο αναιρεσείων με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αιτήσεώς του προβάλλει την αιτίαση ότι πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, που αποτελεί τον, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, διότι ο διευθύνων τη συζήτηση δικαστής, μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα της υποθέσεως, παρέλειψε να δώσει το λόγο σε αυτόν ή τον πληρεξούσιο, που τον εκπροσωπούσε, να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις τους και έτσι, να στερηθεί του υπερασπιστικού δικαιώματός του. Με το δεύτερο δε σκέλος του λόγου αυτού, ισχυρίζεται ότι υπάρχει επίσης απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ίδιο ακροατήριο κατ' άρθρο 138 παρ. 2 του αυτού Κώδικα, διότι ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου, μετά την υποβολή εκ μέρους του συνηγόρου του, αιτήματος για αναβολή της δίκης, προκειμένου να εκδικασθούν οι προσφυγές που εκκρεμούν στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιώς και την απορριπτική του αιτήματός του αυτού πρόταση του εισαγγελέα, δεν έδωσε το λόγο στο συνήγορό του να αντιτάξει την υπεράσπισή του και να αντικρούσει την εισαγγελική αυτή πρόταση. 'Όμως, οι αιτιάσεις του αυτές είναι αβάσιμες και ο σχετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί διότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται από το Δικαστήριο αυτό για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, από το σύνολο των αναφερομένων σε αυτά, με σαφήνεια προκύπτει, ότι ο λόγος δόθηκε στο συνήγορο του κατηγορουμένου μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα εάν είχε να παρατηρήσει, υπενθυμίσει ή να διασαφήσει κάτι σχετικά με τις καταθέσεις τους. Αλλά και βεβαιώνεται άλλωστε και αυτό ρητά στο τέλος, στη σελίδα 17 των πρακτικών, με την παρατήρηση ότι "γίνεται μνεία ότι μετά την κατάθεση των μαρτύρων την ανάγνωση των εγγράφων και πριν από την έκδοση οποιασδήποτε αποφάσεως δινόταν ο λόγος κατά σειρά σε όλους τους παράγοντες της δίκης", ενώ με ιδιαίτερη απόφαση του δικάσαντος δικαστηρίου στο σκεπτικό του, απορρίπτεται το αίτημα αναβολής της δίκης, που υπέβαλλε ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, όπου εκεί αναφέρεται ρητά και η πρόταση του εισαγγελέα, από δε τα πρακτικά της δίκης δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ή ο συνήγορός του, μετά την απορριπτική πρόταση του εισαγγελέως επί του αιτήματος της αναβολής, εζήτησαν να αντικρούσουν την εν λόγω πρόταση. Στη συνέχεια, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της αιτήσεώς του προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντ/τος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που αποτελεί τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι δεν προσδιορίζεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως η ταυτότητα των εγγράφων, κατά τρόπον ώστε να προκύπτει ποία είναι τα συγκεκριμένα αποδεικτικά έγγραφα που λήφθηκαν υπόψη για την περί ενοχής κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου και, χωρίς να αναγνωσθούν τα πρακτικά και η πρωτοβάθμια απόφαση. Για το λόγο αυτό, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Με το άρθρο 25 παρ.1 του ν.1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Περαιτέρω με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/11-9-1997 αντικαταστάθηκε το άρθρο 25 του ν.1882/1990 και, αφενός μεν ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία, αφετέρου δε αυξήθηκε το ύψος του ποσού, το οποίο, όταν οφείλεται, καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής του και έτσι οι πράξεις που προηγουμένως ήταν αξιόποινες καθίστανται πλέον ανέγκλητες, αν το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερβαίνει το όριο του 1.000.000 δρχ. προκειμένου για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα 2.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος καταβολής) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ο νόμος ως βεβαίωση χρεών εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Εξάλλου, με το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1-1-2004, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 και ορίζεται πλέον με αυτό ότι "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολική χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσης τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαιρούνται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης ως άνω αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημ/κείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Στον …ο κατηγορούμενος, κατά το χρονικό διάστημα από 30-4-2004 έως 31-7-2007, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "ARKO Ανώνυμη - Εμπορική και Μεταφορική Εταιρία Πετρελαιοειδών - Καυσίμων - Εξυπηρέτηση πολυκατοικιών", ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της άνω εταιρίας διάφορα χρέη προς το Δημόσιο, όπως αναλυτικά αναφέρονται με α/α 1 έως και 17 στον πίνακα χρεών στο διατακτικό της απόφασης αυτής, συνολικού ποσού 5.676.266,42 ευρώ, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή αυτών για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι τα χρέη αυτά, εφόσον δεν έχουν ακυρωθεί με απόφαση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, θεωρούνται υποστατά και η μη καταβολή τους συνεπάγεται τις κυρώσεις του νόμου. Επομένως, πρέπει, ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος για τα παραπάνω χρέη". Ακολούθως, το δικάσαν Δικαστήριο, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της παρακάτω αξιόποινης πράξεως και ειδικότερα του ότι: "Στον …κατά το χρονικό διάστημα από 30-4-2004 έως 31-7-2007, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν.3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί διάφορα χρέη προς το Δημόσιο σε βάρος της εταιρείας ΑΡΚΟ Ανώνυμη-Εμπορική και Μεταφορική Εταιρεία Πετρελαιοειδών - Καυσίμων - Εξυπηρέτηση πολυκατοικιών κ δ.τ. ΟΙΚΟΠΕΤΡΟΛ ΑΕ (της οποίας είναι πρόεδρος και Διευθ. Σύμβ.) όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ ΠΕΙΡΑΙΑ αρ. ειδ. Βιβλίου …/2007) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 7-11-2007 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ., ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό ευρώ 5.676.266,42 μέσα στη νόμιμη προθεσμία. ΠΙΝΑΚΑΣ ΧΡΕΩΝ Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 98 παρ. 2 ΠΚ και άρθρ. 25 παρ. 1,2,3 του Ν.1882/90, όπως αντικ. με άρθρ. 23 2523/97, 19 παρ. 2 Ν.2948/01 και άρθρ. 34 παρ. 1 γ'3220/04 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, - εκπροσωπήθηκε ο κατηγορούμενος - ), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν, υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτοί καταδικάστηκαν, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) για αοριστία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καθόσον αναφέρονται λεπτομερώς οι επί μέρους οφειλές του αναιρεσείοντος και ειδικότερα η αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών (ΔΟΥ ΦΑΕ Πειραιώς), ο τρόπος πληρωμής τους (εφάπαξ ή με δόσεις), ο ακριβής χρόνος καταβολής κάθε μερικότερης οφειλής κλπ. και προκύπτει με βεβαιότητα ότι κατά το χρόνο υποβολής της μηνυτήριας αναφοράς δηλαδή, στις 7-11-2007, είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο ολόκληρο το χρέος, ενώ εξειδικεύεται περαιτέρω το ύψος των εν λόγω επί μέρους χρεών για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων και τα οποία υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ, ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 5.676.266,42 ευρώ, χρέη τα οποία δεν καταβλήθηκαν μετά παρέλευση τετραμήνου από τη λήξη του αναφερόμενου χρόνου καταβολής τους, όπως αυτά αναλυτικά αναφέρονται με α/α 1 έως 17 στον πίνακα χρεών στο διατακτικό της αποφάσεως αυτής, β)επίσης δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας εκ του ότι στο σκεπτικό επαναλαμβάνεται αυτούσιο το διατακτικό της αποφάσεως, αφού το τελευταίο, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της και γ) δεν τίθεται θέμα εφαρμογής του άρθρου 25 ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 34 του ν. 3220/2004, διότι ως χρόνος τελέσεως αναφέρεται το χρονικό διάστημα από 30.4.2004 έως 31.7.2007, δηλαδή μετά την εφαρμογή του άρθρου 34 του ν. 3220/2004 που ισχύει από 1.1.2004, ούτε και θέμα εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 3 παρ. 1α του ν. 3943/2011, που τροποποίησε το άρθρο 25 του ν. 1882/1990 και αύξησε το κατώτερο ύψος των χρεών σε 150.000 ευρώ, αφού το συνολικό χρέος, κατά τα άνω υπερβαίνει και το ποσό αυτό και ανέρχεται σε 5.676.266,42 ΕΥΡΩ. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, καθώς επίσης της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Περαιτέρω, ναι μεν κατά τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του ΠΚ το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών (3) ετών, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β', 370 εδ. β' και 514 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, που εξαλείφει την ποινική αξίωση της πολιτείας, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας ακόμα και από τον 'Αρειο Πάγο, ο οποίος εφόσον διαπιστώσει τη συμπλήρωσή της, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, οφείλει να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη. 'Ομως, κατά τη διάταξη του άρθρου 511 εδ. β' του αυτού Κώδικα, αντ/κε με το άρθρ. 50 παρ. 5 Ν.3160/2003, ο τελευταίος οφείλει να πράξει αυτό, εφόσον κριθεί βάσιμος ένας λόγος αναιρέσεως και προβεί εντεύθεν στην αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. 'Όμως, εφόσον κατά τα προεκτεθέντα, απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι οι από το άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Α', Δ' και Ε' ΚΠΔ προβληθέντες λόγοι αναιρέσεως, δεν μπορεί το Δικαστήριο αυτό να εξετάσει και μάλιστα αυτεπαγγέλτως την συμπληρωθείσα ήδη παραγραφή για τις μερικότερες πράξεις για χρέη που βεβαιώθηκαν την 1-3-2004 και στις 2-3-05 και 2-3-05, ποσών 6.767,05, 800,00 και 800,00 ΕΥΡΩ αντίστοιχα και από τη βεβαίωση μέχρι τη συζήτηση της υποθέσεως αλλά και τη διάσκεψη αυτής, συμπληρώθηκε 8ετία, όπως αβάσιμα για την πρώτη από αυτές ο αναιρεσείων με το υπόμνημά του ισχυρίζεται. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6ης Μαΐου 2012 (υπ' αριθμ. πρωτ. 1925/8-3-2012 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου), αίτηση του Π. Α. του Ι., κατοίκου ... για αναίρεση της με αριθμό ΒΤ-6046/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.- Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ΕΥΡΩ. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουλίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ