Αριθμός 1795/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΚΑ ΕΛΛΑΣ ΑΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Δρανδάκη. Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Σ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρου του Βασιλική Γκισάκη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Οκτωβρίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2005 μη οριστική, 308/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 149/2010 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8 Ιουλίου 2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 15 Οκτωβρίου 2012 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το άρθρο 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν γίνει δεκτή κατά τύπους η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτή περατώνεται οριστικά η δίκη (ΟλΑΠ 40/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, αφού έγινε τυπικά και ουσιαστικά η έφεση της αναιρεσείουσας-εναγομένης και εκείνη του ομοδίκου της Ν. Λ. κατά της συμπροσβαλλόμενης πρωτόδικης απόφασης, εξαφανίστηκε η τελευταία απόφαση, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος και υποχρεώθηκε, α) ο εν λόγω Ν. Λ., να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το ποσό των 1.800 ευρώ, ως αποζημίωση για τις κακοτεχνίες που εμφάνισε το έργο της κατασκευής των περιμετρικών δαπέδων της πισίνας στην οικία του δευτέρου στην Κέρκυρα, που αυτός (ενάγων) ανέθεσε στον πρώτο και β) η αναιρεσείουσα-εναγομένη εταιρία το συνολικό ποσό των 8.619 ευρώ, από το οποίο εκείνο των 2.979 ευρώ, ως αποζημίωση για τις κακοτεχνίες που εμφάνισε το έργο της εγκατάστασης πισίνας στην παραπάνω οικία, που ο ενάγων ανέθεσε στην εν λόγω εναγομένη, μέσω του Ν. Λ., ο οποίος ενήργησε κατά την κατάρτιση της σχετικής σύμβασης ως άμεσος αντιπρόσωπος εκείνης, και το ποσό των 5.640 ευρώ, ως ποινική ρήτρα. Ενόψει όμως των προαναφερόμενων, η αίτηση αναίρεσης, ως προς το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, χωρίς να καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 2068/2007, ΑΠ 1852/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων, λίγες ημέρες πριν από την 1.2.2000, απευθύνθηκε προς τη δευτέρα εναγομένη εταιρία με την επωνυμία ΕΚΑ ΕΛΛΑΣ ΑΕ, που εδρεύει στην ... και δραστηριοποιείται στον τομέα κατασκευής και τοποθέτησης πισινών και ολοκληρωμένων συστημάτων λειτουργίας τους, η οποία του απέστειλε προσφορά προμήθειας και εγκατάστασης πισίνας BLUE MEED SWIMMING POOL Αμερικής από γαλβανισμένο ατσάλι και μπετόν με μηχανήματα JUCUZZI ... Την προσφορά αυτή η ως άνω εταιρία παρέδωσε στον ενάγοντα και αυτή (προσφορά) φέρεται υπογεγραμμένη από τον πρώτο εναγόμενο (Ν. Λ.), γεγονός που καταδεικνύει ότι αυτός ήταν αντιπρόσωπος της εταιρίας στην Κέρκυρα, και λειτουργούσε για λογαριασμό της εταιρίας, όσον αφορά τις προαναφερόμενες προμήθειες και υπηρεσίες. Την προσφορά αυτή αποδέχθηκε ο ενάγων, συνυπέγραψε αυτήν μετά το Ν. Λ.. Κατά ρητό όρο της προσφοράς από την υπογραφή της και από τον ενάγοντα, ισχύει ως συμβόλαιο κατάρτισης της σχετικής σύμβασης έργου. Συνεπώς, όσον αφορά την προμήθεια και τοποθέτηση της πισίνας και των υποβοηθητικών εγκαταστάσεων και μηχανημάτων για τη λειτουργία της και των υπηρεσιών υποστήριξης της εγκατάστασης της πισίνας και λειτουργίας, ο Ν. Λ. λειτουργούσε, ως άμεσος αντιπρόσωπος της εταιρίας ΕΚΑ ΕΛΛΑΣ ΑΕ και επομένως οποιεσδήποτε υποχρεώσεις εγκαταστάσεις και λειτουργίες της ή επιγενόμενες αστοχίες, παραλείψεις ή κακοτεχνίες προέκυπταν κατά την εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου, βάρυναν αποκλειστικά την εταιρία". Το Εφετείο, δεχόμενο με τις πιο πάνω σκέψεις του ότι την επίμαχη σύμβαση έργου με τον αναιρεσίβλητο, για την εγκατάσταση πισίνας, κατήρτισε ο Ν. Λ., ως άμεσος αντιπρόσωπος της αναιρεσείουσας, και ότι, ενόψει αυτού, αντισυμβαλλομένη του αναιρεσιβλήτου, ως εργολάβος, είναι η αναιρεσείουσα, η οποία και ευθύνεται από τη σύμβαση αυτή για τις κακοτεχνίες του έργου, ορθά εφάρμοσε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 211 ΑΚ για την άμεση αντιπροσωπεία, εφόσον τα πιο πάνω περιστατικά καλύπτουν πλήρως το πραγματικό του κανόνα αυτού. Επομένως όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με την οποίο προσάπτει την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο εφάρμοσε εσφαλμένα το νόμο, διότι, αξιολογώντας το συμφωνητικό που υπέγραψε ο Ν. Λ. με τον αναιρεσίβλητο, για την εγκατάσταση πισίνας στην οικία του τελευταίου, δέχθηκε ότι μεταξύ αυτής και του συνεναγομένου της Ν. Λ. υπήρχε σχέση άμεσης αντιπροσώπευσης και ότι εκείνος ενήργησε στην εν λόγω συμφωνία ως άμεσος αντιπρόσωπος της ίδιας, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Με τον ίδιο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκή αιτιολογία, διότι η παραδοχή αυτής ότι " την προσφορά για την πισίνα που έδωσε η ΕΚΑ στο Λ. αυτός υπέγραψε και παρέδωσε στον ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο), γεγονός που καταδεικνύει ότι ο Λ. ήταν αντιπρόσωπος της ΕΚΑ στην Κέρκυρα και λειτουργούσε για λογαριασμό της εταιρίας αυτής, όσον αφορά τις προσφερόμενες προμήθειες και υπηρεσίες " αποτελεί αυθαίρετο και αναιτιολόγητο συμπέρασμα της απόφασης αυτής και δεν αποδεικνύει ότι ο Ν. Λ. ενήργησε ως αντιπρόσωπος της ίδιας. Και κατά το μέρος αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει με πληρότητα και επάρκεια τα απαιτούμενα για τη θεμελίωση της σχέσης άμεσης αντιπροσωπείας μεταξύ αναιρεσείουσας και Ν. Λ. πραγματικά περιστατικά. Η περαιτέρω μομφή ότι η σχετική κρίση του Εφετείου αποτελεί αυθαίρετο συμπέρασμα, ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν είναι επιδεκτική ελέγχου από τον Άρειο Πάγο. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε χωρίς απόδειξη τον ισχυρισμό ότι υπάρχει σχέση άμεσης αντιπροσώπευσης μεταξύ αυτής και του Ν. Λ.. Ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στις προσκομισθείσες αποδείξεις και ειδικότερα στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, σε όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, στην από 18.7.2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης και στην από .../2007 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Κέρκυρας Αντωνίας Πετροπούλου-Ρήγα. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι "το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Δ. Ρ. και Α. Κ., κατά την επανάληψη της δίκης στο πρωτοδικείο, ο οποίος επιβεβαίωσε το σύνολο των ισχυρισμών και κυρίως την έλλειψη κάθε σχέσεως αντιπροσωπείας". Έτσι, όπως διατυπώνεται ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος, διότι, ανεξάρτητα από την αντιφατικότητα που ενέχει, ενόψει του ότι η αναιρεσείουσα αναφέρεται σε δύο μάρτυρες, αλλά σε μία ένορκη κατάθεση, δεν διαλαμβάνει αυτή στο αναιρετήριο, αν επικαλέστηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, τον ισχυρισμό συγκεκριμένως για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο, ούτε το περιεχόμενο του εν λόγω αποδεικτικού μέσου. Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή ισχυρισμοί που διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Δεν αποτελούν πράγματα οι αρνητικοί της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμοί ως και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες ισχυρισμούς της, 1) ότι, μολονότι ο αναιρεσίβλητος συνομολογεί στην αγωγή του ότι τη διαμόρφωση του εξωτερικού χώρου είχε αναλάβει ο Ν. Λ. και όχι η ίδια, ζητεί εσφαλμένα από αυτήν να του καταβάλει έξοδα που αφορούν την εγκατάσταση της πισίνας και βαρύνουν το Λ., 2) ότι έπρεπε να απορρίψει την αγωγή ως αόριστη, 3) ότι ο αναιρεσίβλητος δεν επικαλέστηκε με την αγωγή του κανένα τιμολόγιο αγοράς, γιατί θα αποδεικνυόταν ότι τέτοιο τιμολόγιο εξέδωσε ατομικά ο Λ. και όχι η ίδια, 4) ότι δεν αποδεικνύεται κάποια σύνδεση της ίδιας με το Λ., παρά μόνο η υπογραφή του συμφωνητικού από το Λ., στο οποίο αναφέρεται εκείνος δήθεν ως αντιπρόσωπός της. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί δεν αποτελούν πράγματα κατά την προεκτεθείσα έννοια, αλλά απλώς αρνητικούς ισχυρισμούς και επιχειρήματα της αναιρεσείουσας και επομένως δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Έτσι ο λόγος αυτός αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απαράδεκτος. Εξάλλου, αν εκτιμηθεί ότι με το πιο πάνω στοιχείο 2, στο οποίο διατυπώνεται ισχυρισμός για απόρριψη της αγωγής, ως αόριστης, προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, και πάλι ο λόγος αναίρεσης είναι κατά το σημείο αυτό απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας και το περιεχόμενο της αγωγής, όπως πρέπει να γίνεται, όταν προβάλλεται παράπονο για μη κήρυξη της ακυρότητας της αγωγής, λόγω αοριστίας (ΑΠ 222/2009, 765/2008). Ύστερα από αυτά που προεκτέθηκαν πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8.7.2010 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας ΕΚΑ ΕΛΛΑΣ ΑΕ για αναίρεση της απόφασης 149/2010 του Εφετείου Κέρκυρας. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ