Αριθμός 321/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη - Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, τη 16η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Έ.-Γ. Γ. του Ξ., κατοίκου ..., 2) Α. Γ. του Ξ., κατοίκου ..., 3) Γ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ζαχαρία Σαλούστρο και κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", με ΑΦΜ ..., η οποία εδρεύει στα ..., οδός ... αρ. 2 και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Χρυσάφη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Γ. Χ. του Ι., πρώην συζύγου Α. Κ., κατοίκου ... και ήδη ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γερασιμούλα-Ολυμπία Καραγιάννη και κατέθεσε προτάσεις, 3) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αναστάσιο Ράλλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-10-2017 αγωγή της ήδη α' αναιρεσιβλήτου και την από 5-1-2018 ανταγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11748/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6971/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-3-2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των α' και β' αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού η από 16-3-2020 αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η υπ'αριθμ. 6971/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η διαδικαστική δε πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ` επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 31-10-2017 αγωγή της, η ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ", επικαλούμενη άμεσο έννομο συμφέρον ως ειδική διάδοχος της δικαιοπαρόχου της Γ. Χ. του Ι., (δεύτερης αναιρεσίβλητης) ιστορούσε ότι τυγχάνει πλήρης και αποκλειστική κυρία της ειδικότερα περιγραφομένης κατ' έκταση και όρια κάθετης ιδιοκτησίας 256,20 τ.μ, με ποσοστό συγκυριότητας 49,87% εξ αδιαιρέτου επί του όλου περιγραφομένου οικοπέδου που βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου Χαλανδρίου Αττικής, την οποία απέκτησε, με αγορά δυνάμει του αναφερομένου νόμιμα μεταγεγραμμένου συμβολαίου αγοραπωλησίας. Ότι στην ως άνω δικαιοπάροχό της είχε περιέλθει η κάθετη αυτή ιδιοκτησία δυνάμει του νόμιμα μεταγεγραμμένου αναφερομένου συμβολαίου γονικής παροχής, όπως αυτό διορθώθηκε με την υπ' αριθ. .../2006 πράξη διόρθωσης συμβολαίου γονικής παροχής, από τη μητέρα της Μ. χήρα Ι. Χ., το γένος Ξ. Σ., η οποία, την είχε αποκτήσει λόγω κληρονομικής διαδοχής εκ διαθήκης δυνάμει της νόμιμα αναφερόμενης μεταγεγραμμένης υπ' αριθ. .../1985 πράξης αποδοχής κληρονομιάς όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ. .../2006 πράξη διόρθωσης της ως άνω αποδοχής. Ότι από την ερμηνεία της διανεμητικής διάταξης που εμπεριέχεται στην από 24-12-1970 ιδιόγραφη διαθήκη του πατέρα της απώτερης δικαιοπαρόχου της Ξ. Σ. του Ιωάννη, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες από 9-4-1967 και 4-6-1969 ιδιόγραφες διαθήκες του κληρονομούμενου, με στόχο την αληθή βούληση του διαθέτη, προκύπτει ότι επί του όλου οικοπέδου, ο τελευταίος προέβη στη σύσταση δύο κάθετων ιδιοκτησιών, καταλείποντας τη μία εξ αυτών, στην θυγατέρα του Μ. χήρα Ι. Χ., το γένος Ξ. Σ. εμβαδού 256.20 τ.μ, και την έτερη εξ αυτών, εμβαδού 513,73 τ.μ στην οποία υπήρχε οικοδομή και κατόπιν της επελθούσης ρυμοτόμησης 307 τ.μ για την διαπλάτυνση της Αττικής οδού δυνάμει της υπ'αριθμ. .../4-5-88 απόφασης του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ απέμεινε εμβαδόν 257,53 τ.μ, κατ' ισομοιρία στις θυγατέρες του Δ. Ξ. Γ., μητέρα των δύο πρώτων εναγομένων, μετά τον θάνατο της οποίας περιήλθε στις τελευταίες οι οποίες είχαν ορισθεί με τις πιο πάνω διαθήκες καταπιστευματοδόχοι και Ι. Μ., μητέρα της τρίτης εναγόμενης, μετά το θάνατο της οποίας περιήλθε στην τελευταία, η οποία επίσης είχε ορισθεί καταπιστευματοδόχος. Ότι οι εναγόμενοι αυτοί, αμφισβητούν το δικαίωμα πλήρους κυριότητας της ενάγουσας και της δικαιοπαρόχου της Γ. Χ., Μ. Χ., επί της ως άνω κάθετης ιδιοκτησίας, ισχυριζόμενοι ότι με την προρρηθείσα ιδιόγραφη διαθήκη δεν συστάθηκαν δύο κάθετες ιδιοκτησίες, αλλά δημιουργήθηκαν δύο αυτοτελή και ανεξάρτητα οικόπεδα, το δε επίδικο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., ανήκει κατά συγκυριότητα στους ίδιους και όχι στην ενάγουσα. Ότι μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας κτηματογράφησης στον ως άνω Δήμο, το εν λόγω γεωτεμάχιο, επί του οποίου υφίστανται οι παραπάνω κάθετες ιδιοκτησίες, καταχωρήθηκε στα οικεία κτηματολογικά βιβλία εσφαλμένα ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", ενώ περαιτέρω, οι ιδιοκτησίες δεν είχαν καταχωρηθεί ως αυτοτελείς και ανεξάρτητες κατ' έκταση ιδιοκτησίες (κάθετες) επί του ενιαίου γεωτεμαχίου. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητούσε: αφού αναγνωριστεί ότι η αληθής βούληση του διαθέτη της απώτερης δικαιοπαρόχου της, Ξ. Σ., όπως αυτή εκφράστηκε στις αναφερόμενες στο δικόγραφο ιδιόγραφες διαθήκες, ήταν η σύσταση δύο κάθετων ιδιοκτησιών, όπως περιγράφονται, να αναγνωρισθεί η πλήρης και αποκλειστική κυριότητα της (ενάγουσας) επί της επίμαχης κάθετης ιδιοκτησίας με ποσοστό συγκυριότητας επί του οικοπέδου 49,87% εξ αδιαιρέτου, άλλως να αναγνωρισθεί η δικαιοπάροχός της, Γ. Χ. του Ι., ως πλήρης και αποκλειστική κυρία της ειδικότερα περιγραφομένης στο δικόγραφο κάθετης ιδιοκτησίας με ποσοστό συγκυριότητας επί του οικοπέδου 49,87% εξ αδιαιρέτου και να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία που τηρούνται στο Κτηματολογικό Γραφείο Χαλανδρίου, σύμφωνα με τα παραπάνω, και επικουρικά, εφόσον κριθεί ότι με τη διαθήκη έχει καταλειφθεί στην απώτερη δικαιοπάροχο ένα αυτοτελές οικόπεδο, έκτασης 256,20 τ.μ., να αναγνωρισθεί επ' αυτού το δικαίωμα κυριότητάς της (ενάγουσας), άλλως της δικαιοπαρόχου της και να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία που τηρούνται στο Κτηματολογικό Γραφείο Χαλανδρίου, ούτως ώστε, αφού αποσπασθεί το εν λόγω εδαφικό τμήμα από το ευρύτερο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., να καταχωρηθεί αυτή, άλλως η δικαιοπάροχος αυτής, ως πλήρης και αποκλειστική κυρία αυτού. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία η υπ'αριθμ. 11748/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία συνεκδίκασε και την με αριθμ. κατ. 133/2018 ανταγωγή των τριών πρώτων εναγομένων κατά της ενάγουσας, της δικαιοπαρόχου αυτής Γ. Χ. και του Ελληνικού Δημοσίου, την οποία απέρριψε και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, αναγνώρισε δε ότι κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος του κτηματολογίου στην περιοχή του Δήμου Χαλανδρίου η δικαιοπάροχος της ενάγουσας Γ. Ι. Χ. ήταν πλήρης και αποκλειστική κυρία μιας αυτοτελούς κάθετης ιδιοκτησίας, όπως περιγράφεται με ποσοστό εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας επί του όλου γεωτεμαχίου 49,87% και διέταξε την διόρθωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής σύμφωνα με τα παραπάνω. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε η από 3-12-2018 έφεση των εναγομένων - αντεναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και η από 20-11-2018 έφεση του τέταρτου εναγομένου και τρίτου αντεναγόμενου και ήδη τρίτου των αναιρεσιβλήτων Ελληνικού Δημοσίου. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών συνεδικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, τις εφέσεις αυτές, εξέδωσε την αριθμ. 6971/2019 προσβαλλομένη απόφαση με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την από 20-11-2018 έφεση του Ελληνικού Δημοσίου και δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν κατά ένα μέρος την από 3-12-2018 έφεση των αντεναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς το κεφάλαιο της απόρριψης των αιτημάτων της ανταγωγής για διόρθωση της πρώτης εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά γραφεία και, αφού κράτησε και δίκασε την ανταγωγή ως προς τα αιτήματα αυτά, τα απέρριψε ως απαράδεκτα και κατά τα λοιπά επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία η μεν ανταγωγή κατά τα λοιπά αιτήματα της είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη, η δε αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή, σύμφωνα με όσα έχουν παραπάνω αναφερθεί. Κατά το άρθρο 556 ΚΠολΔ δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς, μόνο αν ήταν διάδικοι. Κατά δε το άρθρο 558 ΚΠολΔ, η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι νομιμοποιείται παθητικώς, ως αναιρεσίβλητος, ο αντίδικος του αναιρεσείοντος, εκείνος δηλαδή έναντι του οποίου ο αναιρεσείων νικήθηκε, όχι δε και ο ομόδικός του. Εξάλλου, από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία το έγγραφο της αναιρέσεως, εκτός από τα άλλα στοιχεία που αναφέρονται σ' αυτό, πρέπει να περιέχει και τους λόγους της αναιρέσεως και της διατάξεως του άρθρου 577 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία, αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή η αναίρεση, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η αναίρεση η οποία δεν περιέχει λόγο αναιρέσεως, αν δε η αναίρεση στρέφεται κατά περισσοτέρων αναιρεσιβλήτων, είναι απαράδεκτη ως προς εκείνους ως προς του οποίους δεν περιέχει λόγο αναιρέσεως (A.Π 824/2013, Α.Π 999/2012). Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της υπ'αριθμ. 6971/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μόνο ως προς το κεφάλαιό της με το οποίο έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή της ενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και απορρίφθηκε η έφεση των τριών πρώτων εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, ενώ ως προς την απόρριψη της έφεσης ως προς το κεφάλαιο της ανταγωγής των ήδη αναιρεσειόντων, δεν πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης. Ενόψει τούτων, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απαραδέκτως απευθύνεται κατά του τρίτου των αναιρεσιβλήτων Ελληνικού Δημοσίου, ομοδίκου των αναιρεσειόντων ως συνεναγομένου στην αγωγή και ως αντεναγομένου καθώς και κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης ως αντεναγομένης, δεδομένου ότι στο δικόγραφο αυτής δεν παρατίθεται κανένας λόγος αναίρεσης που να αναφέρεται τόσο στο τρίτο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο όσο στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ως διαδίκους στην ανταγωγή των αναιρεσειόντων, (η οποία δεν πλήττεται με τους λόγους αναίρεσης). Συνεπώς, η υπό κρίση αναίρεση πρέπει να απορριφθεί ως προς τους αναιρεσιβλήτους αυτούς. Η ανωτέρω αίτηση κατά τα λοιπά ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από τις τρείς πρώτους εναγομένους - εκκαλούντες στην πρώτη έφεση, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1, 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571, 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ συνάγεται ότι κατά την ερμηνεία των διαθηκών (επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή τα κριτήρια του άρθρου 200 ΑΚ) αναζητείται, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, η αληθινή βούληση του διαθέτη, κατά την υποκειμενική τούτου άποψη και όχι κατά την αντικειμενική έννοια, υπό την οποία θα την αντιλαμβάνονταν οι τρίτοι κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, πλην έδαφος για τέτοια ερμηνεία παρέχεται, μόνον αν είναι ασαφές το έγγραφο της διαθήκης, οπότε μπορούν να ληφθούν υπόψη και στοιχεία εκτός αυτής κείμενα, όχι δε και όταν, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, από το περιεχόμενο της διαθήκης, και μόνο, και χωρίς τίποτε άλλο προκύπτει με σαφήνεια αυτό που ο διαθέτης θέλησε. Συνεπώς, προσφυγή σε ερμηνεία της διαθήκης συγχωρείται μόνον εάν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώσει, έστω και εμμέσως, κενό ή ασάφεια στο περιεχόμενο της διαθήκης. Έμμεση δε διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας, σχετικά με τη δήλωση τελευταίας βούλησης του διαθέτη, προκύπτει και όταν, παρά τη ρητή διαβεβαίωση για την ανυπαρξία τους, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της αληθινής βούλησής του, από την οποία αποκαλύπτεται ότι αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία ως προς την έννοια της, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής στην ερμηνεία της. Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει από το γεγονός ότι το δικαστήριο για την διαπίστωση της αληθινής βούλησης του διαθέτη, έλαβε υπόψη και άλλα στοιχεία, που βρίσκονται εκτός του κειμένου της διαθήκης ή χρησιμοποίησε επιχειρήματα. Αντίθετα, τόσο η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση του διαθέτη, όσο και η μετά τη διαπίστωση αυτή κρίση για την αληθινή βούληση του διαθέτη, ως κρίσεις αναγόμενες σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο τον Αρείου Πάγου. (Α.Π 589/2021, Α.Π 850/2021, Α.Π 97/2019, Α.Π 512/2018). Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3, 4, 5 και 13 του νόμου 3741/1929, 1 παρ. 1 και 2 του νδ 1024/1971 "περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου", 1002 και 1117 ΑΚ και 480 Α Κ.Πολ.Δ, προκύπτει, ότι στην περίπτωση σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας, χωριστής, δηλαδή, ιδιοκτησίας σε περισσότερα οικοδομήματα, που έχουν ανεγερθεί ή πρόκειται να ανεγερθούν σε κοινό οικόπεδο, αλλά σε ορισμένο για κάθε συνιδιοκτήτη τμήμα του, ο κύριος κάθε χωριστής οικοδομής θεωρείται έναντι μεν της πολιτείας συγκύριος του όλου οικοπέδου, έναντι δε του συνιδιοκτήτη του οικοπέδου και αποκλειστικού κυρίου χωριστής οικοδομής αποκλειστικός κύριος της οικοδομής του. Η κάθετη ιδιοκτησία είναι σύνθετο εμπράγματο δικαίωμα, το οποίο αποτελείται από το δικαίωμα χωριστής αποκλειστικής κυριότητας στη διαιρεμένη ιδιοκτησία (οικοδόμημα) που υπάρχει ή πρόκειται να ανεγερθεί στο διαιρετό χώρο του οικοπέδου και από το δικαίωμα αναγκαστικής εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας στα κοινά μέρη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οπωσδήποτε το ενιαίο οικόπεδο επί του οποίου τα αυτοτελή οικοδομήματα που αποτελούν διαιρεμένες (κάθετες) ιδιοκτησίες και οι τυχόν κοινόχρηστοι χώροι. Η μερίδα αναγκαστικής συγκυριότητας κάθε δικαιούχου κάθετης ιδιοκτησίας μπορεί να καθορισθεί κατά τη σύσταση της κάθετης ιδιοκτησίας ή με μεταγενέστερη συμφωνία όλων των δικαιούχων, ενώ η έλλειψη τέτοιας συμφωνίας δεν επιδρά στο κύρος της σύστασης της κάθετης ιδιοκτησίας, καθόσον στην περίπτωση αυτή προβλέπεται ειδική ρύθμιση για τον προσδιορισμό της μερίδας, η οποία, βάσει των άρθρων 1117 ΑΚ και 10 παρ. 1 του νόμου 3741/1929, είναι ανάλογη (Α.Π 443/2020, Α.Π 118/2003) και μπορεί να γίνει και από το αρμόδιο δικαστήριο, το οποίο (πρέπει να) αποφαίνεται σχετικώς με βάση την κατά τον χρόνο συστάσεως της οροφοκτησίας ή (επί διαθήκης) κατά τον χρόνο επαγωγής της κληρονομίας-διαμορφωμένη αξία του αντικειμένου της χωριστής κυριότητας (ορόφου ή διαμερίσματος) σε σχέση προς την αξία της όλης οικοδομής (Α.Π 209/2011, ΑΠ 356/1981, ΑΠ 398/1974). Ακόμη, κατά τις ως άνω διατάξεις η κάθετη ιδιοκτησία καταργείται με έναν από τους προαναφερόμενους τρόπους, δηλαδή με αντίθετη σύμβαση, πλήρωση αιρέσεως ή προθεσμίας, καταστροφή του αντικειμένου της κάθετης ιδιοκτησίας ή με αναγκαστική απαλλοτρίωσή του, κατ' εφαρμογή του σχεδίου πόλεως. Η λήξη της χωριστής ιδιοκτησίας στην τελευταία αυτή περίπτωση επέρχεται ανεξάρτητα από το μέγεθος της αλλοίωσης του οικοπέδου, επί του οποίου έχει συσταθεί η κάθετη ιδιοκτησία και των οικοδομών που έχουν ανεγερθεί πάνω σ' αυτό, γιατί παύει πλέον να υφίσταται το ενιαίο οικόπεδο που ανήκε, κατά συγκυριότητα, στους δικαιούχους των κάθετων ιδιοκτησιών, με την μορφή και την επιφάνεια που υπήρχε κατά τη σύσταση της κάθετης ιδιοκτησίας, αφού μέρος του ενός ή των περισσοτέρων τμημάτων του (καθέτων ιδιοκτησιών), έπαυσαν να έχουν την επιφάνεια και τη μορφή που είχαν σύμφωνα με την πράξη σύστασης της κάθετης ιδιοκτησίας (Α.Π 1822/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται, μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π 1/2016, 2/2013). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία, δε, περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π 19/2020). Ακόμη, κατά την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1α Κ.Πολ.Δ, παραβιάζονται οι ερμηνευτικοί κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού, ασάφειας ή αμφιβολίας, σχετικά με την έννοια της δήλωσης τελευταίας βούλησης του διαθέτη, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας της (Ολ.ΑΠ 26/2004) ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους ή όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της αληθινής βούλησης του διαθέτη, παρόλο που δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι αυτή είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας ή και στην περίπτωση που, αν και προσέφυγε σε ερμηνεία της διαθήκης, δεν αναζήτησε, ακόμη και λαμβάνοντας στοιχεία εκτός αυτής, την αληθινή βούληση του διαθέτη, κατά την υποκειμενική αυτού άποψη, αλλά ερμήνευσε τη βούλησή του αντικειμενικά, κατά την συναλλακτική καλή πίστη, όπως την εκλαμβάνουν οι τρίτοι (ΑΠ 1179/2010, ΑΠ 1182/2010). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ.Α.Π 1/2020) Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμων σ` αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα:"Ο Ξ. Σ. του Ι., παππούς της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας και των εναγόμενων είχε αποκτήσει, κατά πλήρη κυριότητα, δυνάμει του υπ' αριθ. .../15-1-1951 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Πειραιώς Σ. Κ., νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, στον τόμο ..., με αύξοντα αριθμό ..., ένα ακίνητο μετά της επ' αυτού κείμενης διώροφης κατοικίας, συνολικής έκτασης ενός στρέμματος και κατά νεότερη καταμέτρηση σύμφωνα με το από μηνός Οκτωβρίου 1984 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Λ. Θ. 838,03 τ.μ., κείμενο στη θέση "...", εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου Χαλανδρίου, στο με αριθμό ... Ο.Τ. επί της οδού ... αρ.1, το οποίο συνόρευε βόρεια με ιδιοκτησία Α. Κ., νότια εν μέρει με ιδιοκτησία Σ. Π. και εν μέρει με κληρονόμους Κ., ανατολικά με ιδιοκτησία Ν. Π. και δυτικά με την οδό .... Ο Ξ. Σ. απεβίωσε τις 26-9-1977 και κατέλειπε τις από 9-4-1967, 4-6-1969 και 24-12-1970 ιδιόγραφες διαθήκες του, που δημοσιεύθηκαν με το υπ' αριθ. .../24-11-1977 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκαν κυρίες με την υπ' αριθ. 1019/1977 απόφαση του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου. Με την από 9-4-1967 διαθήκη του όρισε ότι: "εις την θυγατέραν μου Ι. Χ. Μ. αφήνω το επάνω πάτωμα της επί της οδού ... 1 ... οικίας μου και μετά τον θάνατόν της θα δοθεί εις την θυγατέραν της Γ. Χ. Μ., εις την Δ. Γ. αφήνω το κάτω διαμέρισμα της ως άνω οδού ... 1 ... μετά δε τον θάνατόν της αφήσει εις τους υιούς της Α. Γ. και Γ. Σ.", εγκαθιστώντας έτσι ως κληρονόμους του τις θυγατέρες του Ι. Χ. Μ., μητέρα της τρίτης εναγόμενης και Δ. Γ., μητέρα της πρώτης και του δεύτερου των εναγόμενων, ορίζοντας περαιτέρω ότι μετά το θάνατο αυτών οι ως άνω συσταθείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες να περιέλθουν στους εναγόμενους (ως καταπιστευματοδόχους). Ακολούθως, με την από 4-6-1969 διαθήκη, δεν αλλάζει το περιεχόμενο της προηγούμενης διαθήκης του, και με την από 24-12-1970 διαθήκη του ο ως άνω κληρονομούμενος όρισε ότι "επιθυμώ όπως εκ του εν ... και επί της οδού ... 1 κτήματος τμήμα οικοπέδου κείμενου προς μεσημβρίαν με πρόσοψιν επί της οδού ... εκ μέτρων δέκα (10) και καθ' όλον το βάθος του κτήματος περιέλθει εις την θυγατέραν μου Μ. Ι. Χ.", εγκαθιστώντας έτσι ως κληρονόμο του στο εν λόγω εδαφικό τμήμα τη μητέρα της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας. Οι προαναφερόμενοι στις ως άνω διαθήκες τετιμημένοι κληρονόμοι του ως άνω διαθέτη, αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά. Συγκεκριμένα η Μ. χήρα Ι. Χ., το γένος Ξ. Σ., δικαιοπάροχος της Γ. Χ. και απώτερη δικαιοπάροχος της ενάγουσας, αποδέχθηκε, δυνάμει της υπ' αριθ. .../26-6-1985 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Ν., νόμιμα μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαλανδρίου, στον τόμο ..., με αύξοντα αριθμό ..., τμήμα οικοπέδου που βρίσκεται στη ... Αττικής στη θέση "..." του Δήμου Χαλανδρίου, εκτάσεως του όλου 838,03, το δε τμήμα κείται προς μεσημβρίαν του όλου οικοπέδου με πρόσοψιν επί της οδού 10 μέτρων και καθόλο το βάθος του κτήματος, επί της λωρίδος δε αυτής υφίσταται παλαιά ισόγειος αποθήκη 13,91 τμ. Η ως άνω πράξη αποδοχής διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 58.263/4-4-2006 πράξη επανάληψης πράξεως αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Κ., με την οποία επαναλήφθηκε η αποδοχή του ως άνω τμήματος οικοπέδου 256,20 τμ, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 1024/1971. και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ. Οι αδελφές της απώτερης δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, Ι. Μ. και Δ. Γ., καθώς και οι εναγόμενοι-τέκνα τους αποδέχθηκαν, δυνάμει της υπ' αριθ. .../16-11-1990 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Σ., νόμιμα μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαλανδρίου, στον τόμο 244, με αύξοντα αριθμό ..., στην οποία αναγράφεται ότι "...με τις παραπάνω διαθήκες ο αποβιώσας κατέλιπε εις τους εδώ εμφανισθέντες κληρονόμους του και εις την Μ. συζ. Ι. Χ. και το εξής ακίνητο με τις κατωτέρω διακρίσεις, ήτοι ο αποβιώσας εκτός άλλων είχε και το εξής ακίνητο ήτοι ένα οικόπεδο μετά της επ' αυτού οικίας και λοιπών κτισμάτων κείμενο εις ... κατά τη θέση ... εντός του Δήμου και του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως ΧΑΛΑΝΔΡΙΟΥ Αττικής και επί της οδού ... στην οποίο φέρει τον αριθμό 1 εντός του υπ' αριθμόν ... ΟΤ έκτασης 1.000 τμ κατά το τίτλο ιδιοκτησίας κατά δε νεωτέρα καταμέτρηση 853,86 τμ. ότι ο θανών με τις διαθήκες κατέλιπεν στην συγκληρονόμο των εδώ εμφανισθέντων θυγατέρα του Μ. Χ. το προς νότον τμήμα έκτασης 260 τμ., διαστάσεων δέκα μέτρων στην πρόσοψιν και είκοσι έξι μέτρων στο βάθος όπως αυτό αναγράφεται στην με αριθμό ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Ν. με την οποία αποδέχθηκε την κληρονομιάν αυτή και η οποία πράξη έχει μεταγράφει στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαλανδρίου στον τόμο ... με α/α ..., ότι το υπόλοιπο οικόπεδο μετά της επ' αυτού οικίας έχει εμβαδόν 593,86 τμ και εμφαίνεται στο προσαρτώμενο σχεδιάγραμμα με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α Δ Κ I Α ". Από το προεκτεθέν περιεχόμενο των ως άνω διαθηκών, προκύπτει κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι ο αποβιώσας συνέστησε με την πρώτη διαθήκη οριζόντια ιδιοκτησία μεταξύ των δύο θυγατέρων του Ι. Μ. και Δ. Γ. και με την από 24-12- 1970 διαθήκη, που είναι σαφής και δεν χρειάζεται αποσαφήνιση με ερμηνεία, ο ίδιος προέβη σε σύσταση καθέτων ιδιοκτησιών, καταλείποντας το νότιο τμήμα του συνιδιοκτήτου οικοπέδου στην θυγατέρα του, Μ. χήρα Ι. Χ., το γένος Ξ. Σ.. Έτσι το βόρειο τμήμα αυτού καταλείφθηκε στις θυγατέρες του, Ι. Μ. και Δ. Γ. και στους εναγόμενους ως καταπιστευματοδόχους, για τους οποίους είχε ήδη συστήσει και οριζόντια ιδιοκτησία με την πρώτη διαθήκη, ουδόλως δε προκύπτει η θέλησή του, κατά τον χρόνο σύνταξης της ως άνω διαθήκης, να δημιουργήσει δύο ανεξάρτητα μεταξύ τους οικόπεδα. Καθόσον αν είχε τέτοια βούληση θα ανέφερε ότι καταλείπεται ένα αυτοτελές και ανεξάρτητο οικόπεδο και όχι τμήμα αυτού προς μεσημβρίαν με πρόσοψιν 10 μέτρων και εις όλο το βάθος του οικοπέδου. Θα διεχώριζε δε αυτοτελώς μεταξύ τους τα δύο οικόπεδα που θα δημιουργούντο, περιγράφοντας ειδικότερα αυτά. Άλλωστε, η κάθετη ιδιοκτησία ιδρύεται επί ενιαίου ακινήτου, σε ορισμένο ξεχωριστό για κάθε συνιδιοκτήτη τμήμα, όπως εν προκειμένω όρισε ο διαθέτης με την εν λόγω διάταξη, όπου σαφώς καθορίζει το περιερχόμενο στην ανωτέρω θυγατέρα του εδαφικό τμήμα του κοινού οικοπέδου, χωρίς να απαιτείται η χρήση πανηγυρικών εκφράσεων με την αναφορά σε σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας. Πρέπει, να σημειωθεί ότι ο διαθέτης, δεν είχε νομική παιδεία, ήταν όμως, όπως αναφέρουν και οι εναγόμενοι, πολύπειρος επιχειρηματίας και όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των διαθηκών κύριος αρκετών ακινήτων και εργοστασίου, αν δε επιθυμούσε να διαχωρίσει το μείζον οικόπεδο ώστε να δημιουργηθούν δύο αυτοτελή και ανεξάρτητα ακίνητα, διαχωρίζοντας έτσι το επίδικο τμήμα από το υπόλοιπο οικόπεδο, δεν θα ανέφερε ότι επιθυμεί να περιέλθει στη θυγατέρα του τμήμα οικοπέδου αλλά ένα ανεξάρτητο οικόπεδο, διαχωριζόμενο πλήρως από το υπόλοιπο ακίνητο, ούτως ώστε να δίδεται η εντύπωση ότι πρόκειται περί δύο χωριστών και διακριτών ακινήτων. Όπως δε αναφέρεται και στην πράξη αποδοχής κληρονομιάς των εναγομένων, ως τμήμα του όλου οικοπέδου περιγράφεται και το επίδικο ακίνητο και όχι ως αυτοτελές οικόπεδο. Ο ισχυρισμός αυτών ότι κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης δεν είχε ακόμη θεσπισθεί ο νόμος περί κάθετης ιδιοκτησίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθώς ο θεσμός της κάθετης ιδιοκτησίας είχε δημιουργηθεί χωρίς να υπάρχει νομοθετική ρύθμιση, προς τούτο δε εκδόθηκε το ν.δ. 1024/1971, το οποίο καθιέρωσε τον θεσμό αυτό και ισχυροποίησε τις μέχρι τότε συσταθείσες οροφοκτησίες ...... Εξ αυτού προκύπτει ότι υπήρχε αναγκαιότητα, νομοθετικής ρύθμισης, επειδή είχαν συσταθεί έως τότε κάθετες ιδιοκτησίες. Συνεπώς, με την ανωτέρω διαθήκη έλαβε χώρα υπαγωγή του παραπάνω οικοπέδου στις διατάξεις του ν.δ. 1024/1971, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν δύο κάθετες ιδιοκτησίες επί του ενιαίου ακινήτου, απορριπτομένου του ισχυρισμού των εναγομένων περί κατάτμησης του γεωτεμαχίου και δημιουργίας δύο ανεξάρτητων οικοπέδων ως ουσιαστικά αβάσιμου. Άλλωστε, κατά το χρόνο της επαγωγής της κληρονομιάς (26-9-1977), υπό την ισχύ του ν. 651/27-7-1977, δεν ήταν δυνατή η κατάτμηση του όλου ακινήτου σε δύο μη άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα. Αυτό επιρρωνύεται και από τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα: α) την υπ' αριθμ. πρωτ. .../19-3-2007 απάντηση της Νομικής Υπηρεσίας της Νομαρχίας Αθηνών προς την Διεύθυνση Πολεοδομίας Ανατολικού Τομέα (αρμόδια για την έκδοση οικοδομικής αδείας για το ακίνητο), σύμφωνα με την οποία "η ιδιοκτησία της Γ. Κ., επιφάνειας 256,20 τ.μ, δεν αποτελεί αυτοτελές οικόπεδο, αλλά αποτελεί τμήμα συνιδιοκτήτου οικοπέδου κατά τις διατάξεις του ν.δ 1024/1971 και των άρθρων 1002 και 1117 του Α.Κ., καθώς επίσης κατά τις διατάξεις του ν. 3741/1929, της καθέτου και οριζοντίου ιδιοκτησίας συσταθείσης δυνάμει της από 9 Απριλίου 1969 ιδιογράφου διαθήκης του Ξ. Σ., όπως αυτή συμπληρώθηκε με τους περιλαμβανόμενους σ' αυτήν κωδίκελλους", β) το υπ' αριθμ. πρωτ. .../14-9-2006 έγγραφο της Διευθύνσεως Πολεοδομίας της Νομαρχίας Αθηνών προς τις Δ. Γ. και Γ. Μ., στο οποίο εμφαίνεται ότι το ακίνητο διέπεται από τις διατάξεις της καθέτου ιδιοκτησίας. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι τμήμα του ως άνω ενιαίου γεωτεμαχίου, συνολικής έκτασης 307 τ.μ., απαλλοτριώθηκε δυνάμει της υπ' αριθ. .../04.05.1988 απόφασης του Υπουργού ΥΠΕΧΩΔΕ και ως εκ τούτου μειώθηκε η έκταση αυτού και διαμορφώθηκε κατά τον Ο.Κ.Χ.Ε σε 528 τ.μ., και κατά νεότερη καταμέτρηση σύμφωνα με το από μηνός Μαρτίου 2015 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Α. Μ. σε 513,73 τ.μ., απεικονίζεται δε αυτό με τα περιμετρικά γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Α και συνορεύει κατά το προαναφερόμενο τοπογραφικό σε συνδυασμό με το από 30-5-2013 απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος βορειοανατολικά επί προσώπου Α-Β-Γ μήκους 27,48 μέτρων με παράδρομο της Αττικής οδού, νοτιοδυτικά επί πλευράς Ε-Ζ μήκους 25,02 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστου (ΚΑΕΚ ...). βορειοδυτικά επί προσώπου Α-Η-Ζ μήκους 19,50 μέτρων με την οδό ... και νοτιανατολικά επί πλευράς Γ-Δ-Ε μήκους 18,50 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστου (ΚΑΕΚ ...) και έχει καταχωρηθεί με ΚΑΕΚ .... Οι συσταθείσες επ' αυτού κάθετες ιδιοκτησίες είναι οι εξής: 1) μία αυτοτελής και διακεκριμένη κάθετη ιδιοκτησία, η οποία καταλαμβάνει το βόρειο τμήμα του ως άνω γεωτεμαχίου, εμφαίνεται στο σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα με τα περιμετρικά γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Η-Α, έχει έκταση 257,53 τ.μ. και συνορεύει βορειανατολικά επί προσώπου Α-Β-Γ μήκους 27,48 μέτρων με παράδρομο της Αττικής οδού, νοτιοανατολικά επί πλευράς Γ~Δ μήκους 8,50 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστου, νοτιοδυτικά επί πλευράς Δ-Η μήκους 26,22 με την έτερη κάθετη ιδιοκτησία και βορειοδυτικά επί προσώπου Α-Η μήκους 9,50 μέτρων με την οδό ... και 2) μία αυτοτελής και διακεκριμένη κάθετη ιδιοκτησία, η οποία καταλαμβάνει το νότιο τμήμα του γεωτεμαχίου, εμφαίνεται στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα περιμετρικά γράμματα Δ-Ε-Ζ-Η-Δ, έχει έκταση 256,20 τ.μ. και συνορεύει βορειοανατολικά επί πλευράς Η-Δ μήκους 26,22 μέτρων με έτερη κάθετη ιδιοκτησία, νοτιοανατολικά επί πλευράς Ε-Δ μήκους 10 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστου, νοτιοδυτικά επί πλευράς Ε-Ζ μήκους 25,02 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστου και βορειοδυτικά επί προσώπου Ζ-Η μήκους 10 μέτρων με την οδό .... Περαιτέρω, η εξεύρεση του ποσοστού συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου επί του όλου γεωτεμαχίου που αντιστοιχεί σε κάθε επιμέρους κάθετη ιδιοκτησία, ελλείψει σχετικού προσδιορισμού από τον διαθέτη, αυτός (προσδιορισμός της ανάλογης μερίδας) γίνεται από το Δικαστήριο, σύμφωνα με την αξία του αντικειμένου της χωριστής κυριότητας του αυτοτελούς οικοδομήματος, κρίσιμος δε χρόνος υπολογισμού της αξίας είναι επί διάταξης τελευταίας βούλησης ο χρόνος θανάτου του κληρονομουμένου. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, επειδή σε μεταγενέστερο χρόνο έλαβε χώρα απαλλοτρίωση μέρους του βόρειου τμήματος εν λόγω οικοπέδου, ως προεκτέθηκε και μεταβλήθηκε εν μέρει το εμπράγματο καθεστώς του ακινήτου, αλλά και η αξία και τα όρια του όλου ακινήτου, αφού αυτό μειώθηκε λόγω της απαλλοτρίωσης της έκτασης των 307 τμ στο βόρειο τμήμα του, που είναι το τμήμα των αντεναγόντων, που αποτελούσε το μεγαλύτερο τμήμα του όλου ακινήτου, επέρχεται ανακατανομή των ποσοστών τους και ορθότερο είναι ο υπολογισμός της αξίας των δύο καθέτων ιδιοκτησιών σε σχέση προς την αξία του όλου οικοπέδου, να γίνει όχι με βάση τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, αφού πλέον δεν υφίσταται η έκταση εκείνου του ακινήτου, αλλά με βάση την αξία του οικοπέδου, όπως αυτή υπολογίσθηκε από την υπ' αριθ. 3254/1990 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης και η οποία ανέρχεται σε 37.500 δραχμές ανά τετραγωνικό μέτρο. Με βάση την τιμή αυτή, η αξία του όλου οικοπέδου ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 19.264,875 δραχμών (513,73 τ.μ. X 37.500), η δε αξία καθεμίας εκ των δύο καθέτων ιδιοκτησιών ανέρχονταν στο ποσό των 9.657,375 δραχμών ως προς την κάθετη ιδιοκτησία με έκταση 257,73 τ.μ. και στο ποσό των 9.607.500 δραχμών ως προς την έτερη κάθετη ιδιοκτησία με έκταση 256,20 τ.μ.. Έτσι, το εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας της κάθε κάθετης ιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου ανέρχεται ως προς την κάθετη ιδιοκτησία των εναγομένων με έκταση 257,73 τ.μ. σε ποσοστό 50,13% (9.657,375 X 100 : 19.264,875) και ως προς την κάθετη ιδιοκτησία της ενάγουσας με έκταση 256,20 τ.μ. σε ποσοστό 49.87% (9.607.500 X 100 : 19.264,875). Τα αυτά δε εξ αδιαιρέτου ποσοστά συγκυριότητας προκύπτουν και με βάση τις σημερινές αντικειμενικές αξίες (βλ. σχετ. φύλλα υπολογισμού αξίας ακινήτου - οικόπεδο). Η μικρή διαφορά των νέων ποσοστών μεταξύ των καθέτων ιδιοκτησιών, προέκυψε από την μείωση της έκτασης του τμήματος των εναγομένων, αντισταθμίζεται όμως από την ωφέλεια αυτών από την ληφθείσα μόνο από αυτούς αποζημίωση εκ της απαλλοτρίωσης, απορριπτομένων ως αβασίμων των ισχυρισμών τους για μη ορθό υπολογισμό με τον προαναφερόμενο τρόπο των εξ αδιαιρέτου ποσοστών. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η δικαιοπάροχος της ενάγουσας Γ. Χ. του Ι., πρώην συζ. Α. Κ. απέκτησε την πλήρη κυριότητα επί της δεύτερης κάθετης ιδιοκτησίας, η οποία, ως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, καταλαμβάνει το νότιο τμήμα του όλου γεωτεμαχίου, με παράγωγο τρόπο, αιτία γονικής παροχής από την προηγούμενη κυρία αυτής, Μ. συζ. Ι. Χ., το γένος Ξ. Σ., δυνάμει του υπ' αριθ. 48.960/6-4- 1998 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Ελευσίνας Ε. Κ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαλανδρίου στον τόμο …, με αύξοντα αριθμό …, όπως αυτό διορθώθηκε με την υπ' αριθ. .../4-4-2006 πράξη διόρθωσης συμβολαίου γονικής παροχής της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, η οποία καταχωρήθηκε νόμιμα στο σχετικό κτηματολογικά φύλλο, κατ' άρθρο 7Α του Ν.2664/1998, με αριθμό καταχώρισης .../16-6-2006. Εν συνεχεία, η ενάγουσα απέκτησε την ως άνω κάθετη ιδιοκτησία με αγορά από την Γ. Χ. του Ι., πρώην συζ. Α. Κ., δυνάμει του υπ' αριθ .../23-5-2008 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Σ., το οποίο καταχωρήθηκε νόμιμα, κατ' άρθρο 7Α του Ν.2664/1998, με αριθμό καταχώρισης .../10-6-2006 και ως εκ τούτου ως ειδική διάδοχος αυτής, έχει άμεσο έννομο συμφέρον να ασκήσει την εν λόγω αγωγή. Ωστόσο, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας κτηματογράφησης στον ως άνω Δήμο, το όλο οικόπεδο, επί του οποίου συστήθηκαν οι ανωτέρω κάθετες ιδιοκτησίες καταχωρήθηκε στα οικεία κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Χαλανδρίου ως γεωτεμάχιο εμβαδού 528 τ.μ. στο κτηματολογικά φύλλο με ΚΑΕΚ ..., όπου φέρεται κατά ποσοστό 100% ως "αγνώστου ιδιοκτήτη". Για την ως άνω κάθετη ιδιοκτησία οι εναγόμενοι, πάντα γνώριζαν ότι ανήκε στην κυριότητα της Μ. Χ., όπως αυτό ρητά αναφέρεται και στην προεκτεθείσα πράξη αποδοχής της επαχθείσας σ' αυτούς κληρονομιάς. Αυτοί συμμετείχαν στις δίκες του καθορισμού τιμής της απαλλοτρίωσης και εισέπραξαν και την αποζημίωση του απαλλοτριωθέντος τμήματος του ακινήτου, το οποίο ενέπιπτε στην δική τους ιδιοκτησία, καθόσον το νότιο τμήμα του ακινήτου δεν επλήγη από την απαλλοτρίωση. Αλλά και από το προαναφερόμενο έγγραφο της Νομαρχίας Αθηνών γνώριζαν για την σύσταση των καθέτων ιδιοκτησιών. Εφόσον συνεπώς, εγνώριζαν το εμπράγματο δικαίωμα της Μ. Χ. και ακολούθως της κόρης της Γ. Χ. στο νότιο τμήμα του ακινήτου, δεν άσκησαν με διάνοια κυρίου πράξεις νομής σ' αυτό, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται. Αντίθετα οι δικαιοπάροχες της ενάγουσας, πάντα φρόντιζαν την ιδιοκτησία τους, με συνεχή επίβλεψη και συντήρηση της περίφραξής τους, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε, από τις οποίες επίσης προκύπτει ότι οι εναγόμενοι δεν συντηρούσαν τη δική τους περίφραξη. Άλλωστε, οι εκκαλούντες-εναγόμενοι, ουδέποτε υπήρξαν συγκύριοι στο όλο ακίνητο είτε πριν είτε μετά την απαλλοτρίωση, με τα ποσοστά που αναφέρουν, με παράγωγο τρόπο, αφού δεν επήχθη σ' αυτούς τέτοιο κληρονομικό δικαίωμα και δεν έγινε τέτοια αποδοχή κληρονομιάς και αντίστοιχη μεταγραφή, όπως προεκτέθηκε στο σχετικό αίτημα της ανταγωγής τους, που ήδη απορρίφθηκε. Προσέτι και στην από 8-9-2010 (αριθ. κατ. 15528/9228/2010) αγωγή της αρχικής ενάγουσας Δ. Γ., στη θέση της οποίας μετά το θάνατό της συνέχισαν τη δίκη οι πρώτη και δεύτερος των νυν εκκαλούντων και την από 21-2-2013 (αριθ.κατ.29986/830/2013) αγωγή, της νυν τρίτης εκκαλούσας-εναγομένης Γ. Μ., εκτίθεται ότι η συνιδιοκτησία τους κατά τα αναφερόμενα ποσοστά είναι το τμήμα του οικοπέδου που είχε επαχθεί σ' αυτούς με την πρώτη διαθήκη, έκτασης 261,52 τμ. Κατόπιν τούτων, αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο έναρξης του κτηματολογίου (2-6- 2005) στην περιοχή του Δήμου Χαλανδρίου, η δικαιοπάροχος της ενάγουσας Γ. Χ. είχε εγγραπτέο δικαίωμα κυριότητας στην επίδικη κάθετη ιδιοκτησία και των εξ αδιαιρέτου ποσοστών αυτής επί του μείζονος οικοπέδου. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του τετάρτου εναγόμενου ήδη εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, περί ιδίας κυριότητας αυτού στο επίδικο ακίνητο, δυνάμει των από 3/22-2- 1830 και 19-6/1-7-1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 10-7-1837 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, άλλως βάσει του άρθρου 1 του από 31/15-12-1833 ΒΔ ως λιβάδι ή βοσκότοπος, άλλως βάσει του από 10-7-1837 β.δ περί διακρίσεων κτημάτων, άλλως δυνάμει τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας πρέπει ν' απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, καθόσον οι εν λόγω ισχυρισμοί αποτελούν ενστάσεις.... και δεν αποδείχθηκαν από το ενιστάμενο- εναγόμενο. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 4 του νόμου 3127/2003.... Σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, και αν υποτεθεί, ότι το επίδικο ακίνητο ήταν δημόσιο κτήμα πληρούνται οι προϋποθέσεις του ανωτέρω νόμου, ήτοι ακίνητο μικρότερο των 2.000 τμ, εντός σχεδίου πόλης, οι δικαιοπάροχοι δε της ενάγουσας ενέμοντο, με εμφανείς υλικές πράξεις, ως προεκτέθηκε, το ακίνητο επί τριάντα έτη συνεχώς μέχρι τις 19.3.2003, χωρίς να αποδειχθεί κακή πίστη κατά την κτήση της νομής αυτού Κατόπιν αυτών, η αγωγή κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη πρωτοδίκως, καθόσον κατά το μέρος που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη δεν εκκαλείται, πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωρισθεί η δικαιοπάροχος της ενάγουσας ως πλήρης και αποκλειστική κυρία της επίμαχης κάθετης ιδιοκτησίας, με έκταση 256,20 τ.μ. και ποσοστό εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας επί του όλου γεωτεμαχίου 49,87%, όπως ζητεί και να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Χαλανδρίου, ώστε αφενός να καταχωρηθεί αυτοτελώς η εν λόγω κάθετη ιδιοκτησία στο οικείο κτηματολογικό βιβλίο, αφετέρου να καταχωρηθεί αυτή στο όνομα της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, αντί του εσφαλμένου "άγνωστος ιδιοκτήτης". Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε τα ίδια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις και εκτίμησε τις ενώπιον του προσκομισθείσες αποδείξεις, με αιτιολογίες που συμπληρώνονται από αυτές της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), απορριπτομένων ως ουσιαστικά αβασίμων 1α) του δευτέρου λόγου της έφεσης του Ελληνικού Δημοσίου περί αοριστίας της αγωγής, επειδή δεν αναφερόταν η κτήση κυριότητας της ενάγουσας με πρωτότυπο τρόπο και με τριακονταετή νομή έως 11-9-1915, αφού, υφίσταται εξαίρεση στις περιπτώσεις των αστικών ακινήτων (άρθρο 4 του ν. 3127/2003), β) τρίτου λόγου της ίδιας έφεσης, με την οποία παραπονείται το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, για την απόρριψη των περί ιδίας κυριότητας ισχυρισμών του και 2) ενιαίως κρινομένων ως συναφών λόγων της έφεσης των εκκαλούντων κατά το μέρος που πλήττουν την εκκαλούμενη απόφαση ως προς την ουσιαστική παραδοχή της αγωγής, ήτοι των πρώτου λόγου που αφορά κακή εκτίμηση των αποδείξεων, δεύτερου λόγου, που αφορά τη σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας, τρίτου και τέταρτου λόγου που αφορούν τον υπολογισμό των ποσοστών συνιδιοκτησίας. Κατόπιν αυτών η έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Λόγω της παραδοχής κατά ένα μέρος των πέμπτου και έκτου λόγου της έφεσης των εκκαλούντων-αντεναγόντων, πρέπει να γίνει αυτή δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, ως προς την απόρριψη των αιτημάτων της ανταγωγής για διόρθωση της πρώτης εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, να κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό από το παρόν Δικαστήριο και αφού δικασθεί η ανταγωγή, να απορριφθεί η ανταγωγή ως προς τα αιτήματα αυτά και ως προς το Ελληνικό Δημόσιο ως απαραδέκτως ασκηθείσα". Το Εφετείο, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, επικυρώνοντας ως προς την κρινόμενη αγωγή της ενάγουσας και ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων, την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη κατ'ουσίαν την αγωγή αυτή. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι με την από 24-12-1970 διαθήκη του αποβιώσαντος στις 26-9-1977 Ξ. Σ., η οποία είναι σαφής και δεν χρειάζεται αποσαφήνιση με ερμηνεία ο διαθέτης αυτός προέβη στη σύσταση καθέτων ιδιοκτησιών καταλείποντας το νότιο τμήμα του περιγραφομένου οικοπέδου του στην θυγατέρα του Μ. χήρα Ι. Χ., το γένος Ξ. Σ. και βόρειο τμήμα αυτού στις θυγατέρες του, Ι. Μ. και Δ. Γ. και στους εναγόμενους ως καταπιστευματοδόχους, για τους οποίους είχε ήδη συστήσει και οριζόντια ιδιοκτησία με την πρώτη (από 9-4-1967) διαθήκη. Ότι μετά την κήρυξη της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, λόγω ρυμοτομίας, το έτος 1988, μειώθηκε η έκταση του ως άνω οικοπέδου σε 513,73 τ.μ αφού απαλλοτριώθηκαν από την κάθετη ιδιοκτησία των εναγομένων 307 τ.μ μετά του οικοδομήματος και οι συσταθείσες κάθετες ιδιοκτησίες αποτελούντο πλέον από μία αυτοτελή διακεκριμένη ιδιοκτησία που κατελάμβανε το βόρειο τμήμα του άνω γεωτεμαχίου 257,53 τ.μ και μία αυτοτελή διακεκριμένη κάθετη ιδιοκτησία 256,20 τ.μ που κατελάμβανε το νότιο τμήμα αυτού και αφού έγινε ανακατανομή των ποσοστών συνιδιοκτησίας υπολόγισε (το Εφετείο) το ποσοστό αυτό επί του όλου οικοπέδου με βάση την αξία του (οικοπέδου), όπως υπολογίστηκε δυνάμει της απόφασης του Εφετείου Αθηνών που καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης. Επίσης, το Εφετείο δέχθηκε ότι κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος του Κτηματολογίου στην περιοχή του Δήμου Χαλανδρίου, η δικαιοπάροχος της ενάγουσας, ήταν κυρία της επίδικης κάθετης ιδιοκτησίας και διέταξε τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία που τηρούνται στο Κτηματολογικό Γραφείο Χαλανδρίου ως προς την συσταθείσα επίδικη κάθετη ιδιοκτησία, ώστε αφενός να καταχωρηθεί αυτοτελώς η εν λόγω κάθετη ιδιοκτησία στο οικείο κτηματολογικά βιβλίο, αφετέρου να καταχωρηθεί αυτή στο όνομα της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας Γ. Χ., απορρίπτοντας τον ισχυρισμό των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων περί ιδίας κυριότητας αυτού. Τέλος δε απέρριψε ως αβάσιμους κατ'ουσίαν τους ισχυρισμούς του τέταρτου των εναγομένων και ήδη τέταρτο των αναιρεσιβλήτων ισχυρισμούς περί ιδίας κυριότητας του επιδίκου. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου ερμηνευτική της διαθήκης διάταξη του άρθρου 173 του Α.Κ., την οποία δεν εφάρμοσε αφού δεν προσέφυγε σ'αυτή προς αναζήτηση της αλήθειας, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής της. Τούτο δε διότι το Εφετείο, ενώ δέχθηκε ότι η αληθής βούληση του διαθέτη περί συστάσεως των προαναφερόμενων κάθετων ιδιοκτησιών ήταν σαφής και προέκυπτε από την ίδια την διαθήκη η οποία δεν χρειαζόταν αποσαφήνιση ή ερμηνεία, προέβη εμμέσως στην ερμηνεία της, λαμβάνοντας υπόψη και άλλα στοιχεία εκτός του κειμένου της διαθήκης, όπως την πράξη αποδοχής κληρονομιάς των εναγομένων, την .../19-3-2007 απάντηση της Νομικής Υπηρεσίας της Νομαρχίας Αθηνών, προς την διεύθυνση Πολεοδομίας Ανατολικού Τομέα , το υπ'αριθμ. πρωτ. .../14-9-2006 έγγραφο της Δ/νσης της Πολεοδομίας της Νομαρχίας Αθηνών προς τις Δ. Γ. και Γ. Μ. και χρησιμοποίησε επιχειρήματα, όπως ότι "Άλλωστε, η κάθετη ιδιοκτησία ιδρύεται επί ενιαίου ακινήτου, σε ορισμένο ξεχωριστό για κάθε συνιδιοκτήτη τμήμα, όπως εν προκειμένω όρισε ο διαθέτης με την εν λόγω διάταξη όπου σαφώς καθορίζει το περιεχόμενο στην ανωτέρω θυγατέρα του εδαφικό τμήμα του κοινού οικοπέδου χωρίς ν' απαιτείται η χρήση πανηγυρικών εκφράσεων με την αναφορά σε σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας" και ότι "κατά το χρόνο επαγωγής της κληρονομία (26-9-1977) υπό την ισχύ του ν. 651/27-7-1977, δεν ήταν δυνατή η κατάτμηση του όλου ακινήτου σε δύο μη άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα". Ακόμη, η απόφασή του Εφετείου δεν έχει νόμιμη βάση, διότι δεν περιέλαβε σ'αυτήν τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που απαιτούνται για την διαπίστωση της αληθινής βουλήσεως του διαθέτη, μόνο από την διάταξη της τελευταίας βουλήσεως του. Συνεπώς πρέπει να γίνουν δεκτοί ως κατ'ουσίαν βάσιμοι οι προβαλλόμενοι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους, κατ' εκτίμηση αυτών, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ της ευθείας και εκ πλαγίου παραβάσεως του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 173 του Α.Κ. Περαιτέρω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις 1 και 2 του νδ 1024/1971 "περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου", τις οποίες δεν ερμήνευσε ορθά και εφάρμοσε εσφαλμένα με το να δεχθεί ότι, μετά την απαλλοτρίωση λόγω ρυμοτομίας, του αναφερόμενου τμήματος του γεωτεμαχίου και της υπάρχουσας επ' αυτού οικοδομής, που έλαβε χώρα μετά την επαγωγή της κληρονομίας και την σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας δυνάμει της προαναφερόμενης διάταξης τελευταίας βουλήσεως του διαθέτη Ξ. Σ., υφίσταται στο ακίνητο που προέκυψε μετά την απαλλοτρίωση η κάθετη συνιδιοκτησία που συστάθηκε με την προαναφερόμενη πράξη τελευταίας βουλήσεως με ανακατανομή από το Δικαστήριο των ποσοστών συνιδιοκτησίας στο εναπομείναν έδαφος. Συνεπώς, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως κατ' ουσίαν βάσιμοι οι ένατος και δέκατος λόγοι αναίρεσης, κατ' εκτίμηση αυτών από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ για την ευθεία παραβίαση των πιο πάνω διατάξεων. Κατόπιν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... και ΣΙΑ Ε.Ε", παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, οι οποίοι καταλαμβάνονται από την αναιρετική εμβέλεια των λόγων αναίρεσης που έγιναν δεκτοί. Στη συνέχεια, πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλο δικαστή από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ), συμψηφιζομένων μεταξύ των διαδίκων των δικαστικών εξόδων, καθόσον η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαιτέρως δυσχερής (άρθρο 179 Κ.Πολ.Δ) και τέλος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που κατέθεσαν (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-3-2020 αίτηση των 1. Έ. - Γ. Γ. του Ξ., 2. Α. Γ. του Ξ. 3. Γ. Μ. του Χ., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 6971/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους δεύτερη και τρίτο των αναιρεσιβλήτων Γ. Χ. του Ι. και Ελληνικό Δημόσιο αντίστοιχα. ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 6971/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων "... και ΣΙΑ Ε.Ε" . ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, ως προς τους διαδίκους που αναιρέθηκε, στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες. ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ την δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ