Αριθμός 788/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Χρυσούλα Πλατιά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Α. Τ. Α. Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσούλα Σταθοπούλου. Της αναιρεσιβλήτου: Χ. συζύγου Σ. Μ., το γένος Ε. Μ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σφυρή, ο οποίος ανακάλεσε την από 28-12-2022 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-3-2015 ανακοπή και τους από 20-4-2016 προσθέτους λόγους ανακοπής της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 83/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 42/2020 του Μονομελούς Εφετείου ... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-5-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Με την κρινόμενη από 12.5.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 42/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ... ...), που απέρριψε κατ' ουσίαν την από 9.11.2017 έφεση της αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρίας κατά της υπ' αριθ. 83/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία, αφού συνεκδικάσθηκαν η από 16.3.2015 ανακοπή εκ του άρθρου 632 ΚΠολΔ και οι από 20.4.2016 πρόσθετοι λόγοι αυτής που ασκήθηκαν από την αναιρεσίβλητη κατά της αναιρεσείουσας, ακυρώθηκε η υπ' αριθ. 23/2015 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... κατά το μέρος που εκδόθηκε σε βάρος της αναιρεσίβλητης ως εγγυήτριας σε σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και στις πρόσθετες αυτής πράξεις. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) από την τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Α. Τ. Α..Ε." (με αριθ. ΓΕΜΗ ... και ΑΦΜ ...), ως οιονεί καθολική διάδοχος της αρχικής διαδίκου (καθ' ης η ανακοπή-εκκαλούσας) τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Α. Τ. Α..Ε." (με αριθ. ΓΕΜΗ ...και ΑΦΜ ...) λόγω διάσπασης της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας και σύσταση της ήδη παριστάμενης στο Δικαστήριο τούτο αναιρεσείουσας εταιρίας, όπως η διάσπαση αυτή εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. πρωτ. 45089/16.4.2021 απόφαση της Διεύθυνσης Εταιριών του Υπουργείου Ανάπτυξης (δηλαδή μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης). Συνεπώς, η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). ΙΙ. Κατά το άρθρο 806 του ΑΚ "Με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η σύμβαση δανείου, η οποία είναι ετεροβαρής, καταρτίζεται με τη μεταβίβαση της κυριότητος του δανείσματος στον οφειλέτη (re καταρτιζόμενη). Η διάταξη, όμως, αυτή δεν είναι αναγκαστικού δικαίου και, συνεπώς, με βάση την αρχή της ελευθερίας των συναλλαγών (άρθρο 361 ΑΚ), οι συμβαλλόμενοι μπορούν να καταρτίσουν το δάνειο με μόνη τη συναίνεσή τους (solo consensu), οπότε στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για σύμβαση υποσχετική δανείου κατ' άρθρο 809 ΑΚ. (ΑΠ 917/2020, ΑΠ 1833/2011). Τέτοια υποσχετική σύμβαση είναι και η σύμβαση ανοίγματος πίστωσης, με την οποία η συμβαλλόμενη ανώνυμη, τραπεζική συνήθως, εταιρία, ονομαζόμενη πιστώτρια, αναλαμβάνει την υποχρέωση να θέσει στη διάθεση του αντισυμβαλλόμενου πελάτη, που ονομάζεται πιστούχος, ένα ορισμένο συμφωνούμενο μεταξύ τους χρηματικό ποσό (plafon), το οποίο αυτός μπορεί να αναλαμβάνει είτε εφάπαξ είτε διαδοχικά (τμηματικά), με τη συμφωνία να καταχωρίζονται οι εκατέρωθεν απαιτήσεις από τις μεταξύ τους συναλλαγές, ονομαζόμενες και αποστολές, σε ενιαίο λογαριασμό με τη μορφή χρεωπιστωτικών κονδυλίων, ώστε να οφείλεται μόνο το μέλλον να προκύψει κατάλοιπο κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, με συνέπεια το ότι κάθε τέτοια απαίτηση του ενός ή του άλλου μέρους από την καταχώρισή της στο λογαριασμό χάνει την αυτοτέλειά της, χωρίς μάλιστα να καθίσταται απαιτητή μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, και τούτο λόγω της συγχώνευσής της με τις λοιπές καταχωρισμένες απαιτήσεις, καθώς και το ότι δανειστής θεωρείται εκείνο το συμβαλλόμενο μέρος υπέρ του οποίου προκύπτει το οριστικό πιστωτικό κατάλοιπο. Έτσι, χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εν λόγω σύμβασης είναι η παροχή της πίστωσης και ο ανοικτός λογαριασμός (ΑΠ 1553/2022, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 1087/2019, ΑΠ 1081/2015). Στη σύμβαση αυτή, η οποία διέπεται από τους όρους τους οποίους τα μέρη συμφώνησαν (άρθρο 361 ΑΚ), τις διατάξεις περί δανείου (άρθρα 806 επ. ΑΚ), οι οποίες έχουν ευθεία εφαρμογή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 35 εδ. α`, 47, 48 εδ. δ`, 64, 65 και 66 του ΝΔ 17.7/13.8.1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" και 112 του ΕισΝΑΚ, γεννώνται υποχρεώσεις σε βάρος αμφοτέρων των συμβαλλομένων και δη σε βάρος μεν του δανείζοντος η υποχρέωση προς παροχή του δανείσματος, σε βάρος δε του δανειζομένου η υποχρέωση προς απόδοση αυτού, η οποία, όμως, τελεί υπό την αναβλητική (νομική) αίρεση της δόσεως τούτου υπό του δανείζοντος. Το ζεύγμα, όμως, αυτών των υποχρεώσεων, παρά την αντιστοιχία και αμοιβαιότητά τους, δεν μπορεί να αποτελεί τις δύο παροχές (παροχή και αντιπαροχή) αμφοτεροβαρούς σύμβασης, γιατί δεν συνυπάρχουν. Η δεύτερη (υποχρέωση απόδοσης του δανείου) γεννιέται με τη δόση του δανείου, που συνιστά εκπλήρωση και άρα επιφέρει απόσβεση της πρώτης (ΑΠ 917/2020, ΑΠ 1081/2015). Για να θεωρηθεί, όμως, καταρτισμένη η σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, ειδικότερα αν πρόκειται για σύμβαση μεταξύ τράπεζας και φυσικού ή νομικού προσώπου, πρέπει, εκτός από το ύψος του δανειζόμενου ποσού, να συμφωνηθεί ο τρόπος και ο χρόνος καταβολής του ποσού από την τράπεζα, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο θα γίνεται η χρήση της πίστωσης από τον πιστούχο (πράξεις παραχώρησης πίστωσης), ο τρόπος και ο χρόνος αποπληρωμής, το ύψος του οφειλόμενου επιτοκίου και τα επιμέρους δικαιώματα και υποχρεώσεις των συμβαλλομένων (ΑΠ 529/2022, ΑΠ 917/2020). Επομένως, η κατά το άρθρο 361 ΑΚ ελευθερία των συμβάσεων αναδεικνύεται ως η κύρια νομική βάση της προαναφερόμενης σύμβασης, η λειτουργία της οποίας συμφωνείται για ορισμένο ή, συνήθως, για αόριστο χρόνο. Στο πλαίσιο αυτό, η πίστωση μπορεί να συνίσταται είτε στην παροχή αυτουσίων χρημάτων (δάνειο) ή την εξόφληση από την Τράπεζα υποχρεώσεων του πιστούχου προς τρίτους ή προς την ίδια την Τράπεζα (άμεση πίστωση) είτε στην εκ μέρους της τράπεζας παροχή ή διάθεση υπέρ του πιστούχου πίστης (έμμεση πίστωση), όπως είναι η παροχή από την τράπεζα εγγυήσεων ή εγγυοδοσιών υπέρ του πιστούχου προς τρίτους, η αποδοχή εκ μέρους της τράπεζα συναλλαγματικών εις διαταγήν του πιστούχου κλπ., με τις οποίες ενισχύεται η φερεγγυότητα αυτού έναντι των τρίτων. Εξάλλου, στη σύμβαση μπορεί να προβλέπεται η δυνατότητα πολλαπλών εκ μέρους της τράπεζας χορηγήσεων και πολλαπλών εκ μέρους του πιστούχου καταβολών, δηλαδή να υπάρχει δυνατότητα επαναχορηγήσεων, ώστε η πίστωση να ανακυκλώνεται. Μπορεί, επίσης, να έχει συμφωνηθεί ότι για εκάστη χορήγηση της πίστωσης θα γίνεται ιδιαίτερη συμφωνία των συμβαλλομένων και να ορίζεται συγκεκριμένος χρόνος επιστροφής ή εξόφλησης του χορηγούμενου ποσού. Κατά κανόνα, το άνοιγμα και μόνον της πίστωσης δίνει τη δυνατότητα στον πιστούχο να προσφύγει στη χρήση της πίστωσης για να αντλήσει αμέσως, εάν και όταν χρειαστεί, το απολύτως αναγκαίο γι` αυτόν ποσό, η καταβολή του οποίου τελεί υπό την αναβλητική εξουσιαστική αίρεση αυτού (πιστούχου), υποβάλλοντας απλή αίτηση προς την τράπεζα, για την οποία δεν ακολουθούνται οι χρονοβόρες διαδικασίες έγκρισης των χορηγήσεων για κάθε μεμονωμένο πιστωτικό αίτημα, αφού οι διαδικασίες αυτές ακολουθήθηκαν κατά το άνοιγμα της πίστωσης, σε κάθε δε περίπτωση η έγκριση της τράπεζας είναι τυπική. Ωστόσο, και στην περίπτωση αυτή, μπορούν να τεθούν στη σύμβαση πίστωσης επί πλέον όροι και προϋποθέσεις χρήσης της ανοιγείσας πίστωσης από τον πιστούχο. Όμως, ουδόλως αποκλείεται η πίστωση να έχει, ουσιαστικά, το χαρακτήρα σύμβασης πλαισίου, χωρίς να προβλέπονται συμφωνίες που αφορούν τις μορφές χορηγήσεων (κεφάλαιο κίνησης, πάγιες εγκαταστάσεις κλπ.), το ύψος του επιτοκίου κλπ., οπότε τα στοιχεία αυτά καθορίζονται, στη συνέχεια, με πρόσθετες συμφωνίες (πράξεις), με δυνατότητα της τράπεζας, στην περίπτωση αυτή, να εγκρίνει ή να απορρίπτει τη σχετική αίτηση του πιστούχου ή, συνήθως, να εγκρίνει αυτή με τροποποιήσεις. Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, η σύμβαση πλαίσιο αποτελεί την αιτία επί μέρους πιστωτικών συμβάσεων, η δε έγκριση της τράπεζας αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο, καθόσον συνιστά απαραίτητο στοιχείο για την ολοκλήρωση της πρόσθετης πράξης, η οποία αποτελεί συμπλήρωμα της αρχικής σύμβασης που καλύπτει τη συγκεκριμένη χορήγηση. Κατά συνέπεια, πέραν των ως άνω αναφερομένων γενικών αρχών, που πρέπει να περιέχονται στη σύμβαση ανοίγματος πίστωσης με ανοιχτό λογαριασμό, οι ειδικότερες συμφωνίες που τίθενται σε αυτή από τους συμβαλλομένους είναι εκείνες που καθορίζουν, κατά τα λοιπά, το περιεχόμενο και τη μορφή της εν λόγω σύμβασης, καθώς και τον τρόπο και το χρόνο καταβολής της πίστωσης από την τράπεζα, και, συνακόλουθα, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις που αφορούν την επιλεγείσα συμβατική μορφή (ΑΠ 529/2022, ΑΠ 1553/2022, ΑΠ 917/2020). Εξάλλου, ο νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης και η επιλογή των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο αποφαίνεται με βάση τα προτεινόμενα από τους διαδίκους και αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά και είναι αδιάφορη η ονομασία την οποία έδωσαν στη σύμβαση τα μέρη (ΑΠ 772/2012). Έτσι, σε περίπτωση που προκύπτει από τις αποδείξεις ότι συνήφθη από τα μέρη σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου, δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν τη σχέση τους ως σύμβαση παροχής δανείου με ανοικτό λογαριασμό (ΑΠ 754/2021, ΑΠ 1049/2020, ΑΠ 1438/1995, ΑΠ 79/1995). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 847, 848, 851 ΑΚ, 47 του ΝΔ της 17.7/13.8.1923 και 112 ΕισΝΑΚ προκύπτει, ότι ο εγγυητής του δανειστή, για την καταβολή από μέρους του οφειλέτη, του καταλοίπου, που θα προέλθει από την λειτουργία σύμβασης πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, κατά το οριστικό κλείσιμο αυτού, ευθύνεται, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγύησης, μέχρι του ποσού για το οποίο εγγυήθηκε και όχι για τα κονδύλια του λογαριασμού, τα οποία αναφέρονται σε άλλη μεταγενέστερη σύμβαση παροχής πίστωσης προς τον πρωτοφειλέτη, την εκπλήρωση της οποίας αυτός δεν εγγυήθηκε, εκτός αν η μεταγενέστερη δεν είναι αυτοτελής, αλλά πρόσθετη σύμβαση (συμπληρωματική), με την οποία απλώς αυξάνεται το ποσό της πίστωσης, χωρίς να επέρχεται άλλη μεταβολή, οπότε ο εγγυητής ευθύνεται για την πληρωμή οποιουδήποτε χρεωστικού υπολοίπου από τη λειτουργία του λογαριασμού και αν ακόμη δεν έλαβε μέρος, με την ιδιότητα του εγγυητή, στην πρόσθετη αυτή σύμβαση, μέχρις, όμως, του ποσού της αρχικής σύμβασης ή και των προσθέτων, στην συνέχεια, όλων ή μερικών συμβάσεων, εφόσον και αυτές τις εγγυήθηκε, δηλαδή, αποδέχθηκε να ευθύνεται για την καταβολή μεγαλύτερου, κάθε φορά, χρεωστικού καταλοίπου σε βάρος του πρωτοφειλέτη, που προέρχεται από τη λειτουργία της σύμβασης (ΑΠ 1553/2022, ΑΠ 1009/2021, ΑΠ 254/2018). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006). Σε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας με βάση τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε ανέλεγκτα κατατάσσει τη σύμβαση σε νομική κατηγορία άλλη και όχι εκείνη στην οποία ανήκει κατά νόμο, πρόκειται για εσφαλμένο χαρακτηρισμό, ο οποίος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και επιτρέπεται αναίρεση κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον υπάρχει παραβίαση των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που ρυθμίζουν τη σχετική δικαιοπραξία και δεν έχουν εφαρμοστεί (ΑΠ 878/2018). ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ. ... σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που καταρτίστηκε μεταξύ του Ι. Σ. Μ. (αρχικά πιστούχος και στη συνέχεια πιστούχος και πρωτοφειλέτης), ο οποίος δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, και της εκκαλούσας, η τελευταία χορήγησε στον αντισυμβαλλόμενό της Ι. Μ., έντοκη πίστωση με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό αόριστης διάρκειας μέχρι του ποσού των σαράντα χιλιάδων ευρώ (40.000 €). Το εν λόγω ποσό της αρχικά χορηγηθείσης πίστωσης, αυξήθηκε κατά εκατόν δέκα χιλιάδες ευρώ (110.000 €) με την από 24-10-2008 "Πρόσθετη πράξη αυξήσεως στην υπ' αριθμόν ... σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό" και έτσι η πίστωση ανήλθε στο ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000 €). Στη συνέχεια η εκκαλούσα με τις από 14-11-2008 πρόσθετες πράξεις της στην προαναφερθείσα σύμβαση πίστωσης, όπως η ίδια τις χαρακτηρίζει, εκ των οποίων η πρώτη φέρει τον τίτλο "Α. Α." και η δεύτερη τον τίτλο "Α. Ε.", χορήγησε στον παραπάνω αντισυμβαλλόμενό της τα ποσά των πενήντα δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (52.700 €) και των σαράντα επτά χιλιάδων τριακοσίων ευρώ (47.300 €). αντίστοιχα, με τη μορφή τοκοχρεωλυτικού δανείου του μεν πρώτου διάρκειας έξι (6) ετών του δε δευτέρου διάρκειας δέκα (10) ετών. Τα προαναφερθέντα ποσά χρεώθηκαν αυθημερόν από την τράπεζα με την αιτιολογία "ΕΚΤΑΜΙΕΥΣΗ" στους υπ' αριθμ... και ... λογαριασμούς, αντίστοιχα, που τηρούσε ο πιστούχος στο υποκατάστημα ...ης εκκαλούσας, όπως αποδεικνύεται και από τις σχετικές κινήσεις των αμέσως παραπάνω αναφερόμενων λογαριασμών, που αυτή (εκκαλούσα) προσκομίζει και επικαλείται. Με τις αμέσως παραπάνω συμβάσεις συμφωνήθηκε ότι ο πιστούχος θα αποπλήρωνε το μεν πρώτο δάνειο με ισόποσες τριμηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις αρχής γενομένης από της 14-2- 2009 με σταθερό ετήσιο επιτόκιο για τα τέσσερα πρώτα έτη 8,50%, το δε δεύτερο δάνειο επίσης με ισόποσες τριμηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις αρχής γενομένης από της 14-2-2009 με σταθερό ετήσιο επιτόκιο για τα πέντε πρώτα έτη 7,75%. Περαιτέρω με την από 28-12-2010 "ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΡΑΞΗ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΩΣ ΚΑΙ ΡΥΘΜΙΣΕΩΣ ΟΦΕΙΛΗΣ" ο πιστούχος προέβη στην αναγνώριση οφειλής του προς την τράπεζα ύψους 130.156,29 ευρώ, η οποία κατά τους ισχυρισμούς της εκκαλούσας, απέρρεε από την μεταξύ τους καταρτισθείσα υπ' αριθμ. ... σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, και στη μερική ρύθμιση αποπληρωμής του εν λόγω χρέους, ήτοι α) του χρεωστικού υπολοίπου του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού ύψους 41.073,25 ευρώ και β) του χρεωστικού υπολοίπου του υπ' αριθμ... λογαριασμού ύψους 47.892,66 ευρώ, το οποίο (χρέος) συμφωνήθηκε να αποπληρωθεί με ισόποσες μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις εντός οκτώ μηνών από την υπογραφή της εν λόγω πρόσθετης πράξης της πρώτης δόσης για καθένα από τα παραπάνω ρυθμισθέντα χρεωστικά υπόλοιπα καταβλητέας την 28-1-2011. Από τα ανωτέρω συνάγεται σαφώς ότι μεταξύ του πρωτοφειλέτη και της εκκαλούσας-καθής η ανακοπή τράπεζας-με τις από 14-11-2008 πράξεις, που συνυπέγραψαν, καταρτίσθηκε νέα σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, εξοφλητέου σε ισόποσες αυτοτελείς τοκοχρεωλυτικές δόσεις, καθεμία από τις οποίες καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή σε ορισμένο εξ αρχής χρόνο, πράγμα το οποίο είναι εντελώς αντίθετο με την έννοια και τη λειτουργία του αλληλόχρεου λογαριασμού, στον οποίο, μέχρι το οριστικό κλείσιμό του, καμία άλλη απαίτηση πέρα από το κατά το οριστικό κλείσιμο προκύπτον χρεωστικό κατάλοιπο δεν υπάρχει "εν δυνάμει" ούτε και μπορεί να γίνει ληξιπρόθεσμη, δεδομένου ότι... οι εισαγόμενες στον αλληλόχρεο λογαριασμό απαιτήσεις χάνουν την αυτοτέλειά τους. Μολονότι η εκκαλούσα - καθής χαρακτηρίζει τις προαναφερθείσες από 14-11-2008 συμβάσεις ως "πρόσθετες πράξεις" στην αρχική υπ' αριθμ. ... σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και τις οποίες θεωρεί ένα ενιαίο όλο με αυτή, καθίσταται σαφές από το περιεχόμενο των όρων αυτών και των αντίστοιχων κινήσεων των τραπεζικών λογαριασμών, που τις εξυπηρετούσαν, ότι πρόκειται για δύο νέες συμβάσεις τοκοχρεωλυτικών δανείων ανάμεσα σε αυτή και τον αντισυμβαλλόμενο της Ι. Σ. Μ., η φύση και η λειτουργία των οποίων είναι απολύτως ασυμβίβαστη με τη φύση και τη λειτουργία του ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού. Και τούτο διότι δεν πρόκειται για συμβατές με τον αλληλόχρεο λογαριασμό συμβάσεις ανοίγματος πίστωσης, κατά τις οποίες η πιστοδότρια τράπεζα αναλαμβάνει έναντι προμήθειας την υποχρέωση να έχει στη διάθεση του πιστούχου το συμφωνημένο χρηματικό ποσό, το οποίο αυτός να μπορεί να αναλαμβάνει κατά βούληση, ήτοι αν θέλει, όποτε θέλει και σε όσο ποσό, μέχρι το συμφωνημένο ανώτατο όριο, θέλει, οφείλοντάς το έκτοτε έντοκα. Αντίθετα πρόκειται για κοινό τοκοχρεωλυτικό δάνειο, re καταβαλλόμενο ή μέσω σχετικής συναινετικής σύμβασης. Το ότι μεταξύ των προαναφερθέντων συμβαλλομένων καταρτίστηκε σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου ενισχύεται και από το περιεχόμενο της προαναφερθείσας από 28-12-2010 "ΠΡΟΣΘΕΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΩΣ ΚΑΙ ΡΥΘΜΙΣΕΩΣ ΟΦΕΙΛΗΣ", με την οποία ο Ι. Σ. Μ. αφενός αναγνωρίζει την ύπαρξη χρέους προς την εκκαλούσα ύψους 130.156,29 ευρώ και αφετέρου προβαίνει στη ρύθμιση αποπληρωμής μέρους του χρέους του προς την εκκαλούσα, με την καταβολή τοκοχρεωλυτικών δόσεων σε εξ αρχής καθορισμένο χρόνο, καθόσον και αυτή (πράξη) περιλαμβάνει ανάλογους όρους και συμφωνίες αποπληρωμής με τις προμνησθείσες από 14-11-2008 συμβάσεις τοκοχρεωλυτικών δανείων. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την αμέσως παραπάνω πράξη αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλής, αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη αντιμετωπίζουν την αναγνωρισθείσα οφειλή με ενιαίο τρόπο, ως απορρέουσα από μία και μόνη αιτία, η οποία στην πραγματικότητα είναι αυτή του τοκοχρεωλυτικού δανείου και όχι του ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, συμπεριλαμβανομένου σε αυτή πλέον και του αρχικού πιστωθέντος κεφαλαίου, η δε ρύθμιση της αποπληρωμής μεγάλου μέρους του εν λόγω χρέους προσλαμβάνει τα χαρακτηριστικά αποπληρωμής τοκοχρεωλυτικού δανείου, όπως αυτά αναλυτικά εκτέθηκαν παραπάνω. Συνεπώς οι δοσοληψίες ανάμεσα στα αμέσως παραπάνω συμβαλλόμενα μέρη από το τοκοχρεωλυτικό δάνειο από τη φύση τους δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν με τήρηση του αρχικού ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού, ο οποίος με τη σύναψη των προαναφερθέντων από 14-11-2008 δύο τοκοχρεωλυτικών δανείων κατέστη μη σύννομος και ως εκ τούτου άκυρος και έπαυσε έκτοτε να ισχύει... Κατόπιν τούτου όλες οι μεταγενέστερες συμφωνίες - συμβάσεις - πράξεις, που συνήφθησαν μεταξύ της εκκαλούσας και του αντισυμβαλλομένου της Ι. Σ. Μ. και αναφέρονταν ως "ένα ενιαίο όλο με την αρχική υπ' αριθμ. ... σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό", και ανεξάρτητα από τον νομικό χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτές τα συμβαλλόμενα μέρη, είναι προφανώς μη νόμιμες, καθόσον αναφέρονται σε σύμβαση που δεν υφίστατο... Στην προκειμένη περίπτωση η ανακόπτουσα και ήδη εφεσίβλητη με την από 24-5-2011 "ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΡΑΞΗ ΑΥΞΗΣΕΩΣ ΣΤΗΝ ΥΠ' ΑΡΙΘΜΟΝ ... ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΙΣΤΩΣΕΩΣ ΜΕ ΑΝΟΙΚΤΟ (ΑΛΑΗΛΟΧΡΕΟ) ΑΟΓΑΡΙΑΣΜΟ" σε συνδυασμό με την επίσης από 24-5-2011 σύμβαση εγγυήσεως, παρέσχε στην εκκαλούσα εγγύηση, ενεχόμενη εις ολόκληρον μετά του πρωτοφειλέτη Ι. Σ. Μ. και παραιτούμενη εγκύρως μεν από τα δικαιώματα που της παρέχουν οι ενδοτικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ. όχι όμως και από εκείνα που παρέχονται από τις αναγκαστικού δικαίου τοιαύτες, για την εμπρόθεσμη και πλήρη εξόφληση από αυτόν (πρωτοφειλέτη) κάθε χρεωστικού υπολοίπου της προαναφερθείσας σύμβασης πίστωσης και των πρόσθετων αυτής πράξεων, πλέον των κατά τους όρους των συμβάσεων αυτών, τόκων, προμηθειών, επιβαρύνσεων και των εξόδων πάσης φύσεως και εν γένει για την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων που ανέλαβε ο πρωτοφειλέτης με την υπ' αριθμόν ... σύμβαση και τις πρόσθετες πράξης αυτής και πάντως μέχρι του ποσού των 80.000 ευρώ. Να σημειωθεί εδώ ότι κατά τα ρητώς αναφερόμενα στις αμέσως πιο πάνω αναφερόμενες από 74-5-2011 συμβάσεις, που προσκομίζει και επικαλείται η εκκαλούσα, επισημαίνεται ότι αυτές (πράξεις - συμβάσεις) αποτελούν ένα ενιαίο όλο με την υπ' αριθμ. ... σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό. Όπως όμως εκτέθηκε παραπάνω και για τους εκεί αναλυτικά αναφερόμενους λόγους, η προμνησθείσα σύμβαση ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού έπαυσε να ισχύει από την 14-11-2008, καθόσον μεταξύ της εκκαλούσας και του πρωτοφειλέτη καταρτίσθηκε νέα σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου. Ως εκ τούτου κατά τον κρίσιμο χρόνο παροχής της εγγύησης, αλλά και κατά τον αναφερόμενο χρόνο εκπλήρωσης της υποχρέωσης εκ μέρους της εφεσίβλητης (εγγυήτριας) δεν υφίστατο η αναφερόμενη σε αυτή, ήτοι στη σύμβαση εγγύησης, η κύρια σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού, όπως ισχυρίζεται η εκκαλούσα, και δεδομένου του παρεπομένου χαρακτήρα αυτής (εγγύησης) ακύρως παρασχέθηκε από την εφεσίβλητη λόγω ανύπαρκτης κύριας οφειλής, που να απορρέει από ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό. Ενόψει όλων αυτών, η έκδοση της υπ' αριθμ. 23/2015 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... καθό μέρος υποχρεώθηκε με αυτή (διαταγή) η ανακόπτουσα, ως εγγυήτρια, να καταβάλει στην καθής η ανακοπή το ποσό των 80.000 ευρώ εντόκως με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από 5-6-2013... είναι άκυρη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κρίνοντας ότι η αρχική σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό έπαυσε να ισχύει από την 14.11.2008 με την κατάρτιση μεταξύ της αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρίας και του πρωτοφειλέτη Ι. Μ. δύο συμβάσεων, που αποτελούν νέες αυτοτελείς συμβάσεις τοκοχρεωλυτικού δανείου και όχι πρόσθετες πράξεις της αρχικής σύμβασης πίστωσης, αφού δεν είναι συμβατές με την λειτουργία του ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (με αντικατάσταση της αιτιολογίας αυτού κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ), που είχε κρίνει ομοίως και είχε ακυρώσει την υπ' αριθ. 23/2015 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... κατά το μέρος που εκδόθηκε σε βάρος της αναιρεσίβλητης ως εγγυήτριας σε σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και στις πρόσθετες αυτής πράξεις, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της ως άνω ανακοπής της τελευταίας περί ανυπαρξίας της αρχικής σύμβασης πίστωσης κατά τον χρόνο παροχής της εγγύησης εκ μέρους της. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι η επίδικη εγγύηση, λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα της, ακύρως παρασχέθηκε την 24.5.2011 από την αναιρεσίβλητη, εξαιτίας της τότε ανυπαρξίας της κύριας οφειλής εκ της σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και των πρόσθετων πράξεων αυτής, παραβίασε ευθέως τόσο τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 ΑΚ, 35 εδ. α`, 47, 48 εδ. δ`, 64, 65 και 66 του ΝΔ 17.7/13.8.1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" και 112 του ΕισΝΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, όσο και τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 806 επ. ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα εφάρμοσε, αν και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθόσον τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ως προς το περιεχόμενο των συμβάσεων πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και δανείου, δικαιολογούν την κρίση ότι οι από 14.11.2008 δύο συμβάσεις χορήγησης πίστωσης εκ ποσών 52.700 ευρώ και 47.300 ευρώ, αποτελούσαν, με βάση τους όρους αυτών, συμβάσεις ενταγμένες στο πλαίσιο λειτουργίας της ως άνω αρχικής σύμβασης ως τρόπος χρήσης της χορηγηθείσας πίστωσης και ότι δεν επρόκειτο για νέες αυτοτελείς συμβάσεις τοκοχρεωλυτικού δανείου διακριτές από την αρχική σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, αφού, ειδικότερα, σύμφωνα με τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η χορήγηση από την αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρία των ως άνω δύο χρηματοδοτήσεων προς τον πρωτοφειλέτη Ι. Μ. έλαβε χώρα με τις δύο από 14.11.2008 πρόσθετες πράξεις στην υπ' αριθ. 2590230/11.12.2006 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, με τη ρητή συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών ότι αυτές αποτελούν ένα ενιαίο όλο με την ως άνω αρχική σύμβαση και, συνεπώς, χορηγήθηκαν στο πλαίσιο λειτουργίας της αρχικής σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, όπως άλλωστε τούτο αναφέρεται και στην ένδικη ανακοπή της αναιρεσίβλητης, χωρίς μάλιστα να έχει γίνει εξάντληση του τότε ανωτάτου ορίου της πίστωσης, η οποία είχε αυξηθεί κατά 110.000 ευρώ με την από 24.10.2008 "Πρόσθετη πράξη αυξήσεως" στην αρχική σύμβαση πίστωσης, ενώ επί πλέον, κατά τις ίδιες παραδοχές, οι συμβαλλόμενοι και στην μεταγενέστερη πράξη αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλής αντιμετώπισαν την αναγνωρισθείσα οφειλή με ενιαίο τρόπο, ως απορρέουσα από μία και μόνη αιτία, συμπεριλαμβάνοντας και το αρχικώς πιστωθέν κεφάλαιο, γεγονός που αποδεικνύει τη λειτουργία σύμβασης πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό και όχι σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου. Ο δε συμβατικός, με τις ως άνω από 14.11.2008 πρόσθετες πράξεις, καθορισμός εξόφλησης των δύο επίμαχων πιστώσεων με τριμηνιαίες δόσεις συγκεκριμένου ποσού και σε συγκεκριμένο χρόνο, δεν μεταβάλλει άνευ άλλου, κατά τα εκτιθέμενα στην μείζονα πρόταση της παρούσας, τον χαρακτήρα της αρχικής σύμβασης πίστωσης σε σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν διαλαμβάνει παραδοχή, ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων μερών να καταργηθεί η αρχική σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ή να μετατραπεί αυτή σε σύμβαση δανείου. Επομένως, ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, κατά τη νοηματική εκτίμησή του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης, με εσφαλμένη εφαρμογή, των προαναφερόμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είναι βάσιμος. ΙV. Κατ` ακολουθίαν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που δίκασε, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν, για το παραδεκτό της αίτησης, παραβόλου. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 42/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ... ...). Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί, όμως, από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν παραβόλου. Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα , στις 15 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ