Αριθμός 499/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Χρυσούλα Παρασκευά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Σ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Νικολάου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 10641/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Δεκεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 61/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ο Νόμος 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" θεσπίστηκε σε εκπλήρωση υποχρεώσεως του κοινού νομοθέτη η οποία απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 2§1,5§1 9 και 19 του Συντάγματος, οι οποίες ενάγουν την προστασία της αξίας του ανθρώπου σε πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας, προστατεύσουν την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και διασφαλίζουν την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή καθώς και το απόρρητο των επικοινωνιών του. Παράλληλα όμως η θέσπιση του νόμου τούτου ήταν επιβεβλημένη και εν όψει των προβλεπομένων στην Οδηγία 95/46/ΕΚ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24 Οκτωβρίου 1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού Χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών. Κατά το άρθρο 1 του Ν. 2472/1997, όπως αυτός μετά τις τροποποιήσεις του με το Νόμο 3474/2006 αντικείμενο του νόμου είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής. Στο άρθρο 2 του ιδίου Νόμου ορίζεται ότι για τους σκοπούς του παρόντος νοούνται ως β) ευαίσθητα δεδομένα τα δεδομένα που αφορούν τη φυλετική ή εθνική προέλευση τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή πολιτικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε ένωση, σωματείου και συνδικαλιστική οργάνωση, την υγεία την κοινωνική πρόνοια και την ερωτική ζωή καθώς και τα σχετικά με τις ποινικές καταδίκες ... ε) Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (αρχείο) κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια". Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του ιδίου νόμου οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο. Κατά το άρθρο 7 του εν λόγω νόμου Ι. απαγορεύεται η συλλογή και επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων. 2. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου, ύστερα από άδεια της Αρχής, όταν συντρέχουν μια ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) το υποκείμενο έδωσε τη γραπτή συγκατάθεσή του, εκτός αν η συγκατάθεση έχει αποσπασθεί με τρόπο που αντίκειται στο νόμο ή τα χρηστά ήθη ή ο νόμος ορίζει ότι η συγκατάθεση δεν αίρει την απαγόρευση, β) η επεξεργασία είναι αναγκαία για τη διαφύλαξη ζωτικού συμφέροντος του υποκειμένου ή προβλεπομένου από το νόμο συμφέροντος τρίτου, εάν το υποκείμενο τελεί σε φυσική ή νομική αδυναμία να δώσει τη συγκατάθεσή του, γ)η επεξεργασία αφορά δεδομένα που δημοσιοποιεί το ίδιο το υποκείμενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου...., ζ)η επεξεργασία αφορά δεδομένα δημοσίων προσώπων εφόσον αυτά συνδέονται με την άσκηση δημοσίου λειτουργήματος ή τη διαχείριση τρίτων και πραγματοποιείται για την άσκηση του δημοσιογραφικού επαγγέλματος. Η άδεια της Αρχής χορηγείται μόνον εφόσον η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την εξασφάλιση του δικαιώματος πληροφόρησης επί θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος καθώς και στο πλαίσιο καλλιτεχνικής εκφράσεως και εφόσον δεν παραβιάζεται καθ' οιονδήποτε τρόπο το δικαίωμα προστασίας της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. Το άρθρο 22 προβλέπει ποινικές κυρώσεις για τις αναφερόμενες σ' αυτό κατηγορίες συμπεριφορών που κρίνονται αξιόποινες. Ειδικότερα, όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιοδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις. Οι ποινικές κυρώσεις, όπως άλλωστε είναι φυσικό, εν όψει της ιδιάζουσας βαρύτητάς τους, προβλέπονται όχι γενικώς και αορίστως για κάθε παράβαση των διατάξεών του, αλλά μόνο για συγκεκριμένες ειδικά περιγραφόμενες σοβαρές παραβάσεις. Με εξαίρεση δε τις περιπτώσεις του άρθρου 22 παρ. 5, η οποία ποινικοποιεί τις παραβάσεις συγκεκριμένων αποφάσεων της Αρχής προσωπικών δεδομένων, το κοινό συνδετικό γνώρισμα των ειδικών ποινικών προβλέψεων του άρθρου 22 του ν. 2472/1997 και εκείνο που προσδίδει βαρύτητα στις σχετικές πράξεις είναι η αναφορά τους στην τήρηση Αρχείων προσωπικών δεδομένων. Έτσι, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 22 γίνεται αξιόποινη η χωρίς γνωστοποίηση στην Αρχή σύσταση και λειτουργία Αρχείου Προσωπικών δεδομένων, κατά την παρ. 2 η διατήρηση "Αρχείου", χωρίς άδεια ή κατά παράβαση των όρων και προϋποθέσεων της αδείας της Αρχής και κατά την παράγραφο 3 η χωρίς γνωστοποίηση στην Αρχή και άδεια από αυτήν διασύνδεση αρχείων. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι για την αντικειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται α) ύπαρξη δεδομένων που περιλαμβάνονται σε "Αρχείο" ως τοιούτου θεωρουμένου κατά το άρθρο 2 περ. ε', του συνόλου των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελούν αντικείμενο "επεξεργασίας" και τηρούνται ή από το δημόσιο ή από ενώσεις προσώπων ή φυσικά πρόσωπα, β) υποκείμενο των δεδομένων που είναι το φυσικό πρόσωπο, στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως και γ) δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που είναι κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων από τα οποία ευαίσθητα δεδομένα είναι αυτά που αφορούν τη φυλετική ή εθνική προέλευση, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε ένωση, σωματείο και συνδικαλιστική οργάνωση, την υγεία, την κοινωνική πρόνοια και την ερωτική ζωή. Έτσι, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι δεν θεωρούνται δεδομένα οι πληροφορίες των οποίων κάνει κάποιος χρήση και οι οποίες περιήλθαν εις γνώση του, χωρίς να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο ή χωρίς να τους τις έχει μεταδώσει τρίτος που επενέβη σε αρχείο, γιατί εκλείπει η προϋπόθεση του αρχείου ως στοιχείου της αντικειμενικής υποστάσεως. Με βάση τα παραπάνω, το αρχείο μιας εφημερίδας αποτελεί σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα διαρθρωμένο με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, που είναι τίτλος της εφημερίδας, η ημερομηνία κυκλοφορίας και ο αριθμός του συγκεκριμένου φύλλου, τα οποία επιτρέπουν την πρόσβαση στα προσωπικά δεδομένα που έχουν δημοσιευθεί. Οι διατάξεις του ν. 2472/1997 κατά το μέρος που απαγορεύουν την επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από δημοσιογράφους δεν προσκρούουν στις συνταγματικές διατάξεις που κατοχυρώνουν την ελευθερία της εκφράσεως και διαδόσεως στοχασμών και πληροφοριών μέσω της ασκήσεως του δημοσιογραφικού επαγγέλματος καθόσον η ελευθερία αυτή που κατοχυρώνεται από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος και ειδικώς ως προς τον έγγραφο Τύπο από το άρθρο 14αρ. 1 αυτού, δεν περιλαμβάνει και την ελευθερία διαδόσεως πληροφοριών που ανάγονται στην προστατευόμενη από τα άρθρα 2 παρ.1 και 9 παρ. 1 του Συντάγματος απαραβίαστη σφαίρα της ιδιωτικής ζωής των προσώπων, στον πυρήνα της οποίας ανήκει και η ερωτική τους ζωή. Η διάδοση πληροφοριών τέτοιου περιεχομένου σχετικά με την ερωτική ζωή ατομικώς προσδιοριζομένου προσώπου δεν επιτρέπεται να αποτελέσει από συνταγματική άποψη περιεχόμενο του δικαιώματος πληροφορήσεως ή της ελεύθερης εκφράσεως και διαδόσεως των στοχασμών. Ο νόμος 2472/1997, οι διατάξεις του οποίου προβλέπουν περιορισμούς στην επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα εν γένει αποβλέπουν στην προστασία των αξιών που αναγνωρίζονται και από τα άρθρα 2 παρ. 1 και 9 παρ. 1 του Συντάγματος και οριοθετούν μαζί με αυτές τις συνταγματικές διατάξεις τις λοιπές ίσου κύρους διατάξεις του Συντάγματος μεταξύ των οποίων και αυτές των άρθρων 5 παρ. 1 και 14 παρ. 1 αυτού ως προς το περιεχόμενο των κατοχυρουμένων με αυτές δικαιωμάτων και ελευθεριών. Συνάδει με τους περιορισμούς αυτούς ο τιθέμενος από το ν. 2472/1997 κανόνας της πλήρους απαγορεύσεως της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της κατ' εξαίρεση επεξεργασίας τέτοιων προσωπικών δεδομένων και μόνον ύστερα από προηγούμενη άδεια της Αρχής, και υπό τις περαιτέρω προϋποθέσεις της τηρήσεως του απορρήτου και του περιορισμένου του χρόνου της επεξεργασίας. Στις ειδικές αυτές περιπτώσεις όπου κατ' εξισορρόπηση διαφόρων συνταγματικών αξιών διευκολύνεται η άσκηση κατοχυρουμένων από άλλες συνταγματικές διατάξεις δικαιωμάτων, όπως η εξυπηρέτηση της ελεύθερης πληροφορήσεως των ατόμων μέσω του Τύπου περιλαμβάνεται και η προβλεπόμενη από το άρθρο 7 παρ. 2 περ. ζ' του ν. 2472/1997 περίπτωση, κατά την οποία όταν η επεξεργασία αφορά τα δεδομένα δημοσίων προσώπων, εφόσον αυτά συνδέονται με την άσκηση δημοσίου λειτουργήματος ή τη διαχείριση συμφερόντων τρίτων και πραγματοποιείται αποκλειστικά για την άσκηση του δημοσιογραφικού επαγγέλματος, επιτρέπεται κατ' εξαίρεση η επεξεργασία κατόπιν αδείας της αρχής που χορηγείται μόνον αν είναι απολύτως αναγκαία αυτή για την εξασφάλιση του δικαιώματος πληροφόρησης επί θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος και στο πλαίσιο καλλιτεχνικής έκφρασης και εφόσον δεν παραβιάζεται καθ' οιονδήποτε τρόπο το δικαίωμα προστασίας της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. Επομένως στις περιπτώσεις χρήσεως δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από δημοσιογράφους και συγκεκριμένα όταν γίνεται δημοσιοποίηση ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων με επερχόμενη από αυτήν προσβολή της προσωπικότητας του ατόμου, καθίσταται αναγκαία η εναρμόνιση των συγκρουομένων θεμελιωδών δικαιωμάτων. Προς το σκοπό αυτό λαμβάνεται υπόψη η αρχή της αναλογικότητας κατά την οποία η επαχθής Πράξη (δημοσιοποίηση των ευαίσθητων δεδομένων) πρέπει σε κάθε περίπτωση να είναι: α) πρόσφορη για την επίτευξη του εν λόγου σκοπού που επιδιώκεται με αυτήν και β) αναγκαία για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού με την έννοια ότι αυτό το αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με ένα ανώδυνο ή έστω ηπιότερο μέσο και γ) η προσβολή που προκαλείται πρέπει να είναι ποιοτικά και ποσοτικά κατώτερη ή έστω ανάλογη προς το επιδιωκόμενο όφελος ποτέ όμως βαρύτερη από αυτήν. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ή έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείκτηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναίρεσης, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος κατά το άρθρο 510 §1 στοιχ.Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένη εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παράβαση της στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το τριμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφαση όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της δέχθηκε κατά λέξη τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα, καθώς και από όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν αποδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος δημοσιογράφος στην Αθήνα κατά τους παρακάτω χρόνους με περισσότερες από μία πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος χωρίς δικαίωμα έλαβε γνώση αρχείου απλών και ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, επεξεργάσθηκε αυτά μετέδωσε και κατάστησε προσιτά αυτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα στα οποία επέτρεψε να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων εκμεταλλευόμενος τα δεδομένα αυτά, δηλ. πληροφορίες αφορώσες ιδίως την ερωτική ζωή των υποκειμένων των δεδομένων καίτοι αυτό απαγορεύεται από το νόμο περί προστασίας του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ειδικότερα, ως δημοσιογράφος και παρουσιαστής της ενημερωτικής εκπομπής με τίτλο "εκκεντρικό δελτίο" της οποίας την παραγωγή επιμελείται εταιρεία συμφερόντων του δημοσιογράφου και παρουσιαστή των εν λόγω εκπομπών που δεν συνδέεται με τον τηλεοπτικό σταθμό με σχέση εξαρτημένης εργασίας -που μεταδίδεται από τον τηλεοπτικό σταθμό "Extra Channel 3" έχοντας σχηματίσει αρχείο με έγγραφα και μαγνητοταινίες με απλά και ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, τα διατήρησε για δημοσιογραφική έρευνα και έκανε τηλεοπτική χρήση αυτών κατά τις κατωτέρω αναλυτικά αναφερόμενες εκπομπές, οπότε και είναι υπεύθυνος επεξεργασίας κατά το Ν. 2472/97 οι οποίες περιστρέφονταν γύρω από το μείζον θέμα της λειτουργίας του θεσμού της εκκλησίας, τις οικονομικές παρατυπίες Μητροπολίτη, την ανέγερση αυθαιρέτου κτίσματος την αδιαφάνεια διαχείρισης χρημάτων από τα παγκάρια των ναών και την σεξουαλική παρενόχληση από τον Μητροπολίτη προσώπων απασχολούμενων στη Μητρόπολη και πλέον ειδικότερα: 1) Στην εκπομπή της 3/2/05 μετέδωσε συνομιλίες ερωτικού περιεχομένου ιεραρχών και δη έλαβε γνώση, επεξεργάσθηκε και μετέδωσε στο τηλεοπτικό κοινό απόσπασμα ερωτικού περιεχομένου που αποδίδεται στο Μητροπολίτη Αττικής Π. με νεαρό, το οποίο έχει κατά λέξη ως εξής "Μητροπολίτης Αττικής σε νεαρό: "Εγώ σε αγαπώ και σε θέλω ... Αγάπη μου με έχεις ταλαιπωρήσει. Να μη χαθούμε .. Πολλές φορές θυμάμαι τις στιγμές που περάσαμε στο κρεβάτι και αυτό με ερεθίζει ... Έχεις ερεθισθεί τώρα; Να το κάνουμε όπως το Καλοκαίρι ... το μπιντέ σου θα το κάνεις εδώ ...". 2) Στην εκπομπή της 4/2/05, στα πλαίσια ανακεφαλαίωσης της εκπομπής της προηγούμενης ημέρας μετέδωσε αποσπάσματα από τις ερωτικές συνομιλίες του Μητροπολίτη Αττικής με άγνωστο νεαρό και επανέλαβε αποσπάσματα συνομιλιών ερωτικού περιεχομένου που προβλήθηκαν κατά την διάρκεια της εκπομπής της 3/2/2005. 3) Στην εκπομπή της 7/2/05, μετέδωσε κατ' επανάληψη αποσπάσματα των συνομιλιών ερωτικού περιεχομένου του ίδιου Μητροπολίτη με νεαρό από της προηγούμενες εκπομπές της 3/2/05 και 4/2/05. 4) Στην εκπομπή της 8/2/05 μετέδωσε κατ' επανάληψη αποσπάσματα των συνομιλιών ερωτικού περιεχομένου του ίδιου Μητροπολίτη με νεαρό από της προηγούμενες ως άνω εκπομπές προβάλλοντας ακόμη και άλλη συνομιλία. 5) Στην εκπομπή της 8/3/05 σχετικά με την υποστηριζόμενη υπόθεση σεξουαλικής παρενόχλησης από τον Μητροπολίτη Πειραιώς Κ. του απασχολούμενου στη Μητρόπολη ιεροψάλτη Η. Τ., θεολόγου και καθηγητή της Βυζαντινής Μουσικής δημοσιοποίησε δια της εκπομπής την από 1/9/92 προσωπική επιστολή του καταγγέλλοντα προς τον τότε Αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ, όπως περιγράφονται τα περιστατικά που αφορούν την εκ μέρους του Μητροπολίτη σεξουαλική παρενόχληση του καταγγέλλοντος ιεροψάλτη. 6) Στην εκπομπή της 9/3/05 και ενώ παρευρίσκονταν μεταξύ των προσκεκλημένων, ο Η. Τ. και ο δικηγόρος Π., στον οποίο είχε παραδοθεί ο φάκελος Κ. από τον Μακαριστό Σεραφείμ πριν αποβιώσει, αναγνώσθηκε η επιστολή του Η. Τ. προς τον Μακαριότατο Σεραφείμ προς ενημέρωση του και για δικές τους ενέργειες - σύμφωνα με την οποία υπήρξε θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης από τον Μητροπολίτη Κ. και στην οποία περιγράφοντας συγκεκριμένες σεξουαλικές εκδηλώσεις του Μητροπολίτη Πειραιώς, ενώ ο δικηγόρος Π., καταγόμενος από το ίδιο χωριό με τον Μητροπολίτη, το ..., εξιστόρησε αφενός ότι όταν ο Μητροπολίτης Κ. ήταν 14 ετών "εκδιώχθηκε" από το χωριό λόγω σκανδάλου που προκάλεσε με το ομοφυλοφιλικό του πάθος, γεγονός που μπορούσαν να πιστοποιήσουν οι σε ηλικία περίπου ογδόντα ετών συντοπίτες του, αφετέρου ότι ο μακαριστός Σεραφείμ έχοντας τύψεις για την συγκάλυψη εξομολογήθηκε ότι πιέσθηκε να κλείσει την υπόθεση Κ. και έδωσε τον σχετικό φάκελο στον Μητροπολίτη Ελασσόνας και αυτός με τη σειρά του στο άνω δικηγόρο με την εντολή όταν παραστεί ανάγκη για το Έθνος ή την Εκκλησία, να το δημοσιοποιήσει. 7) Στην εκπομπή της 17/3/05 ο κατηγορούμενος ανακοίνωσε ότι έλαβε ανωνύμως με το ταχυδρομείο κασέτες που αποκαλύπτουν "ροζ" σχέσεις του Μητροπολίτη Πειραιώς με τον Α. τον "μασέρ" της Μητρόπολης, οικονομικές ατασθαλίες της Μητρόπολης Πειραιώς σχετικά με τον Φ.Π.Α., ανοίγματα και μεταφορά χρημάτων για την κάλυψη αυτών, ότι βρήκε τους πρωταγωνιστές ηχογραφημένης τηλεφωνικής συνδιάλεξης, ένας εκ των δυο δε του επέτρεψε να χρησιμοποιήσει το υλικό των κασετών, προανήγγειλε έτσι τα "εικονικά τιμολόγια του Αγίου Πειραιώς με ιατρική βούλα του ανδρισμού του Μητροπολίτη Πειραιώς, τις οικονομικές ατασθαλίες της Μητρόπολης και νέα καταγγελία σεξουαλικής παρενόχλησης από τον Κ.". Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος πρόβαλε αποσπάσματα: α) Από την τηλεφωνική συνομιλία εργολάβου της Μητρόπολης του Γ. Κ. με τον ταμία της Μητρόπολης Πειραιά Β.. β) από την τηλεφωνική συνομιλία του άνω εργολάβου με τον φύλακα κατασκηνώσεων της Μητρόπολης Πειραιώς, γ) από την τηλεφωνική συνομιλία δημοσιογράφου με τον Α. (τον μασέρ), ενώ κατά τη δημοσιογραφική έρευνα, δυο μήνες μετά την αναφορά του Η. Τ. υπήρξε και αναφορά από τον τότε 18χρονο μαθητή του Τ. (τρίτο ιεροψάλτη και μέλος Χορού υπό τον Χοράρχη Τ.) και μετέπειτα ιερέα μεγάλου ναού, προς τούτο δημοσιοποιήθηκε η από 29/11/92 επιστολή - αναφορά του ιεροψάλτη αυτού προς τον Μακαριστό Σεραφείμ, σύμφωνα με την οποία ο Μητροπολίτης Πειραιώς τον φίλησε στο στόμα, ενώ ο καταγγέλλων μη αποδεχόμενος πιέσεις ως υποψήφιου θηλυκού, αποχώρησε ενώ μια ημέρα μετά την έγγραφη παραίτηση του αποχώρησε και ο δάσκαλος του Τ., ο οποίος επίσης δέχονταν μέσω της εργασίας του πίεση σεξουαλικού περιεχομένου. Τέλος, προβλήθηκε τηλεφωνική συνομιλία δημοσιογράφου με τον τελευταίο σήμερα ιερέα, όπου αυτός δήλωσε ότι δεν είχε ποτέ πρόβλημα με τον Δεσπότη και ότι ουδέποτε δέχθηκε τέτοιες πιέσεις και αρνήθηκε ότι συνέταξε τέτοιο κείμενο. 8) Στην εκπομπή της 18/3/05 ο κατηγορούμενος προέβαλε κατ' επανάληψη απόσπασμα από την τηλεφωνική συνομιλία του εργολάβου Γ. Κ. με τον φύλακα κατασκηνώσεων της Μητρόπολης Πειραιά, τον οποίο είχε προβάλει και την προηγούμενη εκπομπή της 17/3/05. Με την ανωτέρω δε προβολή των ίδιων προσωπικών δεδομένων κυρίως δε των ευαίσθητων, η οποία ήταν συνεχής και επανειλημμένη ο κατηγορούμενος υπερέβη τις ανάγκες ενημέρωσης του κοινού οι οποίες δεν φθάνουν μέχρι το σημείο να απαιτείται γνώση ευαίσθητων δεδομένων, παραβίασε δε τις αρχές της αναλογικότητας και οδήγησε στον εξευτελισμό και τη διαπόμπευση των υποκειμένων των δεδομένων, αφού έγινε τηλεοπτική χρήση πανελλήνιας εμβέλειας. Ενόψει αυτών, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, πρέπει ο κατηγορούμενος (που λαβών γνώση αρχείου προσωπικών δεδομένων, που αποτελούσαν αντικείμενο επεξεργασίας, επεξεργάσθηκε και διέδωσε αυτά) να κηρυχθεί ένοχος και ν' απορριφθεί ο ισχυρισμός του περί της μη συνδρομής αρχείου. Με το σκεπτικό αυτό το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: Στην Αθήνα κατά τους παρακάτω αναλυτικά αναφερόμενους χρόνους με περισσότερες από μια πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος χωρίς δικαίωμα έλαβε γνώση αρχείου απλών και ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, επεξεργάσθηκε αυτά, μετέδωσε και κατάστησε προσιτά αυτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα στα οποία επέτρεψε να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων εκμεταλλευόμενος τα δεδομένα αυτά, ήτοι πληροφορίες αφορώσες ιδίως στην ερωτική ζωή των υποκειμένων των δεδομένων καίτοι αυτό απαγορεύεται από το νόμο περί προστασίας του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ειδικότερα, όντας δημοσιογράφος και παρουσιαστής της ενημερωτικής εκπομπής με τίτλο "Εκκεντρικό Δελτίο" της οποίας την παραγωγή επιμελείται εταιρεία συμφερόντων του δημοσιογράφου και παρουσιαστή των εν λόγω εκπομπών που δεν συνδέεται με τον τηλεοπτικό σταθμό με σχέση εξαρτημένης εργασίας - που μεταδίδεται από τον τηλεοπτικό σταθμό "Extra Channel 3" - έχοντας σχηματίσει αρχείο με έγγραφα και μαγνητοταινίες με απλά και ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, τα οποία ανεξαρτήτως του τρόπου συλλογής τους, τα διατήρησε για δημοσιογραφική έρευνα και έκανε τηλεοπτική χρήση αυτών κατά τις κατωτέρω αναλυτικά αναφερόμενες εκπομπές, οπότε και είναι υπεύθυνος επεξεργασίας κατά το Ν. 2472/97, οι οποίες περιστρέφονταν γύρω από το μείζον θέμα της λειτουργίας του θεσμού της Εκκλησίας, τις οικονομικές παρατυπίες Μητροπολίτη, την ανέγερση αυθαίρετου κτίσματος, την αδιαφάνεια διαχείρισης χρημάτων από τα παγκάρια των ναών και την σεξουαλική παρενόχληση από τον Μητροπολίτη προσώπων απασχολούμενων στη Μητρόπολη και πλέον ειδικότερα: 1) Στην εκπομπή της 3/2/05 μετέδωσε συνομιλίες ερωτικού περιεχομένου ιεραρχών και δη έλαβε γνώση, επεξεργάσθηκε και μετέδωσε στο τηλεοπτικό κοινό απόσπασμα ερωτικού περιεχομένου που αποδίδεται στο Μητροπολίτη Αττικής Π. με νεαρό, το οποίο έχει κατά λέξη ως εξής: "Μητροπολίτης Αττικής σε νεαρό: "Εγώ σε αγαπώ και σε θέλω ... Αγάπη μου με έχει ταλαιπωρήσει. Να μη χαθούμε ... Πολλές φορές θυμάμαι τις στιγμές που περάσαμε στο κρεβάτι και αυτό με ερεθίζει ... Έχει ερεθισθεί τώρα; Να το κάνουμε όπως το Καλοκαίρι ... το μπιντέ σου θα το κάνεις εδώ ...". 2) Στην εκπομπή της 4/2/05, στα πλαίσια ανακεφαλαίωσης της εκπομπής της προηγούμενης ημέρας μετέδωσε αποσπάσματα από τις ερωτικές συνομιλίες του Μητροπολίτη Αττικής με άγνωστο νεαρό και επανέλαβε αποσπάσματα συνομιλιών ερωτικού περιεχομένου που προβλήθηκαν κατά την διάρκεια της εκπομπής της 3/2/2005. 3) Στην εκπομπή της 7/2/05, μετέδωσε κατ' επανάληψη αποσπάσματα των συνομιλιών ερωτικού περιεχομένου του ίδιου Μητροπολίτη με νεαρό από της προηγούμενες εκπομπές της 3ης/2/05 και 4ης/2/05. 4) Στην εκπομπή της 8/2/05 μετέδωσε κατ' επανάληψη αποσπάσματα των συνομιλιών ερωτικού περιεχομένου του ίδιου Μητροπολίτη με νεαρό από της προηγούμενες ως άνω εκπομπές προβάλλοντας ακόμη και άλλη συνομιλία. 5) Στην εκπομπή της 8/3/05 σχετικά με την υποστηριζόμενη υπόθεση σεξουαλικής παρενόχλησης από τον Μητροπολίτη Πειραιώς Κ. του απασχολούμενου στη Μητρόπολη ιεροψάλτη Η. Τ., θεολόγου και καθηγητή της Βυζαντινής Μουσικής δημοσιοποίησε δια της εκπομπής της από 1/9/92 προσωπική επιστολή του καταγγέλλοντα προς τον τότε Αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ, όπως περιγράφονται τα περιστατικά που αφορούν την εκ μέρους του Μητροπολίτη σεξουαλική παρενόχληση του καταγγέλλοντος ιεροψάλτη. 6) Στην εκπομπή της 9/3/05 κι ενώ παρευρίσκονταν μεταξύ των προσκεκλημένων, ο Η. Τ. και ο δικηγόρος Π., στον οποίο είχε παραδοθεί ο φάκελος Κ. από τον Μακαριστό Σεραφείμ πριν αποβιώσει, αναγνώσθηκε η επιστολή του Η. Τ. προς τον Μακαριότατο Σεραφείμ προς ενημέρωση του και για δίκες του ενέργειες - σύμφωνα με την οποία υπήρξε θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης από τον Μητροπολίτη Κ. και στην οποία περιγράφοντας συγκεκριμένες σεξουαλικές εκδηλώσεις του Μητροπολίτη Πειραιώς, ενώ ο δικηγόρος Π., καταγόμενος από το ίδιο χωριό με τον Μητροπολίτη, το ..., εξιστόρησε αφενός ότι όταν ο Μητροπολίτης Κ. ήταν 14 ετών "εκδιώχθηκε" από το χωριό λόγω σκανδάλου που προκάλεσε με το ομοφυλοφιλικό του πάθος, γεγονός που μπορούσαν να πιστοποιήσουν οι σε ηλικία περίπου ογδόντα ετών συντοπίτες του, αφετέρου ότι ο μακαριστός Σεραφείμ έχοντας τύψεις για την συγκάλυψη, εξομολογήθηκε ότι πιέσθηκε να κλείσει την υπόθεση Κ. και έδωσε τον σχετικό φάκελο στον Μητροπολίτη Ελασσόνας και αυτός με τη σειρά του στον άνω δικηγόρο με την εντολή όταν παραστεί ανάγκη για το Έθνος ή την Εκκλησία, να το δημοσιοποιήσει. 7) Στην εκπομπή της 17/3/05 ο κατηγορούμενος ανακοίνωσε ότι έλαβε ανωνύμως με το ταχυδρομείο κασέτες που αποκαλύπτουν "ροζ" σχέσεις του Μητροπολίτη Πειραιώς με τον Α. τον "μασέρ" της Μητρόπολης, οικονομικές ατασθαλίες της Μητρόπολης Πειραιώς σχετικά με τον Φ.Π.Α., ανοίγματα και μεταφορά χρημάτων για την κάλυψη αυτών, ότι βρήκε τους πρωταγωνιστές ηχογραφημένης τηλεφωνικής συνδιάλεξης, ένας εκ των δυο δε του επέτρεψε να χρησιμοποιήσει το υλικό των κασετών, προανήγγειλε έτσι τα "εικονικά τιμολόγια του Αγίου Πειραιώς με ιατρική βούλα του ανδρισμού του Μητροπολίτη Πειραιώς, τις οικονομικές ατασθαλίες της Μητρόπολης και νέα καταγγελία σεξουαλικής παρενόχλησης από τον Κ.". Περαιτέρω ο κατηγορούμενος πρόβαλε αποσπάσματα: α) Από την τηλεφωνική συνομιλία εργολάβου της Μητρόπολης του Γ. Κ. με τον ταμία της Μητρόπολης Πειραιά Β., β) από την τηλεφωνική συνομιλία του άνω εργολάβου με τον φύλακα κατασκηνώσεων της Μητρόπολης Πειραιώς, γ) από την τηλεφωνική συνομιλία δημοσιογράφου με τον Α. (τον μασέρ), ενώ κατά τη δημοσιογραφική έρευνα, δυο μήνες μετά την αναφορά του Η. Τ. υπήρξε και αναφορά από τον τότε 18χρονο μαθητή του Τ. (τρίτο ιεροψάλτη και μέλος Χορού υπό τον Χοράρχη Τ.) και μετέπειτα ιερέα μεγάλου ναού, προς τούτο δημοσιοποιήθηκε η από 29/11/92 επιστολή - αναφορά του ιεροψάλτη αυτού προς τον Μακαριστό Σεραφείμ, σύμφωνα με την οποία ο Μητροπολίτης Πειραιώς τον φίλησε στο στόμα, ενώ ο καταγγέλων μη αποδεχόμενος πιέσεις ως υποψήφιου θηλυκού, αποχώρησε ενώ μια ημέρα μετά την έγγραφη παραίτηση του αποχώρησε και ο δάσκαλος του Τ., ο οποίος επίσης δέχονταν μέσω της εργασίας του πίεση σεξουαλικού περιεχομένου. Τέλος προβλήθηκε τηλεφωνική συνομιλία δημοσιογράφου με τον τελευταίο σήμερα ιερέα, όπου αυτός δήλωσε ότι δεν είχε ποτέ πρόβλημα με τον Δεσπότη και ότι ουδέποτε δέχθηκε τέτοιες πιέσεις και αρνήθηκε ότι συνέταξε τέτοιο κείμενο. 8) Στην εκπομπή της 18/3/05 ο κατηγορούμενος προέβαλε κατ' επανάληψη απόσπασμα από την τηλεφωνική συνομιλία του εργολάβου Γ. Κ. με τον φύλακα κατασκηνώσεων της Μητρόπολης Πειραιά, τον οποίο είχε προβάλει και την προηγούμενη εκπομπή της 17ης/3/05. Με την ανωτέρω δε προβολή των ίδιων προσωπικών δεδομένων κυρίως δε των ευαίσθητων η οποία ήταν συνεχής και επανειλημμένη ο κατηγορούμενος υπερέβη τις ανάγκες ενημέρωσης του κοινού οι οποίες δεν φθάνουν μέχρι του σημείου να απαιτείται γνώση ευαίσθητων δεδομένων, παραβίασε δε τις αρχές της αναλογικότητας και οδήγησε στον εξευτελισμό και τη διαπόμπευση των υποκειμένων των δεδομένων, αφού έγινε τηλεοπτική χρήση πανελλήνιας εμβέλειας. Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και τον ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της λήψεως γνώσεως και ανακοινώσεως δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε μη δικαιούμενα πρόσωπα για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλ. ή αντιφατική αιτιολογία ουδεμία αντίφαση δημιουργείται εκ του ότι στην αιτιολογία της αποφάσεως (σκεπτικό και διατακτικό) αναφέρεται αφενός ότι ο αναιρεσείων "έλαβε γνώση αρχείου απλών και ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, επεξεργάστηκε αυτά, τα μετέδωσε και τα κατέστησε προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα" και αφετέρου ότι αυτός "έχοντας σχηματίσει αρχείο με έγγραφο και μαγνητοταινίες με απλά και ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, τα οποία ανεξαρτήτως του τρόπου συλλογής τους τα διατήρησε για δημοσιογραφική έρευνα και έκανε τηλεοπτική χρήση αυτών ...", καθόσον οι παραπάνω παραδοχές είναι εννοιολογικά ταυτόσημες και η δεύτερη συμπληρωματική και διευκρινιστική της πρώτης ως προς τον τρόπο επεξεργασίας του αρχείου των προσωπικών δεδομένων που περιήλθαν σε γνώση του σχηματίζοντας δικό του πλέον αρχείο που το διατήρησε για τη δημοσιογραφική του έρευνα και έκανε τηλεοπτική χρήση. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσεις με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρ. 583 § 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23-12-2011 αίτηση του Σ. Κ. του Ι. για αναίρεση της 10641/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει στο ποσό των 250 (ευρώ). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ