Αριθμός 934/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργιάδη και δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Θωμά Καναβέλη και Αικατερίνη Ταταράκη και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/6/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2771/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2397/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/8/2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 2397/2020 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, δεχόμενη την από 12.9.2018 έφεση της εκκαλούσας ήδη αναιρεσείουσας, κατά της 2771/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί την από 10-8-2009 αγωγή εναντίον του αναιρεσίβλητου, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κράτησε να δικάσει την ένδικη αγωγή και την έκανε δεκτή ως βάσιμη στο σύνολό της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013). Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015). Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005). Αντίθετα, με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Παράλληλα, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013). Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011). Εκ πλαγίου παραβίαση μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και άρα είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 386/2004) και ιδίως α) όταν, χωρίς να διευκρινίζεται στην απόφαση, αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη σύμβαση και επομένως ανάγκη ερμηνείας της εν τούτοις το δικαστήριο είτε εφαρμόζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, είτε παραλείπει να τους εφαρμόσει (ΑΠ 849/2017, ΑΠ 10/2015), β) όταν το δικαστήριο περιορίστηκε απλώς στο ερμηνευτικό πόρισμά του, χωρίς καθόλου, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, να αναφέρει τις ερμηνευτέες δηλώσεις των μερών (ΑΠ 220/2016, 597/2005, 838/2005), γ) όταν το δικαστήριο, σε περίπτωση που προβαίνει σε ερμηνεία της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να εκθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, και συγκεκριμένα ότι χρησιμοποίησε τα κριτήρια που αυτές θέτουν, δηλαδή τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, για να ανεύρει την αληθινή βούληση των συμβληθέντων (ΑΠ 1565/2017, ΑΠ 1134/2015, ΑΠ 10/2015), έστω και αν παρέπεμψε στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, και δ) όταν δεν προκύπτουν καθόλου ή εκτίθενται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, σχετικά με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 232/2016), με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 220/2016). Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009). Εξάλλου κατά το άρθρο 138 εδ.α'Α.Κ. δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη, κατά δε του ίδιου άρθρου άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την εικονικότητα μιας δικαιοπραξίας αρκεί η ελαττωματικότητα της δηλωθείσας βουλήσεως του δικαιοπρακτούντος ή των δηλωθεισών βουλήσεων των εκατέρωθεν δικαιοπρακτούντων, συνισταμένη, στο ότι αυτή δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των έννομων αποτελεσμάτων της καταρτιζόμενης δικαιοπραξίας χωρίς να είναι αναγκαίο να προκύπτει και ο σκοπός για τον οποίο έγινε η ελαττωματική αυτή δήλωση βουλήσεως, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία και μόνον για την έρευνα του κύρους ή μη της υποκρυπτόμενης κατά το εδ.β' του άρθρου 138 του ΑΚ (ΑΠ 1620/2008). Έτσι, στην εικονικότητα μιας σύμβασης, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και συμφωνία όλων των κατά το χρόνο της κατάρτισής της συμβαλλομένων για το ότι η σύμβαση που συνάφθηκε είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες. Για την εικονικότητα, δηλαδή, της δικαιοπραξίας αρκεί το γεγονός ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των έννομων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται. Ως εκ τούτου, δεν είναι ανάγκη να προκύπτει ο σκοπός ή τα αίτια που οδήγησαν στην ελαττωματική αυτή δήλωση, ούτε, αποτελεί προϋπόθεση για την ύπαρξή της η πρόθεση εξαπατήσεως κάποιου τρίτου, αλλά ούτε και η ύπαρξη απαιτήσεως προγενέστερης της εικονικής δικαιοπραξίας (ΑΠ 160/2013). Ενόψει των εκτεθέντων, με τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 138 ΑΚ, γίνεται διάκριση της εικονικότητας σε απόλυτη, η οποία επιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της εικονικής δικαιοπραξίας όταν αυτή δεν καλύπτει άλλη δικαιοπραξία, δηλαδή, όταν οι δικαιοπρακτούντες δεν ήθελαν να επέλθει με τη δικαιοπραξία κάποια έννομη μεταβολή και σε σχετική, η οποία επιφέρει την ακυρότητα της φανερής δικαιοπραξίας που δεν έγινε στα σοβαρά, όχι όμως και εκείνης που κρύβεται κάτω απ' αυτή, η οποία είναι έγκυρη, αν συντρέχουν οι όροι που ορίζει η διάταξη, δηλαδή, αν την ήθελαν τα μέρη και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της (ΑΠ 1105/2017, ΑΠ 429/2015, ΑΠ 1671/2000). Σύμφωνα δε με το αρθ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί (173 και 200 ΑΚ) ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20. Συνεπώς, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την απόλυτη ή σχετική εικονικότητα μιάς δικαιοπραξίας σχηματιζόμενη από την εκτίμηση των αποδείξεων και αναφερόμενη στη αληθή βούληση των δικαιοπρακτούντων είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, γιατί αφορά κρίση περί τα πράγματα, εκτός αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (ΑΠ 1671/2000). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 471 και 477 ΑΚ συνάγεται σαφώς ότι στερητική αναδοχή χρέους είναι η σύμβαση που συνάπτεται με τον δανειστή, με την οποία κάποιος αναδέχεται ξένο χρέος έτσι ώστε να υπεισέλθει αυτός στη θέση του οφειλέτη και ο τελευταίος να απαλλαγεί. Τούτο πρέπει να προκύπτει σαφώς από τη σύμβαση, με την οποία κάποιος υπόσχεται την εκπλήρωση ξένου χρέους γιατί, διαφορετικά, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 477 ΑΚ, ο οφειλέτης δεν απαλλάσσεται, αλλά παράγεται πρόσθετη ενοχή αυτού που υποσχέθηκε την εκπλήρωση ξένου χρέους ο οποίος ευθύνεται εις ολόκληρον με τον οφειλέτη, ήτοι υπόκειται σωρευτική αναδοχή χρέους. (ΑΠ 1770/2014, ΑΠ 557/1999). Τέλος κατά το άρθρο 873 ΑΚ, η σύμβαση, με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία του χρέους, είναι έγκυρη, αν η υπόσχεση ή η δήλωση για την αναγνώριση γίνει εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης που δεν αναφέρει την αιτία του χρέους λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι έγινε με τέτοιο σκοπό. Η δημιουργική ενέργεια της αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους συνίσταται στη θεμελίωση αυτοτελούς υποχρέωσης, ανεξάρτητης από την αιτία της (νέο θεμέλιο αξίωσης), όπου το θεμελιωτικό της αξίωσης πραγματικό εξαντλείται στην έγγραφη υπόσχεση παροχής. Από την ανωτέρω διάταξη σαφώς συνάγεται ότι η αναφερόμενη σε αυτή αυτοτελής και ετεροβαρής ενοχή από έγγραφη αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους γεννιέται στην περίπτωση που τα μέρη είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, πράγμα που θέλει εξακριβωθεί από αυτή την ίδια τη δήλωση και τις περιστάσεις, γι' αυτό και δεν βλάπτει απλή αναφορά της αιτίας. Το πότε συντρέχει τέτοια περίπτωση είναι ζήτημα πραγματικό. Έτσι, αν στην έγγραφη υπόσχεση ή στην αναγνωριστική δήλωση μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του, διότι η διάταξη του εδ. β' του άνω άρθρου εισάγει απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στη δήλωση αυτή ορισμένη έννοια, μόνο ενόσω δεν προκύπτει το αντίθετο (ΑΠ1175/2021, ΑΠ 654/2014, ΑΠ 114/2013, ΑΠ 748/2011). Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 (α, β) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλ. οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1072/2005), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από την ήδη αναιρεσείουσα (ΑΠ 354/2011) γιατί διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (Ολ. ΑΠ 2/2001). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1933/2006), και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004, ΑΠ 539/2003), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. Πράγματα, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, είναι και οι λόγοι της έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης και, συνεπώς, η παραδοχή από το Εφετείο ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η επανάκριση κεφαλαίου της απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναίρεσης, εκτός αν πρόκειται για λόγο έφεσης ή ισχυρισμούς που όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 1677/2010). Αντίθετα, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΑΠ 2166/2009). Συνακόλουθα, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμη ή αλυσιτελή (Ολ ΑΠ 2/1989, 14/2004), ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλ. σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου. Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997, 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (Ολ. ΑΠ 11/1996, ΑΠ 262/2023, ΑΠ 1363/2008). Για την πληρότητα του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 118 εδάφ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ποία ήταν τα πράγματα αυτά που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά πρωτοδίκως και επαναφέρθηκαν νόμιμα στο Εφετείο, και ποία επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης χωρίς να αρκεί η μνεία μόνο των σχετικών νομικών διατάξεων (ΑΠ 69/2023, ΑΠ 869/2017, ΑΠ 109/2019). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας οφείλει, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν παραδεκτά και νόμιμα και τα οποία ήταν χρήσιμα για άμεση ή έμμεση (με συναγωγή τεκμηρίων) απόδειξη κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλέστηκε ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ. ΑΠ 2/2008, Ολ. ΑΠ 14/2005, ΑΠ 912/2020, ΑΠ 181/2018), ή για άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης δηλαδή παραδεκτών και νόμιμων πραγματικών ισχυρισμών, που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν για την απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων και, ως εκ τούτου, επιδρούν στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης (ΑΠ 876/2019, ΑΠ 85/2019, ΑΠ 1684/2018, ΑΠ 42/2012). Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο μέσο απόδειξης. Δεν γεννάται όμως ο λόγος αυτός, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλείται ο αναιρεσείων. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που ιδρύουν τον κατά την ως άνω διάταξη λόγο αναίρεσης περιλαμβάνεται και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη (ΑΠ 865/2020, ΑΠ 1215/2019, ΑΠ 691/2017, ΑΠ 1078/2015). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335 και 352 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνο εκείνη του διαδίκου που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση (ή του εντεταλμένου δικαστή), κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη στην οποία έγινε επίκλησή της ως αποδεικτικού μέσου. Η παραπάνω δικαστική ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος. Απόδειξη δηλαδή δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνο η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Συνεπώς δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο γι' αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 865/2020, ΑΠ 1215/2019, ΑΠ 691/2017, ΑΠ 188/2017). Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να εκτιμήσει και να λάβει υπόψη του δικαστική ομολογία, παρόλο που πράγματι περιείχε συγκεκριμένη παραδοχή ενός κρισίμου γεγονότος που αποτελούσε τη βάση ισχυρισμού του επικαλουμένου την ομολογία διαδίκου (ΑΠ 865/2020, ΑΠ 469/2009, ΑΠ 1336/2008), υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι το δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία. Περαιτέρω, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός για τον οποίο έγινε η ομολογία, ο οποίος πρέπει να είναι ουσιώδης για την έκβαση της δίκης (ΑΠ 967/2020, ΑΠ 545/2013). Με τις διατάξεις των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ εισάγονται γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες οι οποίοι αλληλοσυμπληρούμενοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (ΑΠ 925/2015, ΑΠ 3/2015), διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία ως προς την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως των μερών. Ειδικότερα, η πρώτη από τις διατάξεις αυτές εξαιρεί το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος όπως όμως αυτή εξωτερικεύθηκε και δεν παρέμεινε ενδόμυχη, ενώ η δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη γενικώς των συναλλασσομένων και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Κατά την έννοια αυτή καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται να υπάρχει στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, αντικειμενικά σκεπτόμενου, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας που προσιδιάζουν είτε σε ορισμένες κατηγορίες συναλλαγών είτε σε ορισμένο επαγγελματικό κύκλο ή τοπική περιοχή. Στο πλαίσιο αυτό το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης του και εκτιμά, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, το δικαιοπρακτικό σκοπό και τη φύση της σύμβασης, τις συνθήκες και τις εν γένει συνήθειες (τοπικές χρονικές, γλωσσικές) υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, τις διαπραγματεύσεις και την προηγούμενη συμπεριφορά αυτών καθώς και τα συμφέροντα των μερών και ιδιαίτερα του μέρους που αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος κάθε φορά συμβατικός όρος (ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 220/2016). Αυτό σημαίνει ότι οι δηλώσεις βουλήσεως πρέπει να λαμβάνονται υπόψη με την έννοια που μπορούν στη συγκεκριμένη περίπτωση να γίνουν αντιληπτές κατά τη συναλλακτική ευθύτητα και από κάθε καλόπιστο τρίτο (ΑΠ 1345/2012, 1588/2013), μέσα δε διαπίστωσης της βουλήσεως ενδέχεται κατά περίπτωση να αποτελούν και οι διαπραγματεύσεις των μερών, μαρτυρίες τρίτων ή σχετικά έγγραφα. Περαιτέρω, στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων των δικαιοπραξιών υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 355/2007, ΑΠ 1365/2005, ΑΠ 426/2010), κατά την ανέλεγκτη, προς αυτό, κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 416/1993, ΑΠ 185/2004, ΑΠ 1503/2005). Επομένως, δεν παραβιάζονται οι ως άνω κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής χωρίς κενά (ΑΠ 1059/2018, ΑΠ 1164/2015, ΑΠ 115/2013). Προσφυγή πάντως στις ερμηνευτικές διατάξεις υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 355/2004). Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 3/2015, ΑΠ 1588/2013, ΑΠ 1345/2012). Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 84/2020, ΑΠ 557/2004, 1258/2004). Έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφίβολης έννοιας υπάρχει, αν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία, έστω και αν αναφέρει στην απόφασή του, ότι η δήλωση των συμβληθέντων στη σύμβαση είναι σαφής και απαλλαγμένη κενών (ΑΠ 10/2015). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 832/2009, 715/2010). Μόνη, όμως, η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτήν. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες αλλιώς είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος (ΑΠ 875/2017, ΑΠ 1543/2004). Περαιτέρω η γενική ρήτρα του άρθρ. 288 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, που απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτών κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την τυχόν προβλεπόμενη ειδική προστασία, λειτουργεί δε όχι μόνο ως συμπληρωματική, αλλά και ως διορθωτική ρήτρα των δικαιοπρακτικών βουλήσεων στις περιπτώσεις που εξ αιτίας ειδικών συνθηκών μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των συμβατικών παροχών στο συμφωνημένο μέτρο και έγιναν δυσβάστακτες για τον οφειλέτη ή το δανειστή. Αντίθετα έτσι με τη ρήτρα του άρθρ. 200 ΑΚ που αναφέρεται στην ερμηνεία των συμβάσεων, όταν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων δεν είναι σαφείς, επιβάλλοντας ως ερμηνευτικά κριτήρια την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη με στόχο την ανεύρεση του αποφασιστικού νοήματος των δηλώσεων βουλήσεως δηλαδή τον καθορισμό της ενυπάρχουσας στη σύμβαση αυτόνομης δικαιοπρακτικής ρύθμισης, η εφαρμογή της ρήτρας του άρθρ. 288 ΑΚ έπεται της ερμηνείας της δικαιοπραξίας με στόχο την προσαρμογή της στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης, επιβάλλοντας στα μέρη ετερόνομη ρύθμιση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους, όταν κατά τα παραπάνω χρειάζεται να συμπληρωθούν ή να διορθωθούν για να μην προκαλούνται στο ένα μέρος δυσβάστακτες συνέπειες από τη λειτουργία του ενοχικού δεσμού (ΑΠ 710/2022, ΑΠ 495/2021, ΑΠ 494/2021, ΑΠ 493/2021, ΑΠ 660/2019). Παρέχεται έτσι τότε στο δικαστήριο η δυνατότητα, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, να αποκλίνει από τα συμφωνηθέντα και να επαναπροσδιορίσει τις οφειλόμενες παροχές αυξάνοντας ή ανάλογα μειώνοντας το συμφωνημένο μέγεθος τους, ώστε αυτές να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης κατά το χρόνο της εκπλήρωσής τους (Ολ ΑΠ 927/1982, ΝοΒ 1983.214· 9/1997, ΕλλΔνη 1997.767· ΑΠ 1570/1983, ΝοΒ 1984.1356· 1346/1993, ΕλλΔνη 1994.1597· 63/2000, ΕλλΔνη 2000.759· 756/2003· 398/2008). Η ρήτρα της καλόπιστης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των παροχών είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς δεν επιτρέπεται παραίτηση απ' αυτή, είτε ρητή είτε σιωπηρή. Δεν αποτελεί όμως παραίτηση η ειδικότερη συμφωνία σε αμφοτεροβαρή σύμβαση, με την οποία προβλέπεται η εκπλήρωση των παροχών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκαν, ακόμη και σε περίπτωση συγκεκριμένης μελλοντικής μεταβολής των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης διότι τότε με την ειδική αυτή συμφωνία, που βρίσκεται μέσα στα όρια της ελευθερίας των συμβάσεων και δεν αντίκειται χωρίς άλλο στη συναλλακτική καλή πίστη και εντιμότητα, αναλαμβάνεται από τον οφειλέτη ο σχετικός κίνδυνος και τονίζεται η ευθύνη του για την πιστή και στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση εκπλήρωση της παροχής του (ΑΠ 16/1983, ΝοΒ 1983.1368). Όμως και στην περίπτωση αυτή που προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών, στις οποίες τα μέρη στήριξαν τη σύμβασή τους η ρήτρα του άρθρ. 288 ΑΚ επεμβαίνει και πάλι διορθωτικά, αλλιώς θα υπήρχε ανεπίτρεπτη απ' αυτή παραίτηση, αν η μεταβολή που επήλθε είναι τόσο μεγάλη, ώστε η εκπλήρωση πλέον της παροχής ενός των μερών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκε, να συνεπάγεται υπέρβαση του κινδύνου ζημιάς που το μέρος αυτό πρόβλεψε και ανέλαβε, συνιστώντας στην περίπτωση αυτή η εμμονή στη συμφωνηθείσα εκπλήρωση της παροχής συμπεριφορά αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές (ΑΠ 187/1990, ΝοΒ 1991.913). Συνεπώς η ρήτρα του άρθρου 288 ΑΚ εφαρμόζεται και μάλιστα πολύ περισσότερο και όταν από υπαιτιότητα των μερών, κοινή ή μόνο του οφειλέτη ή του δανειστή, δεν προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης, ενώ η ανυπαίτια έλλειψη πρόβλεψης επισύρει την εφαρμογή του άρθρ. 388 ΑΚ με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων που το άρθρο αυτό απαιτεί. Δηλαδή το άρθρ.288 ΑΚ εφαρμόζεται στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ειδικότερης διάταξης του άρθρ. 388 ΑΚ, που απαιτεί η εκ των υστέρων μεταβολή των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης, στις οποίες κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη από κοινού τα μέρη στήριξαν τη σύναψή της (ΑΠ 1038/1998, ΕλλΔνη 1998.1591), να οφείλεται σε λόγους έκτακτους, αλλά και απρόβλεπτους χωρίς όμως υπαιτιότητα των μερών, προκειμένου αυτή να μπορεί να αναπροσαρμοσθεί ή να λυθεί εξ ολοκλήρου από το δικαστήριο κατά το μέρος που δεν εκτελέσθηκε ακόμη, εφόσον από τη παραπάνω μεταβολή η παροχή του οφειλέτη, εν όψει και της αντιπαροχής έγινε υπέρμετρα επαχθής (Ολ ΑΠ 927/1982· ΑΠ 1570/1983· 398/2008· 1290/2011· Σταθόπουλος, ό.π., αριθ. 28,42,70,71 σ. 212,222-223, 238-240). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, προκύπτει ότι το Εφετείο, ερευνώντας κατ'ουσία την ένδικη υπόθεση, δέχτηκε, μετά την εκτίμηση των νομίμως προσκομιζόμενων αποδείξεων, που αναφέρονται σε αυτή, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Η εναγομένη - εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία η οποία συστάθηκε στις 21.11.2005 και εδρεύει στην ... έχει ως εταιρικό σκοπό να ασκεί εργασίες ή επιχειρήσεις εταιρείας επενδύσεων (...) και όπως αποκτά είτε με αρχική εγγραφή κατά την ίδρυση, είτε με συμβόλαιο, είτε με αγορά, είτε με ανταλλαγή, είτε στο όνομα οποιοσδήποτε άλλου προσώπου (nominee) και όπως κατέχει, εκμεταλλεύεται, επιβαρύνει, ανταλλάσσει, κατακρατά, πωλεί ή αλλιώς με οποιοδήποτε τρόπο αποξενώνει με οποιουσδήποτε όρους, οποιοσδήποτε μετοχές, μετοχικό κεφάλαιο (stock) χρεωστικά ομόλογα (debentures and debenture stock) ομολογίες, γραμμάτια, υποχρεώσεις αξίας και χρεόγραφα (securities) οποιοσδήποτε φύσης εκδιδόμενα ή εγγυημένα από οποιαδήποτε κυβέρνηση κυρίαρχου κράτους, φυσικού ή νομικού προσώπου, συνεταιρισμού, δημοσίου σώματος ή αρχής ανώτατης εξαρτημένης δημοτικής, τοπικής ή άλλης, οπουδήποτε ευρισκόμενης και είτε αυτά είναι όλα εξ' ολοκλήρου πληρωμένα είτε όχι και με οποιουσδήποτε όρους θα κριθεί σωστό και όπως αποκτά, κατέχει, εκμεταλλεύεται, πωλεί ή άλλως αποξενώνει ή επιβαρύνει με οποιουσδήποτε όρους θα κριθεί σωστά ολόκληρο ή μέρος του συμφέροντος σε οποιαδήποτε εργασία ή επιχείρηση, οποιουδήποτε διπλώματος ευρεσιτεχνίας, παραχωρήσεις, σχέδια, εμπορικά σήματα, δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας μυστικές μεθόδους άδειες, εφευρέσεις, δικαιώματα και προνόμια που υπόκεινται σε ετήσιες προσόδους (royalties) ή αλλιώς και είτε αυτά όλα είναι αποκλειστικά ή όχι. Δυνάμει της υπ' αριθμ. ...2010 σύμβασης (χρεολυτικού) δανείου και των προσθέτων πράξεων τροποποίησης αυτής υπ' αριθμ. ...2011, ...-2012 και ...-2013, που καταρτίσθηκαν στην Αθήνα μεταξύ της εφεσίβλητης - ενάγουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." ως δανείστριας και της εκκαλούσας - εναγόμενης εταιρείας με την επωνυμία "..." ως οφειλέτιδας, χορηγήθηκε στην τελευταία έντοκο δάνειο ποσού 30.000.000 ευρώ, με σκοπό τη χρηματοδότηση επενδύσεων στους τομείς "ενέργειας, χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και ακινήτων", διεπόμενο από το ελληνικό δίκαιο, το Ν.Δ. 17-07/13-08-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", τους γενικούς όρους συναλλαγών της Τράπεζας, καθώς και από τους ειδικότερους συμβατικούς όρους, που κατά τα κύρια σημεία τους είχαν ως ακολούθως : Το κεφάλαιο του δανείου θα εξοφληθεί από τον οφειλέτη με μία δόση ποσού 30.000.000 ευρώ, καταβλητέα κατά την ημερομηνία λήξης του δανείου, μετά την πάροδο πέντε (5) ετών από την υπογραφή της σύμβασης, ενώ κατά τον ενδιάμεσο χρόνο ο οφειλέτης θα υποχρεούται να καταβάλει μόνο τους αναλογούντες τόκους (όρος 2.1). Ο τόκος του δανείου υπολογίζεται για κάθε περίοδο εκτοκισμού επί του ανεξόφλητου κεφαλαίου του δανείου, τοκαριθμικά με βάση έτος 360 ημερών με επιτόκιο ίσο προς το παρεμβατικό επιτόκιο ΕΚΤ πλέον περιθωρίου 1% και εισφοράς Ν. 128/75, καθώς και κάθε άλλης επιβαλλόμενης από το νόμο επιβάρυνσης (όρος 2.2.α). Ως Παρεμβατικό Επιτόκιο ΕΚΤ εννοείται το Ελάχιστο Επιτόκιο Προσφοράς της ΕΚΤ για πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης, που καθορίζεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και ανακοινώνεται στη σελίδα Reuters ECB01, δύο εργάσιμες ημέρες πριν την έναρξη της περιόδου εκτοκισμού στην οποία πρόκειται να εφαρμοσθεί στρογγυλοποιούμενο στην πλησιέστερη εκατοστιαία μονάδα (όρος 2.2.β). Ο τόκος του δανείου καταβάλλεται δεδουλευμένος κατά την τελευταία ημέρα κάθε περιόδου εκτοκισμού. "Περίοδος εκτοκισμού" είναι κάθε αλλεπάλληλη χρονική περίοδος τριών μηνών, η πρώτη από τις οποίες αρχίζει από την εκταμίευση του δανείου και κάθε επόμενη αμέσως μετά την τελευταία ημέρα της προηγούμενης. Αν η λήξη μίας περιόδου εκτοκισμού και η καταβολή συμπίπτει με μη εργάσιμη ημέρα, τότε η περίοδος αυτής και η καταβολή δόσης θα λήγει κατά την επόμενη εργάσιμη ημέρα, εκτός αν η επόμενη αυτή ημέρα ανήκει στον επόμενο ημερολογιακό μήνα, οπότε στην περίπτωση αυτή η περίοδος εκτοκισμού και η καταβολή δόσης θα λήγει την αμέσως προηγούμενη εργάσιμη ημέρα (όρος 2.3). Σε περίπτωση καθυστερήσεως πληρωμής οποιοσδήποτε δόσεως ή μέρους αυτής ή και των τόκων, συμφωνείται ότι ο οφειλέτης αυτοδίκαια θα χρεώνεται για τα καθυστερούμενα ποσά από την ημέρα της καθυστέρησης μέχρι εξοφλήσεως, με επιτόκιο υπερημερίας που θα καθορίζεται από το νόμο, ανερχόμενο σε 2,5 εκατοστιαίες μονάδες πάνω από το εκάστοτε ισχύον για τη σύμβαση επιτόκιο. Σε περίπτωση δε θεσπίσεως επιτοκίου υπερημερίας ανώτερου του αμέσως προαναφερθέντος θα ισχύει το εκάστοτε ισχύον ανώτατο όριο του επιτοκίου υπερημερίας, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη όχληση ή ειδοποίηση ή επιταγή πληρωμής προς αυτόν (όρος 4.1). Δικαιούται επίσης, η τράπεζα στην περίπτωση αυτή είτε να επιδιώξει την είσπραξη της καθυστερημένης ή των καθυστερημένων δόσεων με τους οφειλόμενους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας) και έξοδα, είτε να καταγγείλει τη σύμβαση οπότε γίνεται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και το μη ληξιπρόθεσμο μέρος του δανείου και να επιδιώξει την είσπραξη του συνόλου της οφειλής. Σε κάθε περίπτωση υπερημερίας η τράπεζα δικαιούται να ανατοκίζει και τους καθυστερούμενους τόκους ακόμη και μετά την καταγγελία της συμβάσεως, κατά τις ελάχιστες χρονικές περιόδους που θα επιτρέπει ο νόμος, ο οποίος θα ισχύει κατά την επέλευση της υπερημερίας, που (κατά την κατάρτιση της σύμβασης) είναι το εξάμηνο (όρος 4.2). Ως περίοδος εκταμίευσης του δανείου καθορίζεται το διάστημα από την υπογραφή της συμβάσεως μέχρι την 30/6/2010. Με μόνη την πάροδο της ημερομηνίας αυτής παύει και η υποχρέωση της τράπεζας να χορηγήσει το δάνειο ή το εναπομείναν τμήμα του (όρος 5.1). Η ανάληψη κάθε τμήματος του δανείου θα αποδεικνύεται από τα υπογραφόμενα από τον οφειλέτη σχετικά εντάλματα πληρωμής που θα εκδίδονται από την τράπεζα. Θα αποδεικνύεται επίσης εκ των σχετικών εγγραφών στα βιβλία της τράπεζας και των βάσει αυτών εξαγομένων αποσπασμάτων, τα οποία ο οφειλέτης αναγνωρίζει ότι αποτελούν πλήρη απόδειξη του εκάστοτε οφειλομένου από αυτόν ποσού στην τράπεζα (όρος 5.3). Τον οφειλέτη βαρύνουν όλα τα έξοδα γενικά, φόροι και τέλη που συνδέονται με την παρούσα σύμβαση. Ενδεικτικά, ο οφειλέτης βαρύνεται με την εισφορά του Ν. 128/1975 (όρος 6.1). Σε περίπτωση μεταβολής του καθεστώτος φορολογίας ή αυξομείωσης των υπό του νόμου προβλεπομένων ως άνω και εν γένει ποσοστών ή ποσών επιβαρύνσεων ο οφειλέτης θα υπόκειται αυτοδικαίως στις παραπάνω μεταβολές μεταβολές χωρίς ανάγκη τροποποίησης της σύμβασης. Ομοίως ο οφειλέτης βαρύνεται με όλα τα έξοδα, τέλη, χαρτόσημα, φόρους - πλην του φόρου εισοδήματος της τράπεζας - που ισχύουν ή ήθελε νόμος επιβάλλει ως και με όλες τις δαπάνες και έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των τελών χαρτοσήμου και των φόρων πάσης φύσεως, των εξόδων εγγραφής εμπραγμάτων βαρών στο κτηματολόγιο, των εξόδων εκτελέσεως της τράπεζας για τυχόν δικαστική ή εξώδικη επιδίωξη κατά του οφειλέτη των κατ' αυτού απαιτήσεών της, που απορρέουν από την ένδικη σύμβαση, ιδίως δε για την εμπρόθεσμη καταβολή των δόσεων κεφαλαίου και τόκων ή από άλλες συμβάσεις που είναι παρεπόμενες και εξασφαλιστικές της ένδικης σύμβασης δανείου, ιδία δε από συμβάσεις ενεχύρου, αναδοχής χρέους, εκχωρήσεων ή για αναγκαστική εκτέλεση των αναλαμβανομένων υποχρεώσεων του οφειλέτη ή τρίτων και τα οποία έξοδα και δαπάνες εφόσον καταβληθούν από την τράπεζα θα δικαιούται αυτή να τα χρεώνει στο λογαριασμό του δανείου του οφειλέτη και να τα επιβαρύνει έκτοτε με τόκους υπερημερίας (όρος 6.2). Η τράπεζα δικαιούται να καταγγείλει αζημίως γι' αυτήν και χωρίς την τήρηση οποιοσδήποτε προθεσμίας με μονομερή προς τον οφειλέτη δήλωσή της την ένδικη σύμβαση και να καταστήσει ολόκληρο το εκ της συμβάσεως αυτής λόγω δανείου χορηγηθέν κεφάλαιο και τους μέχρι τη στιγμή αυτή τόκους απαιτητούς και ληξιπρόθεσμους, ιδίως: α) εάν ο οφειλέτης παραβεί οποιονδήποτε από τους όρους της παρούσας σύμβασης δανείου, που συνομολογούνται όλοι ουσιώδεις, β) εάν ο οφειλέτης διακόψει ή αναστείλει για οποιονδήποτε λόγο την ασκούμενη σήμερα και δηλωθείσα από αυτόν επιχειρηματική του δραστηριότητα, γ) εάν ο οφειλέτης προβεί σε συγχώνευση οποιοσδήποτε φύσεως της επιχειρήσεώς του με την οποία θα απορροφάται ή θα εξαγοράζεται από άλλη εταιρεία ή εάν συστήσει εταιρεία με συνεισφορά της εταιρικής περιουσίας ή προβεί σε διάσπασή της οποιασδήποτε φύσεως ή μεταβάλει την εταιρική του μορφή χωρίς την προηγούμενη συναίνεση της τράπεζας, δ) εάν η οφειλέτρια εταιρεία λυθεί για οποιονδήποτε λόγο, ε) εάν καταστεί ο οφειλέτης μειωμένης φερεγγυότητας ώστε να υπάρχει κίνδυνος για την ικανοποίηση των εκ της σύμβασης απορρεουσών απαιτήσεων της τράπεζας, στ) σε κάθε περίπτωση ανακρίβειας ή μη πληρότητας, κατά την κρίση της τράπεζας, δηλώσεων του οφειλέτη, που κατά την τράπεζα στηρίζουν τη χορήγηση του δανείου αυτού, τη φερεγγυότητά του και την ασφάλεια των αξιώσεών της (όρος 8). Για το δάνειο αυτό η τράπεζα δικαιούται να τηρεί στα βιβλία της κατά την κρίση της έναν ή περισσότερους λογαριασμούς, στους οποίους θα καταχωρούνται οι αναλήψεις του δανείου, οι τόκοι (συμβατικοί και υπερημερίας) και τα έξοδα της τράπεζας εξαιτίας του δανείου (δικαστικά και πάσης φύσεως έξοδα) οι καταβολές εκ μέρους του οφειλέτη (όρος 10.1). Απόσπασμα που θα έχει εξαχθεί από τα βιβλία της τράπεζας ή αντίγραφο αυτών (που μπορεί να είναι και με μηχανογραφικό σύστημα) και θα εμφανίζει τον ή τους παραπάνω λογαριασμούς και το υπόλοιπο που θα οφείλεται συμφωνείται ότι θα αποτελεί πλήρη απόδειξη της απαίτησης της τράπεζας κατά του οφειλέτη, επιτρεπόμενης όμως της ανταπόδειξης. Τα ίδια ισχύουν και για το λογαριασμό που θα τηρεί η τράπεζα μετά την καταγγελία της σύμβασης (όρος 10.3). Προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της τράπεζας κατά του οφειλέτη, που απορρέουν από τη σύμβαση, η τράπεζα δικαιούται να αξιώσει από τον οφειλέτη την παροχή με έξοδά του εμπράγματης ασφάλειας η οποία θα ικανοποιεί την τράπεζα, οπότε και υπογράφεται ανάλογα σχετική σύμβαση (όρος 11). Όλες οι πληρωμές του οφειλέτη προς την τράπεζα με βάση την σύμβαση θα γίνονται ελεύθερες και απαλλαγμένες από κάθε έκπτωση λόγω συμψηφισμού ή επίσχεσης εξαιτίας τυχόν ανταπαίτησης του οφειλέτη κατά της τράπεζας και ο οφειλέτης ρητά παραιτείται από κάθε δικαίωμα του συμψηφισμού ή επίσχεσης έναντι της τράπεζας (όρος 12.1). Ο οφειλέτης δεν έχει το δικαίωμα να εκχωρήσει ή κατά οποιονδήποτε άλλο τρόπο να μεταβιβάσει προς τρίτους δικαιώματα και αξιώσεις που πηγάζουν από τη σύμβαση (όρος 12.2). Ο οφειλέτης εξουσιοδοτεί ανέκκλητα την τράπεζα να χρεώνει με την οφειλή οποιονδήποτε λογαριασμό του ανεξάρτητα από το νόμισμα στο οποίο τηρείται και το κατάστημα της τράπεζας όπου έχει ανοιχθεί. Επίσης η τράπεζα έχει για την οφειλή δικαίωμα συμψηφισμού προς οποιαδήποτε άλλη ανταπαίτηση του οφειλέτη, έστω κι αν προέρχεται από εμβάσματα, ή καταθέσεις σε διαφορετικό νόμισμα ή δεν έχει λήξει ακόμα (όρος 12.3). Συνομολογείται ότι, όταν γίνει απαιτητό το δάνειο και κληθεί ο οφειλέτης και ο τυχόν εγγυητής να καταβάλουν το κατάλοιπο του ή όταν ζητηθεί από την τράπεζα η επιδίκαση του καταλοίπου, ο οφειλέτης και ο τυχόν εγγυητής δεν δικαιούνται να προτείνουν κατ' αυτής δικαστικά ή εξώδικα τις ενστάσεις συμψηφισμού ή επίσχεσης, από τις οποίες ρητά παραιτούνται (όρος 13.4). Οι κοινοποιήσεις προς τον οφειλέτη και τον τυχόν εγγυητή στις οποίες περιλαμβάνονται και σχετικές με τυχόν δίκες από τη σύμβαση και πρόσθετες πράξεις της, συμβάσεις και εξασφαλίσεις γίνονται στις διευθύνσεις που αναφέρονται στη σύμβαση. Σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας ή έδρας οποιοσδήποτε ενεχομένων, συνομολογείται ότι ο μεταβάλλων την κατοικία του ή την έδρα του υποχρεούται να τη γνωστοποιήσεις αμέσως στην τράπεζα, μέχρι δε τη γνωστοποίηση αυτής, η τράπεζα κοινοποιεί νομίμως και εγκύρως στη διεύθυνση που αναφέρεται στη σύμβαση (όρος 16.1). Σε κάθε περίπτωση, εάν δεν βρεθούν στην ανωτέρω δηλωθείσα διεύθυνση ο οφειλέτης και ο τυχόν εγγυητής, η τράπεζα δεν έχει καμία υποχρέωση να διερευνήσει για τη διεύθυνσή τους και όλες οι κοινοποιήσεις μπορούν να γίνονται προς τον κ. Γ. Π., κάτοικο ... οδός ... αρ. 12, τον οποίο ο οφειλέτης διορίζει με τη σύμβαση αντίκλητο του κατά του διάταξη του άρθρου 142§4 ΚΠολΔ (όρος 16.2). Ολοι οι όροι της σύμβασης είναι ουσιώδεις, δύνανται δε να τροποποιηθούν μόνο εγγράφως (όρος 20.2). Η ακυρότητα ή ακυρωσία όρου της σύμβασης δεν επιδρά επί του κύρους των λοιπών όρων αυτής (όρος 20.3). Κατά τα εκτεθέντα η αρχική υπ' αριθμ. ...2010 σύμβαση (χρεολυτικού) δανείου συνοδεύτηκε από τρεις πρόσθετες πράξεις. Συγκεκριμένα, με την υπ' αριθμ. ...2011 πρόσθετη πράξη τροποποίησης σύμβασης δανείου συμφωνήθηκε ότι σκοπός του δανείου είναι η χρηματοδότηση α) επενδύσεων στον τομέα της ενέργειας, β) αγοράς εκτάσεων για έρευνα στο χώρο της ενέργειας και γ) επενδύσεων στον τομέα real estate τόσο στην ελληνική επικράτεια όσο και στην αλλοδαπή. Με την επόμενη υπ' αριθμ. ...-2012 πρόσθετη πράξη τροποποίησης σύμβασης δανείου η οφειλέτρια αναγνώρισε ότι το άληκτο κεφάλαιο του δανείου ανερχόταν τότε σε 30.000.000 ευρώ και οι ληξιπρόθεσμες οφειλές εκ δεδουλευμένων συμβατικών τόκων έως ...2012 σε 595.833,33 ευρώ. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι οι τόκοι που θα λογίζονταν κατά τις περιόδους εκτοκισμού που έληγαν την ...2012, ...2013, ...-2013, ...2013 θα κεφαλαιοποιούνταν στη λήξη εκάστης εκτοκιστικής περιόδου και θα καταβάλλονταν κατά την ημερομηνία λήξης του δανείου, ήτοι την ...-2015. Τέλος, με την τρίτη κατά σειρά υπ' αριθμ. ...-2013 πρόσθετη πράξη τροποποίησης σύμβασης δανείου η οφειλέτρια εναγόμενη εταιρεία αναγνώρισε ότι το άληκτο κεφάλαιο του δανείου ανερχόταν τότε σε 31.311.451,08 ευρώ, πλέον τόκων από ...2012. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι οι τόκοι που θα λογίζονταν κατά τις τριμηνιαίες περιόδους εκτοκισμού που έληγαν στις ... 2013, ...2014, ...-2014 και ...2014, θα κεφαλαιοποιούνταν στη λήξη εκάστης εκτοκιστικής περιόδου και θα καταβάλλονταν κατά την ημερομηνία λήξης του δανείου, ήτοι την ...-2015. Την ...-2015 έληξε η συμφωνημένη διάρκεια του δανείου, πλην όμως η εναγομένη δεν κατέβαλε το κεφάλαιο του δανείου, ενώ είχε ήδη περιέλθει σε υπερημερία ως προς την καταβολή των τόκων, που είχαν καταστεί απαιτητοί προηγουμένως την ... 2014, την ...2015 και την ...-2015. Ακολούθως, η ενάγουσα - εφεσίβλητη τράπεζα με την από ...2016 εξώδικη δήλωση - όχληση - πρόσκληση, που κοινοποιήθηκε στον αντίκλητο της εναγομένης - εκκαλούσας, Γ. Π., ορισθέντα με την άνω δανειακή σύμβαση (βλ. την υπ' αριθμόν .../...2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Γ. Τσούλου) και στην έδρα της εναγομένης στην ... σύμφωνα με τον Κανονισμό ΕΚ 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Νοεμβρίου 2007 "Δικαστικές & εξώδικες πράξεις σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις" (βλ. την με αριθμό πρωτοκόλλου εισερχομένου .../2016 Βεβαίωση Επίδοσης και τα επισυναπτόμενα σε αυτήν α) από ...2016 πιστοποιητικό επίδοσης δικογράφων εξωτερικού της Ε. Χ., Α. του Ανωτάτου Δικαστηρίου της ...υ και β) από ...-2016 ένορκη δήλωση επίδοσης του Κ.. Θ., δικαστικού επιμελητή στο ... Δικαστήριο ..., σε συνδυασμό με την υπ' αριθμόν ...2016 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών, Χ. Σ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών) κλήθηκε η τελευταία, συνεπεία λήξης του δανείου να καταβάλει την απορρέουσα από την σύμβαση οφειλή της ανερχόμενη την ...2016 στο συνολικό ποσό των 33.064.599,53 ευρώ και δη εντόκως με το προβλεπόμενο στη σύμβαση και το νόμο επιτόκιο και με εξάμηνο ανατοκισμό μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως, πλην όμως ουδέν κατέβαλε. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι προς εξυπηρέτηση της ως άνω σύμβασης τηρήθηκε από την ενάγουσα - εφεσίβλητη τράπεζα ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός στον οποίο καταχωρήθηκαν η ανάληψη/εκταμίευση του δανείου την ...-2010, oι οφειλόμενοι τόκοι (συμβατικοί και υπερημερίας), καθώς και οι πιστώσεις της εναγομένης - εκκαλούσας από τον οποίο αποδεικνύεται πλήρως κατ' άρθρο 10 της σύμβασης η απαίτηση της ενάγουσας ανερχόμενη την 12-01-2016 στο συνολικό ποσό των 33.067.058,27 ευρώ, εκ των οποίων κεφάλαιο 31.914.849,39 ευρώ (πληρωτέο την ...-2015), συμβατικοί τόκοι επ' αυτού 399.334,56 ευρώ (πληρωτέοι στις εκτοκιστικές περιόδους λήξης ...2014, ...2015 και ...-2015 και δη 133.111,52 ευρώ ανά εκτοκιστική περίοδο), τόκοι υπερημερίας επί του καθυστερούμενου κεφαλαίου και τόκων ποσού 752.874,32 ευρώ, για το χρονικό διάστημα που αφετηριάζεται από τότε που τα επιμέρους κονδύλια κεφαλαίου και τόκων κατέστησαν απαιτητά έως την 12-01-2016. Την 12-01-2016 το χρεωστικό υπόλοιπο συνολικού ποσού 33.067.058,27 ευρώ μεταφέρθηκε στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης. Ο λογαριασμός οριστικής καθυστέρησης, κινηθείς έως την ...2017, κατόπιν συμψηφισμού ποσού 2.458,74 ευρώ και χρέωσης των εξόδων επίδοσης όχλησης (67,65+21+86,10 ευρώ) και των τόκων υπερημερίας έως ...2016 (646.881,79 + 706.442,82 ευρώ), εμφανίζει χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 34.418.098,89 ευρώ το οποίο οφείλεται εντόκως, με επιτόκιο υπερημερίας κατά τη σύμβαση και το νόμο και με εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων από την ...2017 μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως. Ακολούθως, κατ' αποδοχή αίτησης της εφεσίβλητης - ενάγουσας τράπεζας εκδόθηκε σε βάρος της εκκαλούσας - εναγομένης η υπ' αριθμ. ...2017 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η πληρωμή μέρους της ως άνω μείζονος απαίτησης της ενάγουσας ποσού 1.000.000 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ισόποσο μέρος του λήξαντος την ...-2015 κεφαλαίου της άνω υπ' αριθμ. ...2010 σύμβασης δανείου, εντόκως με το προβλεπόμενο στη σύμβαση και στο νόμο επιτόκιο υπερημερίας και με εξάμηνο ανατοκισμό από ...2015 μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως και με επιφύλαξη για το επιπλέον οφειλόμενο υπόλοιπο της απαιτήσεως εκ κεφαλαίου τόκων και εξόδων". Υπό τα ανωτέρω όμως νομικά και πραγματικά δεδομένα, το Εφετείο, δεχόμενο την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης ως ουσιαστικά βάσιμη, δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 138, 139, 471 και 873 ΑΚ, που δεν εφάρμοσε, αφού με βάση τα ανωτέρω, ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, καθόσον δεν πληρούται, με αυτά το πραγματικό των εν λόγω κανόνων. Επομένως, ο πρώτος και ο τρίτος, από τον αριθμό 1, του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά το σχετικό σκέλος τους λόγοι αναίρεσης με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, ανεξαρτήτως της αοριστίας τους είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε, που υπό την επίκληση της ίδιας πλημμέλειας (559 αρ.1 ΚΠολΔ), πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, είναι απαράδεκτοι, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που περιέχονται στον πρώτο λόγο αναίρεσης σύμφωνα με τις οποίες έπρεπε να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της περί εικονικότητας της σύμβασης δανείου, δεν αφορά στις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση τις οποίες και μόνο ο Άρειος Πάγος ελέγχει την παραβίαση ή όχι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου για τον από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, αλλά με αυτές επιχειρείται απαραδέκτως η ανατροπή της ακυρωτικά ανέλεγκτης κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα. Παράλληλα, με τις ως άνω παραδοχές στο σύνολό τους, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ή ελαττώματος σε αυτήν, αφού με σαφείς πλήρεις και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες, που στηρίζουν με επάρκεια το αιτιολογικό και το διατακτικό της ένδικης αγωγής και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι υπό την ανωτέρω υπ' άρ. ...2010 σύμβαση δανείου, μεταξύ των διαδίκων, καθώς και οι πρόσθετες πράξεις τροποποίησης αυτής με αρ. ...11, ...12 και ....2013 δεν καλυπτόταν σύμβαση αναδοχής χρέους, προκειμένου να δημιουργηθεί ενοχή ανεξάρτητα από την αναγραφόμενη στη σύμβαση αιτία της, διότι η αναιρεσίβλητη εναγομένη καμία υποχρέωση προς παροχή δεν αποδείχθηκε ότι ήθελε να αναλάβει με τη συγκεκριμένη σύμβαση έναντι της αναιρεσείουσας. Δεν απαιτούνται δε για τη νομική πληρότητα της απόφασης αυτής επιπλέον αναφορές και εξηγήσεις για ποιο λόγο ή εκταμίευση του δανείου έχει σχέση με τη βασιμότητα ή μη της ένστασης εικονικότητας για ποιο λόγο δεν συνάγεται η ύπαρξη πραγματικής συμφωνίας κατάρτισης δανείου από τα μεταγενέστερα γεγονότα της υπογραφής των προσθέτων πράξεων της αναγνώρισης του άληκτου κεφαλαίου πλέον των τόκων καθώς επίσης και ότι μετά την εκταμίευση του δανείου συνυπήρξαν τόσο οι οφειλές της Corona austrina trading sa όσο και αυτής της αναιρεσείουσας, διότι τα ανωτέρω αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων ήτοι την ανάλυση στάθμιση και αξιολόγησή τους καθώς και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές και σε σχετική επιχειρηματολογία του δικαστηρίου. Ο σχετικός λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού στο αποδεικτικό πόρισμα είναι σαφές ότι η σύμβαση δανείου καταρτίστηκε σοβαρά και όχι φαινομενικά επιτρέπει δε τον αναιρετικό έλεγχο ότι ορθώς απορρίφθηκε η ένσταση εικονικότητας και δεν εφαρμόστηκε το άρθρο 138 του αστικού κώδικα, αφού δεν συνέτρεχαν προϋποθέσεις εφαρμογής του, ούτε άλλωστε συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 138 ΑΚ, που υιοθετεί η πράξη εικονικότητας. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος αυτού με τον οποίο ζητείται η αναίρεση της απόφασης για εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 138 παρ. 1 ΑΚ και ο πρώτος λόγος της αίτησης κατά τα οικεία σκέλη του, που η αναιρεσείουσα, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, υποστηρίζει τα αντίθετα, ανεξαρτήτως της αοριστίας τους, είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που υπό την επίκληση της ίδιας αιτίασης (559 αρ. 19 ΚΠολΔ), πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠοινΔ). Ενώ, οι επικαλούμενες ελλείψεις των αιτιολογιών, που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγησή τους καθώς και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές ή στη σχετική επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου, δεν θεμελιώνουν την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφασή του και επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Περαιτέρω με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, και με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου, η αναιρεσείουσα υπό την επίκληση πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αριθμός 11, και 19 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ισχυρίζεται ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη του δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης τράπεζας που περιλαμβάνεται στις πρωτόδικες προτάσεις της, την οποία η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε με τις προτάσεις της ενώπιον του εφετείου, στη σελίδα 2 και 3 αυτών, και από την οποία αποδεικνύεται πλήρως ο ισχυρισμός της ότι η επίδικη 741/2010 σύμβαση δανείου υπέκρυπτε σύμβαση αναδοχής χρέους. Ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι ή αναιρεσείουσα δεν παραθέτει ούτε τη σελίδα των πρωτόδικων προτάσεων της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας τραπεζικής εταιρείας - στην οποία εντοπίζεται η ομολογία, ούτε παρατίθεται αυτούσιο το εδάφιο των προτάσεων στον οποίο περιλαμβάνεται η δήθεν ομολογία, αφού δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος περιεχόμενο της δήθεν ομολογίας. Κατά τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη χαρακτήρισε τις συμβάσεις με αριθμό 741/2010 και 740/2010 ως δάνειο σύμφωνα με τα άρθρα 806 και 807 του Αστικού Κώδικα και όχι ως σύμβαση στερητικής αναδοχής χρέους κατ' άρθρο 471 Αστικού Κώδικα, ότι το Εφετείο δεν εξέλαβε την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων που ήταν αυτή της σύμβασης αναδοχής χρέους και ότι στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα σε γεγονότα που είναι μεταγενέστερα της επίδικης σύμβασης και στα συναλλακτικά ήθη, δηλαδή σε στοιχεία εκτός της σύμβασης και ότι προέβη σε αναζήτηση της δικαιοπρακτικής βούλησης της αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης δηλαδή στην ερμηνεία κατά την οποία όμως παρέλειψε να εφαρμόσει τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Αστικού Κώδικα. Υπό τις ως άνω παραδοχές, που αναφέρονται παραπάνω, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, καθ' όσον υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου της διατάξεως αυτής, ενώ δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, με το να μην προσφύγει στις διατάξεις αυτές, ως προς την παραδοχή του ότι η επίδικη σύμβαση καταρτίστηκε στα σοβαρά και δεν υποκρύπτει άλλη σύμβαση, καθόσον, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας η σχετική κρίση του δεν ελέγχεται αναιρετικά, απορριπτομένου ως αβασίμου του τρίτου λόγου και του δεύτερου λόγου αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος αυτού. Επίσης αλυσιτελείς είναι οι λόγοι αναίρεσης οι οποίοι πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 755/2018), δηλαδή αιτιολογίες οι οποίες ως εκ περισσού διατυπώθηκαν στις παραδοχές της χωρίς να είναι αναγκαίες για τη θεμελίωση του δικαιώματος που αξιώνεται με την αγωγή και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντες κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμούς των διαδίκων. Στην περίπτωση των πλεοναστικών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή αιτιολογιών που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς αλλά εκφέρθηκαν εκ περισσού, δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο (άρθρο 578 ΚΠολΔ) με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ακόμη και ως προς τυχόν εσφαλμένη αιτιολογία της (ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 686/2020, ΑΠ 291/2018, ΑΠ 551/2017). Στη συγκεκριμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, κατά το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης της ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη προκειμένου να επιστηρίξει και να προσδιορίσει τη βούληση των εκπροσώπων της τόσο των δικών της όσο και της αναιρεσίβλητης να καταρτίσουν έγκυρη σύμβαση δανείου και όχι αναδοχή χρέους έλαβε υπόψιν και στοιχεία εκτός της σύμβασης και μεταγενέστερα αυτής και ειδικότερα ότι ακολούθησε η υπογραφή πρόσθετων πράξεων με τις οποίες αναγνωρίστηκε το άληκτο κεφάλαιο του δανείου πλέον τόκων, ότι μετά την εκταμίευση του επίδικου δανείου συνυπήρξαν οι οφειλές της εταιρείας της ενάγουσας με την εταιρεία ... και ότι εναπόκειται στην εταιρεία να τις εξοφλήσει χωρίς να επέλθει διαδοχή στις οφειλές από τη δανειακή σύμβαση και τέλος ότι έλαβε υπόψη τα τραπεζικά συναλλακτικά ήθη αναφέροντας ότι στις τραπεζικές συναλλαγές και ειδικότερα στις πιστωτικές συμβάσεις δεν απαντάται το φαινόμενο της σύναψης εικονικών δανειακών συμβάσεων καθώς σε αντίθετη περίπτωση θα κλονιζόταν η ασφάλεια των οικείων τραπεζικών συναλλαγών, παραβιάζοντας τα διδάγματα της κοινής πείρας. Πλην όμως οι ανωτέρω αιτιολογίες είναι πλεοναστικές δηλαδή αιτιολογίες που εκφέρθηκαν εκ περισσού που δεν στηρίζουν το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης και ως εκ τούτου στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο (άρθρο 578 ΚΠολΔ) με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ακόμη και ως προς τυχόν εσφαλμένη σχετική αιτιολογία της (Ολ ΑΠ 13/1995, Ολ. ΑΠ 25/1994, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 1991/2017, ΑΠ 551/2017 ΑΠ 1051/2010), η δε παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι προεχόντως λόγος απαράδεκτος, διότι τα φερόμενα ως παραβιασθέντα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και, υπό το πρόσχημα της παραβιάσεως των ίδιων κανόνων ουσιαστικού δικαίου μέσω της χρησιμοποιήσεως των φερόμενων ως άνω διδαγμάτων της κοινής πείρας για την διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, πλήττεται η ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως. Αντιθέτως δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολομ. 12/1991), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσία. Επίσης Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από την ήδη αναιρεσείουσα (ΑΠ 354/2011) γιατί διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (Ολ. ΑΠ 2/2001). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1933/2006), και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004, ΑΠ 539/2003), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. Εξάλλου, για το ορισμένο λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, θα πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο μεταξύ άλλων, όλα τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Με τον τέταρτο λόγο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το κρίσιμο για τη νομιμότητα της ένστασης, από τα άρθρα 288 και 388 του αστικού κώδικα, ισχυρισμό της, ότι η αναιρεσίβλητη ζήτησε και έλαβε ως μοναδική εξασφάλιση ενέχυρο επί των μετοχών της και όχι κάποιου άλλου είδους εξασφάλιση όπως προσωπική εγγύηση των μετοχών ή προσημείωση υποθήκης ενώ οι δανειολήπτες δεν διέθεταν περιουσία για να αποπληρώσουν τα δάνεια και η πληρωμή τους μπορούσε να γίνει μόνο μέσω των μερισμάτων των μετόχων και στην περίπτωση ανεπάρκειας αυτών μέσω της εκποίησης των ιδίων των μετοχών των οποίων η τότε αξία υπέρ κάλυπτε τα ποσά των δανείων και των τόκων και εξόδων. Το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ανωτέρω ενστάσεις: "απαραδέκτως προβάλλονται λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης της εναγομένης εκκαλούσας να προτείνει αυτές διότι σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα εν προκειμένω δεν συντρέχει περίπτωση στερητικής αναδοχής χρέους και άρα δεν δύναται να προβάλει ενστάσεις που αφορούν τη σύμβαση πίστωσης που είχε συναφθεί μεταξύ της ενάγουσας εφεσίβλητης και της εταιρείας πέραν του ότι οι ενστάσεις αυτές είναι απορριπτέες η εναγομένη - εκκαλούσα δεν προσδιορίζει τις λανθασμένες επιχειρηματικές και πολιτικές επιλογές της ενάγουσας εφεσίβλητης εταιρείας και τον τρόπο που αυτές οδήγησαν κατά τους χειρισμούς της στην εκμηδένιση της αξίας των μετοχών της ενάγουσας εφεσίβλητης ανεξαρτήτως της αοριστίας τους οι παραπάνω ενστάσεις εάν υποτεθεί ότι αφορούν μόνο τη συναφθείσα μεταξύ των διαδίκων επίδικη σύμβαση δανείου είναι απορριπτέες και ως μη νόμιμες διότι οι εκκαλούσα με βάση τις τα εκτιθέμενα στις πρωτόδικες προτάσεις της και στην έφεση δεν χρησιμοποίησε το επίδικο δάνειο για την αγορά μετοχών της εφεσίβλητης ώστε να υποστεί ζημία από την εκμηδένιση της αξίας τους". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως επομένως ελέγχεται ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη τον αντίστοιχο ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και τον απέρριψε κατ'ουσία, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα των προβαλλομένων για την συγκρότησή του. Ειδικότερα δε, από την επισκόπηση της εκκαλουμένης απόφασης προκύπτει ότι το εφετείο έλαβε υπόψη του τις ενστάσεις της αναιρεσείουσας. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης και του δικογράφου της από 18.9.2018 έφεσης της αναιρεσείουσας, και των προτάσεων της ενώπιον του Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι αυτή πρότεινε το πρώτον με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου και όχι με λόγο έφεσης τον ισχυρισμό ακυρότητας της κατάρτισης των μετοχοδανείων. Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό ως απαράδεκτο για το λόγο ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός θα έπρεπε να προταθεί με την έφεση ή με πρόσθετο λόγο έφεσης και όχι για πρώτη φορά με τις κατατεθείσες ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις της. Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η κατάρτιση των μετοχοδανείων δεν είναι ελεύθερη αλλά υπόκειται σε συγκεκριμένους περιορισμούς και ειδικότερα ότι η τράπεζα της Ελλάδος στο πλαίσιο της κανονιστικής αρμοδιότητας έχει ρυθμίσει το επιτρεπόμενο πλαίσιο τις χρηματοδοτήσεις για αγορά μετοχών με την υπ' αριθμόν 1955/1991 πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος όπως έχει τροποποιηθεί και ίσχυε κατά το χρόνου κατάρτισης των επίδικων συμβάσεων, σύμφωνα με τις οποίες δεν επιτρέπεται η χρηματοδότηση εταιριών επενδύσεων χαρτοφυλακίου με σκοπό την αγορά τίτλων, δεν επιτρέπεται η χρηματοδότηση νομικών προσώπων και γενικά επιχειρηματιών και την αγορά μετοχών, εάν δεν αποκτούν ποσοστό τουλάχιστον 5% των μετοχών μιας ανώνυμης εταιρείας εκτός αν ο δανειολήπτης είναι ένας από τους δέκα μεγαλύτερους μετόχους της εταιρείας οπότε ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει, και η χορήγηση πιστώσεων σε φυσικά πρόσωπα με ενέχυρο τίτλους εισηγμένος στο Χρηματιστήριο Αξιών δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το ποσό των 15 εκατομμυρίων δραχμών ανά πρόσωπο και το 50% της αξίας των τίτλων. Ότι η παράβαση τις διατάξεις της ΥΠΑ αριθμόν 1955/1991 η οποία δεν επιτρέπει την τραπεζική χρηματοδότηση για την αγορά μετοχών αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και έχει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα κατά το άρθρο 174 Αστικού Κώδικα διότι αποβλέπει στην προστασία ιδιωτικών συμφερόντων και συγκεκριμένα του δανειολήπτη, ότι η υπ' αρ. 624/2007 σύμβαση δανείου δυνάμει του οποίου η τράπεζα χορήγησε δάνειο ύψους 86 εκατομμυρίων ευρώ στην εταιρεία ... με σκοπό η εταιρεία αυτή να συμμετάσχει στην αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της ίδιας αναιρεσίβλητης Τράπεζας και να αποκτήσει συνολικά 4.259.574 μετοχές με ονομαστική αξία 4,77 ευρώ ανά μετοχή και τιμή διάθεσης 20 ευρώ ανά μετοχή, οι οποίες αντιστοιχούσαν τότε σε ποσοστό περίπου 0,37% του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας είναι άκυρη λόγω αντίθεσης της στα χρηστά ήθη και στην παραπάνω ΠΔ/ΤΕ κατά παράβαση των οδηγιών 1993/22/ΕΚ και 2004/ 39/ΕΚ και την ακυρότητα αυτή δικαιούται να προβάλει κατ' άρθρο 473 του Αστικού Κώδικα ως αναδοχέας του χρέους. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας καθόσον δεν μνημονεύεται ότι ο συγκεκριμένος λόγος προτάθηκε παραδεκτά, μνημονεύοντας τις συγκεκριμένες περικοπές των προτάσεων και της έφεσης όπου αναφέρεται η συγκεκριμένη αιτίαση. Επομένως κατόπιν τούτων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η από 28.8.2020 αίτηση για αναίρεση της 2397/2020 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης η οποία έχει καταθέσει προτάσεις κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176,183,189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28.8.2020 αίτηση της "..." για αναίρεση της 2397/2020 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ