Αριθμός 2119/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Π. Τ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Φραγκάκη και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρίκλεια Απαλαγάκη που διόρισε στο ακροατήριο συμπληρεξούσιο δικηγόρο τον Δημήτριο Ζερδελή και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/11/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου και συνεκδικάστηκε με τις πρόσθετες παρεμβάσεις (2) νομικών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 586/2011 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/11/2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 8/10/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως, μέρος πρώτο και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, με την από 18/5/1982 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας που καταρτίσθηκε μεταξύ της Τράπεζας Μακεδονίας Θράκης και του επαγγελματικού σωματείου με την επωνυμία, " Σύλλογος Εργαζομένων Τράπεζας Μακεδονίας Θράκης, η οποία εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 16247/2/6/1982 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 344/4/6/1982 τεύχος Β'), έχει δε ισχύ νόμου, ορίσθηκαν και τα εξής : "1.Α) Ο οργανισμός αυτός ρυθμίζει τα θέματα που αφορούν την κατάσταση προσωπικού της Τράπεζας ... άρθρο 26 : 1. Α) Η σύμβαση εργασίας μεταξύ της Τράπεζας και του προσωπικού είναι ορισμένου χρόνου και λύεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας.... 2 . Η σύμβαση εργασίας μεταξύ της Τράπεζας και του προσωπικού λύεται και πριν να συμπληρωθεί το όριο ηλικίας κατά τις διατάξεις της παρ. 1 στις εξής περιπτώσεις : α)...β)...γ) με καταγγελία της Τράπεζας για σπουδαίο λόγο κατά τη διάταξη του άρθρου 672 Αστικού Κώδικα. Η καταγγελία για σπουδαίο λόγο επιτρέπεται μόνο αν ο λόγος αυτός βεβαιωθεί με απόφαση του αρμοδίου υπηρεσιακού συμβουλίου (ως πειθαρχικού)". Με το άρθρο 28 ορίσθηκαν οι πειθαρχικές ποινές, στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνεται η της οριστικής παύσης και με το άρθρο 29 τα της πειθαρχικής διαδικασίας, τα υπηρεσιακά συμβούλια, καθώς και τα πειθαρχικά συμβούλια με πειθαρχική δικαιοδοσία. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι η σύμβαση εργασίας, η οποία συνδέει την ανωτέρω Τράπεζα με τον υπάλληλό της είναι ορισμένου χρόνου, αφού προβλέπεται η λύση της με τη συμπλήρωση του ορισμένου ως άνω ορίου ηλικίας, προβλέπεται δε η πρόωρη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας για σπουδαίο λόγο, ο οποίος συνδέεται με τη φύση της ως ορισμένου χρόνου, κατ' εφαρμογή της αναγκαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 672 ΑΚ, που αποκλείει αντίθετη συμφωνία. Η παραπάνω περίπτωση του άρθρου 26 παρ. 2 περ.γ' που προβλέπει, ότι ο σπουδαίος λόγος πρέπει να βεβαιωθεί με απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου ( ως πειθαρχικού ) δεν τέθηκε κατά περιορισμό ή αποκλεισμό του δικαιώματος καταγγελίας για σπουδαίο λόγο (άρθρο 672 ΑΚ), αφού η δήλωση βουλήσεως του οργάνου του εργοδότη τείνει ευθέως στην παραγωγή του εννόμου αποτελέσματος της λύσεως της συμβάσεως εργασίας, ενώ η προηγούμενη απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου αποτελεί απλή γνωμοδότηση μη υποχρεωτική μάλιστα για την εργοδότρια Τράπεζα. Συνεπώς, στην ορισμένου χρόνου σύμβαση εργασίας του μισθωτού της αναιρεσίβλητης Τράπεζας εφαρμόζεται χωρίς περιορισμούς η διάταξη του άρθρου 672 ΑΚ, για λύση της συμβάσεως με καταγγελία για σπουδαίο λόγο (Ολ.Α.Π.8/2007). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως και τα ακόλουθα : Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα προσλήφθηκε στις 28/2Ι 2003 από την "Τράπεζα Μακεδονίας Θράκης Α.Ε. " με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, αφού αυτή θα λυνόταν αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας της. Η ανωτέρω Τράπεζα συγχωνεύθηκε με απορρόφηση από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη τράπεζα, που εγκρίθηκε με την από 16/6/2000 απόφαση της Υφυπουργού Ανάπτυξης, η οποία καταχωρήθηκε στα Μητρώα Ανωνύμων Εταιρειών και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η συγχώνευση ολοκληρώθηκε στις 30/6/2000 και από την ημερομηνία αυτή έπαυσε να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο η Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης και η ενάγουσα εξακολούθησε να προσφέρει τις υπηρεσίες της στην εναγομένη τράπεζα. Από τις 2Ι3Ι2004 και μέχρι την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της υπηρετούσε στο υποκατάστημα της εναγομένης στη Ν.Ιωνία Βόλου, κατέχοντας τη θέση Συμβούλου Πελατείας Ιδιωτών. Ήταν δεύτερη στην ιεραρχία του καταστήματος αμέσως μετά το Διευθυντή και κατείχε τη μοναδική θέση Προϊσταμένου εξουσιοδοτημένη με δικαίωμα Α' υπογραφής. Η ενάγουσα ως Σύμβουλος Πελατείας Ιδιωτών σε κατάστημα τύπου "Π", είχε στα καθήκοντά της τόσο αυτά του Συμβούλου Καταθετικών και Επενδυτικών Προϊόντων, όσο και εκείνα του Συμβούλου Πίστης Ιδιωτών. Όφειλε, συνεπώς, μεταξύ άλλων, α) να αξιοποιεί και προωθεί προϊόντα και υπηρεσίες που προσφέρονται, τόσο από την Τράπεζα, όσο και από συνεργαζόμενες Εταιρείες του Ομίλου και να διαπραγματεύεται τους όρους παροχής τους στην πελατεία εντός των ορίων του επιδιώκοντας διασταυρούμενες πωλήσεις, β) να ενημερώνεται για τους πελάτες που επιθυμούν να κλείσουν τους λογαριασμούς τους, να διερευνά το λόγο και να προσπαθεί να τους κατευθύνει σε διαφορετικά προϊόντα, γ) να εναρμονίζει τη συμπεριφορά του με το νομικό πλαίσιο είτε αυτό προκύπτει από κανόνες και οδηγίες της Τράπεζας της Ελλάδος και των Νομισματικών Αρχών είτε από εγκύκλιες οδηγίες της Τράπεζας, δ) να φροντίζει για την τήρηση των διαδικασιών που εξασφαλίζουν την εύρυθμη λειτουργία του καταστήματος και την ορθή εκπροσώπηση της Τράπεζας έναντι τρίτων, ε) να συντονίζει τους άμεσους συνεργάτες της και να εποπτεύει τις απαραίτητες ενέργειες για την ολοκλήρωση της παροχής προϊόντων και τη διεκπεραίωση συναλλαγών, στ) να έχει στην ευθύνη της τη διαχείριση των καταναλωτικών και στεγαστικών δανείων, ήτοι το συντονισμό και την εποπτεία των συνεργατών της για την ολοκλήρωση της παροχής δανείων. Συνεχίζει το Εφετείο, ότι τις παραπάνω αρμοδιότητες και καθήκοντα η ενάγουσα τα άσκησε πλημμελώς, με συνέπεια να επιτρέψει στην υπάλληλο του Καταστήματος Ν. Ιωνίας Βόλου Σ. Μ. να διαπράξει σωρεία ποινικών αδικημάτων (κατ' εξακολούθηση υπεξαιρέσεις, πλαστογραφίες, νόθευση και υπεξαγωγή εγγράφων κ.ά ), τα οποία αφενός μεν προκάλεσαν στην Τράπεζα σοβαρή οικονομική ζημία, ύψους 1.500.000 ευρώ περίπου, και αφετέρου έβλαψαν σοβαρά τη φήμη και το κύρος της απέναντι στην πελατεία της και γενικότερα στον τραπεζικό χώρο. Πιο συγκεκριμένα οι αντισυμβατικές ενέργειες της ενάγουσας, οι οποίες κλόνισαν ανεπανόρθωτα τη σχέση εμπιστοσύνης που πρέπει να υπάρχει μεταξύ υπαλλήλου και της Τράπεζας και κατέστησαν μη ανεκτή, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, τη συνέχιση της σύμβασής της μέχρι την κανονική λήξη είναι οι ακόλουθες: Ύστερα από διαμαρτυρία πελάτη του καταστήματος Ν. Ιωνίας Βόλου για τη μη ενημέρωσή του για την τύχη προθεσμιακής κατάθεσής του ποσού 17.677 ευρώ και τη διαπίστωση ότι το ποσό αναλήφθηκε τμηματικά με παραστατικά στα οποία είχε πλαστογραφηθεί η υπογραφή του πελάτη, διενεργήθηκε έκτακτος εσωτερικός έλεγχος κατά το διάστημα από 12/10/2006 έως 17/11/2006. Ο έλεγχος αυτός διενεργήθηκε από τις επιθεωρήτριες Ι. και Γ. Ρ. και " απ' αυτόν διαπιστώθηκε, ότι η υπάλληλος του Καταστήματος Σ. Μ., χρησιμοποιώντας διάφορα τεχνάσματα και εκμεταλλευόμενη την ανυπαρξία εποπτείας και ελέγχου από την ενάγουσα και το Διευθυντή του Καταστήματος Α. Σ., αλλά και την επιπολαιότητα και αδιαφορία τους στην άσκηση των καθηκόντων τους, διέπραξε, κατά το διάστημα από 4/11/2005 έως 10/10/2006 σωρεία υπεξαιρέσεων, πλαστογραφιών, νοθεύσεων και υπεξαγωγών εγγράφων, με τις οποίες αυτή και οι συνεργάτες της αποκόμισαν παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της Τράπεζας, η ζημία της οποίας τελικά και μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου, ανήλθε στο ποσό του 1.546.798,60 ευρώ. Οι παράνομες αυτές ενέργειες της υπαλλήλου Σ. Μ. δεν θα είχαν επιχειρηθεί, και πάντως θα είχαν αποκαλυφθεί πολύ νωρίτερα, αν η ενάγουσα και ο Διευθυντής του καταστήματος είχαν εκτελέσει κανονικά και με επιμέλεια τα καθήκοντά τους, όπως αυτά καθορίζονται από την ατομική σύμβαση εργασίας, τον Κανονισμό Εργασίας και τις σχετικές εγκυκλίους της Τράπεζας. Μετά από μηνυτήρια αναφορά της εναγομένης Τράπεζας ασκήθηκε ποινική δίωξη τόσο κατά της Σ. Μ. και του Α. Σ., όσο και κατά της ενάγουσας και του Διευθυντή του Καταστήματος Ν. Ιωνίας Βόλου Α. Σ. και με το 81/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, παραπέμφθηκαν όλοι για να δικασθούν στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων για τα εις αυτό αδικήματα. Εκτός των άλλων η ενάγουσα προέβη και στις ακόλουθες αντισυμβατικές και αντικανονικές ενέργειες : Α) Οι εξουσιοδοτημένες υπογραφές, όπως είχε η ενάγουσα δικαίωμα Α' υπογραφής, παρέχουν στους δικαιούχους τους την εξουσιοδότηση να υπογράφουν μόνοι τους όλα τα έγγραφα και γενικά τις πράξεις που δεσμεύουν την Τράπεζα μέχρι του ποσού των 10.000 ευρώ. Για πράξεις μεγαλύτερου ποσού απαιτούνται δύο εξουσιοδοτημένες υπογραφές, η ύπαρξη δε δύο υπογραφών έχει ουσιαστικό χαρακτήρα, για την προάσπιση των συμφερόντων της Τράπεζας και τη μείωση των κινδύνων περιουσιακής βλάβης σε βάρος της. Οι υπογραφές είναι ισότιμες και η δεύτερη δεν τίθεται τυπικά και αυτός που προβαίνει σε ενυπόγραφες θεωρήσεις παραστατικών, είτε υπογράφει πρώτος είτε δεύτερος, οφείλει στον ίδιο βαθμό να προβαίνει σε ουσιαστικό έλεγχο. Την ως άνω συμβατική της υποχρέωση η ενάγουσα παρέβη κατ'επανάληψη, θέτοντας την υπογραφή της σε έγγραφα που της εγχείριζε η Σ.Μ., χωρίς να προβαίνει ούτε καν σε στοιχειώδεις και τυπικούς ελέγχους, δίνοντας έτσι το περιθώριο στην ως άνω υφισταμένη της να διαπράξει κακουργηματικές πράξεις σε βάρος της εναγομένης Τράπεζας. Η ενάγουσα προέβη σε υπογραφή τραπεζικών επιταγών για απόδοση προθεσμιακών καταθέσεων ή προϊόντων δανείων, ποσού μεγαλύτερου των 10.000 ευρώ, χωρίς να ελέγξει, ως όφειλε, την παρουσία του πελάτη στην Τράπεζα, οπότε ευχερώς θα γινόταν αντιληπτό ότι οι υπογραφές του πελάτη στα παραστατικά ανάληψης είχαν πλαστογραφηθεί από τη Σ. Μ.. Ο έλεγχος αυτός δεν περιοριζόταν μόνο στον έλεγχο της ταυτοπροσωπίας του πελάτη, αλλά και στην παρουσία του πελάτη στην Τράπεζα. Ειδικότερα, στην περίπτωση του πελάτη Δ. Π., ο οποίος διατηρούσε στο ως άνω κατάστημα προθεσμιακή κατάθεση ποσού 208.272,85 ευρώ, η ενάγουσα υπέγραψε δύο επιταγές ποσού 50.000 ευρώ η καθεμία, χωρίς να ερευνήσει την παρουσία ή μη του πελάτη στο κατάστημα. Στις επιταγές αυτές η Σ. Μ. πλαστογράφησε την υπογραφή του δικαιούχου και στη συνέχεια ως τελευταία κομίστρια έθεσε την υπογραφή του και τις εμφάνισε στην Εμπορική Τράπεζα, λαμβάνοντας το συνολικό ποσό των 100.000 ευρώ. Την απουσία του πελάτη η ενάγουσα μπορούσε ευχερώς να διαπιστώσει, διότι όλοι οι υπάλληλοι του καταστήματος Ν. Ιωνίας Βόλου βρίσκονται στον ίδιο ενιαίο χώρο στον οποίο διενεργούνται οι συναλλαγές , εμβαδού 90 περίπου μ2. Επίσης, η ενάγουσα υπέγραψε τον τίτλο προθεσμιακής κατάθεσης 108.272,75 ευρώ, επί του οποίου επίσης είχε πλαστογραφηθεί η υπογραφή του δικαιούχου Δ. Π., χωρίς να ελέγξει την παρουσία του πελάτη, με τον οποίο άλλωστε, λόγω της θέσης της ως Συμβούλου Πελατείας Ιδιωτών, όφειλε να συζητήσει και να προσπαθήσει να τον κατευθύνει σε κάποιο άλλο προϊόν, προκειμένου να κρατήσει τις καταθέσεις του στο κατάστημα. Το ποσό των 108.272,75 ευρώ ανέλαβε και ιδιοποιήθηκε η Σ. Μ., εκμεταλλευόμενη την αδιαφορία και πλημμελή άσκηση των καθηκόντων της ενάγουσας. Στην περίπτωση του πελάτη της εναγομένης Ν. Μ., ενεργώντας χωρίς εντολή του και εν αγνοία του, ρευστοποίησε τα αμοιβαία κεφάλαια λαμβάνοντας το ποσό των 55.035,5 ευρώ στις 13/2/2006. Στη συνέχεια, στις 15/2/2006 πλαστογραφώντας την υπογραφή του ιδίου δικαιούχου στο σχετικό παραστατικό, ανέλαβε ποσό 10.000 ευρώ. Κατόπιν, στις 15/2/2006 εξέδωσε την ... επιταγή της εναγομένης Τράπεζας σε διαταγή του παραπάνω δικαιούχου, ποσού 45.000 ευρώ, στην οποία πλαστογραφώντας την υπογραφή του, έθεσε αυτή στη θέση του οπισθογράφου και στη συνέχεια την παρέδωσε στον συγκατηγορούμενό της Α. Σ., ο οποίος ως τελευταίος κομιστής την εμφάνισε προς πληρωμή και την εισέπραξε από την Τράπεζα Nova-Bank στη Νέα Ιωνία Μαγνησίας. Η επιταγή αυτή είναι υπογεγραμμένη από την ενάγουσα, η οποία και στην περίπτωση αυτή δεν έλεγξε την παρουσία ή μη του πελάτη στο κατάστημα. Στην περίπτωση του πελάτη της εναγομένης Γ. Κ., ο οποίος στις 19/6/2006 έλαβε στεγαστικό δάνειο ποσού 50.000 ευρώ που κατατέθηκε σε λογαριασμό του που διατηρούσε στο ως άνω κατάστημα, η Σ. Μ. εξέδωσε στις 19/6/2006 την ... τραπεζική επιταγή σε διαταγή του ανωτέρω πελάτη ποσού 25.000 ευρώ, στην οποία πλαστογραφώντας την υπογραφή του, έθεσε αυτή στη θέση του οπισθογράφου και στη συνέχεια την οπισθογράφησε στο συγκατηγορούμενό της Α. Σ., ο οποίος ως τελευταίος κομιστής την εισέπραξε στις 21/6/2006 από την Τράπεζα Novabank στο Βόλο. Επίσης, από τον ίδιο λογαριασμό του ανωτέρω πελάτη η Σ. Μ. ανέλαβε στις 4/7/2006 ποσό 5.000 ευρώ, πλαστογραφώντας την υπογραφή του δικαιούχου. Περαιτέρω, η ενάγουσα με την ιδιότητά της του Συμβούλου Πελατείας Ιδιωτών, είχε την ευθύνη της διαχείρισης καταναλωτικών και στεγαστικών δανείων, που χορηγούνταν από το κατάστημα Ν. Ιωνίας Βόλου και όφειλε να ελέγχει και να εποπτεύει τους νεότερους υπαλλήλους που εκτελούσαν πράξεις χορήγησης ή εκταμίευσης των εγκριθέντων ποσών, αυτή παρέλειψε οποιοδήποτε έλεγχο και δεν προέβη στην παρακολούθηση των φακέλων των δανειακών συμβάσεων, με αποτέλεσμα να διευκολύνει με τις παραλείψεις της την υπεξαίρεση από την υπάλληλο Σ. Μ. Λόγω των ως άνω καθηκόντων της η εναγομένη είχε χορηγήσει στην ενάγουσα, για την ευχερέστερη και αποτελεσματικότερη παρακολούθηση των στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων, κωδικό πρόσβασης στο μενού των δανείων με κωδικό χρήστη F 693, με τον οποίο θα μπορούσε να παρακολουθεί τη διαχείριση των δανείων. Η ενάγουσα όμως, παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τον ανωτέρω κωδικό, με αποτέλεσμα να μην ενεργήσει οποιονδήποτε έλεγχο ή παρακολούθηση των φακέλων των δανειακών συμβάσεων, με αποτέλεσμα να διευκολύνει με τις παραλείψεις της την υπεξαίρεση από την υπάλληλο Σ. Μ. Το Εφετείο, αφού αναφέρει και άλλες περιπτώσεις πλημμελούς άσκησης των καθηκόντων της ενάγουσας σε σχέση με την εποπτεία και τον έλεγχο που ασκούσε στην υπάλληλο Σ. Μ., δέχεται ότι συνεπεία των συμβατικών παραβάσεων της ενάγουσας έναντι της εναγομένης, κλονίσθηκε ανεπανόρθωτα η σχέση εμπιστοσύνης που πρέπει να υπάρχει μεταξύ υπαλλήλου και τράπεζας, βλάφθηκε σοβαρά το κύρος και η φήμη της εναγομένης και προκλήθηκε σ' αυτή σημαντική οικονομική ζημία, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να μην είναι ανεκτή για την εναγομένη η συνέχιση της σύμβασης εργασίας. Συνεπώς, καταλήγει του Εφετείο, δεδομένου ότι σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως χωρίς την προηγούμενη γνωμοδότηση του αρμοδίου πειθαρχικού συμβουλίου της εναγομένης δεν καθιστά την καταγγελία άκυρη, η εναγομένη είχε βάσιμο λόγο καταγγελίας της εργασιακής σχέσης, για σπουδαίο λόγο, η δε απαλλαγή της ενάγουσας από τις εις βάρος της κατηγορίες, με την 493/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, δεν αρκεί μόνη αυτή για να ανατρέψει την προαναφερόμενη ύπαρξη σπουδαίου λόγου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας, αφού η καταγγελία δεν στηρίχθηκε στη διάπραξη από την πλευρά της ενάγουσας ποινικά κολάσιμων πράξεων, αλλά στη διάπραξη σοβαρών παραβάσεων των συμβατικών της υποχρεώσεων, οι οποίες, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ποινική ευθύνη, κλόνισαν ανεπανόρθωτα την εμπιστοσύνη στο πρόσωπό της και κατέστησαν για την τράπεζα μη ανεκτή κατά την καλή πίστη τη συνέχιση της σύμβασης. Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο, απέρριψε την έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε απορρίψει την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 672 ΑΚ και 26 παρ. 2 περ. γ' του έχοντος ισχύ νόμου ως άνω Οργανισμού, και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, μέρος πρώτο, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος. Το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., με το οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται το Εφετείο, ότι και σε περίπτωση που ήταν εφαρμοστέος ο Οργανισμός Προσωπικού της Τράπεζας Πειραιώς, σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. τελευταία, την ποινή της οριστικής απόλυσης επιβάλλει το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας, ύστερα από αιτιολογημένη εισήγηση του Πειθαρχικού Συμβουλίου, διαδικασία που δεν τηρήθηκε στην περίπτωση της, ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι στην προκείμενη περίπτωση εφαρμόζεται ο Οργανισμός της Τράπεζας Πειραιώς, στον οποίο διαλαμβάνεται η ανωτέρω διάταξη, αλλά ο Οργανισμός της Τράπεζας Μακεδονίας - Θράκης. Επειδή, κατά το άρθρο 672 ΑΚ καθένας από τα μέρη έχει δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία. Το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμφωνία. Σπουδαίο λόγο, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως αποτελούν πραγματικά περιστατικά τα οποία, κατ' αντικειμενική κρίση, καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλοντα τη συνέχιση της συμβάσεως εργασίας. Ετσι, η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων του μισθωτού αποτελεί σπουδαίο λόγο καταγγελίας. Αρκεί δε και ένα περιστατικό, το οποίο αντικειμενικά θεωρούμενο, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να καθιστά μη ανεκτή την περαιτέρω διατήρηση της συμβατικής σχέσης για εκείνον που δικαιούται να την καταγγείλει. Εξάλλου, ακόμη και αν στον Κανονισμό Εργασίας του εργοδότη προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και αντίστοιχες ποινές, ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επιλέξει αντί της έκτακτης καταγγελίας την επιβολή της πειθαρχικής ποινής, λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους, αφού με την πρώτη απομακρύνεται ο εργαζόμενος, διότι η εργασιακή σχέση δεν μπορεί να συνεχισθεί ως επαχθής για τον εργοδότη, ενώ με τη δεύτερη επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχειρήσεως, η δε προσφυγή του εργοδότη στην έκτακτη καταγγελία ελέγχεται κατά το άρθρο 281 ΑΚ από το δικαστήριο, το οποίο ερευνά αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της αρχής της καλής πίστης και στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Ειδικότερα, το δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, για τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι η άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας της υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστης, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και είναι καταχρηστική (ΑΚ 281), καθόσον η αντιμετώπιση της φερόμενης ως αποδοκιμαστέας συμπεριφοράς της μπορούσε να γίνει με ηπιότερα μέσα και όχι με το επαχθέστερο μέσο της καταγγελίας, με παράκαμψη της πειθαρχικής διαδικασίας, δέχθηκε τα ακόλουθα : Η παράκαμψη από την εναγομένη της πειθαρχικής διαδικασίας και κατά συνέπεια η στέρηση της ενάγουσας από το δικαίωμα γνώσεως των στοιχείων της πειθαρχικής κατηγορίας, ακροάσεως και παροχής εξηγήσεων κατ' αυτής ,όταν μάλιστα από τον Οργανισμό Προσωπικού δεν προβλέπεται η δυνατότητα επιβολής της οριστικής απόλυσης ως πειθαρχικής ποινής, δεν υπερβαίνει τα αντικειμενικά όρια της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος που θεσπίζει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Εξάλλου, η επιλογή της πειθαρχικής διαδικασίας ή της καταγγελίας της συμβάσεως εναπόκειται στην κρίση του εργοδότη και δεν είναι καταχρηστική η καταγγελία εξαιτίας του ότι η εναγομένη τράπεζα μπορούσε να επιβάλλει άλλες ηπιότερες κυρώσεις, που προβλέπονται στον Κανονισμό Εργασίας της, ή να θέσει την ενάγουσα σε διαθεσιμότητα ή να προβεί στη μετάθεσή της και την αλλαγή του είδους της εργασίας της, διότι από τον Κανονισμό Εργασίας δεν προβλέπεται η δυνατότητα επιβολής οριστικής απόλυσης ως πειθαρχικής ποινής και αρμόζει στην προκείμενη περίπτωση, λόγω της βαρύτητας των παραπάνω παραβάσεων της ενάγουσας, η καταγγελία της συμβάσεώς της, ενώ η επιλογή της πειθαρχικής διαδικασίας ή της καταγγελίας της συμβάσεως εναπόκειται στην κρίση του εργοδότη. Εξάλλου, ούτε η ευδόκιμη μέχρι της τελέσεως των παραπάνω πράξεων υπηρεσία της ενάγουσας στην εναγομένη, ούτε η εκ μέρους της τελευταίας τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας σε περιπτώσεις άλλων υπαλλήλων της μπορούν να καταστήσουν καταχρηστική την ένδικη καταγγελία, αφού όπως προαναφέρθηκε, κλονίστηκε ανεπανόρθωτα η εμπιστοσύνη της εναγομένης τράπεζας, ώστε να μην είναι ανεκτή γι' αυτήν η συνέχιση της εργασιακής συμβάσεως της ενάγουσας, είτε στην ίδια είτε σε άλλη θέση με τη μετάθεσή της ή την αλλαγή του είδους της εργασίας της. Η καταγγελία, όπως προαναφέρθηκε, καταλήγει το Εφετείο, έλαβε χώρα αποκλειστικά για σπουδαίο λόγο, που αφορούσε καθαρά την υπηρεσιακή στάση και συμπεριφορά της ίδιας της ενάγουσας και δεν αφορά στην ελλειπή στελέχωση του ανθρώπινου δυναμικού της εναγομένης. Η ως άνω έλλειψη εμπιστοσύνης δεν μπορούσε να αποκατασταθεί με οποιαδήποτε άλλη τυχόν πειθαρχική τιμωρία, αφού στο ευαίσθητο τραπεζικό περιβάλλον η ύπαρξη εμπιστοσύνης αποτελεί προϋπόθεση για την παροχή υπηρεσιών σε οποιαδήποτε θέση. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά δεν εφάρμοσε στην προκείμενη περίπτωση την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού τα ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα περιστατικά δεν συνιστούν το πραγματικό της φερόμενης ως παραβιασθείσας ως άνω διατάξεως και ο τα αντίθετα υποστηρίζων πρώτος λόγος αναιρέσεως, μέρος τρίτο, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμος. Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως " πράγματα " θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, μέρος πρώτο, με την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. προβάλλει την αιτίαση ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν διευκρινίσθηκαν, όπως η ίδια ζήτησε, οι συγκεκριμένες τραπεζικές ελεγκτικές πράξεις (ενδοϋπηρεσιακες ενέργειες), στις οποίες έπρεπε να προβεί προκειμένου να ελέγξει την παράνομη δραστηριότητα της Στ. Μ., ώστε παραλείποντας να τις διενεργήσει, δόθηκε στην Στ. Μ. η άνεση να ολοκληρώσει τις παρανομίες της, βλάπτοντας την Τράπεζα. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον τα ως άνω περιστατικά δεν συνιστούν " πράγμα " κατά την έννοια του άρθρου 519 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή αυτοτελή ισχυρισμό, που τείνει στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας ) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε (ανεπαρκής αιτιολογία ) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία ) (Ολ.ΑΠ 1/1999). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως Κ.Πολ.Δ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά οι κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις είναι απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, μέρος δεύτερο, με την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες για το ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αν η ίδια προσωπικά παρέλειψε να διενεργήσει τις συγκεκριμένες τραπεζικές ενέργειες, προστρέχοντας σε συγκεκριμένα υπηρεσιακά έγγραφα με βάση συγκεκριμένη εξουσία ελέγχου που της είχε ανατεθεί και κάθε μία παράλειψη ανταποκρινόταν σε ζημία της τράπεζας συγκεκριμένου χρηματικού ποσού, ώστε το σύνολο να ανέρχεται σε 1.532.114,60 ευρώ, ή να απαντήσει αιτιολογημένα ότι ο ισχυρισμός αυτός έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος για συγκεκριμένους λόγους και ότι δεν θα είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, έστω και αν παρετίθεντο συγκεκριμένες παραλείψεις της. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν, ως προς το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι την ύπαρξη σπουδαίου λόγου καταγγελίας της εργασιακής σχέσης. Η μη διεξοδική ανάλυση των περιστατικών που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, όπως είναι τα ανωτέρω αναφερόμενα από την αναιρεσείουσα, δεν θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αβάσιμος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12/11/2012 αίτηση αναιρέσεως κατά της 586/2011 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ