Αριθμός 1537/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Απριλίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Δημήτριο Τοπαλίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Λ. του Π., κατοίκου ..., και 2. Σ. Ξ. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Πρωτόπαπα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-6-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 735/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 11.111/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 18-2-2022 αίτησή του και τους από 22-3-2023 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η από 18.2.2022 και με αριθ. καταθ 13991/32/21.2.2022 αίτηση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 11111/2021 τελεσίδικης απόφασης του δικάζοντος ως Εφετείο Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 10.10.2019 έφεσή του (εναγομένου), κατά της 735/2019 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που δέχτηκε κατ' ουσία την από 23.6.2015 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ). Εξάλλου, το αναιρεσείον άσκησε τους από 22.3.2023 παραδεκτούς και εμπρόθεσμους πρόσθετους λόγους αναίρεσης (ΚΠολΔ 569), δεδομένου ότι ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης (βλ. την 60/23.3.2023 κατάθεση πρόσθετων λόγων της Γραμματείας του Αρείου Πάγου) και επιδόθηκαν στους καθ' ων οι πρόσθετοι λόγοι πριν από την ίδια ανωτέρω προθεσμία (βλ. την 10043Β/23.3.2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Χ. Φ.). Πρέπει επομένως, κατ' άρθρ. 246 ΚΠολΔ, να συνεκδικασθούν και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 261 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 23.6.2015 αγωγή τους, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, εξέθεταν ότι μετατάχθηκαν από τις κατεχόμενες θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας ΠΕ Πληροφορικής των Πανεπιστημίων Αθηνών και Αιγαίου, αντίστοιχα, σε προσωποπαγείς θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων, ειδικότητας ΠΕ (Πληροφορικής/Επιστήμης Ηλεκτρονικών Υπολογιστών). Ότι από την ανάληψη της υπηρεσίας τους στην ΓΓΠΣ μέχρι τις 30.4.2014, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον τους κατέβαλε τον προβλεπόμενο βασικό μισθό του μισθολογικού τους κλιμακίου και το επίδομα τέκνων και όχι την προβλεπόμενη στο άρθρο 29 παρ.2 εδ.β του ν.4024/2011 υπερβάλλουσα μείωση, δηλαδή το ποσό που είναι αναγκαίο ώστε τελικά οι καταβαλλόμενες στον υπάλληλο αποδοχές να μην υπολείπονται του 75% των αποδοχών της θέσης του υπαλλήλου, όπως είχαν πριν εφαρμοστεί το μισθολόγιο του ν.4024/2011. Ότι το άρθρο 14 του ν.4024/2011 ορίζει ότι οι μηνιαίες αποδοχές κάθε υπαλλήλου αποτελούνται από τον βασικό μισθό και τα επιδόματα και τις παροχές των άρθρων 15, 17, 18, 19 και 29 του νόμου, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις καταβολής τους. Ότι από αυτή τη διάταξη προκύπτει πως η υπερβάλλουσα μείωση του άρθρου 29 του νόμου, αποτελεί μέρος των τακτικών αποδοχών όλων των πολιτικών υπαλλήλων του εναγομένου από την έναρξη ισχύος αυτού και των δικών τους τακτικών αποδοχών και ότι δεν αποτελεί "επιπλέον αποδοχές" που λάμβαναν στον φορέα από τον οποίο μετατάχθηκαν και η καταβολή τους θα αντέβαινε στο ν.3845/2010 και ότι διαφορετικά η διάταξη αυτή αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ.β' του Συντάγματος. Ότι η καταβολή της υπερβάλλουσας μείωσης προβλέφθηκε για να υπάρξει ομαλή μετάβαση από το μισθολόγιο που ίσχυε του ν.3205/2003 και να μην μεταβληθούν αιφνίδια οι συνθήκες διαβίωσης των υπαλλήλων λόγω της δραστικής μείωσης των αποδοχών τους από το ν.4024/2011. Ότι η εξαίρεση σε αυτούς τους υπαλλήλους που μετατάχθηκαν από την οργανική θέση που κατείχαν σε άλλη οργανική θέση άλλου φορέα, συνιστά αδικαιολόγητη, άνιση και δυσμενή μεταχείριση που αντιβαίνει στη συνταγματική αρχή της ισότητας. Ότι το εναγόμενο από 1.5.2014 άρχισε να τους καταβάλει την υπερβάλλουσα μείωση, ώστε οι αποδοχές τους να μην υπολείπονται του 75% των αποδοχών της θέσης τους, όπως είχαν, πριν εφαρμοστεί το μισθολόγιο του ν.4024/2011. Ότι το εναγόμενο από 1.5.2014 και εφεξής καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα 604,19 ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα 683,78 ευρώ, σύμφωνα με τον υπολογισμό που αναφέρουν. Ότι το εναγόμενο οφείλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 13.515,73 ευρώ από 20.6.2012 έως 30.4.2014 και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 15.726,94 ευρώ από 1.6.2012 έως 30.4.2014. Ζητούσαν δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η 735/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε την αγωγή και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 13.515,73 ευρώ και στον δεύτερο το ποσό των 15.726,94 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής. Κατά της ανωτέρω απόφασης, το εναγόμενο άσκησε την από 10.10.2019 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 11111/2021 απόφαση του δικάζοντος ως Εφετείο, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσία την έφεση. Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος καθιερώνεται η αρχή της ισότητας, η οποία αποτελεί νομικό κανόνα που επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση προσώπων που τελούν κάτω από τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες. Ο κανόνας αυτός δεσμεύει τα συντεταγμένα όργανα της Πολιτείας και, ειδικότερα, τόσο τον κοινό νομοθέτη, όσο και την κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση, η δε παράβασή του ελέγχεται από τα δικαστήρια μέσα στον κύκλο της δικαιοδοσίας τους. Κατά τον έλεγχο αυτό, που είναι έλεγχος ορίων και όχι έλεγχος των καταρχήν επιλογών ή του ουσιαστικού περιεχομένου των νομικών κανόνων, ο κοινός νομοθέτης ή η κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση δύναται να ρυθμίσει κατά ενιαίο ή διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες προσωπικές ή πραγματικές καταστάσεις ή σχέσεις, λαμβανομένων υπόψη των υφισταμένων κοινωνικών, οικονομικών, επαγγελματικών ή άλλων συνθηκών που συνδέονται με τις υπό ρύθμιση καταστάσεις ή σχέσεις, επί τη βάσει δε γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων να προβαίνει στη σχετική ρύθμιση μέσα στα όρια της αρχής της ισότητας που αποκλείουν τόσο την έκδηλη άνιση μεταχείριση, είτε υπό την μορφή χαριστικού μέτρου ή προνομίου, μη συνδεομένου προς αξιολογικά κριτήρια, είτε υπό τη μορφή επιβολής αδικαιολόγητης επιβάρυνσης, όσο και την αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή την ενιαία μεταχείριση καταστάσεων που τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες ή αντιθέτως, τη διαφορετική μεταχείριση των αυτών ή παρομοίων καταστάσεων (ΑΠ 194/2023, ΑΠ 30/2023, ΑΠ 6/2023). Εξάλλου, με την παράγραφο 22 του άρθρου τρίτου του Ν.3845/2010 (Φ.Ε.Κ. Α' 65), όπως προστέθηκε με το άρθρο 2 του Ν.3899/2010 (Φ.Ε.Κ. Α' 212), ορίσθηκε ότι: "Όσοι από 1.1.2010 έχουν μεταταχθεί ή μεταφερθεί, καθώς και όσοι μετατάσσονται ή μεταφέρονται εφεξής, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας από οποιονδήποτε φορέα του δημόσιου τομέα, σε άλλο φορέα του δημόσιου τομέα, δικαιούνται μόνον το σύνολο των αποδοχών της θέσης στην οποία μετατάσσονται ή μεταφέρονται, χωρίς να διατηρούν ως προσωπική διαφορά τυχόν επιπλέον αποδοχές που ελάμβαναν στο φορέα από τον οποίο μετατάχθηκαν ή μεταφέρθηκαν. Κάθε γενική ή ειδική διάταξη που ρυθμίζει διαφορετικά το θέμα αυτό καταργείται. Αποδοχές που έχουν καταβληθεί ως προσωπική διαφορά μέχρι την έναρξη ισχύος της παραγράφου αυτής δεν αναζητούνται. Ως δημόσιος τομέας για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής, νοείται αυτός που ορίζεται στην περίπτωση 1 του άρθρου 1Β του ν.2362/1995, συμπεριλαμβανομένων και των Ν.Π.Ι.Δ. που ελέγχονται και χρηματοδοτούνται κυρίως, από Ο.Τ.Α. και Ο.Κ.Α.. Η ισχύς της παραγράφου αυτής αρχίζει από 1.1.2011.". Επακολούθησε ο Ν.4024/2011, με τον οποίο όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση και τις σχετικές διατάξεις αυτού, επιχειρήθηκε η διαμόρφωση ενός ενιαίου συστήματος, βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης με σκοπό αφενός την άμεση αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών και αφετέρου τον εξορθολογισμό του δημοσίου τομέα, την άρση των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων, την ανταμοιβή της εργασίας, βάσει του παραγόμενου αποτελέσματος, την προσέλκυση ικανού στελεχιακού δυναμικού και την προώθηση των αναπτυξιακών και κοινωνικών προτεραιοτήτων. Ειδικότερα, με το άρθρο 14 του λόγω νόμου, όπως αυτό τροποποιήθηκε με την παρ. 10 του άρθρου 9 του Ν.4111/2013 (ΦΕΚ Α' 180), με έναρξη ισχύος από 5.12.2012, όπως ορίζεται στην παράγραφο 12 ιδίου άρθρου): "Οι μηνιαίες αποδοχές κάθε υπαλλήλου αποτελούνται από τον βασικό μισθό και τα επιδόματα και τις παροχές των άρθρων 15, 17, 18, 19, και 29 του παρόντος νόμου, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις καταβολής τους". Περαιτέρω, στο άρθρο 28 του ιδίου Νόμου ορίζεται ότι: "1. Οι υπάλληλοι που υπηρετούν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος κατατάσσονται αυτοδικαίως στους βαθμούς της κατηγορίας, όπου υπηρετούν, με βάση τον συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας, στο δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα που έχει αναγνωριστεί για τη βαθμολογική ή μισθολογική κατάταξη και εξέλιξη του υπαλλήλου ως εξής..". Στο άρθρο 29 του ίδιου ως άνω Νόμου ορίζεται ότι: " 1. Οι υπάλληλοι που εντάσσονται στους νέους βαθμούς, σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου, λαμβάνουν τον βασικό μισθό του βαθμού αυτού, ενώ όσοι εξ αυτών έχουν πλεονάζοντα χρόνο στον ίδιο βαθμό εξελίσσονται στα μισθολογικά κλιμάκια του βαθμού αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 12 του παρόντος. 2. Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του Κεφαλαίου αυτού προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μεγαλύτερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι τους κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου, η προκαλούμενη αύξηση καταβάλλεται ως εξής: α)..γ). Εφόσον προκύπτει μείωση η οποία είναι μεγαλύτερη κατά ποσοστό του 25% των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, "χωρίς στην ανωτέρω σύγκριση να λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεται ως επίδομα θέσης ευθύνης" [η εντός εισαγωγικών φράση προστέθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 3 της από 16.12.2011 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Φ.Ε.Κ. Α' 262) και ισχύει από τότε που ίσχυσε ο Ν.4024/2011], η συνολική μείωση κατανέμεται ως εξής: α) 25% μείωση επί των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου με την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, β) η υπερβάλλουσα μείωση ισόποσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) ετών το οποίο αρχίζει ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου". Με την παράγραφο 2 της υποπαραγράφου ΓΙ του άρθρου πρώτου του Ν.4093/2012 (ΦΕΚ Α 222), όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 31 παρ.1 του Ν.4354/2015 (ΦΕΚ Α Ί76), ορίζεται ότι "Αναστέλλεται μέχρι 31.12.2016 η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 κατά της περίπτωσης β' του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 29 του Νόμου 4024/201 1 (Α' 226). Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν από 31.10.2012". Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 39 του Νόμου 4024/2011: "1. Για την έγκαιρη ανάπτυξη και απρόσκοπτη υποστήριξη παραγωγικής λειτουργίας πληροφοριακών συστημάτων που είναι αναγκαία για την υλοποίηση των έκτακτων δημοσιονομικών μέτρων και δράσεων κατ' εφαρμογή των Νόμων 3842/2010, 3845/2010, 3943/2011 και 3986/2011 επιτρέπεται, κατά παρέκκλιση των κείμενων διατάξεων, η μετάταξη υπαλλήλων από άλλον φορέα του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών. Η μετάταξη πραγματοποιείται σε αντίστοιχη κενή οργανική θέση ή σε θέση με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και σε περίπτωση που δεν υπάρχουν, σε προσωποπαγείς θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που συνιστώνται αυτοδικαίως με την απόφαση της μετάταξης. Ο ανώτατος αριθμός των μετατασσόμενων υπαλλήλων ανέρχεται σε σαράντα (40). Οι μετατασσόμενοι υπάλληλοι ανήκουν στον κλάδο ΠΕ Πληροφορικής ή ΤΕ Πληροφορικής. Η μετάταξη ενεργείται μετά από δημόσια πρόσκληση που απευθύνει ο Γενικός Γραμματέας Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών και στην οποία προσδιορίζονται τα ειδικότερα γενικά και ειδικά προσόντα, τα κριτήρια και η διαδικασία επιλογής των μετατασσόμενων. Η μετάταξη γίνεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών. Η μετάταξη γίνεται με το βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο που κατέχει ο μετατασσόμενος και διατηρεί το ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό καθεστώς που τηρούσε πριν τη μετάταξη". Σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 29 του Ν.4024/2011, προβλέφθηκε μεταβατικό καθεστώς μισθολογικής προσαρμογής των αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ν.π.δ.δ., με σκοπό την ομαλοποίηση των δυσμενών επιπτώσεων από τη μεγάλη μείωση των αποδοχών τους που προκάλεσε η υπαγωγή τους στις μισθολογικές ρυθμίσεις του νόμου αυτού. Ειδικότερα προβλέφθηκε ότι σε όσες περιπτώσεις υπαλλήλων, λόγω της υπαγωγής τους στις μισθολογικές διατάξεις του ν.4024/2011, προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μειωμένες σε ποσοστό άνω του 25% σε σύγκριση με τις αποδοχές που λάμβαναν τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του (1.11.2011), η μείωση αυτή επιβάλλεται στις αποδοχές τους άμεσα με την έναρξη της εφαρμογής του νέου μισθολογίου κατά το ποσοστό 25%, ενώ η μείωση που υπερβαίνει το ως άνω ποσοστό ορίστηκε ότι θα έπρεπε να επιβληθεί ισόποσα σε χρονικό διάστημα δύο ετών, το οποίο αρχίζει ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος των προαναφερθεισών διατάξεων. Δεδομένου, όμως, ότι με τις μεταγενέστερες διατάξεις της παρ. 2 της υποπαρ. ΓΙ του άρθρου πρώτου του Ν.4093/2012 ανεστάλη, μέχρι 31.12.2016, η εφαρμογή της, πέραν του 25% μείωσης των αποδοχών, η υπερβάλλουσα αυτή διαφορά, μεταξύ των αποδοχών που οι υπάλληλοι ελάμβαναν με το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς και εκείνων που έπρεπε να λαμβάνουν με τις νέες μισθολογικές διατάξεις του Ν.4024/2011, άνω του ποσοστού του 25%, εξακολούθησε να καταβάλλεται με τις αποδοχές τους και μάλιστα ορίστηκε ρητά με τις διατάξεις του Νόμου 4111/2013, που τροποποίησε το άρθρο 14, ότι αποτελεί μέρος των αποδοχών των υπαλλήλων, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις καταβολής της. Άλλωστε, η διαφορά αυτή, ισχύουσα πλέον ως "προσωπική διαφορά" από 1.1.2016, συνέχισε να καταβάλλεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 27 του Νόμου 4354/2015. Από το περιεχόμενο των ανωτέρω μεταβατικών διατάξεων, σκοπός των οποίων δεν ήταν η καταβολή οποιασδήποτε μισθολογικής προσαύξησης σε συγκεκριμένες κατηγορίες υπαλλήλων, αλλά η ομαλότερη ενσωμάτωση των υπαλλήλων αυτών που υπέστησαν διαδοχικές μειώσεις στον μισθό τους στις νέες μισθολογικές ρυθμίσεις, συνάγεται ότι με αυτές ρυθμίζονται ζητήματα ένταξης των ήδη υπηρετούντων υπαλλήλων στα μισθολογικά κλιμάκια του βαθμού στον οποίο κατατάσσονται με βάση το προηγούμενο άρθρο (28) του ίδιου νόμου (ΟλΣτΕ 3177/2014), ενώ για τους εφεξής (δηλαδή μετά την 1.11.2011, ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του ν.4024/2011, σύμφωνα με το άρθρο 32 παρ.4 αυτού), μετατασσόμενους υπαλλήλους από ένα φορέα του Δημοσίου σε άλλον, διαφορετικού υπουργείου ή ν.π.δ.δ., τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 6, 7 και 12 του ίδιου νόμο. Έτσι, προϋπόθεση εφαρμογής της και ζήτημα καταβολής της "υπερβάλλουσας μείωσης" τίθεται, καταρχάς στην περίπτωση που ένας υπάλληλος έχει προσληφθεί και μισθοδοτηθεί πριν τη δημοσίευση του Ν.4024/2011 (Α' 226/27.10.2011), ώστε να υπάρχουν συγκρίσιμοι μισθοί του υπαλλήλου, προκειμένου να εξευρεθεί τυχόν μειωτική μεταξύ τους διαφορά κατά την κρίσιμη στιγμή. Στην περίπτωση, δε υπαλλήλου προσληφθέντος μετά τις 27.10.2011, η ως άνω διαφορά δεν υφίσταται, και ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα καταβολής της, καθώς με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν ορίστηκε η διαφορά αυτή ως ένα είδος πρόσθετης παροχής, η οποία ακολουθεί τον υπάλληλο ανεξαρτήτως του χρόνου πρόσληψής του. Είναι άλλο δεν το ζήτημα της τυχόν επέκτασης καταβολής της υπερβάλλουσας μείωσης, κατόπιν επιλογής του κοινού νομοθέτη και σε άλλες ειδικότερες κατηγορίες υπαλλήλων, που προσλήφθηκαν μετά τη δημοσίευση του Ν.4024/2011. Εξάλλου, στο άρθρο 188 του Νόμου 4261/2014 (ΦΕΚ Α' 107/5.5.2014) ορίζονται τα ακόλουθα "1. Για την κατάταξη στους βαθμούς, στα μισθολογικά κλιμάκια και τον υπολογισμό της υπερβάλλουσας μείωσης των υπαλλήλων της κατηγορίας ΠΕ του Υπουργείου Οικονομικών του διαγωνισμού του Α.Σ.Ε.Π. 8Κ/2008, που κυρώθηκε με την αριθμ. 940/11.5.2010.απόφαση Δ" Τμήματος του Α.Σ.Ε.Π. (Γ 412), των υπαλλήλων του ίδιου Υπουργείου, ....εφαρμόζονται αποκλειστικά από 1.5.2014 οι διατάξεις των άρθρων 28 και 29 του Νόμου 4024/2011 και, χωρίς να είναι δυνατός ο υπολογισμός τυχόν πλασματικού χρόνου για την περαιτέρω βαθμολογική και μισθολογική τους εξέλιξη και χωρίς να είναι δυνατή η αναδρομική λήψη διαφοράς αποδοχών για το προηγούμενο από την ημερομηνία αυτή χρονικό διάστημα πραγματικής υπηρεσίας. 2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν ανάλογη εφαρμογή από 1.5.2014: α. ,.β..γ. Στο προσωπικό που μετατάχθηκε στη Γ.Γ.Π.Σ. του Υπουργείου Οικονομικών σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 39 του Νόμου 4024/2011". Όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση της ανωτέρω διάταξης, που εισήχθη ως τροπολογία στο σχετικό νομοσχέδιο, σκοπός της διάταξης αυτής είναι να άρει τις ανισότητες που δημιουργήθηκαν αφενός μεν για συγκεκριμένους υπαλλήλους του Υπουργείου Οικονομικών, οι οποίοι, ενώ θα έπρεπε να είχαν διοριστεί ήδη από το έτος 2010, ως επιτυχόντες σε σχετικούς οργανισμούς του ΑΣΕΠ, λόγω της εξαιρετικά δυσμενούς κατά τον χρόνο εκείνο δημοσιονομικής συγκυρίας και των περικοπών που έγιναν στις προσλήψεις του προσωπικού, προσλήφθηκαν τελικά μετά την εφαρμογή του νέου μισθολογίου (1.11.2011), με αποτέλεσμα να λαμβάνουν χαμηλότερες αποδοχές ακόμη και από τους συναδέλφους τους με κατώτατα τυπικά προσόντα, αφετέρου δε για υπαλλήλους που μετατάχθηκαν στο Υπουργείο Οικονομικών, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, το Ελεγκτικό Συνέδριο μετά την 1.11.2011, αν και οι προβλεπόμενες αποφάσεις μετάταξης των οικείων υπηρεσιακών συμβουλίων είχαν εκδοθεί πριν από την ημερομηνία αυτή. Δηλαδή σε αυτές τις περιπτώσεις ο νομοθέτης θέλησε να αποκαταστήσει τις δυσμενείς συνέπειες που επήλθαν σε συγκεκριμένους υπαλλήλους, οι οποίοι χωρίς υπαιτιότητά τους προσλήφθηκαν/μετατάχθηκαν μετά την 1.11.2011, ενώ υπό ομαλές δημοσιονομικές κλπ συνθήκες, θα είχαν προσληφθεί/ μεταταχθεί πριν την 1.1.2011 και επομένως θα δικαιούνταν την υπερβάλλουσα μείωση του άρθρου 29 παρ.2β του Ν.4024/2011. Αντιθέτως, για την κατ' εξαίρεση χορήγηση της υπερβάλλουσας μείωσης προβλέπεται περίπτωση γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 188 (για το προσωπικό που μετατάχθηκε στη ΓΓΠΣ του Υπουργείου Οικονομικών σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ.1 του Ν.4024/2011) ουδεμία αιτιολογία αναφέρεται στην ως άνω αιτιολογική έκθεση. Τέλος, με το άρθρο 27 παρ.1 του νέου μισθολογικού Ν.4354/2015 (ΦΕΚ Α' 176), ορίζεται ότι: "1 Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του νόμου αυτού προκύπτουν βασικός μισθός ή τακτικές μηνιαίες αποδοχές χαμηλότερες από αυτές που δικαιούνταν ο υπάλληλος στις 31.12.2015, η διαφορά διατηρείται ως προσωπική. Για τον υπολογισμό της προσωπικής διαφοράς δεν λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή παροχή και το επίδομα θέσης ευθύνης. Το επίδομα αυτό λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της προσωπικής διαφοράς μόνο στην περίπτωση που καταβάλλεται στις αποδοχές του υπαλλήλου τον τελευταίο μήνα πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αλλά δεν προβλέπεται εκ νέου χορήγησή του με την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος. Η νέα αυτή προσωπική διαφορά μειώνεται από οποιαδήποτε μελλοντική αύξηση των αποδοχών του υπαλλήλου πλην της χορήγησης επιδόματος θέσης ευθύνης και της προωθημένης εξέλιξης. Τυχόν αύξηση του επιδόματος θέσης ευθύνης καταβάλλεται στο ακέραιο". Το γεγονός δε, ότι με τη μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 188 παρ. 1 και 2 περ. α' του ν. 4264/2014 επεκτάθηκε η χορήγηση της υπερβάλλουσας μείωσης και στους μεταταχθέντες μετά την έναρξη ισχύος του ν.4024/2011 υπαλλήλους (1η.11.2011), δεν επάγεται ότι αυτοί τελούσαν υπό τις ίδιες ή όμοιες συνθήκες με τους υπηρετούντες κατά το χρόνο έναρξης του ανωτέρω νόμου υπαλλήλους. Άλλωστε, ο νομοθέτης δεν κωλύεται να επεκτείνει τη χορήγηση μίας παροχής και σε άλλους υπαλλήλους, όπως έπραξε εν προκειμένω. Ούτε από την αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει την επίμαχη διάταξη (του άρθρου 188 παρ. 1 και 2 περ. α' του ν. 4264/2014) προκύπτει ότι η επέκταση της εν λόγω ρύθμισης στους ανωτέρω υπαλλήλους έγινε για λόγους ισότητας προς τους ήδη υπηρετούντες κατά την έναρξη ισχύος του ν.4024/2011 υπαλλήλους της Γ.Γ.Π.Σ. του Υπουργείου Οικονομικών. Αντιθέτως, στην αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει την αμέσως προηγούμενη παράγραφο (1) του ίδιου άρθρου ο νομοθέτης εξέφρασε ρητά τη βούλησή του να επεκτείνει την εν λόγω ρύθμιση και στους υπαγόμενους στην παράγραφο αυτή (1) υπαλλήλους για λόγους ισότητας εντός της ίδιας υπηρεσίας. Εξάλλου, το γεγονός ότι με την παραπάνω διάταξη (του άρθρου 188 παρ. 1 και 2 περ. α' του ν. 4264/2014), η οποία έχει όλως εξαιρετικό χαρακτήρα και είναι, για το λόγο αυτό, στενά ερμηνευτέα, επεκτάθηκε η ένδικη ρύθμιση από 1η.5.2014 και στους ανωτέρω υπαλλήλους, δεν έπεται ότι, για λόγους τήρησης της αρχής της ισότητας, ο νομοθέτης θα έπρεπε να ενεργήσει τη ρύθμιση αυτή αναδρομικά, το οποίο εν προκειμένω δεν έπραξε, χωρίς να ανακύπτει για το λόγο αυτό ζήτημα παραβίασης του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ α' ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 59/2022, ΑΠ 93/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, το δικάζον ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα ακόλουθα: "... Οι ενάγοντες, κατόπιν απόφασης του Γενικού Γραμματέα Πληροφοριακών συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, μετατάχθηκαν από τις θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας ΠΕ Πληροφορικής του Πανεπιστημίου Αθηνών ο 1ος και του Πανεπιστημίου Αιγαίου ο 2ος σε προσωποπαγείς θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων ειδικότητας ΠΕ Πληροφορικής /Επιστήμης Ηλεκτρονικών Υπολογιστών. Μετά τη μετάταξή τους κατατάχθηκαν εκ νέου, ανάλογα με τα έτη προϋπηρεσίας τους, στον Γ βαθμό και Γ1 μισθολογικό κλιμάκιο ο 1ος και στον Δ βαθμό και Δ1 μισθολογικό κλιμάκιο ο 2ος. Όμως, το εναγόμενο από την ανάληψη της υπηρεσίας τους στη ΓΓΠΣ, τους κατέβαλε τον προβλεπόμενο βασικό μισθό του μισθολογικού κλιμακίου, στο οποίο ανήκαν και το επίδομα τέκνων στον 1° ενάγοντα, χωρίς να τους καταβάλει την υπερβάλλουσα μείωση, δηλαδή το ποσό αυτό που έπρεπε να δοθεί στους υπαλλήλους, ώστε τελικά οι καταβαλλόμενες αποδοχές τους να μην υπολείπονται του 75% των αποδοχών της θέσης τους, τις οποίες είχαν προτού εφαρμοστεί το μισθολόγιο του Ν.4024/2011. Το εναγόμενο προέβη στην παράλειψη αυτής της καταβολής της υπερβάλλουσας μείωσης στηριζόμενο στην παρ.2 του άρθρου 3ου του Ν.3845/2010 που ορίζει ότι: "Όσοι από 1-1-2010 έχουν μεταταχθεί ή μεταφερθεί καθώς και όσοι μετατάσσονται ή μεταφέρονται εφεξής, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας από οποιονδήποτε φορέα του δημοσίου τομέα, σε άλλο τομέα του δημοσίου τομέα, δικαιούνται, μόνο το σύνολο των αποδοχών της θέσης, στην οποία μετατάσσονται ή μεταφέρονται, χωρίς να διατηρούν ως προσωπική διαφορά τυχόν επιπλέον αποδοχές που λάμβαναν στον φορέα από τον οποίο μετατάχθηκαν ή μεταφέρθηκαν. Κάθε γενική ή ειδική διάταξη που ρυθμίζει διαφορετικά το θέμα αυτό καταργείται...". Ωστόσο, το άρθρο 14 του Ν. 4024/2011, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη της παρούσας, ορίζει ότι οι μηνιαίες αποδοχές κάθε υπαλλήλου αποτελούνται από τον βασικό μισθό, τα επιδόματα και τις παροχές των άρθρων 15, 17, 18, 19 και 29 του παρόντος νόμου, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της καταβολής τους. Περαιτέρω, η υπερβάλλουσα μείωση αποτελεί μέρος των τακτικών αποδοχών των εναγόντων, τόσο πριν τη μετάταξή τους όσο και μετά από αυτή, και δεν αποτελεί επιπλέον αποδοχές, τις οποίες δεν δικαιούνται να λαμβάνουν ως προσωπική διαφορά οι υπάλληλοι και οι οποίες θα αντέβαιναν στην παράγραφο 22 του τρίτου άρθρου του ν.3845/2010. Πλέον, τούτων είναι αβάσιμος ο λόγος που προβάλλει το εκκαλούν ότι απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής της διάταξης 29 του Ν.4024/2011, είναι ο υπάλληλος να έχει προσληφθεί και μισθοδοτηθεί πριν τη δημοσίευση του Ν.4024/2011, αφού σκοπός της διάταξης αυτής,.....ήταν η αξιοποίηση των επαγγελματικών προσόντων των εναγόντων προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος, και συγκεκριμένα στο άρθρο 39 παρ.1 του Ν.4024/2011 προβλεπόταν ότι η απόφαση της μετάταξης στηρίχθηκε στην έγκαιρη ανάπτυξη και απρόσκοπτη υποστήριξη παραγωγικής λειτουργίας πληροφοριακών συστημάτων που είναι αναγκαία για την υλοποίηση των έκτακτων δημοσιονομικών μέτρων και δράσεων. Επομένως, σκοπός της διάταξης αυτής ήταν η κάλυψη των ελλείψεων προσωπικού και όχι η προνομιακή μεταχείριση των υπαλλήλων που μετατάχθηκαν, έναντι των λοιπών υπαλλήλων του φορέα υποδοχής, ώστε να δικαιολογείται η δυσμενέστερη μισθολογική μεταχείριση των πρώτων σε σχέση με τους δεύτερους. Άλλωστε, για το λόγο αυτό το εκκαλούν από τις 1-5-2014 άρχισε να καταβάλει στους εφεσίβλητους την υπερβάλλουσα μείωση που προβλέπεται στο άρθρο 29 του Ν. 4024/2011, έτσι ώστε οι καταβαλλόμενες αποδοχές τους να μην υπολείπονται του 75% των αποδοχών της θέσης τους, που είχαν πριν εφαρμοστεί το μισθολόγιο του Ν.4024/2011. Ειδικότερά, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της ως άνω τροπολογίας, προκύπτει ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση έγινε προς αποκατάσταση της αρχής της ισότητας της αμοιβής εντός της αυτής υπηρεσίας, καθώς στις κατηγορίες των υπαλλήλων για τις οποίες καταβάλλονταν μόνο οι αποδοχές που προκύπτουν από το ενιαίο μισθολόγιο του Ν.4024/2011, όχι όμως η προαναφερθείσα υπερβάλλουσα μείωση, σαν να επρόκειτο για υπαλλήλους διορισθέντες μετά την έναρξη εφαρμογής του ενιαίου μισθολογίου, παρόλο που οι συγκεκριμένοι υπάλληλοι, όπως οι ενάγοντες είχαν προσληφθεί πριν την έναρξη της εφαρμογής του ενιαίου μισθολογίου, αλλά μετατάχθηκαν στη ΓΓΠΣ. Έτσι στον 1° εφεσίβλητο καταβάλλει την υπερβάλλουσα μείωση των 604,19 ευρώ και στον 2° εφεσίβλητο την υπερβάλλουσα μείωση των 683,78 ευρώ. Επομένως, το ως άνω ποσό πρέπει να τους δοθεί και για το χρονικό διάστημα που ανέλαβαν υπηρεσία στην ΓΓΠΣ, ενόψει ότι η μη αναδρομικότητα που ορίζει το άρθρο 188 του Ν.4261/2014 καθιστά δυσμενέστερη τη μεταχείριση των εμπιπτόντων στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης υπαλλήλων και συνακόλουθα παραβιάζει την αρχή της ισότητας των Ελλήνων ενώπιον του νόμου, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, Κατόπιν τούτων, πρέπει το εναγόμενο να υποχρεωθεί να καταβάλει στον 1° ενάγοντα- εφεσίβλητο, για το χρονικό διάστημα από 20-6-2012 έως 30-4-2014, το ποσό των 13.515,73 ευρώ (604,19 Χ 22,37 μήνες) και στον 2° ενάγοντα- εφεσίβλητο, για το χρονικό διάστημα από 1-6-2012 έως 30-4-2014, το ποσό των 15.726,94 ευρώ (683,78 Χ 23 μήνες). Επιπλέον, οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι έχουν διακόψει την παραγραφή των εν λόγω αξιώσεών τους με τις σχετικές αιτήσεις τους που είχαν υποβάλει στο εναγόμενο και την από 7-11-2014 απόρριψη αυτών..".. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζον ως Εφετείο, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 10.10.2019 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 735/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε κατ' ουσίαν την από 23.6.2015 αγωγή των αναιρεσίβλητων και υποχρέωσε το αναιρεσείον να καταβάλει στον μεν πρώτο αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 13.515,73 ευρώ, στον δε δεύτερο το συνολικό ποσό των 15.726,94 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής. Έτσι που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας, δεχόμενο ότι οι μετατασσόμενοι αναιρεσίβλητοι υπάλληλοι, των οποίων η μετάταξή τους έλαβε χώρα μετά την ισχύ του ν.4024/2011, δικαιούνται την υπερβάλλουσα μείωση του άρθρου 29 παρ.2 του νόμου αυτού, ως τμήμα των αποδοχών τους που λάμβαναν στην προηγούμενη θέση καθώς επίσης ότι οι διατάξεις του άρθρου 188 του ν.4261/2014, με τις οποίες εφαρμόζονται και για τον υπολογισμό της υπερβάλλουσας μείωσης και των υπαλλήλων της κατηγορίας ΠΕ που μετατάχθηκαν στη Γ.Γ.Π.Σ του Υπουργείου Οικονομικών, όπως οι αναιρεσίβλητοι, οι διατάξεις των άρθρων 28 και 29 του Νόμου 4024/2011, αποκλειστικά από 1.5.2014 και χωρίς να είναι δυνατός ο υπολογισμός τυχόν πλασματικού χρόνου για την περαιτέρω βαθμολογική και μισθολογική τους εξέλιξη και χωρίς να είναι δυνατή η αναδρομική λήψη διαφοράς αποδοχών για το προηγούμενο από την ημερομηνία αυτή χρονικό διάστημα πραγματικής υπηρεσίας, είναι αντισυνταγματικές ως προς το σκέλος τους που αφορούν την μη αναδρομικότητα του υπολογισμού της υπερβάλλουσας μείωσης και για τον πριν από τον οριζόμενο με τις ανωτέρω διατάξεις χρόνο (1.5.2014), ως αντικείμενες στις διατάξεις του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος και επιδικάζοντας σ' αυτούς (αναιρεσίβλητους) την υπερβάλλουσα μείωση για τα χρονικά διαστήματα από 20.6.2012 έως 30.4.2014, όσον αφορά τον πρώτο εξ αυτών και για το χρονικό διάστημα από 1.6.2012 έως 30.4.2014, όσον αφορά τον δεύτερο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων τρίτο παρ.22 του ν.3845/2010, 14, 29 παρ.2 του ν.4024/2011, πρώτου υποπαράγραφος Γ1 του ν.4093/2012, 188 του ν.4261/2014 και υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, στις ανωτέρω προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Και αυτό διότι α)με την προεκτεθείσα διάταξη της παρ.22 του άρθρου τρίτου του Ν.3845/2010 ορίστηκε μεταξύ των άλλων ότι, όσοι μετατάσσονται ή μεταφέρονται με οποιαδήποτε σχέση εργασίας από οποιοδήποτε φορέα του δημοσίου τομέα σε άλλο φορέα δημόσιου τομέα δικαιούνται μόνο το σύνολο των αποδοχών της θέσης στην οποία μετατάσσονται ή μεταφέρονται χωρίς να διατηρούν ως προσωπική διαφορά τυχόν επιπλέον αποδοχές που ελάμβαναν στον φορέα από τον οποίο μετατάχθηκαν ή μεταφέρθηκαν, β)με τις ανωτέρω μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 29 του ν.4024/2011, σκοπός των οποίων δεν ήταν η καταβολή οποιασδήποτε μισθολογικής προσαύξησης σε συγκεκριμένες κατηγορίες υπαλλήλων, αλλά η ομαλότερη ενσωμάτωση των υπαλλήλων αυτών που υπέστησαν διαδοχικές μειώσεις στον μισθό τους στις νέες μισθολογικές ρυθμίσεις, ρυθμίζονται ζητήματα ένταξης των ήδη υπηρετούντων υπαλλήλων στα μισθολογικά κλιμάκια του βαθμού στον οποίο κατατάσσονται με βάση το προηγούμενο άρθρο (28) του ίδιου νόμου, ενώ για τους εφεξής (δηλαδή μετά την 1.11.2011, ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του ν.4024/2011, σύμφωνα με το άρθρο 32 παρ.4 αυτού), μετατασσόμενους υπαλλήλους από ένα φορέα του Δημοσίου σε άλλον, διαφορετικού υπουργείου ή ν.π.δ.δ., όπως συντρέχει και στην περίπτωση των αναιρεσίβλητων, τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 6, 7 και 12 του ίδιου νόμου και δεν τίθεται θέμα καταβολής της υπερβάλλουσας μείωσης, καθώς με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν ορίστηκε η διαφορά αυτή ως ένα είδος πρόσθετης παροχής, η οποία ακολουθεί τον υπάλληλο ανεξαρτήτως του χρόνου πρόσληψής του. Είναι άλλο δε, το ζήτημα της τυχόν επέκτασης καταβολής της υπερβάλλουσας μείωσης, κατόπιν επιλογής του κοινού νομοθέτη και σε άλλες ειδικότερες κατηγορίες υπαλλήλων, που προσλήφθηκαν μετά τη δημοσίευση του Ν.4024/2011 και γ)το γεγονός ότι με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 188 παρ. 1 και 2 του ν. 4261/2014, η οποία έχει όλως εξαιρετικό χαρακτήρα και είναι, για το λόγο αυτό, στενά ερμηνευτέα, επεκτάθηκε η ένδικη ρύθμιση από 1.5.2014 και στους ανωτέρω υπαλλήλους, δεν έπεται ότι, για λόγους τήρησης της αρχής της ισότητας, ο νομοθέτης θα έπρεπε να ενεργήσει τη ρύθμιση αυτή αναδρομικά, το οποίο εν προκειμένω δεν έπραξε, χωρίς να ανακύπτει για το λόγο αυτό ζήτημα παραβίασης του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος. Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, καθώς και ο μοναδικός πρόσθετος λόγος, με τους οποίους το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι με το να κρίνει ότι η μη αναδρομικότητα που ορίζει το άρθρο 188 του Ν.4261/2014 καθιστά δυσμενέστερη τη μεταχείριση των εμπιπτόντων στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης υπαλλήλων και συνακόλουθα παραβιάζει την αρχή της ισότητας των Ελλήνων ενώπιον του νόμου, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος (φύλλο 6ο της προσβαλλομένης) και κατόπιν τούτου να αποφανθεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 20/6/2012 έως 30/4/2014 το ποσό των 13515,73 ευρώ (604,19 Χ 22,37 μήνες) και στον δεύτερο ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 1/6/2012 έως 30/4/2014 το ποσό των 15726,94 ευρώ (683,78 Χ 23 μήνες), παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 του Συντάγματος σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 29 παρ.2 του νόμου 4024/2011, 188 του νόμου 4261/2014 και του άρθρου τρίτου παρ.22 του νόμου 3845/2010, είναι βάσιμος. Επομένως, κατά παραδοχή των ανωτέρω λόγων (δεύτερου λόγου της αναίρεσης και μοναδικού πρόσθετου λόγου), η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καθιστά αλυσιτελή την εξέταση και του πρώτου λόγου αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση καθώς και ο πρόσθετος λόγος αυτής και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατόπιν αυτών και ενόψει του ότι η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ.3 εδ.α του ΚΠολΔ να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και στη συνέχεια να γίνει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη η από 10.10.2019 (ειδ. αρ. καταθ. 6095/2019) έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναίρεσε ίο ντος, να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη 735/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία έκρινε νόμιμη την από 23.6.2015 (αριθ. καταθ. 825/2015) αγωγή των εναγόντων και υποχρέωσε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, στον μεν πρώτο ενάγοντα το ποσό των 13.515,73 ευρώ, στον δε δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 15.726,94 ευρώ, κατά παραδοχή των λόγων της έφεσης, που αναφέρονται στο νόμω αβάσιμο της αγωγής και να απορριφθεί η αγωγή των εναγόντων, ως νομικά αβάσιμη. Τέλος, πρέπει να συμψηφιστεί η δικαστική δαπάνη των διαδίκων, όλων των βαθμών δικαιοδοσίας, καθόσον η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμοστήκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (ΚΠολΔ 179). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 18.2.2022 (αριθ. καταθ. 13991/32/2022) αίτηση και τους από 22.3.2023 (αριθ καταθ. 60/2023) πρόσθετους λόγους του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 11111/2021 απόφασης του δικάσαντος ως Εφετείο Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Δέχεται την από 18.2.2022 αίτηση αναίρεσης και τους από 22.3.2023 πρόσθετους λόγους του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Αναιρεί την 11111/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κρατεί και δικάζει την από 10.10.2019 έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Δέχεται αυτήν κατ' ουσία. Εξαφανίζει την 735/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 23.6.2015 αγωγή. Απορρίπτει την αγωγή. Και Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων στο σύνολό της. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ