Αριθμός 1485/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Κωνσταντίνο Φράγκο, Μαρία Βασιλάκη και Χρυσούλα Παρασκευά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Σ. Λ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αδάμο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 290/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Το Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Φεβρουαρίου 2013 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 411/2013. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 551 §§1, 3 του ΚΠΔ, αν πρόκειται για εκτελεστούν κατά του ίδιου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν εφαρμόζονται οι ορισμοί του Ποινικού Κώδικα για τη συρροή, ως ποινή δε βάσης λαμβάνεται υπόψη η βαρύτητα από αυτές και σε περίπτωση της διάρκειας αυτών λαμβάνεται υπόψη η νεώτερη απόφαση, ενώ αν μεταξύ των προς εκτέλεση αποφάσεων, υπάρχει και απόφαση που αμετάκλητα έχει καθορίσει συνολική ποινή για τον καθορισμό της νέας συνολικής ποινής, ως ποινή βάση λαμβάνεται η καθορισθείσα συνολική ποινή εφόσον αυτή είναι βαρύτερη από τις ποινές που επιβλήθηκαν με τις άλλες αποφάσεις. Περαιτέρω σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 94 §§1, 3 και 96 §1 ΠΚ σε περίπτωση συρροής ποινών, δηλ. όταν υπόκειται η εκτέλεση περισσοτέρων της μιας ποινών από το ίδιο πρόσωπο, καθορίζεται συνολική ποινή, με μορφή είτε της ανάλογης επίτασης αν πρόκειται γι αληθινή κατ' ιδέαν συρροή εγκλημάτων (άρ. 94 §2 και 96 §2 ΠΚ) είτε της νομικής σώρευσης, προκειμένου για αληθινή πραγματική συρροή εγκλημάτων (άρ. 94 §1 και 96 §1 ΠΚ), σε κάθε δε περίπτωση με βάση τους οριζόμενους στα άρθρα αυτά επιμετρητικούς κανόνες. Σε κάθε περίπτωση όμως, περίπτωση ο καθορισμός συνολικής ποινής προϋποθέτει συνάντηση ποινών, είτε στο στάδιο της επιβολής τους, είτε στο πεδίο της εκτελέσεως και εκτίσεώς τους, χωρίς να απαιτείται οπωσδήποτε και το αμετάκλητο των καταδικαστικών αποφάσεων που επέβαλαν οι συρρέουσες ποινές. Τέλος η συνολική ποινή που απαγγέλλεται δεν αποτελεί νέα καταδίκη αλλά παριστά τον ενιαίο τρόπο εκτέλεσης των σε αυτήν συνεπιμετρηθεισών επί μέρους ποινών με αποτέλεσμα οι επιμέρους ποινές που προσμετρώνται για το σχηματισμό της συνολικής ποινής να διατηρούν την αυτοτέλειά τους. Συνεπεία τούτου η αυτοτέλεια των ποινών που συνεπιμετρήθηκαν στη συνολική ποινή αναβιώνει αν ανακύψει νόμιμος λόγος με τον οποίο καταλύεται οριστικά ή προσωρινά η εκτελεστότητα κάποιας από τις εκτιώμενες ποινές για τις οποίες έχει χωρήσει καθορισμός συνολικής ποινής, όπως μεταξύ άλλων, και στην περίπτωση που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εν όψει της έφεσης που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο, αναστέλλει, σύμφωνα με το άρθρο 497 ΚΠΔ την εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης, διακόπτεται αυτοδικαίως η έκτιση της εν λόγω ποινής και εξακολουθεί η έκτιση των υπόλοιπων ποινών εκτός εάν παρίσταται αναγκαία νέα προσμέτρηση των ποινών. Και τούτο διότι ο θεσμός της αναστολής εκτελέσεως της πρωτόδικης απόφασης λειτουργεί συμπληρωματικά με την έννοια ότι αποτρέπει την έναρξη ή τη συνέχιση της άμεσης εκτελεστότητας, εκεί όπου κάτι τέτοιο δεν μπορεί να επιτευχθεί δια μέσου τα ανασταλτικού αποτελέσματος της ασκούμενης εφέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των στοιχείων του φακέλλου της δικογραφίας για την ανάγκη του αναιρετικού ελέγχου και ειδικότερα του βάσιμου των αναιρετικών λόγων, προκύπτουν τα εξής: Με την με αριθμό 8719/2011 απόφαση (συγχωνευτική) του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης καθορίστηκε συνολική ποινή είκοσι τεσσάρων (24) ετών, είκοσι ενός (21) μηνών και 15 ημερών και εκτιτέα τα δέκα έτη (10), αποτελούμενη από τις ποινές των είκοσι τεσσάρων ετών (ποινή βάση), των είκοσι εννέα (29) μηνών και των τριάντα (30) ημερών, που επιβλήθηκαν στον αναιρεσείοντα με τις υπ' αριθμ. 2312/2011, 7076/2010 και 3835/2010 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς αντίστοιχα. Κατά της υπ' αριθμ. 2312/2011 απόφασης ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα η με αριθμ. 6692011 έφεση, πριν την εκδίκαση της οποίας το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την υπ' αριθμ. 2433/2012 απόφασή του, με την οποία ανέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, αποφάνθηκε ότι η σχετική έφεση του αναιρεσείοντος έχει αναστέλλουσα δύναμη και του επέβαλε τους περιοριστικούς όρους: α) της εμφάνισής του στο Αστυνομικό Τμήμα της κατοικίας του το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα και β) της απαγόρευσης εξόδου του από τη χώρα. Ενόψει αυτού ανέκυψε αναγκαιότητα νέας επιμέτρησης των υπολοίπων ποινών, δεδομένου ότι έπαψε να είναι εκτελεστή η με αριθμό 2312/2011 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και συνακόλουθα δεν μπορούσε να εκτιθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο, η ποινή που επιβλήθηκε με αυτή. Μετά την εξέλιξη αυτή ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, επιμελήθηκε λόγω αρμοδιότητος για τη νέα επιμέτρηση των εκτιτέων ως άνω υπολοίπων ποινών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, στο ακροατήριο του οποίου εισήχθη η υπόθεση για τον καθορισμό νέας συγχωνευτικής ποινής, αφού αναφέρει στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασής του τις επί μέρους καταδικαστικές αποφάσεις καθώς και τις ποινές που έχουν επιβληθεί με αυτές και συναντώνται κατά την εκτέλεσή τους, προήλθε στον καθορισμό συνολικής ποινής, με την επιμέτρηση των ποινών αυτών και συγκεκριμένα των (29) μηνών και των τριάντα ημερών και χρηματικής ποινής 200 Ευρώ, που επιβλήθηκαν στον αναιρεσείοντα με τις 7076/2010 και 3835/2010, αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, αντιστοίχως, καθορίζοντας συνολική εκτιτέα ποινή φυλάκισης 29 μηνών και 10 ημερών και χρηματική ποινή 200 Ευρώ. Με αυτές τις παραδοχές το Δικαστήριο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 94 §1 και 97 του Ποινικού Κώδικα και την ουσιαστικού χαρακτήρα όμοια του άρθρου 551 ΚΠΔ, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου αφού εκθέτει, τα ως άνω αναγκαία για το σχηματισμό της προς τούτο δικαιοδοτικής του κρίσης στοιχεία. Οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος α) ότι οι ποινές που συνεπιμετρώνται χάνουν την αυτοτέλειά τους και κατά συνέπεια δεν μπορεί να γίνει νέα επιμέτρηση των ποινών και β) ότι η αναστολή της εκτελέσεως δεν μπορεί να οδηγήσει σε νέα επιμέτρηση της ποινής γιατί δεν αποτελεί λόγο εξαφανίσεώς της, είναι απορριπτέες, ως αβάσιμες, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε οι ποινές διατηρούν την αυτοτέλειά τους όταν συρρέουν και προσμετρώνται σε μία συνολική ποινή και συνεκτίονται, η δε αναστολή της εκτελέσεως καταλύει την εκτελεστότητα της ποινής και διακόπτει αυτοδικαίως την έκτιση της συνολικής ποινής. Επομένως ο από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά ταύτα πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15-2-2013 αίτηση του Σ. Λ. του Β. για αναίρεση της με αριθμό 290/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ