ΑΡΙΘΜΟΣ 1410/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα,- Εισηγήτρια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευαγγέλου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Γερασίμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων Π. Α. του Ι., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Μπέτση, περί αναιρέσεως της 826/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ε. Α. του Π., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Σεπτεμβρίου 2013 και με αριθμό 20 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 975/12. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 Ν.1300/1982 Μέτρα για την πρόληψη και την καταστολή της ζωοκλοπής και ζωοκτονίας "Με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή20.000 έως 1.000.000 δραχμών τιμωρείται η κλοπή ίππων,όνων, ημιόνων, βοειδών, βουβαλοειδών, αιγοπροβάτων, χοίρων και κυψελών μελισσών ή του περιεχομένου τους", κατά δε την διάταξη του άρθρου του αυτού νόμου " Αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα σύμφωνα με τον ποινικό κώδικα, η ζωοκλοπή ή η ζωοκτονία τιμωρούνται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών και χρηματική ποινή 50.000 έως 100.000.000 δραχμών", εις τις εις αυτό αναφερόμενες περιπτώσεις. Εκ των διατάξεων αυτών , συνδυαζομένων με την διάταξη της παρ.1 του άρθρου 372 Π.Κ., η οπία ορίζει ότι ως ένοχος κλοπής τιμωρείται όποιος αφαιρεί (ξένο ολικά ή μερικά) κινητό πράγμα, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή του συνάγεται σαφώς, ότι δια την στοιχειοθέτηση της αξιοποίνου πράξεως της ζωοκλοπής, η οποία είναι ιδιώνυμο έγκλημα και έχει νομικήν αυτοτέλεια, σε σχέση με το βασικό έγκλημα της κλοπής, απαιτείται η εκ της φυσικής κατοχής άλλου αφαίρεση ζώου εκ των αναφερομένων ή κυψέλης μελισσών ή του περιεχομένου τους, άνευ της συγκαταθέσεως εκείνου, ο οποίος έχει δικαίωμα κυριότητός των, επί σκοπώ παρανόμου ιδιοποιήσεώς των και τιμωρείται, κατά τις άνω διακρίσεις ως πλημμέλημα ή ως κακούργημα, με τις ρηθείσες ποινές. Ειδικότερα όσον αφορά την αφαίρεση των κυψελών μελισσών ή του περιεχομένου των, πρέπει να λεχθεί ότι ζωοκλοπή συνιστά η αφαίρεση των κυψελών μελισσών, ήτοι τόσο του σμήνους, όσο και του ξυλίνου κιβωτίου όπου έχει εγκατασταθεί το σμήνος σε οποιοδήποτε στάδιο και αν ευρίσκεται, όπως επίσης και η αφαίρεση πλαισίων κηρύθρας-μελιού μαζί με την βασίλισσα, τον γόνο και τις προνύμφες και τις νύμφες, έστω κα εάν δεν έχουν εξελιχθεί σε τέλεια έντομα ή η αφαίρεση ολοκλήρου σμήνους. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 σοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε ή υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ'είδος γενικώς χωρίς να προσαπαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία ενός εκάστου και χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως προς δε όταν εξαίρεται εν, δεν σημαίνει ότι γίνεται επιλεκτική αναφορά, ή ότι δεν ελήφθησαν υπ'όψη τα άλλα, αφού δεν εξηρέθησαν. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ'όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ'επιλογήν όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 Κ.Π.Δ. (ΟλΑΠ 1/2005). Εντεύθεν δεν αποτελούν λόγον αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων καθ'όσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ.1 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων. Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως ήτοι άμεσος δόλος ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (στα εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), ή αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα στοιχεία αυτά. Κατ'άρθρο 364 παρ.1 Κ.Π.Δ. "Στο ακροατήριο διαβάζονται ... και τα ... έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους". Εκ της διατάξεως αυτής, σε συνδ. με τις των άρθρων 329, 331, 333 (αρχή της δημοσιότητας, της προφορικότητος και γενική διεύθυνση της διαδικασίας), προκύπτει ότι με την ανάγνωση των άνω εγγράφων δίδεται το δικαίωμα στον κατηγορούμενο να προβεί σε παρατηρήσεις, δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα έγγραφα αυτά, τα οποία δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται, εις ποίον αποδεικτικό θέμα αφορούν, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενό τους, πρέπει όμως ν'αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά των, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί ποία έγγραφα ανεγνώσθησαν άλλως επέρχεται απόλυτος ακυρότης η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' σε συνδ.με άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ ΚΠΔ, λόγον αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ'αριθμ. 826/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, τούτο, μετ'αναφορά όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβεν υπ'όψη του και δη "την ανωμοτί κατάθεση της πρωτοδίκως παρασταθείσας πολιτικώς ενάγουσας και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την επισκόπηση των φωτογραφιών και την απολογία του κατηγορουμένου, (τούτο) εδέχθη (ότι απεδείχθησαν) κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα τα εξής: "Ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αμαλιάδος και καταδικάστηκε με την εκκαλουμένη απόφασή του για την αξιόποινη πράξη της ζωοκλοπής κατ'εξακολούθηση, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 Ν.1300/1982 σε συνδ. με 372 παρ.1α Π.Κ. Στην προκειμένη περίπτωση από τα προεκτεθέντα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος, ο οποίος κατοικεί στο χωριό ….όπου ασκεί το επάγγελμα του εργάτη, ενεργώντας με πρόθεση στους παρακάτω τόπους και χρόνους και με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αδικήματος της ζωοκλοπής αφήρεσε από την κατοχή άλλων κυψέλες μελισσών (ήτοι τόσο τα σμήνη όσο και τα ξύλινα κιβώτια στα οποία είχαν εγκατασταθεί τα σμήνη) με σκοπό να τα ενσωματώσει άνευ δικαιώματος στην περιουσία του. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι από τις περιοχές "…" … και "…" …, όπου διατηρούσε κυψέλες μελισσών η πολιτικώς ενάγουσα Ε. Α., η οποία είναι επαγγελματίας μελισσοκόμος, εφοδιασμένη μάλιστα με μελισσοκομικό βιβλιάριο, κατά το χρονικό διάστημα από Ιούνιο του 2004 έως Απρίλιο του 2006, αφήρεσε από την κατοχή της ανωτέρω είκοσι πέντε κυψέλες μελισσών που περιλάμβαναν τόσο τα σμήνη των μελισσών, όσο και τα ξύλινα κιβώτια στα οποία είχαν εγκατασταθεί αυτά. Από τις ανωτέρω κυψέλες ανευρέθησαν στις 13.9.2006 στην περιοχή … στην κατοχή του κατηγορουμένου οι δεκαεννέα κυψέλες οι οποίες και αναγνωρίσθηκαν από την παθούσα, καθόσον τα ξύλινα κιβώτια τους περιείχαν σίτα που χρησιμοποιούσε η ανωτέρω κάτοχος τους. Προκειμένου δε να μην αναγνωρισθούν τα ξύλινα κιβώτια από την κάτοχο τους ο κατηγορούμενος είχε προβεί σε απόξεση-αλλοίωση του κωδικού τους αριθμού και είχε βάψει αυτά με διαφορετικό χρώμα από το αρχικό με το οποίο ήσαν βαμμένα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στην περιοχή "…" ….κατά το χρονικό διάστημα από τέλη Μαρτίου 2006 έως και τον Μάιο του 2006 ο κατηγορούμενος αφήρεσε από την κατοχή του επαγγελματία μελισσοκόμου Β. Μ. επτά (7) κυψέλες μελισσών ήτοι τόσο τα σμήνη μελισσών όσο και τα ξύλινα κιβώτια στα οποία ήταν τοποθετημένα προκειμένου να τα ενσωματώσει χωρίς δικαίωμα στην περιουσία του. Τα ξύλινα κιβώτια ανευρέθησαν στην κατοχή του κατηγορουμένου και κατασχέθηκαν, όπως δε προέκυψε από την κατάθεση του εγκαλούντος Β. Μ., ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενώπιον του ότι αφαίρεσε από την κατοχή του τις κυψέλες των μελισσών και υποσχέθηκε να τον αποζημιώσει χωρίς όμως να πράξει κάτι τέτοιο μέχρι σήμερα. Ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε στην απολογία του ότι δεν αφήρεσε με κλοπή από την κατοχή των ανωτέρω παθόντων σμήνη μελισσών αλλά ότι βρήκε εγκαταλελειμμένα τα ξύλινα πλαίσια τους τα οποία και επισκεύασε και τοποθέτησε εντός αυτών δικά του σμήνη μελισσών. Ο εν λόγω όμως ισχυρισμός του δεν κρίνεται ως βάσιμος κατ'ουσίαν, καθόσον ο κατηγορούμενος, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε ασκούσε το επάγγελμα του εργάτη δεν είχε δικά του σμήνη μελισσών, ενώ περαιτέρω όπως προέκυψε από τις καταθέσεις των παθόντων, οι προαναφερόμενες κυψέλες αφαιρέθηκαν με κλοπή από την κατοχή τους και οι ίδιοι ουδέποτε εγκατέλειψαν ξύλινα πλαίσια των κυψελών στους αναφερόμενους από τον κατηγορούμενο τόπους. Ειρήσθω ότι ο κατηγορούμενος είχε κατηγορηθεί και για αφαίρεση κυψελών μελισσών από την κατοχή του Δ. Ζ., κατοίκου ..., για την οποία πράξη και κηρύχθηκε αθώος με την υπ'αριθμ. 1085/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αμαλιάδος. Εν όψει των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξης της ζωοκλοπής κατ'εξακολούθηση.". Μετά ταύτα εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι "στους παρακάτω αναφερόμενους τόπους και χρόνους με πρόθεση και με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος αφήρεσε από την κατοχή άλλων ξένα ολικά κινητά πράγματα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 παρ.1 Ν. 1300/1982 με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα. Ειδικότερα α) από την περιοχή "…" … και από την περιοχή "…" … κατά το χρονικό διάστημα από μήνα Ιούνιο 2004 έως μήνα Απρίλιο 2006, αφαίρεσε από την κατοχή της εγκαλούσας Ε. Α. είκοσι πέντε (25) κυψέλες μελισσών (σμήνη μελισσών και τα ξύλινα πλαίσια στα οποία ήσαν τοποθετημένα) και β) από την περιοχή "…" …κατά το χρονικό διάστημα από τέλη Μαρτίου 2006 έως και τον μήνα Μάιο 2006, αφαίρεσε από την κατοχή του εγκαλούντος Β. Μ. επτά (7) κυψέλες μελισσών, (σμήνη μελισσών και τα ξύλινα πλαίσια στα οποία ήσαν τοποθετημένα) με σκοπό να τις ιδιοποιηθεί παράνομα." Με αυτά που εδέχθη το δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27, 1 παρ.1 Ν.1300/1982 σε συνδ. με άρθρο 372 Π.Κ. που εφήρμοσε, τις οποίες δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα η απόφαση αναφέρει όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπ'όψη της χωρίς ουδέν να εξαιρέσει, ούτε από τα έγγραφα ούτε από τους μάρτυρας και χωρίς να κάμει επιλογή αυτών και χωρίς να είναι απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρει από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο απεδείχθη η κάθε παραδοχή και διατί επείσθη από το εν και όχι από έτερο ή έτερα ως και να συσχετίσει και συγκρίνει τις καταθέσεις των μαρτύρων με την απολογία του κατηγορουμένου, όπως τα αντίθετα αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Περαιτέρω η από 27/9/2005 μήνυση κατ'αγνώστων της Α. και η από 13/9/2006 κατάθεσή της που αναφέρονται στο σχετικό σημείωμα (του κατηγορουμένου για τα πρακτικά) κατ'ουδέν προκύπτει ότι προσεκομίσθησαν προς ανάγνωση ως έγγραφα και ότι ανεγνώσθησαν, εις πάσα περίπτωση δε δεν εληφθησαν υπ'όψη, όπως αβασίμως αιτιάται ο αναιρεσείων, έτι περαιτέρω δε η αναφορά εις την απόφαση ότι ανεγνώσθησαν και τα έγγραφα που προσκόμισαν "και οι μάρτυρες κατηγορίας" οφείλεται εις προφανή παραδρομή αντί (που προσκόμισε και) η πολιτικώς ενάγουσα, η οποία, βέβαια, είναι η κατ'εξοχήν μάρτυς κατηγορίας. Επίσης ενόψει του γεγονότος ότι ανεγνώσθησαν και τα έγγραφα, τα οποία προσεκόμισαν οι συνήγοροι υπερασπίσεως, δεν ανακύπτει θέμα ποία έγγραφα προσεκομίσθησαν υπ'αυτών τα οποία ούτω και εγνώριζεν ο κατ/νος και ποία υπό της άνω πολιτικώς εναγούσης και εντεύθεν να μην υπάρχει αμφιβολία περί την ταυτότητά των, όπως περί του αντιθέτου ενσπέρματι αιτιάται, κατ'εκτίμηση, ο αναιρεσείων. Τέλος και η αναφορά στην απόφαση ότι ο κατηγορούμενος εκηρύχθη αθώος, για την αφαίρεση κυψελών μελισσών από την κατοχή του Δ. Ζ., δια της υπ'αριθμ. 1085/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αμαλιάδος, γίνεται διηγηματικά και ιστορικά και ως εκ περισσού και ότι "με καταδικαστική ερμηνεία", όπως επί λέξει εκθέτει ο αναιρεσείων και αβασίμως αιτιάται παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητος. Μετά πάντα ταύτα οι σχετικοί λόγοι, 1ος και 2ος κατά το δεύτερο σκέλος του, αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την απόφαση (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ) και περί απολύτου ακυρότητος (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' σε συνδ. με άρθρο171 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ), είναι αβάσιμοι. Καθ'ό μέρος δε από την επίκλησή του επιχειρείται διάφορος εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων με εν εκτάσει και κατά λέξη αναφορά αποσπασμάτων εξ αυτών. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι πλήττει ανεπιτρέπτως την ουσία της υποθέσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.2 ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπ'όψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον 'Αρειο Πάγο ακόμη προκαλείται αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία στο ακροατήριο, η τοιαύτη δε ακυρότης δημιουργεί τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 ιδίου Κώδικος λόγον αναιρέσεως. Κακή παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος υπάρχει μόνο όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως δι'άσκηση της πολιτικής αγωγής, κατά τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 Κ.Π.Δ. ή όταν παρεβιάσθη η τηρητέα διαδικασία, εν σχέσει με τον τρόπο και χρόνο ασκήσεως και υποβολής της, κατά το άρθρο 68 παρ.2 Κ.Π.Δ., ουχί δε όταν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη πλημμέλεια, περί την παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος, η οποία δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της παραστάσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 63 εδ.α' ιδίου ως άνω Κώδικος η πολιτική αγωγή, με την οποίαν επιδιώκεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό, σύμφωνα με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, κατά δε το άνω άρθρο 68 παρ.2 ΚΠΔ εκείνος που κατά τον αστικό κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση εξ αιτίας ηθικής βλάβης, μπορεί να υποβάλλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής ικανοποιήσεως είναι μόνον ο φορεύς του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Η σχετική δήλωση παραστάσεως πρέπει, επί ποινή απαραδέκτου, να περιέχει, συνοπτική έκθεση της υποθέσεως, για την οποία παρίσταται τις ως πολιτικώς ενάγων και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα της παραστάσεως, δηλαδή αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Το επιτρεπτό της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την άδικη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως από την αποδεικτική διαδικασία. Η δήλωση δε παραστάσεως της πολιτικής αγωγής όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα ανωτέρω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διετυπώθη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Περαιτέρω εν όψει της διατάξεως του άρθρου 502 παρ.1 εδ. τελευταίο ΚΠΔ, η οποία ορίζει ότι "το κεφάλαιο της απόφασης για τις πολιτικές απαιτήσεις που προσβάλλεται από τον κατηγορούμενο ή από τον εισαγγελέα εξετάζεται από το Εφετείο, και αν ακόμη δεν είναι παρών ο πολιτικώς ενάγων", προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της ουσιαστικής ερεύνης της υποθέσεως εξετάζει και το προσβαλλόμενο κεφάλαιο της αποφάσεως που αφορά τις απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος στις οποίες περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία επεδικάσθη πρωτοδίκως ακόμη και όταν απουσιάζει ο πολιτικώς ενάγων, είτε όταν εμφανίζεται ενώπιον του Εφετείου υπό την ιδιότητα του μάρτυρος, χωρίς να απαιτείται με δήλωσή του της πολιτικής αγωγής και χωρίς να επαναλαμβάνει την δήλωση περί παραστάσεώς του που έκαμε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ.1 Ν.1300/1982 "Με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και απώλεια του δικαιώματος για χρηματική ικανοποίηση τιμωρείται ο κάτοχος ζώου, από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 του νόμου αυτού, ο οποίος δεν καταγγέλλει στην αρμόδια αρχή μέσα σε 24 ώρες από τη διαπίστωσή της τη ζωοκλοπή ή ζωοκτονία που έγινε σε βάρος του". Εκ της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι η πλημμέλεια που αφορά την παράσταση της πολιτικής αγωγής εν προκειμένω και δημιουργείται στην περίπτωση κατά την οποίαν η ασκουμένη αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από το αδίκημα, δεν είναι ενεργός, διότι έχει απολεσθεί εκ του ανωτέρω λόγου, δεν επιφέρει απόλυτο ακυρότητα, όταν ο κατηγορούμενος δεν επρότεινε την εκ της απωλείας του δικαιώματος σχετική ένσταση μη παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος όπερ δεν λαμβάνεται υπ'όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, έστω και αν προκύπτει από το αποδεικτικό υλικό. Και τούτο διότι το ποινικό δικαστήριο ερευνά μεν την ενεργητική νομιμοποίηση του δικαιούχου, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις, κατά το κεφάλαιο όμως της αποφάσεως με το οποίο επιλαμβάνεται της πολιτικής αγωγής και επιδικάζει αυτήν, ενεργεί ως πολιτικό δικαστήριο και δεν έχει εξουσίαν αυτεπαγγέλτου ενεργείας, αλλά μόνο κατ'ένσταση του υποχρέου ενεργεί. Εφόσον δε η ένσταση, περί απωλείας του δικαιώματος για χρηματική ικανοποίηση, διατυπώνεται από τον κατηγορούμενο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, το δικαστήριο υποχρεούται να απαντήσει επ'αυτής, αφού η τυχόν βασιμότητά της συνεπάγεται, την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως της πολιτικής αγωγής και εντεύθεν, την μη δυνατότητα αυτής να παραστεί στο ποινικό δικαστήριο προς ικανοποίηση της αξιώσεώς της, εάν δε απορριφθεί από το πρωτόδικο δικαστήριο, θα πρέπει να επαναφερθεί με λόγο εφέσεως, για να εξετασθεί και πάλι) από το Εφετείο κατά την διάταξη του άρθρου 502 παρ.2 ΚΠΔ κατά την οποία "Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης απόφασης στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα αναγνωσθέντα πρακτικά και την απόφαση του πρωτοδίκου δικαστηρίου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αμαλιάδος, (1654/2009) η Ε. Α. εδήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής κατά του κατηγορουμένου δια ποσόν 10.00€ (με επιφύλαξη) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που της προκάλεσε η άδικη πράξη της ζωοκλοπής εις βάρος της υπό του κατηγορουμένου, ο οποίος ουδεμία αντίρρηση προέβαλε κατά της τοιαύτης παραστάσεως, ούτε ισχυρίσθη ότι έχει απολεσθεί το δικαίωμά της για χρηματική ικανοποίηση, λόγω μη καταγγελίας του αδικήματος στην αρμοδία Αρχή μέσα σε 24 ώρες από την διαπίστωσή του. Το άνω ποσό της επεδικάσθη, προς δε τούτο επεδικάσθη και από το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση στην πολιτικώς ενάγουσα, η οποία ενεφανίσθη στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο χωρίς δικηγόρο και εξητάσθη ως μάρτυς, δηλώνουσα ότι δεν παραιτείται της πολιτικής αγωγής. Εντεύθεν και το εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του το μεν δεν εδέχθη ότι η παθούσα δεν κατήγγειλε μέσα σε 24 ώρες τις κλοπές, το δε έκαμε δεκτή την παράστασή της ως πολιτικώς εναγούσης, χωρίς δικηγόρο και εξήτασε το κεφάλαιο των πολιτικών απαιτήσεων, όπως υπεχρεούτο κατά νόμον. Συνεπώς ουδεμία απόλυτος ακυρότης επήλθε και ο σχετικός λόγος, 2ος κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος. Η επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ως άνω, πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλομένους από τον κατηγορούμενο και τον συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 κα 333 παρ.2 ΚΠΔ και κατατείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως ή της ικανότητος προς καταλογισμόν ή στην μείωση αυτής ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή την μείωση της ποινής. Πρέπει όμως οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπον ορισμένο δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο απαιτούνται για την θεμελίωσή των, ώστε το δικαστήριο να μπορεί να τους κρίνει και να τους αξιολογήσει προς ευνοϊκοτέρα μεταχείριση του κατηγορουμένου. Όμως οι αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί δεν είναι αυτοτελείς, δι'ο και το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει, ή, σε περίπτωση απορρίψεώς των, να αιτιολογήσει ειδικώς και εμπεριστατωμένως την απόρριψή των. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προβαλλομένης αποφάσεως, ο αναιρεσείων, υπέβαλε σημείωμα δια του συνηγόρου του όπου αναφέρει αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, και όχι αυτοτελείς, όπως αβασίμως υποστηρίζει ούτος, αφού κατά λέξη αναφέρει " έλλειψη συγκρότησης του αδικήματος και σε συνδυασμό με το υλικό αντικείμενο της άδικης πράξης της κλοπής" και συνεπώς το δικαστήριο της ουσίας, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει ή να αιτιολογήσει την απόρριψή των. Μετά ταύτα και ο σχετικός 3ος λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως αιτιολογίας, κατ'εκτίμηση αυτού και εντεύθεν υπερβάσεως εξουσίας (άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Η' Κ.Π.Δ.) είναια αβάσιμος. Κατ'ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ'ουσίαν αβάσιμος, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ'αριθμ. 20/3 Σεπτεμβρίου 2012 αίτηση του Π. Α., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 826/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων πενήντα (250). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ