Αριθμός 662/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Β. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Γιαννάκου και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Δ. Π. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσια δικηγόρο της Δάφνη Μπατσαρά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/2/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2189/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 11273/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/9/2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 25.9.2020 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η με αριθμό 11273/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως εφετείου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, έκανε τυπικά δεκτή, πλην απέρριψε κατ' ουσίαν την από 13.7.2017 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 2180/2017 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει, κατ' αποδοχή προβληθείσας από την εναγομένη, ήδη αναιρεσίβλητη, ενστάσεως εξοφλήσεως, την από 5.2.2014 αγωγή του, με την οποία αυτός, επικαλούμενος σχέση κοινωνίας από το δικαίωμα επικαρπίας κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, με την εν διαστάσει σύζυγό του, επί κοινών ακινήτων, είχε ζητήσει να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το χρηματικό ποσό των 5.200 ευρώ, ως αναλογία του σε πολιτικούς καρπούς πράγματος και συγκεκριμένα στα μισθώματα των επικοίνων, του χρονικού διαστήματος από μηνός Απριλίου 2012 έως μηνός Οκτωβρίου 2013. Η αίτηση αναιρέσεως, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Κατά τις διατάξεις των άρθρων 785 εδ. α, 786, 787, 788 παρ. 1 εδ.α, 789 εδ. α και 574 ΑΚ, αν ένα δικαίωμα ανήκει σε περισσότερους από κοινού, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, υπάρχει ανάμεσά τους κοινωνία κατά ιδανικά μέρη (785 εδ.α), κάθε κοινωνός έχει ανάλογη μερίδα στους καρπούς του κοινού αντικειμένου (786), κάθε κοινωνός έχει δικαίωμα να κάνει χρήση του κοινού αντικειμένου, εφόσον αυτή δεν εμποδίζει τη σύγχρηση των λοιπών (787), η διοίκηση του κοινού ανήκει σε όλους μαζί τους κοινωνούς (788 παρ. 1 εδ.α), με απόφαση της πλειοψηφίας των κοινωνών μπορεί να καθορισθεί ο τρόπος της τακτικής διοικήσεως και εκμεταλλεύσεως που αρμόζει στο κοινό αντικείμενο (789 εδ. α). Με τη σύμβαση δε, της μισθώσεως πράγματος, ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα (574). Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτουν τα εξής: Η φροντίδα της παραγωγής και συλλογής των καρπών του κοινού πράγματος, στους οποίους περιλαμβάνονται κατά το άρθρο 961 παρ. 3 ΑΚ και οι πολιτικοί καρποί, δηλονότι οι πρόσοδοι που παρέχει το πράγμα με βάση κάποια έννομη σχέση και επί των οποίων έχει ανάλογη μερίδα κάθε κοινωνός, αποτελεί περιεχόμενο της τακτικής διοικήσεως και εκμεταλλεύσεως αυτού. Με τέτοιο χαρακτήρα η παραγωγή και κτήση των πολιτικών καρπών του κοινού, στους οποίους ανήκουν και τα μισθώματα από την εκμίσθωσή του σε τρίτο, αποτελεί δικαίωμα και καθήκον όλων μαζί των κοινωνών (788 εδ. α ΑΚ). Στην περίπτωση δε αυτήν της εκμίσθωσης (εκμίσθωσης του κοινού ακινήτου σε τρίτους) ο συγκύριος που εισπράττει το μίσθωμα για λογαριασμό όλων υποχρεούται μετά την αφαίρεση των δαπανών, να καταβάλει το υπόλοιπο στους συγκυρίους, κατά τη μερίδα που αναλογεί σε καθένα. Αν εκμισθωθεί το κοινό πράγμα σε τρίτο, εκμισθωτής είναι αναλόγως με τον τρόπο συντάξεως του μισθωτηρίου, η πλειοψηφία των κοινωνών ή όλοι μαζί οι κοινωνοί και όχι καθένας από αυτούς χωριστά για την ιδανική μερίδα του στο κοινό, αφού η κατοχή του πράγματος που οφείλεται, από τη σύμβαση στο μισθωτή αποτελεί αδιαίρετη παροχή, ο δε μισθωτής, εκπληρώνει την από το άρθρο 574 ΑΚ υποχρέωση του για καταβολή του μισθώματος, καταβάλλοντας ολόκληρο τούτο στην επιχειρήσασα την εκμίσθωση πλειοψηφία, η οποία είναι δεκτική καταβολής κατά τις διατάξεις των άρθρων 417 και 789 του ΑΚ στην πρώτη περίπτωση, και 574 του ΑΚ στη δεύτερη περίπτωση, αφού, κατά τα προαναφερθέντα, η είσπραξη των μισθωμάτων του κοινού μισθίου αποτελεί πράξη τακτικής διοίκησης και εκμετάλλευσης αυτού, ως εκ τούτου δε, μπορεί να γίνει από κάθε κοινωνό υπό τις προϋποθέσεις της ΑΚ 788 εδ. β' (σχετ. ΑΠ 1761/2008, ΑΠ 1793/2006, ΑΠ 1302/2006, ΑΠ 231/2004, ΑΠ 255/2000). Κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, η οποία είναι ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015, και αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 26/2004). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως (ΑΠ 217/2016, ΑΠ 2119/2014, ΑΠ 1131/2007). Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 1093/2017, ΑΠ 632/2015, ΑΠ 2119/2014). Ως ζητήματα δε, των οποίων η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο, περιστατικά, προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης (ΑΠ 238/2020). Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το δικάσαν ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) και η εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο το έτος 1988 από το οποίο απέκτησαν ένα θήλυ τέκνο. Από τα τέλη του έτους 2011 ξεκίνησαν οι μεταξύ τους σοβαρές διενέξεις και τελικά ο γάμος τους λύθηκε αμετάκλητα με τη με αριθμό 23/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Δυνάμει συμβολαιογραφικού εγγράφου νομίμως μεταγεγραμμένου, οι παραπάνω μεταβίβασαν το έτος 2010, στη θυγατέρα τους, λόγω γονικής παροχής, την ψιλή κυριότητα, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, δύο ακινήτων της συγκυριότητός τους, και συγκεκριμένα ενός γραφείου του δευτέρου ορόφου και ενός διαμερίσματος του τετάρτου ορόφου, οικοδομών, που βρίσκονται στη θέση "..." του Δήμου ..., παρακρατήσαντες το δικαίωμα επικαρπίας κατά το αυτό ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό. Δυνάμει των από 1.10.1998 και 3.1.2011 ιδιωτικών μισθωτηρίων συμφωνητικών προέβησαν στην εκμίσθωση των άνω ακινήτων, του μεν διαμερίσματος στον Χ. Ζ., του δε γραφείου στον Π. Κ., αντιστοίχως, αντί μηνιαίου μισθώματος (μετά αναπροσαρμογή) 180 ευρώ και 380 ευρώ αντιστοίχως. Κατά τη διάρκεια του εγγάμου βίου των διαδίκων ο ενάγων ήταν εκείνος ο οποίος εισέπραττε τα μισθώματα των ανωτέρω μισθωμένων ακινήτων, ενώ μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, τον μήνα Αύγουστο του έτους 2012, η εναγομένη ήταν εκείνη που εισέπραττε τα μηνιαία μισθώματα, διότι ο ενάγων μετακόμισε οριστικά στην πόλη των ..., όπου ανέλαβε υπηρεσία ως ιατρός στο ΙΚΑ της περιοχής. Ο ενάγων και ήδη εκκαλών ισχυρίζεται, ότι η διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους επήλθε στις 21 Απριλίου του έτους 2012, όμως ο ως άνω ισχυρισμός δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι οι σχέσεις των διαδίκων είχαν κλονιστεί από το έτος 2011, όμως δεν είχε επέλθει η διακοπή του εγγάμου βίου τους, ενώ ο ίδιος τέλη Μαρτίου του έτους 2012 ζήτησε τη μετάθεσή του στο ΙΚΑ της πόλης των .... Απόδειξη γι' αυτό είναι και το γεγονός ότι οι διάδικοι ταξίδεψαν μαζί στις 6 Ιουνίου του έτους 2012, στη ... Ιταλίας. Επιπλέον, τα ανωτέρω περιστατικά επιβεβαιώνονται από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης, εξαδέλφου της ιδίας, ο οποίος κατοικεί πλησίον της κατοικίας των διαδίκων και αναφέρει ότι επισκεπτόταν την οικία των διαδίκων κατά τους επίδικους μήνες του έτους 2012 και διαπίστωνε ότι οι διάδικοι κατοικούσαν μαζί, και μάλιστα, διατηρούσαν και το κοινό τους ιατρείο. Τα ως άνω επιβεβαιώνονται και από την ένορκη βεβαίωση της κοινής γραμματέως των διαδίκων Μ. Β., η οποία αναφέρει ότι "... ο κύριος Κ. ήρθε κανονικά στο ιατρείο μέχρι και την Παρασκευή 3 Αυγούστου 2012. Τη Δευτέρα 6 Αυγούστου του έτους 2012 δεν εμφανίστηκε και από τότε δεν ξανάκανε ιατρείο μαζί μας...". Επιπλέον, τα ως άνω δεν διαψεύδονται και από την ασαφή ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντα, ο οποίος κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ότι τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αναφέρει, ήτοι ότι ο ενάγων είχε μετοικήσει στο σπίτι του πατέρα του από τον Απρίλιο του έτους 2012, τα γνωρίζει από όσα ο ίδιος ο ενάγων του μετέφερε και όχι εξ ιδίας αντιλήψεως, ενώ κατά το διάστημα από τον Απρίλιο του έτους 2012 έως και τον Αύγουστο του ιδίου έτους, ο εν λόγω μάρτυρας είχε επισκεφθεί τον ενάγοντα μόνο στο ιατρείο του, το οποίο διατηρούσε μαζί με την εναγομένη και όχι στην οικία του πατέρα του, γεγονός που ενισχύει την κρίση του παρόντος δικαστηρίου ότι ο ενάγων τον Απρίλιο του έτους 2012 εξακολουθούσε να συνοικεί με την εναγομένη. 'Αλλωστε, το ως άνω πραγματικό γεγονός, ότι δηλαδή η διακοπή της εγγάμου συμβιώσεως των διαδίκων επήλθε τον Αύγουστο του έτους 2012, έχει δεχθεί και η με αριθμό 23/2015 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία λύθηκε ο έγγαμος βίος των διαδίκων, καθώς και η με αριθμό 7743/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) η οποία έκρινε επί της απόδοσης νομής κινητών ιδιοκτησίας του ενάγοντος. Ο δε ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι ο ίδιος έχει εκδώσει μία εξοφλητική απόδειξη τον Απρίλιο του έτους 2012, ενώ στη συνέχεια εκδόθηκε η από 26.7.2013 συνολική απόδειξη για τα μισθώματα των μηνών από Μάϊο έως και Δεκέμβριο του έτους 2012 εκ μέρους της εναγομένης, δεν αποδεικνύει, όπως ισχυρίζεται, ότι είχε διακοπεί η έγγαμη συμβίωση από τον Απρίλιο του έτους 2012, δεδομένου ότι σημασία στο παρόν Δικαστήριο έχει, όχι ποιός εισέπραττε τα μισθώματα, αλλά πότε επήλθε η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης. Σε κάθε περίπτωση όμως, όπως προκύπτει από τη με αριθμό .../2016 ένορκη βεβαίωση της Μ. Β., η τελευταία βεβαιώνει ενόρκως ότι τους τελευταίους μήνες η ίδια εισέπραξε τα μισθώματα των συγκεκριμένων ακινήτων και στη συνέχεια τα απέδωσε στον ενάγοντα. Επιπλέον, η προσκομιζόμενη με αριθμό .../2012 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Καλλιθέας των μαρτύρων ‘Α. Α. και Χ. Κ., η οποία λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο, καθώς λήφθηκε για να χρησιμοποιηθεί στα πλαίσια άλλης δίκης, δεν αποδεικνύει ότι η διακοπή της εγγάμου συμβιώσεως των διαδίκων επήλθε στις 21.4.2012, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, καθώς οι ανωτέρω βεβαιώνουν ότι οι αντίδικοι βρίσκονται σε διάσταση από τις 24.3.2012, όχι όμως ότι ο ενάγων είχε διακόψει από την ως άνω ημερομηνία την έγγαμη συμβίωση και είχε μετοικήσει σε άλλη οικία. Εκ των ανωτέρω, το Δικαστήριο οδηγείται σε ασφαλή κρίση ότι ο ενάγων αποχώρησε οριστικά από τη συζυγική του οικία τον μήνα Αύγουστο του έτους 2012 και όχι τον Απρίλιο. ....Επομένως, ο ενάγων έχει δικαίωμα να αξιώσει από την εναγομένη, η οποία λαμβάνει τα μισθώματα των ακινήτων... για το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο του έτους 2012 έως και τον Οκτώβριο του έτους 2013, ήτοι για χρονικό διάστημα 14 μηνών, το συνολικό ποσό των 1.260 ευρώ, για το διαμέρισμα του τετάρτου ορόφου, και για το ίδιο χρονικό διάστημα το συνολικό ποσό των 2.780 ευρώ, για το γραφείο του δευτέρου ορόφου. Από τα προσκομιζόμενα όμως, από την εναγομένη, αποδεικτικά μεταφοράς ποσού της Τράπεζας "ALPHA BANK" αποδεικνύεται, ότι αυτή προ της συζητήσεως της υπό κρίση αγωγής είχε καταβάλει στον λογαριασμό του ενάγοντος τα ακριβώς ανωτέρω αναφερόμενα ποσά των 1.260 ευρώ και 2.780 ευρώ αντιστοίχως, εξοφλώντας τον ενάγοντα ολοσχερώς ως προς τις αξιώσεις του και επομένως πρέπει να γίνει δεκτή η σχετική ένσταση της εναγομένης περί εξοφλήσεως ως κατ' ουσίαν βάσιμη". Κατ' ακολουθία των ανωτέρω παραδοχών, η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος. Με βάση τα προεκτεθέντα, ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση διατυπώνοντας το αποδεικτικό του πόρισμα, καθόσον στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού του συλλογισμού εξέθεσε άπαντα τα στοιχεία τα απαιτούμενα βάσει του πραγματικού των προεκτεθέντων κανόνων δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας και συγκεκριμένα, ότι οι διάδικοι ήσαν από του μηνός Μαϊου 2010, κοινωνοί και δη, συνεπικαρπωτές δύο ακινήτων στην περιοχή ..., τα οποία εξεμίσθωσαν δυνάμει των από 1.10.1998 και 3.1.2011 ιδιωτικών μισθωτηρίων σε τρίτους, ότι κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβιώσεώς τους και μέχρι τη διακοπή της κατά τον μήνα Αύγουστο 2012, ο ενάγων ήταν εκείνος που εισέπραττε τα μηνιαία μισθώματα, ενώ μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσής τους τον Αύγουστο του έτους 2012, και δη από τον Σεπτέμβριο του έτους 2012 και εντεύθεν, η εναγομένη ήταν εκείνη που εισέπραττε τα μισθώματα, διότι ο ενάγων μετακόμισε οριστικά στα ..., και ότι η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα χρηματικό ποσό ίσο προς την ανάλογη μερίδα του (ήμισυ) στα εισπραχθέντα από αυτή μισθώματα του χρονικού διαστήματος Σεπτεμβρίου 2012 έως Οκτωβρίου 2013, που αυτοί βρίσκονταν σε οριστική διάσταση, με συνέπεια την ολοσχερή εξόφλησή του. Περιέλαβε συνεπώς στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες χωρίς αντιφάσεις δεχόμενο ότι η εκμίσθωση των ακινήτων επί των οποίων οι διάδικοι διατήρησαν δικαίωμα επικαρπίας κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, συνιστούσε πράξη διοίκησης του κοινού ανήκουσας σε όλους μαζί τους κοινωνούς, κατά την έννοια του άρθρου 788 ΑΚ και ότι αφής στιγμής εισπράχθηκαν τα μισθώματα (πολιτικοί καρποί των ακινήτων) δημιουργήθηκε επ'αυτών σχέση κοινωνίας αμφοτέρων των διαδίκων, ακόμη και αν η είσπραξη των μισθωμάτων γινόταν από τον ένα εξ αυτών, ενώ έτσι, ενεργοποιήθηκε η ενοχική αξίωση αποδόσεως της ανάλογης μερίδας σε αυτά (μισθώματα). Δεδομένου δε, ότι ο χρόνος στην αξίωση της καταβολής της ανάλογης μερίδας του κοινωνού ενάγοντος στους καρπούς του κοινού αντικειμένου (μισθώματα) εξετάζεται από διττής απόψεως, ήτοι αφενός ως το κρίσιμο σημείο κατά το οποίο γίνεται ο τελικός καθορισμός της ωφέλειας που παρέχει το κοινό πράγμα αλλά και αφετέρου, ως το χρονικό σημείο αφετηριασμού της αξιώσεως σε παρωχημένο χρόνο, προσδιόρισε το τελευταίο, κατά τα αναιρετικώς ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ως το χρονικό σημείο της διακοπής της εγγάμου συμβιώσεως των διαδίκων που προσδιόρισε ότι επήλθε τον μήνα Αύγουστο 2012, χρονικό σημείο μετά το οποίο κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη παραδοχή της προσβαλλομένης, η εναγομένη άρχισε να εισπράττει επί πλέον του μεριδίου της και αυτό του ενάγοντος συζύγου της. Ακολούθως δε, δεχθείσα ως βάσιμη κατ' ουσίαν την ένσταση εξοφλήσεως που προέβαλε η εναγομένη με την καταβολή στον ενάγοντα συνεπικαρπωτή, της ανάλογης μερίδας του (ήμισυ) επί των εισπραχθέντων από αυτή μισθωμάτων του χρονικού διαστήματος των μηνών Σεπτεμβρίου 2012 έως και Οκτωβρίου 2013, απέρριψε την αγωγή. Συνεπώς προς τα ανωτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 560 αρ. 6 πλημμέλεια και δη στην εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων των άρθρων 786 ΑΚ και 416 ΑΚ, με διατύπωση στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλομένης ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας, για τον επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα λόγο, ότι ενώ δέχθηκε ότι η εναγομένη εισέπραξε τα μισθώματα προγενεστέρων μηνών και δη των μηνών Μαΐου, Ιουνίου, Ιουλίου και Αυγούστου 2012, εν τούτοις δεν διέλαβε σκέψη για το αν πράγματι κατέβαλε την αναλογία τους στον συνεπικαρπωτή ενάγοντα και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξ άλλου, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ως προς την επί μέρους αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η αναιρεσιβαλλομένη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αντιφατικώς δέχθηκε, ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι η εκδοθείσα από την εναγομένη, από 26.7.2013, συνολική απόδειξη για τα μισθώματα των μηνών από Μάϊο έως και Δεκέμβριο του έτους 2012, "δεν αποδεικνύει, ότι είχε διακοπεί η έγγαμη συμβίωση από τον Απρίλιο του έτους 2012", με την σκέψη ότι εν προκειμένω σημασία έχει, όχι ποιός εισέπραττε τα μισθώματα, διαρκούσης της έγγαμης συμβίωσης, αλλά πότε επήλθε η διακοπή της αυτής. Τούτο διότι, η προσβαλλομένη ανελέγκτως δεν δέχθηκε, ότι αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η αναιρεσίβλητη, όντως εισέπραξε ολόκληρα τα μισθώματα των μηνών από Μάϊο έως και Αύγουστο του έτους 2012 για λογαριασμό της. Ειδικότερα, εφόσον κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αναιρετικώς ανελέγκτως δέχθηκε, ότι εν όψει της αποδειχθείσας με άλλα αποδεικτικά μέσα αφετηριάσεως της εισπράξεως μισθωμάτων από την αναιρεσίβλητη, μετά την διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, ο ανωτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος δεν κλονίζει το αποδεικτικό της πόρισμα, το στηριζόμενο στον χρόνο της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης. Η ανωτέρω παραδοχή αφορά μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο διατυπώνεται σαφώς, και δεν ενέχει αντιφατικές ούτε ανεπαρκείς αιτιολογίες. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 που αντιστοιχεί σ' αυτή του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Από τη παραπάνω διάταξη συνάγεται ότι ο λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή -αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 10/2011, ΑΠ 114/2016, ΑΠ 191/2013). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας υπάγονται (ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 531/2014, ΑΠ 609/2013, ΑΠ 495/2013, ΑΠ 568/2013). Για την ίδρυση δε, του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει η προβαλλόμενη πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης να επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό αυτής, περίπτωση η οποία δεν συντρέχει επί πλεοναστικώς ή αφηγηματικώς διαλαμβανομένων αιτιολογιών αυτής (ΑΠ 912/2020, ΑΠ 1113/2017). Στη προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αιτιάται ότι η προσβαλλομένη απόφαση με την παραδοχή της "... Ο δε ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι ο ίδιος έχει εκδώσει μία εξοφλητική απόδειξη τον Απρίλιο του έτους 2012, ενώ στη συνέχεια εκδόθηκε η από 26.7.2013 συνολική απόδειξη για τα μισθώματα των μηνών από Μάϊο έως και Δεκέμβριο του έτους 2012 εκ μέρους της εναγομένης, δεν αποδεικνύει, όπως ισχυρίζεται, ότι είχε διακοπεί η έγγαμη συμβίωση από τον Απρίλιο του έτους 2012, δεδομένου ότι σημασία στο παρόν Δικαστήριο έχει, όχι ποιός εισέπραττε τα μισθώματα, αλλά πότε επήλθε η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης", παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 786 ΑΚ κατά την οποία "Κάθε κοινωνός έχει ανάλογη μερίδα στους καρπούς του κοινού αντικειμένου" και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 διότι προσέδωσε στην άνω διάταξη έννοια την οποία δεν έχει και έθεσε προϋποθέσεις ή συνέπειες που η διάταξη δεν προβλέπει με το να δεχθεί ότι δεν είναι αντικείμενο της δίκης το ποίος κοινωνός εισέπραξε τα μισθώματα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν προσέδωσε εσφαλμένο περιεχόμενο στην άνω διάταξη, αλλά προέβη στην ανωτέρω σκέψη κατά την κατάρτιση της ελάσσονος πρότασης, δεχόμενο ότι η διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης υπήρξε το χρονικό σημείο, κατά το οποίο ο αναιρεσείων έπαυσε να εισπράττει τα μισθώματα, και ήταν γι'αυτό το λόγο καθοριστική, το δε αποδεικτικό της πόρισμα στηρίζει το διατακτικό της, καθ' όσον τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, ήταν αρκετά για την εφαρμογή της. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.5 που αντιστοιχεί σ' αυτή του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί οι οποίοι θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση καθώς και οι λόγοι έφεσης που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 210/2010), όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων (ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 469/1984) που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και γενικότερα οι ισχυρισμοί που υποβάλλονται διηγηματικώς προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, ούτε οι αρνητικοί της ιστορικής βάσεως της αγωγής έστω και αν στηρίζουν λόγους έφεσης (ΑΠ 210/2010) και οι οποίοι αποκρούονται από την απόφαση με την παραδοχή ως βασίμων των γεγονότων που την θεμελιώνουν (ΑΠ 596/2019, ΑΠ 1309/2012, ΑΠ 1413/2010, ΑΠ 1480/2000, ΑΠ 525/1993). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 261 εδ.β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει, σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση, προκύπτει, ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής ή της ένστασης, είναι η μη αμφισβήτηση του ισχυρισμού αυτού, συνδυαζόμενη με την τυχόν άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων. Δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση, δηλαδή, του δικαστηρίου ως προς το αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνάγεται ή όχι ομολογία από την παράλειψη αμφισβήτησης, διότι τούτο αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 376/2019, ΑΠ 1236/2018, ΑΠ 728/2007, ΑΠ 1464/1997, ΑΠ 287/1996). Αν όμως υπάρχει τέτοια ειδική αμφισβήτηση, η ύπαρξη της οποίας ελέγχεται αναιρετικά με επισκόπηση των προτάσεων κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ (ΑΠ 848/2006, ΑΠ 1537/1997, ΑΠ 331/1996, ΑΠ 1521/1992) και παρά ταύτα το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε ομολογία, υποπίπτει μεν στην εκ του άρθρου 559 αρ. 11β ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψεως υπόψη αποδείξεως που δεν προσκομίσθηκε (ΑΠ 848/2006, ΑΠ 1453/2003, ΑΠ 331/1996), η οποία όμως, δεν ελέγχεται δια των περιοριστικώς αναφερομένων λόγων του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Τέλος, από τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, συνάγεται ότι ιδρύεται στη τελευταία αυτή περίπτωση λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη σε αποδεικτικό μέσο που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος (ΑΠ 133/2022, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 412/2011). H πλημμέλεια όμως, και αυτής της ως άνω διάταξης (αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) δεν ελέγχεται δια των περιοριστικώς αναφερομένων λόγων του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Με τον τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στο δικαστήριο ουσίας την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8, 11 και 12, ισχυριζόμενος ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του: (α) "...την έλλειψη άμεσης ή έμμεσης αμφισβήτησης του αυτοτελούς ισχυρισμού που συγκροτούσε την ιστορική βάση της αγωγής..." (συναφώς προς την είσπραξη εκ μέρους της εναγομένης-αναιρεσίβλητης του αναλογούντος σ' αυτόν ιδανικού μεριδίου των μισθωμάτων των μηνών Απριλίου 2012 έως και Αυγούστου 2012), στην οποία (συναγόμενη ομολογία) προσέδωσε μικρότερη αποδεικτική δύναμη από τη προβλεπόμενη στο άρθρο 352 ΚΠολΔ, (β) "πράγμα" που προτάθηκε και συγκεκριμένα, την εκ μέρους του ιδίου (ενάγοντος - αναιρεσείοντος) άρνηση της ιστορικής βάσης της ένστασης εξόφλησης που προέβαλε η εναγομένη- αναιρεσίβλητη, και (γ) την από 26.7.2013 απόδειξη εισπράξεως που προσκομίσθηκε με επίκληση ενώπιόν του (δευτεροβαθμίου δικαστηρίου) η οποία έφερε την υπογραφή και την ιατρική σφραγίδα της αναιρεσίβλητης. Στη προκειμένη περίπτωση η επικαλούμενη παράβαση από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ δεν θεμελιώνει τον σχετικό λόγο αναίρεσης, δεδομένου του όπως αναλυτικά προεκτέθηκε, η άρνηση αυτοτελούς ισχυρισμού (εν προκειμένω, η άρνηση της ένστασης εξόφλησης που προέβαλε η εναγομένη-αναιρεσίβλητη) δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, ενώ κατά το μέρος που στην αναιρεσιβαλλομένη προσάπτονται οι πλημμέλειες της παραβάσεως των ορισμών του νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη της σιωπηρής ομολογίας, και της μη λήψεως υπόψη επίμαχου αποδεικτικού μέσου και συγκεκριμένα, της έγγραφης ιατρικής απόδειξης υπογεγραμμένης από την ίδια την αναιρεσίβλητη, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον στρέφονται εν προκειμένω κατά αποφάσεως πρωτοδικείου που εκδόθηκε επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, κατά τα αναλυτικώς προεκτεθέντα. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθ.495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν εις βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (αρθ. 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25.9.2020 αίτηση για αναίρεση της 11273/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2023. H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ