Αριθμός 1489/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Μαρία Βασιλάκη - Εισηγήτρια, Χρυσούλα Παρασκευά και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Νοεμβρίου 2013 με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ. Π. του Δ., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Γρεβενών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δελμούζο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1350-1351/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Νοεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στους από 14 Οκτωβρίου 2013 προσθέτους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 371/2013. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, η υπό κρίση από 28-11-2012 αίτηση αναιρέσεως και οι από 14-10-2013πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως κατά της αυτής υπ' αριθμ. 1350, 1351/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, πρέπει να συνεκδικασθούν. Κατ' άρθρο 211 εδ.α' ΚΠΔ "Με ποινή ακυρότητος της διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο όσοι άσκησαν εισαγγελικά ή ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση". Ως ανακριτικά καθήκοντα νοούνται οι ανακριτικές πράξεις που ενεργούνται από ανακριτικό ή προανακριτικό υπάλληλο, κατά την διάρκεια ανακρίσεως ή προανακρίσεως, προς βεβαίωση του εγκλήματος και της ενοχής ή αθωότητος του κατηγορουμένου. Δεν είναι ανακριτική πράξη η ενεργούμενη σύλληψη και προσαγωγή στο Αστυνομικό Τμήμα, αφού για την ενέργεια του αυτή ο αστυνομικός δεν προβαίνει στην σύνταξη σχετικής ανακριτικής πράξεως προς βεβαίωση της, η οποία συντάσσεται στη συνέχεια, από τον αρμόδιο να προβεί στη σύνταξη εκθέσεως εξετάσεως προανακριτικό υπάλληλο. Εξ άλλου η άνω απαγγελλομένη ακυρότης είναι μεν σχετική, εν τούτοις εκ του ότι δύναται να προταθεί αυτή κατ' άρθρον 173 παρ.1 σε συνδ. προς άρθρο 174 παρ.1 μέχρις ότου εκδοθεί για την κατηγορία οριστική απόφαση σε τελευταίο βαθμό και συνεπώς εκ του ότι δύναται να προταθεί για πρώτη φορά κατ' έφεση συνάγεται ότι η ακυρότης υφίσταται καλυπτόμενη μόνον εάν δεν επροτάθη, κατά τ' ανωτέρω. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης, ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου προέβαλε τον ισχυρισμό περί μη λήψεως υπ' όψη της μαρτυρικής καταθέσεως του αστυνομικού, Ν. Β., ο οποίος εξητάσθη στο ακροατήριο του Εφετείου, διότι ούτος προέβη εις την σύλληψη του κατηγορουμένου, η οποία αποτελεί ανακριτική πράξη. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφαση του απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό με την αιτιολογία ότι "Η σύλληψη του κατηγορουμένου και η προσαγωγή του στην οικεία αστυνομική υπηρεσία δεν αποτελεί ανακριτική πράξη [ΑΠ 928/2008, ΑΠ 721/2005, Πεντ.Εφ.Θεσ. 62-63/2011], ο απλώς δε μεταφέρων πληροφορίες για τον συλληφθέντα υπ' αυτού κατηγορούμενο δεν καθίσταται εκ μόνου του γεγονότος αυτού ανακριτικός υπάλληλος [ΑΠ 1549/2009]. Επομένως ο αστυνομικός Ν. Β., ο οποίος συνέλαβε απλώς τον κατηγορούμενο και τον παρέπεμψε στον οικείο Εισαγγελέα [βλ. την από 2-11-2007 έκθεση συλλήψεως] δεν ενήργησε εν προκειμένω ως προανακριτικός υπάλληλος και δεν κωλύεται να εξετασθεί, είναι δε απορριπτέος ο προβληθείς σχετικός ισχυρισμός του κατηγορουμένου [στον οποίο μάλιστα κατά τρόπον αντιφατικό γίνεται λόγος για κατάθεση του άνω αστυνομικού υπαλλήλου στις 31-1-2003 ενώπιον των Ανθ/μων Κ. και Δ.], ενώ οι πράξεις για τις οποίες κατηγορείται ο κατηγορούμενος φέρονται ως τελεσθείσες πολύ μετέπειτα , εντός του έτους 2007". Εντεύθεν ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως οποίος εκτιμάται ως λόγος περί σχετικής ακυρότητας (510 παρ 1 στ Β) που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, εκ της ανωτέρω προταθείσας αιτίας, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 εδάφια β' και ζ' του ν. 3459/2006 "Κώδικας Νόμων για τα Ναρκωτικά", με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές καθείρξεως και χρηματική τιμωρείται όποιος, εκτός άλλων, αγοράζει, πωλεί, μεταφέρει, ή κατέχει ναρκωτικά. Μεταξύ των ναρκωτικών κατά την έννοια του νόμου αυτού περιλαμβάνεται και η κοκαΐνη (άρθρ. 1 παρ. 1, 2 πίνακας Β' περ. 3 του ως άνω Κώδικα). Ως αγορά και πώληση των ουσιών αυτών θεωρείται η, κατά τους όρους του άρθρου 513 ΑΚ, μεταβίβαση της κυριότητας τους στον αγοραστή, που γίνεται με την προς αυτόν παράδοση τους, αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος, η κατοχή πραγματώνεται με τη φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από το δράστη, κατά τρόπο που να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη τους και να τα διαθέτει πραγματικά κατά τη βούληση του, ενώ για την υποκειμενική θεμελίωσή τους απαιτείται δόλος ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση της ιδιότητας των ουσιών ως ναρκωτικών και τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να τελέσει την πράξη, με την οποία πραγματώνεται η αντικειμενική τους υπόσταση. Κατά το άρθρο 23 του ιδίου ως άνω νόμου με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή είκοσι εννέα χιλιάδων τετρακοσίων δώδεκα (29.412) μέχρι πεντακοσίων ογδόντα οκτώ χιλιάδων διακοσίων τριάντα πέντε (588.235) ευρώ τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 20, 21 και 22 αν είναι υπότροπος ή ενεργεί κατ" επάγγελμα. Κατά δε την διάταξη του άρθρου 13 περ. στ' Π Κ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τη θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η ίδια αιτιολογία απαιτείται και ως προς την κρίση του για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τέλεσης από το δράστη του εγκλήματος , η οποία επιτείνει την τιμωρία αυτού. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης υπ' αριθμ 1350-1351/23-5-2012 αποφάσεως τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του μετά από αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν νόμιμα και ενόρκως, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, από τη νόμιμη ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και όλων των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, που νόμιμα προσκομίσθηκαν και αναγνώσθηκαν, από την απολογία, τέλος, του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, αποδείχθηκαν τα παρακάτω: Στο Τμήμα Δίωξης ναρκωτικών Ανατολικής Θεσσαλονίκης της Δ.Α.Θ. περιήλθαν πληροφορίες ότι ο κατηγορούμενος αποτελεί μέλος κυκλώματος που διακινεί ποσότητες κοκαΐνης, και, μετά τον εντοπισμό του, τέθηκε σε διακριτική παρακολούθηση. Από την παρακολούθηση διαπιστώθηκε ότι έπαιρνε μέτρα αντιπαρακολούθησης. Στις 2.11.2007 εντοπίστηκε να κινείται στην περιοχή της Καλαμαριάς, αποφασίστηκε ο έλεγχός του και ακινητοποιήθηκε. Σε ερωτήσεις των αστυνομικών σχετικά με τη διεύθυνση της κατοικίας του, δήλωνε άλλες διευθύνσεις πλην της οδού ..., που ήταν η μόνιμη κατοικία του. Στη συνέχεια ακολούθησε νομότυπη έρευνα στην οικία του, όπου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν πέντε δέματα κοκαΐνης, μικτού βάρους 136, 131, 105, 50 και 53 γραμ. αντίστοιχα, έκαστο, και συνολικού βάρους 456,5 γραμμαρίων, δύο ηλεκτρονικές ζυγαριές, δύο πρέσες επεξεργασίας-συσκευασίας και υλικά νόθευσης ναρκωτικών μαζί με δύο πλάκες που χρησιμοποιούνται για συμπίεση της ναρκωτικής ουσίας, δύο ποτήρια για αραίωση της κοκαΐνης με ένα πιρούνι και πέντε φακελάκια σούπες KNOR, καθώς και ένα ημερολόγιο-ατζέντα, όπου φαίνονταν οι παράνομες συναλλαγές του, που αναφέρονται ειδικότερα στο κατηγορητήριο και στο διατακτικό της παρούσας. Ο ίδιος δήλωσε στους αστυνομικούς που τον συνέλαβαν ότι δεν κάνει χρήση ναρκωτικών και ότι τις ποσότητες αυτές τις πήρε από κάποιον άγνωστο Αλβανό, όπως δήλωσε και απολογούμενος ενώπιον του πρωτοδίκου δικαστηρίου. Τον ισχυρισμό ότι ήταν χρήστης ναρκωτικών δεν τον προέβαλε στο πρωτόδικο, αλλά για πρώτη φορά τον προβάλλει στο παρόν Δικαστήριο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις εν λόγω πράξεις της αγοράς, κατοχής και πώλησης κατ' εξακολούθηση ναρκωτικών ουσιών προέβη κατ' επάγγελμα, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση των συγκεκριμένων εγκλημάτων και την υποδομή που είχε προς τούτο διαμορφώσει για την διακίνηση των μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών, που ανευρέθησαν, όπως αναφέρεται στο διατακτικό, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος από τη συνεχή διάπραξη των εγκλημάτων αυτών, αφού οι σημαντικές ως άνω ποσότητες κοκαΐνης ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, τις οποίες, καίτοι άεργος, προμηθεύτηκε ο κατηγορούμενος αλλεπάλληλα, με ιδιάζουσα ευχέρεια και υπό συνθήκες οργάνωσης, προπαρασκευής και ετοιμότητας, που μαρτυρούν την εμπλοκή του σε ευρύτερο κύκλωμα διακίνησης, απέκρυπτε δε τις ποσότητες αυτές αδίστακτα στην οικία του, που είχε διαμορφώσει ως χώρο, αφενός μεν αποθήκευσης ("καβάντζα"), αφετέρου δε επεξεργασίας, νόθευσης, τυποποίησης και συσκευασίας της συγκεκριμένης ναρκωτικής ουσίας, την οποία, χρησιμοποιώντας δύο (2) ηλεκτρονικούς ζυγούς ακριβείας τύπου "ΤANGENT" και "VOLT CRAFT", δύο (2) πρέσες με τις αντίστοιχες μεταλλικές πλάκες συμπίεσης, διαστάσεων 23X7 εκατοστών, καθώς και τα λοιπά εργαλεία και υλικά που ανευρέθησαν στον ίδιο χώρο, αφού νόθευε και κατένειμε μεθοδικά σε επιμέρους συσκευασίες προς περαιτέρω διάθεση, κατόπιν σχετικών παραγγελιών, πωλούσε συστηματικά σε τρίτους, με παντελή έλλειψη ηθικών αναστολών και με μόνο κίνητρο το παράνομο κέρδος προς βιοπορισμό από την εμπορία ναρκωτικών, καταγράφοντας μάλιστα το προϊόν των συναλλαγών του σε ειδικό σημειωματάριο που τηρούσε για τον λόγο αυτό. Το σημειωματάριο αυτό συνεκτιμάται μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ανεξαρτήτως αν από μόνες τις υφιστάμενες σ' αυτό σημειώσεις δεν μπορεί να θεμελιωθεί η κατηγορία και πιθανή καταδίκη του κατηγορουμένου. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η αποδεικτική αξιοποίηση του εν λόγω ημερολογίου προσκρούει στο άρθρο 223 του ΠΚ είναι απορριπτέος, αφού, ανεξαρτήτως των προαναφερομένων, το άρθρο 223 ΠΚ αναφέρεται σε παντελώς άσχετο θέμα [ρυθμίζει την μετακίνηση ορόσημων], αν δε τυχόν θεωρηθεί ότι ο κατηγορούμενος ήθελε να αναφερθεί στο άρθρο 223 ΚΠοινΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο εξετάσεως των μαρτύρων στην ποινική δίκη, και πάλι καμία παράβαση από το τελευταίο αυτό άρθρο δεν στοιχειοθετείται εν προκειμένω [οι μάρτυρες εξετάσθηκαν καθόλα νομότυπα] την οποία παράβαση ούτε αναφέρει συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος, ούτε καν την υπονοεί. Επομένως είναι απορριπτέος ο παραπάνω αναφερθείς σχετικός, όλως αόριστος, ισχυρισμός του κατηγορουμένου εν πάση περιπτώσει. Τέλος, κατά τη νομότυπη έρευνα στην οικία του βρέθηκαν στην κατοχή του παράνομα όπλα και συγκεκριμένα μηχανισμοί και μέσα εκκένωσης ηλεκτρικής ενέργειας. Με τις παραδοχές του αυτές, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω εγκλημάτων της παράβασης της νομοθεσίας περί ναρκωτικών για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1, 98 ΠΚ και των άρθρων 1 παρ. 1, 2 πιν. Β' περ 3, 20 παρ 1 εδ.β, ζ, 2, 23, 37, 38 του ν. 3459/2006 τις οποίες εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά τα επί μέρους υπό στοιχ. 3.1, 3.2, 3.6, 3.7 αιτιάσεις του με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα είναι αβάσιμος . Η αιτιολογία της απόφασης πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρ.170 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και η επίκληση από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, περί της συνδρομής της περιπτώσεως του αρ.13 παρ.1 του Ν. 1729/1987 όπως αντικαταστάθηκε με το αρ. 15 του Ν. 2161/93, (ήδη άρ. 30 παρ.1 του ΚΝΝ 3459/06 ως εκ του χρόνου τελέσεως της πράξεως), η οποία καλύπτει εκείνους που απέκτησαν την έξη της χρήσης ναρκωτικών και την οποία δεν μπορούν να αποβάλλουν με τις δικές τους δυνάμεις και έχει ως συνέπεια την ηπιότερη ποινική μεταχείριση του δράστη. Στην προκειμένη υπόθεση, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας αυτή εκδόθηκε, καθώς και από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προς διερεύνηση της βασιμότητας των προβαλλόμενων λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων πρόβαλε α) τον σαφή και ορισμένο αυτοτελή ισχυρισμό ότι είναι εξαρτημένος χρήστης ναρκωτικών ουσιών και ειδικότερα ότι από την χρόνια χρήση αυτών απέκτησε την έξη της χρήσεως, την οποία από ετών δεν μπορεί να αποβάλει με δικές του δυνάμεις και β) τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου , της επιδείξεως ειλικρινούς μετάνοιας και της καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη (άρθρο 84 παρ. 2 περ. α, δ και ε). Τους άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος απέρριψε το Δικαστήριο της ουσίας με την ακόλουθη αιτιολογία: "... να απορριφθούν οι προταθέντες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αυτοτελείς ισχυρισμοί περί τοξικομανίας του και αναγνωρίσεως των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου (άρ. 84 παρ 2α ΠΚ), της ειλικρινούς μεταμέλειας (άρθρ. 84 παρ.2δ ΠΚ) και της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς (άρθρ. 84 παρ. 2ε ΠΚ), καθ' όσον, αναφορικά με τον περί τοξικομανίας ισχυρισμό του ειδικώτερα, που υποβάλλεται, κατά τα προλεχθέντα, για πρώτη φορά στο παρόν Δικαστήριο, δεν απεδείχθη ότι ο κατηγορούμενος αυτός, κατά τις κρίσιμες ημερομηνίες, κατά τις οποίες τελέσθηκαν οι άνω πράξεις § ήταν τοξικομανής, κατά την έννοια του νόμου, οι προσκομιζόμενες δε και αναγνωσθείσες σχετικές βεβαιώσεις και όσες ο ίδιος επικαλείται αναφέρονται σε μεταγενέστερα των κρισίμων χρονικών διαστημάτων χρονικά σημεία και δεν μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετική κρίση, ενώ, εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, τον ισχυρισμό αυτό τον προβάλλει το πρώτον στο παρόν Δικαστήριο. Επίσης, είναι απορριπτέος ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί χορηγήσεως του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου, γιατί δεν προσάγεται κάποια πειστική απόδειξη ότι ο βίος του κατηγορουμένου, ατομικός, οικογενειακός, επαγγελματικός και καθόλα κοινωνικός, υπήρξε έντιμος, και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα, αφού και από το αντίγραφο του ποινικού μητρώου αυτού αποδεικνύεται ότι αυτός έχει και προηγουμένως καταδικαστεί για άλλα αδικήματα σε ποινές φυλάκισης και δεν προσκομίζονται αποδεικτικά μέσα από τα οποία να συνάγεται ο έντιμος αυτού βίος προ της τελέσεως των ανωτέρω πράξεων [ΑΠ 205/2007, ΑΠ 984/2006, ΑΠ 1/2005]. Περαιτέρω η ύπαρξη των ελαφρυντικών περιστάσεων της επιδείξεως ειλικρινούς μετάνοιας και επιδιώξεως άρσεως ή μειώσεως των συνεπειών της πράξεως (άρθρο 84 παρ. 2 περ. δ' του Π.Κ.) και της καλής για σχετικά μεγάλο διάστημα συμπεριφοράς του υπαίτιου μετά την πράξη του (άρθρο 84 παρ. 2 περ. ε' του Π.Κ.) προϋποθέτει, η πρώτη, ειλικρινή και έμπρακτη μετάνοια, συνδυαζόμενη με περιστατικά που δείχνουν ότι ο υπαίτιος επιζήτησε ειλικρινά και όχι προσχηματικά, να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του, με συγκεκριμένη συμπεριφορά έναντι των παθόντων, μη αρκούσης της απλής συγγνώμης ή μεταγενέστερης καλής διαγωγής, εντός ή εκτός της φυλακής και η δεύτερη, καλή συμπεριφορά του υπαίτιου, υπό την έννοια όχι μόνον του ζην νομοταγώς, αλλά και της εκδηλώσεως θετικών ενεργειών, επί μακρό χρόνο μετά την πράξη του (ΑΠ 891/2006 ΤΝΠ "Νόμος"), τα οποία περιστατικά ουδόλως απεδείχθησαν εν προκειμένω, αφού κανένα περιστατικό που να αποδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος μετεμελήθη πραγματικά δεν απεδείχθη [εξάλλου αυτός προφυλακίσθηκε στις 2-11-2007 δύο μέρες μετά την τελευταία αξιόποινη πράξη από τις προαναφερόμενες, που του αποδίδονται] η τυχόν δε καλή συμπεριφορά του εντός των φυλακών και η τυχόν συμμόρφωση του στους κανονισμούς της υπηρεσίας δεν αρκεί για την χορήγηση σχετικού ελαφρυντικού, εφόσον η τυχόν τέτοια συμπεριφορά δεν είναι προϊόν ελεύθερης βούλησης του κατηγορουμένου, αλλά αποτέλεσμα του φόβου, ενόψει των δικών, που επρόκειτο να ακολουθήσουν και της εκκρεμότητας των εναντίον του κατηγοριών [ΑΠ 2151/2009, ΑΠ 405/2007, ΑΠ 384/2007, ΑΠ 1166/2006]. Με τις πιο πάνω παραδοχές του το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία α) για το ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος δεν ήταν κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο τοξικομανής, δηλαδή ότι δεν ήταν άτομο εξαρτημένο από τη χρήση ναρκωτικών που δεν μπορούσε να αποβάλει μόνος του την έξη της χρήσης τους, κρίση στην οποία οδηγήθηκε εκτιμώντας και τις προσκομισθείσες από τον αναιρεσείοντα βεβαιώσεις όπως τούτο ρητώς αναφέρει στο σκεπτικό της προσβαλλομένης, β) ότι δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ 2 περ. α, δ και ε ΠΚ. Την κρίση του αυτή στήριξε το Δικαστήριο της ουσίας σε όλα τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται στην αρχή του σκεπτικού της απόφασης (δηλαδή, καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, έγγραφα πού αναγνώστηκαν, απολογία του κατηγορουμένου), όπως αυτό προκύπτει από την αναφορά ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του "το παραπάνω αναφερόμενο και υφιστάμενο στη διάθεση του Δικαστηρίου αποδεικτικό υλικό". Επομένως, οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ', για έλλειψη αιτιολογίας στην απορριπτική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως περί συνδρομής των πιο πάνω αυτοτελών ισχυρισμών της τοξικομανίας και των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α, δ και ε ΠΚ πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Επειδή κατά το άρθρο 511 ΚΠοινΔ, αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως και εμφανισθεί ο αναιρεσείων, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως το μεταγενέστερο της δημοσιεύσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως επιεικέστερο νόμο, ενώ κατά το άρθρο 514 του αυτού Κώδικα, το νόμο αυτόν εφαρμόζει το ίδιο Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ακόμη και αν δεν εμφανισθεί ο αναιρεσείων. Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων κατεδικάσθη διά της ανωτέρω 1350,1351/2012 αποφάσεως και για αγορά - κατοχή- πώληση ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα σύμφωνα μετά άρθρα 20 παρ. 1 εδάφια β' και ζ', 2, 23, 37, 38 του ν.3459/2006 "Κώδικας Νόμων για τα Ναρκωτικά", που προβλέπουν ποινή ισόβιας κάθειρξης και χρηματική ποινή. Ο νόμος 4139/2013 που ισχύει από 20-3-2013 ο οποίος με το άρθρο 100 αυτού ,εκτός άλλων κατήργησε και τον ν. 3459/2006 ορίζει στο άρθρο 23 παρ 2α "1. ... 2. Με ισόβια κάθειρξη καθώς και με χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ μέχρι ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ τιμωρείται ο δράστης των πράξεων των άρθρων 20 και 22α) όταν κατ' επάγγελμα χρηματοδοτεί την τέλεση κάποιας πράξης διακίνησης ή κατ' επάγγελμα διακινεί ναρκωτικές ουσίες και το προσδοκώμενο όφελος του δράστη στις ανωτέρω περιπτώσεις υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ", είναι επιεικέστερος νόμος της αντίστοιχης διάταξης που ίσχυε πριν, άρθρο 23 ν. 3459/2006, αφού ως προς την στερητική της ελευθερίας ποινή της ισοβίου καθείρξεως, για την κατάγνωσή της απαιτείται και το πρόσθετο στοιχείο, το προσδοκώμενο όφελος του δράστη στις ανωτέρω περιπτώσεις να υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ, ενώ ακόμη δεν επαναλαμβάνεται στο νέο νόμο ως επιβαρυντική περίπτωση η προβλεπόμενη τιμωρία διαζευκτικώς και για τους υπαιτίους που ενεργούν κατά συνήθεια ή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι. Στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης βεβαιώνεται ότι το προσδοκώμενο όφελος του κατηγορουμένου από την τέλεση των παραβάσεων του νόμου περί ναρκωτικών υπερβαίνει σαφώς το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ. Ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα εφαρμογής του τελευταίου νόμου 4193/2013. Επομένως ο σχετικός πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 177, 178 και 179 του ΚΠΔ προκύπτει ότι στην ποινική δίκη επιτρέπεται κάθε είδος αποδεικτικού μέσου, είτε είναι απ' αυτά που αναφέρονται στο παραπάνω άρθρο 178 είτε άλλα, ακόμα και άκυρα, αρκεί η χρησιμοποίηση τους να μην απαγορεύεται από το νόμο, είτε ρητά, είτε γιατί είναι αντίθετα στις διατάξεις του δικονομικού συστήματος που ισχύει (ΑΠ 1150/ 1989). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Πενταμελές Εφετείο που δίκασε έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεως του περί της ενοχής τους αναιρεσείοντος, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων και ιδιωτικές σημειώσεις του αναιρεσείοντα που κατασχέθηκαν στην κατοχή του και οι οποίες χρησίμευσαν στη διακίνηση από τον ίδιο ναρκωτικών ουσιών, έγγραφα που μπορούσαν να ληφθούν υπόψη στην ποινική δίκη γιατί η χρησιμοποίηση τους δεν απαγορεύεται ρητώς από καμία διάταξη και δεν αντίκειται σε θεμελιώδεις διατάξεις του δικονομικού συστήματος που ισχύει και η λήψη τους υπόψη από το Δικαστήριο τέτοιων εγγράφων δεν συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα της ποινικής διαδικασίας του. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ 1 περ. Α', κατ' ορθή εκτίμηση αυτού, τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά τα υπό στοιχ. 3.3, 3.4 και 3.5 σκέλη αυτού, είναι απαράδεκτος. Μετά ταύτα και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου της αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28-11-2012 αίτηση αναιρέσεως και τους από14-10-2013 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 1350, 1351/2012 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ