Αριθμός 311/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Θ. Δ. του Χ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Όλγα Πασχάλη και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Τ. Σ. του Π., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεράσιμο Σπυράτο και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/9/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 558/20198 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 405/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/6/2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 25-6-2021 αίτηση αναίρεσης (Έκθ. Κατάθ. 30/2021, Αριθ. Δικ. 1982/2021) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, 405/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 18-2-2019 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 558/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής ενστάσεως ή αντενστάσεως. Για να υπάρξει λόγος για λήψη υπόψη μη προταθέντων ισχυρισμών, πρέπει αυτοί να έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως όταν, το δικαστήριο της ουσίας κρίνει επί ανύπαρκτης βάσεως αγωγής ή λόγου εφέσεως ή λαμβάνει υπόψη θεμελιωτικά της αγωγής γεγονότα, τα οποία δεν περιέχονται σ' αυτήν (ΟλΑΠ 294/1981, ΑΠ 816/2022, ΑΠ 712/2022, ΑΠ 104/2019, ΑΠ 1326/2011). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 904 ΑΚ, υποχρέωση απόδοσης της ωφελείας από εκείνον που έγινε πλουσιότερος από την περιουσία ή με ζημία άλλου, αναγνωρίζεται όχι μόνον στις ενδεικτικώς αναφερόμενες σε αυτό περιπτώσεις αδικαιολόγητου πλουτισμού, δηλαδή της αχρεώστητης παροχής και της παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή για αιτία παράνομη ή ανήθικη, αλλά σε κάθε περίπτωση κατά την οποία από την παροχή του δότη γίνεται πλουσιότερος ο λήπτης χωρίς νόμιμη αιτία. Τέτοια αιτία που να δικαιολογεί τη διατήρηση της παροχής στο λήπτη δεν υπάρχει όταν η παροχή έγινε σε εκτέλεση σύμβασης, για την οποία δεν τηρήθηκε ο απαιτούμενος από το νόμο τύπος και η οποία, εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρα 159 παρ. 1 και 180 ΑΚ), αφού η βούληση του δότη που εκδηλώθηκε άτυπα, δεν αναγνωρίζεται από το νόμο. Κατά συνέπεια, η καταβολή τιμήματος σε εκτέλεση σύμβασης μεταβίβασης ακινήτου, για την οποία δεν συντάχθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο, που απαιτείται από τα άρθρα 369, 513 και 1033 ΑΚ, επάγεται πλουτισμό του πωλητή χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία του αγοραστή (ΑΠ 1455/2013, ΑΠ 360/2012, ΑΠ 206/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 30-9-2012 ένδικη αγωγή του, που παραδεκτώς επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίστηκε, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της, τα ακόλουθα: Ότι με την εναγομένη γνωρίστηκαν το Δεκέμβριο του έτους 2006 και τέλεσαν το γάμο τους στις 26-12-2009, ότι η έγγαμη σχέση τους διασπάστηκε τέλη Οκτωβρίου του 2010 και λύθηκε αμετακλήτως με διαζύγιο με την 911/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Ότι η εναγομένη, προ του γάμου τους, ήταν κυρία μιας διακεκριμένης (κάθετης) ιδιοκτησίας (οικοπέδου) επιφάνειας 491,95 τ.μ., στο οποίο, κατά το χρονικό διάστημα από το καλοκαίρι του 2007 μέχρι το Δεκέμβριο του 2009, ανεγέρθη διώροφη οικοδομή. Ότι την απόφαση για την ανέγερση της οικοδομής έλαβαν αμφότεροι οι διάδικοι, με σκοπό να χρησιμοποιηθεί ως συζυγική κατοικία τους και εγκαταστάθηκαν σ' αυτή προ του γάμου τους. Ότι, λόγω του ότι η εναγομένη δεν διέθετε όλο το χρηματικό ποσό που απαιτείτο για την αποπεράτωση της οικοδομής, συνέβαλε οικονομικά και ο ίδιος κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 μέχρι 31-10-2010, με καταβολή χρημάτων και παροχή προσωπικής εργασίας σε διάφορα στάδια της ανέγερσής της, ανερχομένης της συμβολής του στο συνολικό ποσό των 101.609,42 ευρώ, όπως τούτο ειδικότερα αναλύεται στην αγωγή. Ότι για τη συμβολή του αυτή συμφώνησαν να του μεταβιβάσει η εναγομένη ένα ποσοστό συγκυριότητας από την άνω ιδιοκτησία της, ανάλογο με την αξία της οικονομικής συμβολής του, πλην, όμως, η τελευταία, μετά τη λύση του γάμου τους, δεν τήρησε αυτή τη συμφωνία, με αποτέλεσμα να καταστεί αδικαιολογήτως πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του κατά το παραπάνω ποσό χωρίς νόμιμη αιτία και συγκεκριμένα για αιτία που δεν επακολούθησε. Με βάση αυτό το ιστορικό ο ενάγων, κατά την κυρία βάση της αγωγής, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το άνω ποσό των 101.609,42 ευρώ, νομιμοτόκως, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 558/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που την απέρριψε ως μη νόμιμη. Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε την από 18-2-2019 έφεση, η οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την αναιρεσιβαλλόμενη με αριθμό 405/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση αυτή, δέχθηκε, αναφορικά με την ενδιαφέρουσα τον αναιρετικό έλεγχο, κύρια βάση της αγωγής, τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αγωγή με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στις ανωτέρω μείζονες σκέψεις, τυγχάνει νόμω αβάσιμη στο σύνολό της. Και τούτο διότι: α) Σχετικά με τις παροχές τις οποίες αναφέρει ο ενάγων στην αγωγή ότι έγιναν κατά τη διάρκεια της μνηστείας, για την αποπεράτωση της συζυγικής τους οικίας, αυτές θα μπορούσαν να αναζητηθούν με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, μόνο στην περίπτωση που είχε επέλθει η λύση της μνηστείας προ της τελέσεως του γάμου ή ο γάμος είχε ματαιωθεί, πλην, όμως, στην προκειμένη περίπτωση τελέσθηκε γάμος μεταξύ των διαδίκων και συνεπώς, δεν γεννάται δικαίωμα αποζημίωσης, ούτε δικαίωμα επιστροφής των δώρων ή συμβόλων της μνηστείας με τις προαναφερόμενες διατάξεις. β) Σχετικά με τις παροχές, τις οποίες αναφέρει ο ενάγων στην αγωγή ότι έγιναν, για την αποπεράτωση της συζυγικής τους οικίας, μετά την τέλεση και στη διάρκεια του μεταξύ τους γάμου και μέχρι την αμετάκλητη λύση του, οι όποιες τυχόν αξιώσεις του ενάγοντος στα αποκτήματα ρυθμίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 1400 επομ. ΑΚ. γ) Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η αγωγή έχει ως κύρια βάση μόνο τις διατάξεις αδικαιολογήτου πλουτισμού, είναι και πάλι μη νόμιμη, καθόσον από τα ιστορούμενα στην αγωγή προκύπτει ύπαρξη νόμιμης αιτίας για τις παροχές του ενάγοντος προς την εναγομένη. Συγκεκριμένα, ο ενάγων αφενός αναφέρει στην αγωγή έγκυρη σύμβαση μνηστείας, η σύναψη της οποίας, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, εκτιμάται από τα διαλαμβανόμενα στην αρχή της αγωγής, αφετέρου αναφέρει στην αγωγή ακροθιγώς και αορίστως, κάποια συμφωνία μεταξύ αυτού και της εναγομένης περί μεταβίβασης στον ενάγοντα ποσοστού συγκυριότητας επί του ακινήτου της ιδιοκτησίας της. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, αφού αναφέρονται περιστατικά που θεμελιώνουν την ύπαρξη της νόμιμης αιτίας, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση κυρίως από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό...". Με τις άνω παραδοχές του το Εφετείο, για να καταλήξει στην κρίση του ότι η αγωγή κατά την κύρια βάση της είναι μη νόμιμη, έλαβε υπόψη ότι σ' αυτή εκτίθεται ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση μνηστείας, ότι τα ποσά που διέθεσε ο αναιρεσείων (ενάγων) πριν από την τέλεση του γάμου των διαδίκων για την ανοικοδόμηση της οικίας, την οποία θα χρησιμοποιούσαν ως συζυγική κατοικία τους, αποτελούσαν δωρεά λόγω της μνηστείας, η οποία δόθηκε από αυτόν με την προσδοκία τέλεσης του γάμου, μετά την τέλεση του οποίου και την πλήρωση της προσδοκίας αυτού δεν υφίσταται δικαίωμά του προς επιστροφή των δώρων της μνηστείας κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και περαιτέρω, ότι, όσον αφορά τα χρηματικά ποσά που δαπάνησε μετά την τέλεση του γάμου, είχε δικαίωμα να τα διεκδικήσει με βάση τις διατάξεις περί αποκτημάτων. Πλην, όμως, τέτοιος ισχυρισμός περί κατάρτισης σύμβασης μνηστείας και καταβολής του ένδικου χρηματικού ποσού ως δωρεάς με την προοπτική τέλεσης γάμου μεταξύ των διαδίκων δεν περιλαμβάνεται στην αγωγή, όπως, επίσης, δεν περιλαμβάνεται ισχυρισμός που θεμελιώνει αξίωση από αποκτήματα, στην οποία αντιθέτως ο αναιρεσείων εκθέτει πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν αξίωση εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού προς απόδοση της ωφέλειας που αποκτήθηκε χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία του και ειδικότερα το γεγονός της σύναψης μεταξύ των διαδίκων προφορικής συμφωνίας για τη μεταβίβαση από την αναιρεσίβλητη (εναγομένη) προς τον αναιρεσείοντα ποσοστού συγκυριότητας από το περιγραφόμενο ακίνητό της, ανάλογου με τη χρηματική συνεισφορά αυτού για την ανοικοδόμηση αυτού και τη μη τήρηση από αυτήν (αναιρεσίβλητη) αυτής της συμφωνίας, δηλαδή της μεταβίβασης προς τον αναιρεσείοντα με συμβολαιογραφικό έγγραφο του ανάλογου προς την ανωτέρω χρηματική συνεισφορά του εξ αδιαιρέτου ποσοστού του ακινήτου της, από τη μη μεταβίβαση του οποίου αυτή, που παρέμεινε αποκλειστική κυρία του ακινήτου, ωφελήθηκε χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία του. Έτσι όμως το Εφετείο έλαβε υπόψη "πράγμα", που δεν προτάθηκε με την αγωγή, αφού έκρινε επί ανύπαρκτης βάσης αυτής, που είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι επέφερε την απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος ως μη νόμιμης και δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικά της αγωγής εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού γεγονότα που περιέχονται σ' αυτήν. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας αυτού, παρέλκει, ως αλυσιτελής, η εξέταση του δεύτερου διατυπούμενου με την αίτηση αναίρεσης λόγου, αφού τυχόν παραδοχή του θα οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα. Στη συνέχεια δε, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα και να καταδικαστεί η ηττηθείσα αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος κατά το σχετικό αίτημα του τελευταίου, που υπέβαλε με την αίτηση αναίρεσης και τις προτάσεις του (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 405/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Φεβρουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ