Αριθμός 996/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Ν., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μπαρτζώκη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «A. Τ. Α.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2013 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 188/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 148/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-3-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1294/2022, ΑΠ 904/2022, ΑΠ 1544/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. ..-11-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, …., που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 26-3-2021 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …2021) αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (2-12-2022) και κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στην αναιρεσίβλητη. Κατά την ανωτέρω όμως ορισθείσα δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η αναιρεσίβλητη ήταν απούσα και ειδικότερα δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της. Επομένως, εφόσον η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε κατά την προκειμένη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της. Η κρινόμενη από 26-3-2021 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης … 2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 148/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που δίκασε ως Εφετείο, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 741 και 769 Κ.Πολ.Δ.). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 10-6-2013 (αριθμ. εκθ. καταθ. ….10-6-2013) αίτησή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λάρισας ο αιτών και ήδη αναιρεσείων επικαλούμενος ότι είναι φυσικό πρόσωπο, χωρίς πτωχευτική ικανότητα και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς την καθ' ης η αίτηση - πιστώτρια τράπεζα και ήδη αναιρεσίβλητη, ζήτησε τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών του, κατά το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του, κατά το άρθρο 9 του ιδίου νόμου, χωρίς να διαταχθεί η ρευστοποίηση των αναφερομένων στην αίτηση λοιπών περιουσιακών του στοιχείων. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 188/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λάρισας, το οποίο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αίτηση του αναιρεσείοντος, ρύθμισε τα χρέη αυτού, καθορίζοντας καταβολές προς την αναιρεσίβλητη ποσού 120 ευρώ μηνιαίως, για χρονικό διάστημα τεσσάρων (4) ετών, εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του αναιρεσείοντος, με την υποχρέωση να καταβάλει για τη διάσωσή της το, αναλογούν στο ποσοστό συγκυριότητάς του (50%) επ' αυτής, συνολικό ποσό των 8.000 ευρώ, που κρίθηκε ότι αντιστοιχούσε στο 80% της αντικειμενικής της αξίας και περαιτέρω δέχθηκε ότι είναι οικονομικά ασύμφορη η εκποίηση των λοιπών ακινήτων του αναιρεσείοντος. Κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης η καθ' ης η αίτηση και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας την από 20-11-2017 έφεσή της, καθώς και τον από 6-12-2017 πρόσθετο λόγο έφεσης. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 148/2020 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και τον πρόσθετο αυτής λόγο, εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και αφού δέχθηκε ως εν μέρει κατ' ουσία βάσιμη την ένδικη αίτηση του αναιρεσείοντος, ρύθμισε τα χρέη αυτού, κατ' άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, καθορίζοντας τις καταβολές προς την αναιρεσίβλητη στο ποσό των 693,33 ευρώ μηνιαίως για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών [αντί του ποσού των 120 ευρώ μηνιαίως για τέσσερα (4) έτη που είχε ορίσει το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο] και, εξαίρεσε, κατ' άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, από την εκποίηση την κύρια κατοικία του αναιρεσείοντος, με την υποχρέωση να καταβάλει για τη διάσωσή της, με βάση την εμπορική της αξία και ειδικότερα το ποσό του ανταλλάγματος που θα επιτυγχανόταν από την αναγκαστική εκποίησή της και που αναλογεί στο ποσοστό συγκυριότητάς του (50%) επ' αυτής, μειωμένο κατά τα έξοδα της αναγκαστικής εκτέλεσης, το συνολικό ποσό των 68.000 ευρώ [αντί του ποσού των 8.000 ευρώ, που είχε ορίσει το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο], με μηνιαίες καταβολές ποσού 377,77 ευρώ η καθεμία, για χρονικό διάστημα δεκαπέντε (15) ετών, αρχής γενομένης μετά την παρέλευση του χρονικού διαστήματος της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010, ενώ περαιτέρω διέταξε την εκποίηση, κατ' άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όλων των λοιπών ακινήτων του αναιρεσείοντος, κρίνοντας ότι η εκποίησή τους θα αποφέρει αξιόλογο τίμημα και δεχόμενο επιπλέον ότι από τις μηνιαίες καταβολές στα πλαίσια του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010, ποσού 693,33 ευρώ μηνιαίως επί τρία (3) έτη, όπως επίσης και τις καταβολές στα πλαίσια του άρθρου 9 παρ. 2 του ιδίου νόμου, συνολικού ποσού 68.000 ευρώ, θα ικανοποιηθεί μόνο σε πολύ μικρό ποσοστό η αναιρεσίβλητη - πιστώτρια τράπεζα. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 2 του εν λόγω νόμου (όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το ν. 4336/2015), "αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή του οφειλέτη. Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου, και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών (άρθρο 16 παρ. 2 ν. 4161/2013), ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο". Με την παρ. 17 άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 άρθρου 2 Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α 94/14-8-2015), αντικαταστάθηκε το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άνω άρθρου 8 του ν. 3869/2010 και ορίστηκε ότι : "Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, αφού αφαιρέσει το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των εύλογων δαπανών διαβίωσης του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, όπως αυτές εκάστοτε προσδιορίζονται με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους δυνάμει του ν. 4224/2013 ή μέχρις ότου εκδοθεί η ανωτέρω απόφαση, όπως αυτές προσδιορίζονται στην Έρευνα Οικονομικών Προϋπολογισμών (Ε.Ο.Π.) που διενεργεί κάθε χρόνο η Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία και στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης που βαρύνουν τον οφειλέτη, διατάσσει την καταβολή μηνιαίως, για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, του ποσού που απομένει με βάση τα περιουσιακά στοιχεία και τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών, συμμέτρως διανεμόμενου". Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες θεσμοθετούν υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει επαρκή ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα: Βασική προϋπόθεση για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου Ν. 3869/2010, για τη ρύθμιση των οφειλών του, είναι ότι πρέπει να βρίσκεται σε γενική και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) αδυναμία πληρωμών, την οποία πρέπει να περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή. Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. Η εξόφληση των χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτών πραγματοποιείται κατά βάση με τις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2, για το αναφερόμενο εκεί χρονικό διάστημα, που ορίζονται από το δικαστήριο. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (επί υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών. Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018). Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 551/2018). Εξάλλου, η ύπαρξη απλώς περιουσιακών στοιχείων, που είναι γενικά ρευστοποιήσιμα, δεν επηρεάζει, ούτε βελτιώνει τη ρευστότητα του οφειλέτη και τη δυνατότητα να ανταποκριθεί στα χρέη του και δεν είναι σε θέση να ανατρέψει το χαρακτηρισμό της μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, γιατί, όπως προεκτέθηκε, η έλλειψη ρευστότητας θεμελιώνει αδυναμία πληρωμών, έστω και αν ο οφειλέτης έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως. Περαιτέρω όμως, στην παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010 προβλέπεται η ρευστοποίηση της περιουσίας του οφειλέτη "εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία, η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών". Υπό τις παραπάνω δύο προϋποθέσεις (ρευστοποιήσιμη περιουσία - απαραίτητη η εκποίηση) είναι προφανές ότι τα κριτήρια για να διαταχθεί η εκποίηση (και αυτεπαγγέλτως) από το Δικαστήριο είναι: α) το αντικείμενο της εκποίησης να προκαλεί αγοραστικό ενδιαφέρον, δηλαδή να υπάρχει πιθανότητα εκδήλωσης ενδιαφέροντος από πιθανό αγοραστή και β) το προϊόν της εκποίησης να καλύπτει τα έξοδα της εκποίησης και να αφήνει ως υπόλοιπο ένα ουσιώδες ποσό για την αποπληρωμή των πιστωτών (ΑΠ 778/2022). Ειδικότερα, ρευστοποιήσιμη περιουσία σημαίνει, ότι είναι δεκτική εκποίησης κατά τρόπο που παρέχει προσδοκία απόληψης ανάλογου ανταλλάγματος, δηλαδή ότι μπορεί και αξίζει να εκποιηθεί για τον παραπάνω σκοπό. Αυτό συμβαίνει, όταν εκτιμάται, ότι σε εύλογο διάστημα θα επιτευχθεί τίμημα τέτοιο, που θα επιφέρει σοβαρή ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών. Πότε συμβαίνει αυτό είναι θέμα συγκεκριμένης περίπτωσης και πρέπει να κριθεί από το δικαστήριο, ότι είναι αναγκαία η ρευστοποίηση για την ικανοποίηση των πιστωτών, κατά τη δικαστική ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη, στα πλαίσια του άρθρου 9 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 (ΑΠ 1543/2021, ΑΠ 490/2021, ΑΠ 632/2019). Ακολούθως, με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν.3869/2010 (όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 άρθρου 17 Ν.4161/2013 και καταλαμβάνει και τις αιτήσεις που εκκρεμούσαν πριν την εν λόγω αντικατάσταση) ορίζεται ότι : 2. "Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας...". Με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 4346/2015 αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2020 και ορίστηκε ότι : "Μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2018 ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης και σχέδιο διευθέτησης οφειλών ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, εφόσον, στο πρόσωπο του οφειλέτη, πληρούνται σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: α) το συγκεκριμένο ακίνητο χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, β) το μηνιαίο διαθέσιμο οικογενειακό του εισόδημα δεν υπερβαίνει τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης, όπως αυτές προσδιορίζονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 5 του παρόντος, προσαυξημένες κατά εβδομήντα τοις εκατό (70%), γ) η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης δεν υπερβαίνει τις εκατόν ογδόντα χιλιάδες (180.000) ευρώ για τον άγαμο οφειλέτη, προσαυξημένη κατά σαράντα χιλιάδες ευρώ (40.000) ευρώ για τον έγγαμο οφειλέτη και κατά είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ ανά τέκνο και μέχρι τρία (3) τέκνα και δ) ο οφειλέτης είναι συνεργάσιμος δανειολήπτης, βάσει του Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών, όπου αυτός εφαρμόζεται. Το σχέδιο διευθέτησης οφειλών θα προβλέπει ότι ο οφειλέτης θα καταβάλλει το μέγιστο της δυνατότητας αποπληρωμής του και ότι καταβάλλει ποσό τέτοιο ώστε οι πιστωτές του δεν θα βρεθούν, χωρίς τη συναίνεσή τους, σε χειρότερη οικονομική θέση από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος η οποία θα εκδοθεί εντός τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος ορίζονται η διαδικασία και τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό της μέγιστης ικανότητας αποπληρωμής του οφειλέτη και τον προσδιορισμό του ποσού το οποίο θα ελάμβαναν οι πιστωτές σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς και για τον προσδιορισμό της ενδεχόμενης ζημίας των πιστωτών". Από τη σαφή έννοια της ανωτέρω διάταξης συνάγεται ότι η εξαίρεση της βεβαρημένης κύριας κατοικίας του οφειλέτη από τη ρευστοποίηση, εκπορεύεται κατ` αρχάς από την ανάγκη προστασίας του υπερχρεωμένου οφειλέτη, ώστε να αποκατασταθεί γενικά η κοινωνική συνοχή (που αποτελεί πάντοτε σκοπό του τεθειμένου δικαίου). Εκπορεύεται, όμως, ειδικότερα και από την ανάγκη προστασίας της κύριας κατοικίας του από τη ρευστοποίηση, που ανάγεται και σε προστασία ως κοινωνικού αγαθού, συνταγματικά προστατευμένου ως τέτοιου, κατ` άρθρο 21 του Συντάγματος, της οικογένειας και της οικογενειακής στέγης. Δημιουργείται με τη διάταξη αυτή ένα προστατευτικό πλέγμα της κύριας κατοικίας του οφειλέτη έναντι των πιστωτών του, οι οποίοι κωλύονται κατά νόμο να επιχειρήσουν εκτέλεση της κατοικίας του αυτής, εφόσον το σχετικό αίτημά του γίνει δεκτό από το δικαστήριο. Ειδικότερα, για να εξαιρεθεί η κύρια κατοικία από την εκποίηση πρέπει να υποβληθεί αίτημα από τον οφειλέτη, οπότε το δικαστήριο εφόσον διαπιστώσει τη συνδρομή των όρων του νόμου, θα καθορίσει το ύψος και τη διάρκεια των καταβολών για τη διάσωσή της. Από το όλο πνεύμα της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 προκύπτει, ότι εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου η εξαίρεση της κύριας κατοικίας από την εκποίηση είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο και όχι δυνητική (ΑΠ 490/2021, ΑΠ 120/2020, ΑΠ 781/2020, ΑΠ 632/2019). Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης είναι ορισμένος, όταν εκτίθενται με σαφήνεια τα, κατά τον αναιρεσείοντα, δεδομένα στοιχεία της περιπτωσιολογίας, τα οποία συγκροτούν το σφάλμα, που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο αναιρετικός της έλεγχος. Συμπλήρωση του λόγου αναίρεσης με παραπομπή σε άλλα δικόγραφα ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος στο Εφετείο ή στον Άρειο Πάγο δεν είναι δυνατή (Ολομ. ΑΠ 20/2005, ΑΠ 718/2020, ΑΠ 593/2020). Ειδικότερα, η διατύπωση του αναιρετικού λόγου συνίσταται στην περιγραφή των σφαλμάτων της προσβαλλομένης απόφασης, που αποτελούν τις νόμιμες προϋποθέσεις για τη συνδρομή ενός από τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 ή του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., με την αναφορά του αριθμού ή των αριθμών των λόγων αναίρεσης των παραπάνω άρθρων 559 ή 560 Κ.Πολ.Δ., για τους οποίους ψέγει, με τα όσα αποδίδει, την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 718/2020, ΑΠ 100/2019, ΑΠ 563/2019), ενώ εξάλλου για το ορισμένο του λόγου δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης χωρίς προσδιορισμό, κατά τα ως άνω, των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 718/2020, ΑΠ 593/2020, ΑΠ 563/2019). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση της διάταξης του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, απαριθμούνται περιοριστικά σ` αυτή, όπως συνάγεται από τη λέξη "μόνον", η διάταξη δε αυτή είναι ειδική, ως προς τους επιτρεπομένους λόγους αναίρεσης, κατά των ως άνω αποφάσεων και συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να προβληθεί οποιοσδήποτε άλλος λόγος αναίρεσης κατά των εν λόγω αποφάσεων και ως εκ τούτου αποκλείεται η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων (ΑΠ 399/2020, ΑΠ 313/2017, ΑΠ 608/2015). Οι ανωτέρω δε λόγοι αναίρεσης του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. αντιστοιχούν προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 399/2020, ΑΠ 935/2020, ΑΠ 69/2019, ΑΠ 894/2018) και επομένως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αποκλείεται η προβολή αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 3, 6, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αφού οι λόγοι αυτοί δεν περιλαμβάνονται στην, κατά τα άνω, ειδική για τις εν λόγω αποφάσεις και περιοριστική απαρίθμηση του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του Ν. 3869/2010), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 31/2009, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 757/2015). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ( όπως και από τον αριθμό 1 του άρθρου 559), πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δηλαδή που εντοπίζεται η παραβίαση και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, πρέπει, επίσης, να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ. ΑΠ 9/2016, Ολ. ΑΠ 20/2005, Ολ. ΑΠ 28/1998, Ολ. ΑΠ 32/1996, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 945/2018). Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 αριθμός 5 Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ` όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, λόγω της εφαρμογής του ανακριτικού συστήματος, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, το οποίο καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις και ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 425/2022, ΑΠ 769/2015, ΑΠ 236/2015), δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδάφιο α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για την, παρά το νόμο, λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (ΑΠ 154/2018, ΑΠ 636/2017, ΑΠ 528/2017) και, συνακόλουθα, από τον αριθμό 5 εδάφιο α' του (νέου) άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 883/2021, ΑΠ 686/2021, ΑΠ 257/2020). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει την ορθότητα της εκκληθείσας πρωτόδικης αποφάσεως, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης και όχι τον ισχύοντα κατά την κατ' έφεση δίκη νεότερο νόμο, εκτός αν με αυτόν ορίζεται διαφορετικά ως προς την αναδρομική έναρξη της ισχύος του. Περαιτέρω, με το άρθρο 744 του ΚΠολΔ εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 του ίδιου Κώδικα και έτσι καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, που παρέχει, όπως προαναφέρθηκε, στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και πρωτοβουλίας συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης των πραγματικών γεγονότων που ασκούν επίδραση. Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τόσο τις γνήσιες όσο και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές, που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και της συντομίας από την οποία κυριαρχείται (βλ. άρθρο 3 του ν. 3869/2010). Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και για το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέσου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και άρα είναι απεριόριστη. Εξαιτίας του ανακριτικού αυτού συστήματος δεν εφαρμόζεται στην κατ' έφεση δίκη το άρθρο 533 παρ. 2 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση, και συνεπώς το Μονομελές Πρωτοδικείο, ως Εφετείο, εφαρμόζει το νόμο που ισχύει κατά την έκδοση της δικής του απόφασης (ΑΠ 542/2022, ΑΠ 633/2018, ΑΠ 64/2017, ΑΠ 236/2015). Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 148/2020 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, που αναφέρει, τα ακόλουθα: "Ο αιτών και ήδη εφεσίβλητος, Γ. Μ., ο οποίος διανύει σήμερα (χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου) το πεντηκοστό πρώτο έτος της ηλικίας του (αφού γεννήθηκε το έτος 1967, ως προκύπτει από το προσκομιζόμενο φωτοαντίγραφο της αστυνομικής του ταυτότητας), είναι έγγαμος με την Β. Μ.. Από τον γάμο τους αυτό έχουν αποκτήσει ένα τέκνο και συγκεκριμένα τον Ν. - Ρ. Μ., ο οποίος γεννήθηκε στις 3-2-1999 και ήδη, κατά το ακαδημαϊκό έτος 2017-2018 φοιτούσε στο πρώτο εξάμηνο του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης και συνεπώς συνεχίζει να εμπίπτει στην έννοια των προστατευόμενων μελών της οικογένειας (βλ. την προσκομιζόμενη από τον εφεσίβλητο, από 22-3-2018 βεβαίωση της Γραμματέα του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης και βεβαίωση του Τμήματος Αστικής και Δημοτικής Κατάστασης). Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι ο εφεσίβλητος - αιτών εργάζεται ως οδηγός ασθενοφόρου στο ΕΚΑΒ, η δε σύζυγος του απασχολείται και αυτή ως μέλος πληρώματος του ΕΚΑΒ. Όσον αφορά δε τα εισοδήματα του αιτούντος -εφεσίβλητου ( οικογενειακά και ατομικά), κατά τα έτη 2011 και μέχρι το έτος 2017, ως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα φορολογικά έγγραφα, σαφώς βαίνουν μειούμενα κατά την πάροδο των ετών, και συγκεκριμένα: 1) το οικονομικό έτος 2011, το ετήσιο ατομικό εισόδημα του αιτούντος - εφεσίβλητου ανερχόταν στο ποσό των 20.882,49 ευρώ, ενώ της συζύγου του στο ποσό των 13.990,08 ευρώ και συνεπώς συνολικά στο ποσό των 34.872,57 ευρώ, 2) το οικονομικό έτος 2012, το ετήσιο ατομικό εισόδημα του αιτούντος - εφεσίβλητου ανερχόταν στο ποσό των 18.959,02 ευρώ, ενώ της συζύγου του στο ποσό των 15.474,95 ευρώ και συνεπώς συνολικά στο ποσό των 34.433,97ευρώ, 3) το φορολογικό έτος 2014, το ετήσιο ατομικό εισόδημα του αιτούντος - εφεσίβλητου ανερχόταν στο ποσό των 17.953,79 ευρώ, ενώ της συζύγου του στο ποσό των 13.385,34 ευρώ και συνεπώς συνολικά στο ποσό των 31.339,13 ευρώ, 4) Το φορολογικό έτος 2015, το ετήσιο εισόδημα του αιτούντος - εφεσίβλητου ανερχόταν στο ποσό των 17.701,54 ευρώ και της συζύγου του στο ποσό των 13.133,57 ευρώ, και συνεπώς συνολικά στο ποσό των 30.835,11 ευρώ, 5) το φορολογικό έτος 2017, το ατομικό ετήσιο εισόδημα του εφεσίβλητου - αιτούντος ανερχόταν στο ποσό των 18.232,94 ευρώ, ενώ της συζύγου του στο ποσό των 13.914,41 ευρώ και συνεπώς συνολικά στο ποσό των 32.147,35 ευρώ. Ας σημειωθεί, δε ότι για τα έτη 2013 και 2016 ο αιτών ( και ήδη εφεσίβλητος) δεν προσκομίζει δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, ούτε εκκαθαριστικά σημειώματα από τα οποία να προκύπτουν τα ετήσια εισοδήματα του ίδιου και της συζύγου του, παρά μόνο α) για το έτος 2013, προσκομίζει μία βεβαίωση περί των μηνιαίων αποδοχών του, οι οποίες ανερχόταν στο ποσό των 1.078,76 ευρώ μηνιαίως (λαμβανομένου υπόψη ότι από τις κρατήσεις του μισθού του, ως αυτές αποτυπώνονται στην βεβαίωση αποδοχών, τα ποσά των 162,90 ευρώ, των 136,67 ευρώ και των 95,67 αφορούσαν παρακράτηση δόσεων δανείων που είχε λάβει ο εφεσίβλητος) και β) για το 2016 προσκομίζει βεβαίωση αποδοχών Ιανουαρίου 2016, από την οποία προκύπτει ότι οι μηνιαίες αποδοχές του ανερχόταν στο ποσό των 1.100 ευρώ (λαμβανομένου υπόψη ότι από τις κρατήσεις του μισθού του, ως αυτές αποτυπώνονται στην ως άνω βεβαίωση, τα ποσά των 129,22 ευρώ και 162,90 ευρώ, αφορούσαν δόσεις δανείων που είχε λάβει ο εφεσίβλητος από ΤΕΑΔΥ και ΤΠΔ αντιστοίχως). Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι σε χρόνο προγενέστερο του έτους (γεγονός άλλωστε που δεν αμφισβητείται από την εκκαλούσα), από την κατάθεση της αίτησης ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ο αιτών (και ήδη εφεσίβλητος), είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία, κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης, με εξαίρεση τα εμπραγμάτως ασφαλισμένα δάνεια, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασης (άρθρο 6 παρ. 3 Ν. 3869/2010). Ειδικότερα, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του εφεσίβλητου, κατά το έτος 2015, ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 251.746,62 ευρώ :και συγκεκριμένα: 1) οφειλή από την υπ' αριθμ...) σύμβαση δανείου, συνολικού ποσού 163.258,80 ευρώ, 2) οφειλή από την υπ' αριθμ. ... (υπ' αριθμ. λογαριασμού ...) σύμβαση δανείου, συνολικού ποσού 8.218,75 ευρώ και 3) οφειλή από την υπ' αριθμ. ... (υπ' αριθμ. λογαριασμού ...) σύμβαση δανείου, συνολικού ποσού 80.269,07 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος - αιτών, ο οποίος έχει πάψει να εξυπηρετεί τα ανωτέρω δάνειά του, στερείται της πτωχευτικής ικανότητας, αφού δεν έχει την εμπορική ιδιότητα, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, έχει περιέλθει δε χωρίς δική του υπαιτιότητα, λόγω της μείωσης του εισοδήματός του, τόσο του ατομικού, αλλά και του οικογενειακού, καθώς και μετά την αύξηση της άμεσης και έμμεσης φορολογίας και του κόστους των ανελαστικών δαπανών για κάθε οικογένεια, σε μόνιμη - μερική όμως κατά τα κατωτέρω αναγραφόμενα - αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς την πιστώτριά του. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, τα έσοδα του εφεσίβλητου - αιτούντος, συγκρινόμενα με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του από τις παραπάνω δανειακές συμβάσεις, δεν του επιτρέπουν να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση των χρεών του, αφού από το 2011 και μέχρι το 2017, τα ετήσια εισοδήματά του βαίνουν συνεχώς μειούμενα. Η αδυναμία του αυτή οφείλεται στα ανωτέρω δάνεια που έχει λάβει, τα οποία επιβαρύνονται με υψηλά επιτόκια και το ύψος της μηνιαίας δόσης, που απαιτείται για την εξυπηρέτησή τους, σε συνδυασμό με τις απαιτούμενες αυξημένες αναγκαίες δαπάνες διαβίωσης του ίδιου και της οικογένειάς του, δεν του επιτρέπουν να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση των χρεών του. Η αδυναμία πληρωμής καθορίζεται με βάση τη σχέση οφειλών και παροντικής ρευστότητας του αιτούντος, αφού ληφθεί υπόψη και η προβλεπόμενη για το εγγύς μέλλον εξέλιξη της ρευστότητάς του. Εφόσον η σχέση αυτή είναι αρνητική, υπό την έννοια ότι, μετά από την αφαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και της οικογένειάς του, η υπολειπόμενη ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί πλήρως τουλάχιστον στις οφειλές του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμών. Εξάλλου, η αρνητική αυτή σχέση μεταξύ της ρευστότητας του αιτούντος και των οφειλών του κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται να βελτιωθεί τουλάχιστον στο εγγύς μέλλον λόγω της αρνητικής οικονομικής συγκυρίας, της οικονομικής κρίσης που μαστίζει τη χώρα και έχει πλήξει κάθε τομέα της ελληνικής αγοράς, και των συνεχώς αυξανόμενων δανειακών του υποχρεώσεων εξαιτίας της επιβάρυνσης τους με τόκους υπερημερίας. Έτσι συντρέχει στην περίπτωση του αιτούντος (και ήδη εφεσίβλητου) μόνιμη και διαρκής αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς την πιστώτριά του, αποκρυπτομένου του ισχυρισμού της εκκαλούσας (που προβάλλεται και με σχετικό λόγο έφεσης), περί μη υπαγωγής του αιτούντος στη ρύθμιση του ν. 3869/2010, λόγω ελλείψεως της προϋπόθεσης της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των οφειλών του, ως ουσιαστικά αβασίμου. Επίσης και ο περί δόλιας αδυναμίας πληρωμής, ισχυρισμός της εκκαλούσας (που προβάλλεται με σχετικό λόγο έφεσης), λόγω υπερδανεισμού του εφεσίβλητου - αιτούντος στερείται βασιμότητας, καθόσον κατά το χρόνο που ανέλαβε ο αιτών τις παραπάνω δανειακές του υποχρεώσεις το εισόδημά του και δη το οικογενειακό, ήταν τέτοιο που του επέτρεπε την εξυπηρέτηση των δανείων του. Η προπαρατιθέμενη δε μείωση του εισοδήματός του και η αύξηση της φορολογίας αποτέλεσαν τις βασικές αιτίες της αδυναμίας του να εξυπηρετήσει τα χρέη του. Σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι ο αιτών επεδίωξε με τις πράξεις ή παραλείψεις του την αδυναμία των πληρωμών του ή προέβλεψε ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν άλλαξε συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, δεν προέκυψε ότι ο αιτών, συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση την υφιστάμενη ή ευλόγως αναμενόμενη μελλοντική οικονομική του δυνατότητα, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό [...]. Με βάση τα ανωτέρω αναφερθέντα συντρέχουν στα πρόσωπο του εφεσίβλητου - αιτούντος, οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 και ειδικότερα σε αυτή του άρθρου 8 παρ. 2. Όσον αφορά δε το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης αυτής, όπως προαναφέρθηκε, το οικογενειακό εισόδημα του εφεσίβλητου - αιτούντος, ο οποίος διαμένει σε ιδιόκτητη οικία και ως εκ τούτου δεν επιβαρύνεται με μίσθωμα, ανέρχεται, κατά μέσο όρο, στο ποσό των 2.200,00 ευρώ μηνιαίως, στις δε οικογενειακές του δαπάνες περιλαμβάνονται αυτές που απαιτούνται προς ικανοποίηση των βασικών βιοτικών αναγκών του ίδιου και της συζύγου του, αλλά και του υιού του, ο οποίος, ως ήδη προαναφέρθηκε, είναι φοιτητής σε σχολή της Κρήτης (και δη δαπάνες διατροφής, ένδυσης, υπόδησης, δαπάνες θέρμανσης και καταβολής λογαριασμών οργανισμούς κοινής ωφέλειας) και συνεπώς οι μηνιαίες οικογενειακές δαπάνες του εφεσίβλητου ανέρχονται στο ποσό των 1.500,00 ευρώ μηνιαίως. Ενόψει τούτων, το προς διάθεση στην πιστώτριά του ποσό πρέπει να οριστεί σε 700,00 ευρώ το μήνα, το οποίο βρίσκεται μέσα στις οικονομικές δυνατότητες του αιτούντος - εφεσίβλητου, δεδομένου ότι οι δαπάνες διαβίωσής του, που αφορούν τον αιτούντα και την οικογένειά του ανέρχονται στο ποσό των 1.500,00 ευρώ μηνιαίως, στο οποίο και πρέπει ο αιτών από την πλευρά του να περιοριστεί μειώνοντας στο ελάχιστο τις οικογενειακές του δαπάνες και μόνο στις απολύτως απαραίτητες, για το προβλεπόμενο από το νόμο χρονικό διάστημα, προκειμένου, μετά την υπαγωγή του στις διατάξεις του ν. 3869/2010, να μπορέσει να ανταποκριθεί στη πλήρη ικανοποίηση των οφειλών του, αφού, η ικανοποίηση αυτή από τα εισοδήματά του για μια χρονική περίοδο προβάλλει ως δοκιμασία, προκειμένου να επιτύχει ο εφεσίβλητος - αιτών μετά το πέρας της, το ευεργετικό αποτέλεσμα της απαλλαγής του από τα χρέη. Ως εκ τούτου, θα πρέπει οι ατομικές και οικογενειακές του δαπάνες να περιοριστούν, προκειμένου να εξευρεθεί μεγαλύτερο ποσό χρημάτων προς ικανοποίηση τόσο της καθ' ής η αίτηση - πιστώτριάς του, όσο και των στοιχειωδών βιοτικών αναγκών του ίδιου και της οικογένειάς του. Ο αιτών, κατά τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2016 και μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Ιανουάριο του 2017), συμμορφούμενος στην από 23-9-2016 εκδοθείσα προσωρινή διαταγή της Ειρηνοδίκη Λάρισας, προέβη σε καταβολές προς την εκκαλούσα (βλ. τα αντίστοιχα προσκομιζόμενα αντίγραφα γραμματίων είσπραξης, που προσκομίστηκαν από τον αιτούντα), συνολικού ύψους 240,00 ευρώ, οι οποίες και πρέπει να συνυπολογιστούν (άρθρο 5 παρ. 3 του Ν. 3869/2010, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την τροποποίηση της με το άρθρο 59 παρ. 2 του Ν. 4549/2018), στις καταβολές που ορίζονται με την παρούσα απόφαση. Το Δικαστήριο συνεπώς, θα υποχρεώσει τον εφεσίβλητο -αιτούντα να καταβάλει στην εκκαλούσα το ποσό των 693,33 ευρώ (36 μήνες Χ 700,00 ευρώ = 25.200 ευρώ - 240,00 ευρώ, με βάση την προσωρινή διαταγή = 24.960,00 ευρώ : 36 μήνες). Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι ο αιτών (και ήδη εφεσίβλητος) μπορούσε να καταβάλλει στην πιστώτριά του το ποσό των 120,00 ευρώ μηνιαίως, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου έφεσης, αφού ως προαναφέρθηκε το προς διάθεση στην εκκαλούσα από τον εφεσίβλητο ποσό πρέπει να οριστεί στα 700,00 ευρώ μηνιαίως. Οι ως άνω μηνιαίες καταβολές θα καταβάλλονται την πρώτη ημέρα εκάστου μηνός και για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών (άρθρο 8 παρ. 2 εδ. δ' του Ν. 3869/2010, όπως προστέθηκε με το άρθρο 61 παρ. 2 του Ν. 4549/2018 δεδομένου ότι το παρόν Δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, εφαρμόζει το νόμο που ισχύει κατά την έκδοση - δημοσίευση της δικής του απόφασης) και με χρόνο αφετηρίας των δόσεων, αυτόν της δημοσίευσης της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Μετά την ολοκλήρωση των καταβολών αυτών στο τέλος της 3ετίας η εκκαλούσα θα έχει λάβει το ποσό των 24,960,00 ευρώ και θα απομείνει ως υπόλοιπο των οφειλών του εφεσίβλητου το ποσό των (251.746,62 - 24.959,88) 226.786,72 ευρώ. Συνεπώς, η ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, θα πρέπει να συνδυαστεί με την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ιδίου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 4346/2015 και άρθρο 62 του ν. 4549/2018, εφόσον υποβάλλεται αίτημα από τον αιτούντα για την εξαίρεση της οικίας από την εκποίηση. Επομένως, ο αιτών (και ήδη εφεσίβλητος) θα πρέπει να ενταχθεί στη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει σήμερα (αφού ως προαναφέρθηκε, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης εφαρμόζει το νόμο που ισχύει κατά την έκδοση - δημοσίευση της δικής του απόφασης) για μηνιαίες καταβολές, προκειμένου να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία του, καθότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 για την ένταξη της στη ρύθμιση αυτή. Ειδικότερα, ο εφεσίβλητος - αιτών έχει στην κυριότητά του το εξής ακίνητο, που αποτελεί και την κύρια κατοικία του και συγκεκριμένα είναι συγκύριος κατά 50% εξ αδιαιρέτου: ι) ενός διαμερίσματος, υπό στοιχ… επιφάνειας 90.70 τ.μ. που συνορεύει βόρεια με την οδό…, νότια με κοινόχρηστο διάδρομο και με ακάλυπτο χώρο οικοδομής, ανατολικά με το ..διαμέρισμα ιδίου ορόφου, κοινόχρηστο διάδρομο κλιμακοστάσιο οικοδομής και ακάλυπτο χώρο οικοδομής και δυτικά με κληροδότημα της ΕΤΕ και με ακάλυπτο χώρο, αντικειμενικής αξίας του εξ αδιαιρέτου ποσοστού του αιτούντος 46.114,82 ευρώ (ως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τον εφεσίβλητο δήλωση ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων έτους 2015) και ιι) της υπό στοιχεία ..αποθήκης του υπογείου, επιφάνειας 10 τ.μ. που συνορεύει ανατολικά με την Α.. αποθήκη του υπογείου, βόρεια με την ..., δυτικά με κοινόχρηστο διάδρομο και νότια με την Α..αποθήκη του υπογείου υπέρ της οποίας έχει συσταθεί δουλεία υπό στοιχεία Ρ.. ως χώρος στάθμευσης αυτοκινήτου του ακαλύπτου χώρου εντός της πόλης Λάρισας στην ... αριθμ. 15-17, αντικειμενικής αξίας (του εξ αδιαιρέτου ποσοστού του εφεσίβλητου - αιτούντος ποσού 1.670,63 ευρώ και συνολικής αντικειμενικής αξίας ποσού 47.785,45 (46.114,82 " διαμερίσματος + 1670,63 του βοηθητικού χώρου) ευρώ, ως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τον εφεσίβλητο δήλωση ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων. Συνεπώς, εν προκειμένω συντρέχουν, όπως προαναφέρθηκε, οι προϋποθέσεις του νόμου για την ένταξη της κύριας κατοικίας του εφεσίβλητου αιτούντος στη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 για εξαίρεση από την εκποίηση. Ας σημειωθεί εν προκειμένω, τόσο η αποθήκη της οικίας αλλά και η θέση στάθμευσης, ως βοηθητικοί χώροι της κύριας κατοικίας κατά τη σύγχρονη αντίληψη - των συναλλαγών, περιλαμβάνονται στη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 περί εξαίρεσης από την εκποίηση. Στο πλαίσιο της ρύθμισης αυτής του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, θα πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές ίσες με το ποσό του ανταλλάγματος που θα επιτυγχανόταν από την αναγκαστική εκποίηση του ακινήτου της κατοικίας. Η εμπορική αξία της ανωτέρω οικίας, και δη κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του εφεσίβλητου, λαμβανομένου υπόψη: της παλαιότητάς της, της περιοχής στην οποία βρίσκεται, της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας, συνολικού ποσού 95.570,90 ευρώ (47.785,45 ευρώ του ποσοστού συγκυριότητας του αιτούντος), αλλά και του γεγονότος ότι στην κατοικία του εφεσίβλητου έγιναν εκτεταμένες εργασίες ανακαίνισης, αφού, ως κατέθεσε ενόρκως η μάρτυρας του εφεσίβλητου ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου τα χρήματα του δανεισμού δαπανήθηκαν για την ανακαίνιση της κατοικίας, δεν υπολείπεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, του ποσού των 140.000,00 ευρώ (ας σημειωθεί ότι η αντικειμενική αξία του διαμερίσματος συγκυριότητας του εφεσίβλητου, κατά το χρόνο αγοράς του - το 2002 - ήτοι πριν την ανακαίνισή του, ανερχόταν στο ποσό των 93.244,91 ευρώ, ως προκύπτει από το υπ' αριθμ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο). Το ποσό λοιπόν στο οποίο εκτιμάται ότι θα εκποιηθεί η ανωτέρω οικία του αιτούντος και δη κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του τελευταίου (50%) στα πλαίσια αναγκαστικής εκτέλεσης (άρθρο 993 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. '2 του άρθρου όγδοου του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), ανέρχεται στο ποσό αυτό, των 70.000,00 ευρώ, τα δε έξοδα εκτέλεσης ανέρχονται σε 2.000,00 ευρώ (αμοιβή και έξοδα δικαστικού επιμελητή 1.600,00 ευρώ και αμοιβή υπαλλήλου πλειστηριασμού 400,00 ευρώ). Το ποσό αυτό των 68.000 (70.000,00 - 2.000,00) ευρώ, αποτελεί το υποχρεωτικό κατά το νόμο αντάλλαγμα για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του εφεσίβλητου - αιτούντος. Επομένως, στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, θα πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές, συνολικού ποσού 68.000 ευρώ, ο δε χρόνος αποπληρωμής τους θα πρέπει να οριστεί σε 15 έτη, λαμβανομένου υπόψη του ύψους του ανταλλάγματος που πρέπει να πληρώσει ο αιτών για τη διάσωση της κατοικίας του, της οικονομικής του δυνατότητας και της ηλικίας του. Το ανωτέρω ποσό (των 68.000,00 ευρώ), υποχρεούται να καταβάλει κατά τον κατωτέρω περιγραφόμενο τρόπο ο αιτών καθώς τα χρέη του υπερβαίνουν το ποσό αυτό. Έτσι το ποσό κάθε μηνιαίας δόσης του εφεσίβλητου - αιτούντος προς την πιστώτρια του ανέρχεται στα 377,77 ευρώ {ήτοι 68.000,00 ευρώ : 180 (15 έτη Χ 12 μήνες}. Καθ' ό χρόνο όμως ο αιτών (και ήδη εφεσίβλητος) υποχρεούται στις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2, πρέπει να οριστεί και "περίοδο χάριτος" δηλαδή χρονική αρχική περίοδο, κατά την οποία ο οφειλέτης (εφεσίβλητος) δεν θα καταβάλει κανένα ποσό οφειλής στο πλαίσιο του άρθρου 9 παρ. 2 του νόμου. Η διάρκεια χάριτος, για την χορήγηση της οποίας δεν απαιτείται αίτημα του οφειλέτη, ναι μεν δεν προβλέπεται ρητώς πλέον στο νόμο, ωστόσο, αφήνεται στην εύλογη κρίση του Δικαστηρίου και θεωρείται σκόπιμο να χορηγείται στον οφειλέτη περίοδος χάριτος τόσης διάρκειας, ώστε ο οφειλέτης να μπορεί να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις, τόσο του άρθρου 8 παρ. 2 του νόμου, όσο και τις υποχρεώσεις με βάση το άρθρο 9 παρ. 2 του νόμου και να μην επιβαρύνεται συγχρόνως με καταβολές και από τις δύο πηγές, ερμηνεία που προκύπτει και από την ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 β' (ως αυτό προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 62 του ν. 4549/2018), στο οποίο ορίζεται ότι "κατά το χρονικό διάστημα των καταβολών της παρ. 2 του άρθρου 8 το δικαστήριο κατανέμει το ποσό που μπορεί να καταβάλει ο οφειλέτης μεταξύ της ρύθμισης των οφειλών του άρθρου 8 και του σχεδίου διευθέτησης των οφειλών του παρόντος άρθρου, διασφαλίζοντας ότι οι πιστωτές δεν θα βρεθούν χωρίς τη συναίνεσή τους σε χειρότερη οικονομική θέση από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης". Εν προκειμένω, οι ανωτέρω μηνιαίες δόσεις, ποσού 377,77 ευρώ εκάστη, θα αρχίσουν να καταβάλλονται την πρώτη ημέρα εκάστου μηνός, αρχής γενομένης από τον αμέσως επόμενο μετά την λήξη των καταβολών στα πλαίσια της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2 μήνα (ήτοι περίοδο χάριτος 36 μηνών, με χρόνο αφετηρίας της περιόδου χάριτος αυτόν της δημοσίευσης της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου) και δη εντόκως, χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι ο εφεσίβλητος - αιτών έχει την ψιλή κυριότητα των κάτωθι περιγραφόμενων ακινήτων: 1) ενός οικοπέδου, έκτασης 1700 τ.μ. στο δ.δ του Δήμου Καλαμπάκας μετά των εντός αυτού κτισμάτων του, μίας ισογείου αποθήκης 75 τ.μ. και μιας ισόγειας οικοδομής 123,65 τ.μ., το οποίο συνορεύει με δημοτικό δρόμο πλάτους 8 μέτρων και με ιδιοκτησίες Ε. Σ., φωτεινής ..., εμπορικής αξίας (του δικαιώματος της ψιλής κυριότητας) που δεν υπολείπεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου (λαμβανομένης υπόψη και της αντικειμενικής του αξίας, ως αυτή ορίζεται στην προσκομιζόμενη δήλωση φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων έτους 2015) του ποσού των ποσού 33.000,00 ευρώ, 2) ενός ξερικού αγροτεμαχίου με ελιές έκτασης 3000 τ.μ. στην κτηματική περιφέρεια του δ.δ. ….ς του Δήμου Καλαμπάκας στη θέση "..." [...], εμπορικής αξίας, που κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν υπολείπεται του ποσού των 2.500,00 ευρώ , 3) ενός (1) ξηρικού αγροτεμαχίου με ελιές έκτασης 3000 τ.μ. στην κτηματική περιφέρεια του δ.δ. …του ….και στη θέση "…." [...], εμπορικής αξίας, που κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν υπολείπεται του ποσού των 2.500,00 ευρώ, 4) ενός ξερικού αγρού έκτασης 1.000 τ.μ. που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δημοτικού Διαμερίσματος ... της περιφέρειας του Ειρηνοδικείου και Υποθηκοφυλακείου Καλαμπάκας στη θέση "..." [...], και η εμπορική αξία του οποίου, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν υπολείπεται του ποσού των 1.500,00 ευρώ, 5) ενός ξερικού αγροτεμαχίου έκτασης 1.500 τ.μ. στην κτηματική περιφέρεια του δ.δ. ...ς" [...] η εμπορική αξία του οποίου, κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν υπολείπεται του ποσού των 1.500,00 ευρώ, και 6) κατά ποσοστό 68,42% αδιαίρετα (ως προκύπτει από το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο γονικής παροχής ψιλής κυριότητας της Συμβολαιογράφου ...) από το με αριθμό …ξερικό αγροτεμάχιο έκτασης 31.663 τ.μ. που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του δ.δ. ... του Δήμου Καλαμπάκας στη θέση ..." [...] εμπορικής αξίας, που κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν υπολείπεται του ποσού των 12.000,00 ευρώ. Ας σημειωθεί, εν προκειμένω, ότι δεν προσκομίζεται από κάποιο διάδικο μέρος κάποια έκθεση εκτιμητή περί της εμπορικής αξίας των ανωτέρω ακινήτων, η κρίση όμως του δικαστηρίου σχηματίζεται από το σύνολο των προσκομιζόμενων εκατέρωθεν αποδεικτικών μέσων και ως εκ τούτου δεν κρίνεται απαραίτητη η έκδοση μη οριστικής απόφασης προκειμένου να προσκομιστεί η έκθεση εκτιμητή για την αξία των ανωτέρω ακινήτων, η οποία σε κάθε περίπτωση, δεν είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, αλλά εκτιμάται ελεύθερα. Ο αιτών (και ήδη εφεσίβλητος) έχει επίσης στην κυριότητα του ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας SEAT με αριθμό κυκλοφορίας ..., έτους πρώτης κυκλοφορίας 1998 για τις μετακινήσεις του, το οποίο λόγω της παλαιότητάς του και της μικρής του αξίας, είναι ασύμφορο εκποίησης. Ωστόσο, δεν ισχύουν τα ίδια ως προς την εκποίηση των αμέσως ανωτέρω περιγραφόμενων ακινήτων (οικοπέδου και αγροτεμαχίων), που διαθέτει ο εφεσίβλητος - αιτών. Ειδικότερα, οι παραπάνω ρυθμίσεις (του άρθρου 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010) θα πρέπει να συνδυαστούν με αυτή του άρθρου 9 παρ. 1, με την εκποίηση δηλαδή όλων των ανωτέρω περιγραφόμενων ακινήτων, καθόσον κρίνεται, ενόψει - κυρίως - της ανωτέρω εμπορικής αξίας του οικοπέδου, αλλά και των αγροτεμαχίων - ότι η εκποίηση μπορεί να αποφέρει αξιόλογο τίμημα, για την εν μέρει ικανοποίηση της πιστωτή του εφεσίβλητου (άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 3869/2010). Για τον τελευταίο αυτό λόγο και με δεδομένο ότι με τις, για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, μηνιαίες καταβολές στα πλαίσια του άρθρου 8 παρ. 2, ποσού 693,33 ευρώ προς την πιστώτρια του αιτούντος, όπως επίσης και με τη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, ήτοι των δόσεων επί 15ετία συνολικού ποσού 68.000,00 ευρώ, θα ικανοποιηθεί μόνο σε πολύ μικρό ποσοστό η εκκαλούσα, πρέπει να διαταχθεί κατ' άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και η εκποίηση των προπεριγραφόμενων ακινήτων (οικοπέδων και αγροτεμαχίων), που βρίσκονται στην Καλαμπάκα Νομού Τρικάλων. Για τη διαδικασία εκποίησης των ανωτέρω ακινήτων του εφεσίβλητου, που κρίθηκε ότι πρέπει να εκποιηθούν δεν περιέχεται ειδική ρύθμιση στο ν. 3869/2010 και εγείρεται επομένως το ζήτημα εάν για τη διαδικασία της εκποίησης πρέπει να εφαρμοστούν οι διαδικασίες πλειστηριασμού που προβλέπει ο Πτωχευτικός Κώδικας. Η απάντηση πρέπει σαφώς να είναι αρνητική για τους εξής λόγους : α) ο νόμος κάνει λόγο για "πρόσφορη εκποίηση" και όχι για διαδικασίες πλειστηριασμού, β) η αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του Πτωχευτικού Κώδικα επιφυλάσσεται μόνο ως προς τις διατάξεις περί συνδίκου και όχι για τη διαδικασία εκποίησης, γ) η διαδικασία πλειστηριασμού που προβλέπει ο Πτωχευτικός Κώδικας αναθέτει σημαντικό ρόλο και στον εισηγητή πτωχεύσεως, πρόσωπο δηλ. το οποίο δεν προβλέπεται με παρόμοια μορφή στη διαδικασία της ρύθμισης των οφειλών του συγκεκριμένου νόμου και δ) διαφορετική εκδοχή θα οδηγούσε σε αδιέξοδο να μην μπορούν να γίνουν οι διαδικασίες πλειστηριασμού για τον απλό λόγο ότι δεν προβλέπεται κάποια παρακατάθεση ποσού για τις διαδικασίες και δημοσιεύσεις, όπως προβλέπει η παρ. 4 του άρθρου 5 του Πτωχευτικού Κώδικα. Επομένως, ο εκκαθαριστής, ο οποίος θα διοριστεί από το Δικαστήριο, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 9, θα προβεί στην εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων που θα του υποδείξει το Δικαστήριο, χωρίς τις προϋποθέσεις του εκούσιου πλειστηριασμού, με απόλυτη ελευθερία κινήσεων, αλλά πάντα στα πλαίσια που θα του ορίσει το Δικαστήριο, ως προς την εκτιμώμενη αξία των ακινήτων και κάποιο ελάχιστο τίμημα [...], θα προβεί δε, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 9 του Πτωχευτικού Κώδικα (άρθρο 15 Ν. 3869/2010), στην εγγραφή της παρούσας απόφασης στα βιβλία του οικείου Υποθηκοφυλακείου. Ως εκκαθαριστής θα οριστεί Δικηγόρος από τον κατάλογο που έχει καταρτιστεί από το Δικηγορικό Σύλλογο Λάρισας, εφόσον δεν έχει προταθεί συγκεκριμένο πρόσωπο από την πιστώτρια (εκκαλούσα), ο οποίος και θα ενημερωθεί για την ανάληψη των καθηκόντων του από το Γραμματέα του παρόντος Δικαστηρίου με σχετική σημείωση στο αλφαβητικό αρχείο του άρθρου 13 του νόμου, που τηρείται στο Ειρηνοδικείο Λάρισας, το έργο του οποίου θα συνίσταται, πέραν των προβλεπομένων από το νόμο γενικών καθηκόντων του (άρθρο 9 παρ. 1 εδ. 3 του νόμου) στην πρόσφορη, κατά την κρίση του, εκποίηση των ως άνω ακινήτων του εφεσίβλητου και στη συνέχεια στην ικανοποίηση της πιστώτριας. Ως ελάχιστο τίμημα ορίζεται το ποσό της εμπορικής αξίας των ακινήτων, ως ειδικότερα αυτό αναγράφεται ανωτέρω για καθένα των ακινήτων και η τιμή πρώτης προσφοράς ίση με την εμπορική αξία εκάστου των ακινήτων (ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 995 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠολΔ). Η εκποίηση θα ολοκληρωθεί εντός δύο (2) ετών από την αποδοχή του διορισμού του εκκαθαριστή. Το τελικό ποσό που θα επιτευχθεί από την εκποίηση θα διανεμηθεί κατά τον τρόπο που αναφέρεται ανωτέρω, βάσει πίνακα διανομής που θα συντάξει ο εκκαθαριστής κατά τους ορισμούς του νόμου, τον οποίο στη συνέχεια θα συσχετίσει στο φάκελο των εγγράφων της αιτούσας (εφεσίβλητης) που τηρείται στο Ειρηνοδικείο Λάρισας. Προκειμένου δε να αντιμετωπιστούν τα πρώτα έξοδα της εκποίησης κρίνεται απαραίτητο από το Δικαστήριο, κατά αναλογική εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρου 5 του Πτωχευτικού Κώδικα, η οποία προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 15 Ν. 3869/2010, να υποχρεωθεί ο εφεσίβλητος - αιτών εντός μηνός από την κοινοποίηση της παρούσας να καταθέσει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό των 500,00 ευρώ και να προσκομίσει στη συνέχεια στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου το σχετικό γραμμάτιο, το οποίο θα παραλάβει ο εκκαθαριστής μόλις αναλάβει τα καθήκοντά του. Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι ο εφεσίβλητος - αιτών ήταν σε θέση να καταβάλλει - στα πλαίσια της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010 - στην πιστώτριά του, το ποσό των μόλις 120,00 ευρώ, και στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 (ως αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης της πρωτόδικης απόφασης), όρισε την αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας του εφεσίβλητου στο ποσό των 10.000,00 ευρώ, ορίζοντας, περαιτέρω, μηνιαίες καταβολές, συνολικού ποσού 8.000 ευρώ (το 80% της αντικειμενικής αξίας, ως η ρύθμιση αυτή ίσχυε με βάση τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου), αντί του ποσού των 41.932,66 ευρώ, που αποτελούσε την αντικειμενική αξία του ακινήτου, κρίνοντας περαιτέρω ότι δεν συνίστατο η εκποίηση των περιγραφόμενων ανωτέρω λοιπών ακινήτων ψιλής κυριότητας του εφεσίβλητου, επειδή δεν επρόκειτο να προκαλέσουν τα ακίνητα αυτά αγοραστικό ενδιαφέρον, αλλά ούτε και να αποφέρουν κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση της πιστωτή του εφεσίβλητου, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων. Πρέπει, λοιπόν, κατά παραδοχή και ως ουσιαστικά βάσιμων των σχετικών λόγων έφεσης και του προβαλλόμενου με αυτοτελές δικόγραφο πρόσθετου λόγου έφεσης, η ένδικη έφεση και ο πρόσθετος λόγος αυτής να γίνουν δεκτοί και ως βάσιμοι στην ουσία τους και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση. [...]. Ακολούθως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει δεκτά ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση, ως βάσιμη κατά την ουσιαστική της πλευρά, και να ρυθμιστούν οι αναφερόμενες στην αίτηση αυτή οφειλές του αιτούντος - εφεσίβλητου, όπως αναφέρεται στο διατακτικό. Η απαλλαγή του αιτούντος - εφεσίβλητου από κάθε υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλής έναντι της πιστωτή του, θα επέλθει σύμφωνα με το νόμο (άρθρ. 11 παρ. 1 ν. 3869/2010) μετά την κανονική εκτέλεση των υποχρεώσεων, που του επιβάλλονται με την απόφαση αυτή ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 148/2020 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και τον πρόσθετο αυτής λόγο, που ασκήθηκαν από την αναιρεσίβλητη πιστώτρια τράπεζα, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 188/2017 πρωτόδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Λάρισας [ με την οποία είχε γίνει δεκτή, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, η από 10-6-2013 αίτηση του αναιρεσείοντος, για την υπαγωγή του στις ρυθμιστικές διατάξεις του ν. 3869/2010], κράτησε και δίκασε την υπόθεση και αφού δέχθηκε ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη αίτηση του αναιρεσείοντος, ρύθμισε τα χρέη αυτού, κατ' άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, καθορίζοντας τις μηνιαίες καταβολές προς την αναιρεσίβλητη στο ποσό των 693,33 ευρώ εκάστη για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών [αντί του ποσού των 120 ευρώ μηνιαίως για τέσσερα (4) έτη που είχε ορίσει το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο], εξαίρεσε, κατ' άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, από την εκποίηση την κύρια κατοικία του αναιρεσείοντος, με την υποχρέωση να καταβάλει για τη διάσωσή της, το συνολικό ποσό των 68.000 ευρώ [αντί του ποσού των 8.000 ευρώ, που είχε ορίσει το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο] και περαιτέρω διέταξε την εκποίηση, κατ' άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όλων των λοιπών ακινήτων του αναιρεσείοντος. Ήδη, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, όπως κατά λέξη αναφέρει, ότι "το δικαστήριο παρά το νόμο δεν απέρριψε την έφεση της τράπεζας, αφού αποδέχεται αισθητή μείωση των εισοδημάτων μου και αύξηση της φορολογίας". Ο λόγος αυτός, κατά το ανωτέρω σκέλος του, πέραν της αοριστίας του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως στην ένδικη περίπτωση, επιτρέπεται αναίρεση μόνο για ορισμένους λόγους, που διαλαμβάνονται ειδικά και περιοριστικά στο άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ., στο οποίο δεν περιλαμβάνεται ο αντίστοιχος, από τον ως άνω αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικός λόγος. Με το δεύτερο σκέλος του ιδίου πρώτου αναιρετικού λόγου ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, όπως ορθά εκτιμάται, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ [και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όπως αναφέρει ο αναιρεσείων, αφού η πληττόμενη απόφαση, εκδόθηκε επί έφεσης κατά απόφασης του Ειρηνοδικείου]. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων αναφέρει στο αναιρετήριο μόνο το κείμενο της διάταξης αυτής (559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ) και ακολούθως προβαίνει σε ανάλυση του περιεχομένου της. Ο λόγος αυτός, κατά το ανωτέρω σκέλος του, είναι εντελώς αόριστος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, ούτε το αποδιδόμενο στο Δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δηλαδή σε τι συνίσταται η παραβίαση, ούτε και παρατίθενται οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, δεδομένου ότι το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση και υπό τα οποία φέρεται να συντελέστηκε η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Με το δεύτερο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, όπως κατά λέξη αναφέρει, ότι: "παρά το νόμο άρθρο 269 ΚΠολΔ δεν κήρυξε απαράδεκτο τον ισχυρισμό του αντιδίκου, προβληθέντα για πρώτη φορά με έγγραφες προτάσεις του και συγκεκριμένα ο ισχυρισμός του περί ικανότητάς μου να αποπληρώσω τα χρέη μου, ενώ διαπιστώθηκε η πενιχρή οικονομική μου δυνατότητα που η ίδια η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επιβάλει". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο με σαφήνεια τα, κατά τον αναιρεσείοντα, δεδομένα στοιχεία της περιπτωσιολογίας, τα οποία συγκροτούν το σφάλμα, που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, με την αναφορά του αριθμού ή των αριθμών των λόγων αναίρεσης του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., για τους οποίους ψέγει, με τα όσα ανωτέρω αποδίδει, την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο αναιρετικός της έλεγχος. Σε κάθε περίπτωση, αν ήθελε εκτιμηθεί ότι με τον κρινόμενο αναιρετικό λόγο προβάλλεται αιτίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επειδή το άνω, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, όπως ήδη προαναφέρθηκε, κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως στην ένδικη περίπτωση, επιτρέπεται αναίρεση μόνο για ορισμένους λόγους, που διαλαμβάνονται ειδικά και περιοριστικά στο άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ., στο οποίο δεν περιλαμβάνεται ο αντίστοιχος από τον ως άνω αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικός λόγος, ενώ περαιτέρω αν ήθελε εκτιμηθεί ότι με τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο προβάλλεται αιτίαση από τον αριθμό 5 περ. α' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, επειδή το άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν παραδεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ο λόγος αυτός είναι επίσης απαράδεκτος, καθόσον, όπως αναφέρθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως στην ένδικη περίπτωση, λόγω της εφαρμογής του ανακριτικού συστήματος, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδάφιο α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για την, παρά το νόμο, λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και, συνακόλουθα, από τον αριθμό 5 εδάφιο α' του (νέου) άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα. Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, [ όπως ορθά εκτιμάται, και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όπως αναφέρει ο αναιρεσείων], με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 8 και 9 του Ν. 3869/2010. Ειδικότερα, με τον αναιρετικό αυτό λόγο ο αναρεσείων αναφέρει τα ακόλουθα: "Για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαστηρίου (559 αρ. 1 ΚΠολΔ) και συγκεκριμένα για παραβίαση του άρθρου 1,8 και 9 του ν. 3869/2010 αφού άλλωστε η διαδικασία της Εκούσιας Δικαιοδοσίας βάσει του άρθρου 745 ΚΠολΔ ακολουθεί το ανακριτικό σύστημα και όχι την αρχή της συζητήσεως που καταλαμβάνει σχεδόν ολόκληρη την διαδικασία ενώπιον των πολιτικών Δικαστηρίων. Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο οφείλει να λάβει τα προσκομιζόμενα από τον εκκαλούντα έγγραφα υπόψη του και να μην απορρίψει την αίτηση. Η κατάφορη παραβίαση του ανακριτικού συστήματος στην οποία προέβη η εκκαλούμενη απόφαση οδήγησε στην απολύτως εσφαλμένη κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου περί αοριστίας χωρίς καν να εξετάσει την αίτηση του εκκαλούντος κατ' ουσίαν. Σε κάθε περίπτωση ο εκκαλών προέτρεξε στις ευεργετικές για τους δανειολήπτες διατάξεις του Ν. 3869/2010 από πραγματική ανάγκη διότι στη δύσκολη οικονομική συγκυρία που όλοι βιώνουμε δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις. Το προτεινόμενο από τον εκκαλούντα σχέδιο διευθέτησης των οφειλών του είναι λογικό και δίκαιο σχέδιο και αν αυτό εφαρμοστεί θα οδηγήσει σε λύση συμφέρουσα για τους πιστωτές του και σωτηρία για τον εαυτό του. Η μόνιμη αδυναμία πληρωμής των οφειλών του προκύπτει αβίαστα και από τις προσκομιζόμενες από τους πιστωτές του εκκαλούντος διαταγές πληρωμής σε βάρος του". Με το ανωτέρω περιεχόμενο ο εξεταζόμενος αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι αναφέρονται μεν στο αναιρετήριο οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι παραβιάσθηκαν, πλην όμως δεν διαλαμβάνεται, όπως απαιτείται, το αποδιδόμενο στο άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των άνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η παραβίαση, ούτε και παρατίθενται οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (αφού το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση) και υπό τα οποία φέρεται να συντελέστηκε η παράβαση των άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Περαιτέρω, οι αιτιάσεις που περιλαμβάνονται στον κρινόμενο αναιρετικό λόγο ότι "το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο οφείλει να λάβει τα προσκομιζόμενα από τον εκκαλούντα έγγραφα υπόψη του και να μην απορρίψει την αίτηση" και "Η κατάφορη παραβίαση του ανακριτικού συστήματος στην οποία προέβη η εκκαλούμενη απόφαση οδήγησε στην απολύτως εσφαλμένη κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου περί αοριστίας", αφορούν, όπως σαφέστατα προκύπτει από το ανωτέρω περιεχόμενό τους, όχι την προσβαλλόμενη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, αλλά την πρωτόδικη απόφαση, η οποία όμως δεν πλήττεται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και συνεπώς οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι αλυσιτελείς και συνεπώς απαράδεκτες, πέραν του ότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπως προεκτέθηκε, δεν απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αίτηση του αναιρεσείοντος, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, δέχθηκε αυτή ως κατ' ουσία βάσιμη. Με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, [όπως ορθά εκτιμάται, και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όπως αναφέρει ο αναιρεσείων], με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 8 και 9 του Ν. 3869/2010 και ειδικότερα αιτιάται ότι εσφαλμένα έκρινε ότι, προκειμένου να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία του, πρέπει να προβεί σε καταβολή του ποσού 41.932,66 ευρώ και εσφαλμένα προσδιόρισε το ποσό σύμφωνα με το 80% της αντικειμενικής της αξίας και όχι σύμφωνα με το 85% της εμπορικής της αξίας, η οποία εκτιμάται στο ποσό των 8.000 ευρώ, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, όπως ίσχυε κατά το χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησής του. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο καθόλου οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία φέρεται να συντελέστηκε η παράβαση των άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου και σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, επειδή στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, καθόσον, το άνω, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο δεν προσδιόρισε το ποσό που πρέπει να καταβάλει ο αναιρεσείων, για την εξαίρεση από την εκποίησή της κύριας κατοικίας του, στο 80 % της αντικειμενικής της αξίας, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, αλλά προσδιόρισε αυτό με βάση την εμπορική της αξία και δη το ποσό του ανταλλάγματος που θα επιτυγχανόταν από την αναγκαστική εκποίησή της και που αναλογεί στο ποσοστό συγκυριότητάς του (50%) επ' αυτής, μειωμένο κατά τα έξοδα της αναγκαστικής εκτέλεσης, κατ' εφαρμογή, με το ανακριτικό σύστημα στην ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, του νόμου, που ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης-δημοσίευσης της δικής του απόφασης (14-4-2020), ήτοι της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 Ν.3869/2010, όπως αυτό αντικαταστάθηκε, κατά τα προεκτιθέμενα, με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 4346/2015 (βλ. και ΑΠ 542/2022). Τέλος, με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, [όπως ορθά εκτιμάται, και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όπως αναφέρει ο αναιρεσείων], με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 9 του Ν. 3869/2010, καθόσον, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, τα λοιπά εκτός της κύριας κατοικίας του περιουσιακά στοιχεία του, που έκρινε ότι πρέπει να εκποιηθούν, δεν έχουν αξία μεταπώλησης και η εκποίησή τους δεν είναι απαραίτητη για την ικανοποίηση της πιστώτριας τράπεζας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στο άρθρο 560 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και το αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το ανωτέρω ζήτημα του πρόσφορου της εκποίησης της λοιπής ακίνητης περιουσίας του αναιρεσείοντος, το οποίο θεωρεί εσφαλμένο, διότι είναι διαφορετικό από τους παρατιθέμενους δικούς του ισχυρισμούς, στους οποίους επιχειρεί να στηρίξει την, κατά τη δική του άποψη, αξιολόγηση των αποδείξεων επί του θέματος αυτού. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του παραπάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 507/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -Απορρίπτει την από 26-3-2021 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης /…27-4-2021) αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 148/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο. -Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ