Αριθμός 1591/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτα Πασσίση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Π. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος την 23.8.2005 εγγυητή Ν. Κ. του Π. κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μίγγο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Aνώνυμη .Eταιρεία." και τον διακριτικό τίτλο "Eurobank Ergasias", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-5-2013 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 15908/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 1721/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-1-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 1721/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε, αντιμωλία, μεταξύ της αναιρεσείουσας και της αρχικώς αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε.", της οποίας, λόγω διασπάσεως με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της και σύσταση νέας εταιρίας, καθολική διάδοχος τυγχάνει η παριστάμενη και νομίμως εκπροσωπούμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" ("Επωφελούμενη"), η οποία υποκαταστάθηκε πλήρως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της "Διασπώμενης" αρχικώς αναιρεσίβλητης στις 20.3.2020, όταν και καταχωρίστηκε στο ΓΕΜΗ η υπ' αρ. 31847/2020 Απόφαση του Τμήματος Ασφαλιστικών Ανώνυμων Εταιρειών και Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, που ενέκρινε την εν λόγω διάσπαση, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4601/2019 και του ν. 2515/1997 (όπως ισχύουν), και η οποία νομίμως συνεχίζει, αυτοδικαίως, χωρίς άλλη διατύπωση, την, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, εκκρεμή δίκη (άρθρ. 70 παρ. 3 ν. 4601/2019) και χωρίς να επέρχεται, λόγω της διάσπασης, διακοπή της δίκης, ούτε απαιτείται δήλωση για την επανάληψή της, ενώ δεν αμφισβητείται η ιδιότητα της συνεχίζουσας τη δίκη ως καθολικής διαδόχου (ΑΠ 917/2020, ΑΠ 1196/2018, ΑΠ 512/2011) και αποδεικνύεται, άλλωστε, από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από την ήδη αναιρεσίβλητη υπ' αρ. πρωτ. 31909/20.3.2020 Ανακοίνωση του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 2.7.2018, χωρίς να προκύπτει επίδοση αυτής, και η αίτηση κατατέθηκε στις 10.1.2020, ήτοι εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευσή της. Είναι, επομένως, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της καταστάσεως που έχει διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων. Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 7/2002). Μόνο δε το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη, δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη όμως συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 311/2020, ΑΠ 333/2019). Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή, ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια, είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 8/2018). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας),ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 8/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της ανακοπής της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, προέβαλε τον ισχυρισμό (ένσταση) ότι η αναιρεσίβλητη κατά κατάχρηση δικαιώματος, υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, άσκησε την ένδικη απαίτησή της (και) κατ' αυτής με την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής (και) σε βάρος της ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος στις 23.8.2006 πατέρα της Ν. Κ. του Π., (συν)εγγυητή του χρέους του πρωτοφειλέτη Ν. Χ. του Δ., από την παροχή σ' αυτόν πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό [μέχρι του ποσού των 150.000 ευρώ], κατά το ποσοστό της κληρονομικής της μερίδας (1/2 εξ αδιαιρέτου), επικαλούμενη προς στήριξη της ανωτέρω ένστασής της: α) ότι καίτοι η σύμβαση παροχής πίστωσης, συναφθείσα στις 30.3.2005, ήταν προβληματική εξ αρχής, αφού το υπόλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού πολλές φορές υπερέβαινε το ποσό της χορηγηθείσας πίστωσης, η καθ'ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητη αδράνησε επί μία οκταετία να προβεί σε όλες τις ενδεικνυόμενες ενέργειες, στις οποίες θα προέβαινε κάθε μέσος συνετός δανειστής, για την ικανοποίηση της χρηματικής απαιτήσεώς της από τον πρωτοφειλέτη πιστούχο και την εγγυήτρια σύζυγό του Α. Κ., παραλείποντας, ειδικότερα, να προχωρήσει, εγκαίρως, σε αναγκαστική εκτέλεση είτε της περιουσίας του πρωτοφειλέτη είτε του περιγραφόμενου προσημειωμένου διαμερίσματος, κυριότητας της εγγυήτριας συζύγου του, με κατάσχεση και πλειστηριασμό αυτού, άλλως να εξασφαλίσει πλήρως την απαίτησή της εγγράφοντας προσημειώσεις υποθήκης και σε άλλα ακίνητά τους, τα οποία, στο συγκεκριμένο κρίσιμο χρονικό διάστημα, δεν είχαν, ακόμη, μεταβιβαστεί με χαριστικές δικαιοπραξίες στα τέκνα τους, και έτσι βρέθηκε από δική της υπαιτιότητα σε δυσμενή θέση, ανεχόμενη για μακρό χρονικό διάστημα την αντισυμβατική συμπεριφορά του πιστούχου και της εγγυήτριας συζύγου του, β) ότι η αναιρεσίβλητη, όχι μόνο δεν προέβη σε καμία από τις άνω ενέργειες προς εξασφάλιση της χρηματικής απαιτήσεώς της, αλλά, αντιθέτως, προέβη, στις 14.12.2010, στη σύναψη σύμβασης δανείου, ποσού 130.000 ευρώ, προς την εταιρεία HOBBYLAND A.E., συμφερόντων του πρωτοφειλέτη, ως κύριου μετόχου, δεχόμενη ως εγγυητές τον τελευταίο και τη σύζυγό του (εγγυήτρια και της οφειλής από τη σύμβαση πίστωσης), παρότι γνώριζε την αντισυμβατική συμπεριφορά και αφερεγγυότητά τους, καθώς και ότι το Δεκέμβριο του 2010 προέβαιναν σε χαριστικές μεταβιβάσεις όλων των περιουσιακών τους στοιχείων στα τέκνα τους, των οποίων (μεταβιβάσεων), μάλιστα, δεν επιδίωξε τη διάρρηξη ως καταδολιευτικών, και γ) ότι η αναιρεσίβλητη, μολονότι γνώριζε από το έτος 2006 το θάνατο του συνεγγυητή πατέρα της, ουδέποτε την ενημέρωσε για την ύπαρξη της συγκεκριμένης απαιτήσεώς της από τη σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και τη μη εξυπηρέτησή της εκ μέρους του πρωτοφειλέτη πιστούχου και της εγγυήτριας συζύγου του, ενημερώνοντας μόνο τους τελευταίους, τους οποίους συνέχιζε, κατά τα ανωτέρω, να χρηματοδοτεί. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε μη νόμιμη την προβληθείσα, με τον ως άνω λόγο ανακοπής, ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσείουσας και απέρριψε το σχετικό λόγο ανακοπής ως νόμω αβάσιμο. Η αναιρεσείουσα επανέφερε το λόγο αυτόν της ανακοπής της στο Εφετείο, το οποίο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, αφού έκρινε νόμιμη την, προβληθείσα με αυτόν, ένσταση εκ του άρθρου 281 ΑΚ, και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το εν λόγω εκκληθέν κεφάλαιο, κρατώντας, στη συνέχεια, και δικάζοντας κατ' ουσίαν την ανακοπή ως προς το συγκεκριμένο λόγο, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, μετά την παράθεση της σχετικής νομικής σκέψης, τα ακόλουθα: "... Δυνάμει της 7799/2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ο Ν. Χ. του Δ., η σύζυγός του Α. Κ. του Νικολάου (μη διάδικοι εν προκειμένω) και η ανακόπτουσα, Π. Κ. του Ν. (ήδη αναιρεσείουσα) υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην καθ' ης η ανακοπή, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία" (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ E.F.G. EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), ήδη αναιρεσίβλητη, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, οι μεν πρώτος και δεύτερη από αυτούς, το ποσό των 163.404,88 €, εντόκως, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στη διαταγή πληρωμής, η δε τρίτη από αυτούς (αναιρεσείουσα), ως νόμιμη και εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος, στις 23.08.2006, αρχικού εγγυητή, Ν. Κ. του Π., κατά το λόγο της κληρονομικής μερίδας της (1/2), το ποσό των 81.702,44 € (ήτοι, το ήμισυ των 163.404,88 €), εντόκως από 01.07.2011, με το συμβατικό επιτόκιο [...]. Ακριβές φωτοαντίγραφο της διαταγής πληρωμής από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο αυτής, με την, από 18.04.2013, έγγραφη παραγγελία για επίδοση με επιταγή προς πληρωμή, κοινοποιήθηκε στους άνω καθ' ων η διαταγή πληρωμής, στους μεν δύο πρώτους, στις 26.04.2013 και στην ανακόπτουσα (ήδη αναιρεσείουσα), στις 24.04.2013 [βλ.,...]. Η επιδικασθείσα στην καθ' ης η ανακοπή απαίτηση απορρέει από τη, με αριθμό .../31.03.2005, σύμβαση, που συνάφθηκε στη Θεσσαλονίκη, με την οποία η ίδια, υπό την προηγούμενη επωνυμία της, χορήγησε στο Ν. Χ. του Δ., πίστωση με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, μέχρι του ποσού των 150.000 €. Στη σύμβαση είχαν συμβληθεί και συνυπογράψει, εγγυώμενοι, ανεπιφύλακτα, υπέρ του πιστούχου, την εμπρόθεσμη και προσήκουσα εξόφληση κάθε χρεωστικού υπόλοιπου της χορηγηθείσας πίστωσης, πλέον τόκων, λοιπών επιβαρύνσεων και εξόδων, ενεχόμενοι εις ολόκληρον, ως αυτοφειλέτες και παραιτούμενοι της προβολής της ένστασης δίζησης (άρθρο 855 ΑΚ) και του δικαιώματος προβολής κατά της τράπεζας των μη προσωποπαγών ενστάσεων του πιστούχου, [...], η Α. Κ. του Ν., σύζυγος του πιστούχου και αδελφή της ανακόπτουσας, και ο αποβιώσας, στις 23.08.2006, πατέρας της, Ν. Κ. του Π. και της Π.. Για την εξυπηρέτηση και παρακολούθηση της παραπάνω σύμβασης πίστωσης τηρήθηκε ο, με αριθμό ..., λογαριασμός [...]. Ο λογαριασμός αυτός λειτούργησε [...] μέχρι το οριστικό κλείσιμό του και τη μεταφορά του καταλοίπου στο, με αριθμό..., λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, [...]. Εξάλλου, για την εξασφάλιση της απαίτησής της από την παραπάνω σύμβαση πίστωσης, δυνάμει της 634/2005 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), η καθ' ης η ανακοπή ενέγραψε προσημείωση υποθήκης, μέχρι του ποσού των 195.000 €, σε ακίνητο της κυριότητας, τότε, του Ν. Κ. και δη, επί ενός διαμερίσματος, [...], εμβαδού, καθαρά, 138,20μ2, [...], κείμενου στον 3° όροφο της, ..., οικοδομής που είναι κτισμένη επί οικοπέδου ... στον οικισμό "..." ..., στη θέση "...", [...]. Δυνάμει του .../06.04.2006, συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου ... ..., νομίμως καταχωρισμένου στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ..., ..., ο Ν. Κ. μεταβίβασε στη θυγατέρα του Α. Κ., την ψιλή κυριότητα επί του ανωτέρω διαμερίσματος, παρακρατώντας για τον εαυτό του, εφ' όρου ζωής του, την επικαρπία τούτου. Μετά τον θάνατο του πατέρα της, η τελευταία κατέστη πλήρης κυρία του διαμερίσματος. [...] στις 23.08.2006, απεβίωσε ο αρχικός συνεγγυητής Ν. Κ. του Π. και της Π. και μοναδικές, εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του κατέστησαν οι δύο θυγατέρες του, Π. και Α. Κ., κατά ποσοστό 1/2 η καθεμία, μετά την αποποίηση της επαχθείσας και στη σύζυγό του, Α. χήρα Ν. Κ., ..., κληρονομιάς του, κατά το αναλογούν σε αυτήν μερίδιο. Από τις ανωτέρω κληρονόμους, η Α. Κ. προέβη, το Δεκέμβριο του έτους 2010, σε γονικές παροχές προς τα τέκνα της, διαφόρων περιουσιακών της στοιχείων. Ειδικότερα, δυνάμει των .../01.12.2010, .../17.12.2010, .../17.12.2010 και .../31.12.2010 συμβολαίων σύστασης γονικών παροχών, [...], νομίμως καταχωρισμένων στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ..., η παραπάνω μεταβίβασε προς τα τέκνα της, Δ. και Ε. Χ., διάφορα ακίνητα, κείμενα στην ευρύτερη περιοχή της .... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, στις 24.04.2012, η καθ' ης η ανακοπή τράπεζα προέβη στο οριστικό κλείσιμο του παραπάνω λογαριασμού, κατ' εφαρμογή του 07ου όρου της σύμβασης πίστωσης και το κατάλοιπο αυτού, ποσού 163.404,88 €, το μετέφερε στον προαναφερθέντα λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, [...], ο δε πιστούχος κατέστη, αυτοδικαίως, υπερήμερος για την εξόφληση του οφειλόμενου ποσού, άνευ προηγούμενης όχλησής του. Εν συνεχεία, [...], η καθ' ης η ανακοπή, κοινοποίησε, νομίμως, στους παραπάνω, την, από 14.05.2012, εξώδικη δήλωσή της, με την οποία γνωστοποίησε σε αυτούς (στην ανακόπτουσα ως νόμιμη, κατά ποσοστό 1/2, εξ αδιαθέτου κληρονόμο του αρχικού συνεγγυητή, αποβιώσαντος πατέρα της, Ν. Κ. του Π.) την καταγγελία της, ως άνω, σύμβασης πίστωσης και τους κάλεσε να προβούν, εις ολόκληρον, στην άμεση εξόφληση της οφειλής και, συγκεκριμένα, ο πιστούχος και η εγγυήτρια σύζυγός του, Α. Κ., στην πληρωμή, έκαστος, του συνολικού ποσού των 163.404,88 € και η ανακόπτουσα (ήδη αναιρεσείουσα), στην καταβολή του ποσού των 81.702,44 € (που αντιστοιχεί στο εξ αδιάθετου κληρονομικό μερίδιό της επί της συνολικής οφειλής), εντόκως, από 01.07.2011, [...] μέχρι την πλήρη εξόφληση. Για το λόγο ότι η παραπάνω απαίτηση της τράπεζας δεν εξοφλήθηκε, αυτή προέβη στην έκδοση, στις 11.04.2013, της προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής και στην κοινοποίησή της, με επιταγή προς πληρωμή, στον πιστούχο και στις δύο εγγυήτριες, κατά τα, ήδη, εκτεθέντα. Εν τω μεταξύ, η ανακόπτουσα (ήδη αναιρεσείουσα) είχε αποστείλει στην καθ' ης η ανακοπή την, από 13.02.2013, επιστολή της, με την οποία ζήτησε να της χορηγηθούν αντίγραφα της επίδικης σύμβασης πίστωσης καθώς και όποιων άλλων συμβάσεων, τυχόν, σύναψε η τράπεζα με τον πρωτοφειλέτη και την αδελφή της, πλέον της πλήρους κίνησης των αντίστοιχων λογαριασμών. Με την, από 21.02.2013, επιστολή της η τράπεζα την ενημέρωσε, όπως είχε δικαίωμα και υποχρέωση, μόνον αναφορικά με την επίδικη σύμβαση πίστωσης, στην οποία ενέχεται και η ίδια, επισυνάπτοντας και τα σχετικά αποδεικτικά της σύμβασης έγγραφα. Ακολούθως, η ανακόπτουσα με την, από 01.03.2013, επιστολή της προς εκείνη, την ενημέρωνε ότι θα μπορούσε να είχε ικανοποιήσει την απαίτησή της εάν είχε στραφεί κατά του πιστούχου και της εγγυήτριας συζύγου του, που τη δημιούργησαν (απαίτηση), καθόσον, η τελευταία είχε στην κυριότητά της σημαντικά περιουσιακά στοιχεία, καθώς και ότι μπορούσε ακόμη να ικανοποιηθεί, παρά τις μεταβιβάσεις ακινήτων, στις οποίες προέβησαν οι ανωτέρω, με χαριστικές δικαιοπραξίες στα τέκνα τους. Ανταπαντώντας η τράπεζα, στις 29.03.2013, αφού την ενημέρωνε για το νομικό πλαίσιο της οφειλής, της ζήτησε να επικοινωνήσει με το νομικό παραστάτη της για να προβεί, ενδεχομένως, σε ρύθμιση του χρέους της. Μετά την κοινοποίηση της διαταγής πληρωμής, η ανακόπτουσα άσκησε κατ' αυτής την κρινόμενη ανακοπή, επικαλούμενη, με τον, υπό τον αριθμό ΙΙ, λόγο την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος εκ μέρους της καθ' ης η ανακοπή (άρθρο 281 ΑΚ), ισχυριζόμενη όσα συναφώς εκτέθηκαν παραπάνω. Ωστόσο, όμως, από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων της υπόθεσης, [...], δεν αποδείχθηκε καταχρηστική συμπεριφορά της καθ' ης η ανακοπή τράπεζας, κατά την άσκηση του δικαιώματός της να εισπράξει την απαίτησή της στρεφόμενη και κατά της ανακόπτουσας. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε, καταρχάς, ότι, με βάση την επίδικη σύμβαση πίστωσης, η μοναδική υποχρέωση του πιστούχου ήταν να καταβάλει το σύνολο των τόκων και των εξόδων που προέκυπταν από το περιοδικό, ανά εξάμηνο, κλείσιμο του τηρούμενου λογαριασμού. Από το προσκομιζόμενο με επίκληση απόσπασμα κίνησης του λογαριασμού αυτού, αποδεικνύεται, πλήρως, ότι ο λογαριασμός κινήθηκε και ο πιστούχος προέβη στην τελευταία καταβολή, ποσού 11.725,44 €, που αφορούσε συμβατικούς τόκους και έξοδα της προηγούμενης περιόδου, στις 03.01.2011. Το γεγονός ότι, όπως ισχυρίζεται η ανακόπτουσα, το, εν λόγω, ποσό ήταν προϊόν χορήγησης της τράπεζας, δυνάμει της .../03.01.2011 έγκρισής της, δεν αναιρεί ότι αυτό αποτέλεσε πίστωση του τηρούμενου λογαριασμού. Δοθέντος ότι δεν έλαβε χώρα μεταγενέστερη καταβολή οποιουδήποτε χρηματικού ποσού, η καθ' ης η ανακοπή όχλησε, επανειλημμένως, εξωδίκως τον πιστούχο και την εγγυήτρια σύζυγό του, δυνάμει των, από 06.05.2011, 07.07.2011, 08.07.2011 και 26.07.2011, εξωδίκων, για την καταβολή της οφειλής, εφιστώντας τους την προσοχή στην πρόθεσή της να καταγγείλει τη σύμβαση πίστωσης σε περίπτωση μη συμμόρφωσής τους προς τις απορρέουσες, από αυτήν, υποχρεώσεις τους. Βεβαίως, αποδείχθηκε πως η τράπεζα δεν προέβη τότε, αμέσως, στην καταγγελία της σύμβασης πίστωσης. Ωστόσο, αυτό δεν δύναται να αποδοθεί σε ολιγωρία της, αφού, η ελαστική, από απόψεως χρόνου, αντιμετώπιση της προκείμενης υπόθεσης, εκ μέρους της, παρά την οικονομική δυσχέρεια του πρωτοφειλέτη, που άρχισε να διαφαίνεται (για την οποία κάνει λόγο στην ανακοπή της και η ανακόπτουσα και όχι για αναξιόχρεο), τοποθετεί τη συμπεριφορά της εντός των προβλεπόμενων, από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ορίων, η οποία επέβαλε σε αυτήν την υποχρέωση, αφενός μεν, να ανεχθεί μια εύλογη καθυστέρηση στην εκπλήρωση της παροχής του οφειλέτη της και να συμβάλει στην προσπάθεια διακανονισμού της οφειλής του, για να μην οδηγηθεί αυτός, με την επιδίωξη της άμεσης εκπλήρωσης, ενδεχομένως, σε οικονομική καταστροφή, αφετέρου δε, να προβεί στη λήψη μέτρων κατάλληλων για την εξασφάλιση της απαίτησής της, που απέρρεε από την επίδικη σύμβαση, προς αποφυγή κλονισμού της οικονομικής υπόστασης και της πιστοληπτικής ικανότητας του πιστούχου. Και τούτο διότι,... οι τράπεζες, ως χρηματοδοτικοί οργανισμοί, που ασκούν αποφασιστική επίδραση στην ανάπτυξη και στη λειτουργία των χρηματοδοτούμενων από αυτές επιχειρήσεων, έχουν αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του έργου τους και οφείλουν να μεριμνούν για τα συμφέροντα των, εν λόγω, επιχειρήσεων που χρηματοδοτούν, αφού, από τη φύση της, η πιστωτική σχέση, ως διαρκής έννομη σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας από την πλευρά των τραπεζών των συμφερόντων των πελατών τους, ώστε να αποφεύγονται υπέρμετρα επαχθείς γι' αυτούς συνέπειες, για το λόγο αυτό δε, η άσκηση των δικαιωμάτων τους θα πρέπει να κυριαρχείται από τις αρχές της καλόπιστης και σύμφωνης με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των οφειλόμενων παροχών (ΑΚ 178, 200, 288) και να αποφεύγεται, αντιστοίχως, κάθε κατάχρηση στη συμπεριφορά τους. Έτσι, όταν η καθ' ης η ανακοπή βεβαιώθηκε πως υφίστατο αδυναμία εξυπηρέτησης της πίστωσης από τον πιστούχο, έχοντας εξαντλήσει όλα τα περιθώρια ανεύρεσης λύσης για την αποπληρωμή της απαίτησής της, προέβη στο οριστικό κλείσιμο του τηρούμενου λογαριασμού και στην καταγγελία της σύμβασης πίστωσης, στις 24.04.2012 και στις 14.05.2012, αντιστοίχως, γνωστοποιώντας αυτήν στον πιστούχο και στις εγγυήτριες, μεταξύ δε των τελευταίων και στην ανακόπτουσα (στις 25.01.2013), τα στοιχεία της οποίας κατέστησαν γνωστά στην τράπεζα κατόπιν έρευνας, νομοτύπως, σχετικής με τα πρόσωπα των κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικού εγγυητή Ν. Κ., η οποία έλαβε χώρα περί τα τέλη του έτους 2012 (βλ. τα, από 22.11.2012, πιστοποιητικά του γραμματέα του Πρωτοδικείου ... περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης του θανόντος και μη αμφισβήτησης του κληρονομικού δικαιώματος των κληρονόμων του και το, από 29.11.2012, αντίγραφο του ..., πιστοποιητικού πλησιέστερων συγγενών αυτού ..., που λήφθηκαν με αίτηση της καθ' ης η ανακοπή). Και ναι μεν η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι ο θάνατος του πατέρα της είχε καταστεί γνωστός στην καθ' ης η ανακοπή, ήδη, από τότε που συνέβη (Αύγουστος του 2006), πλην όμως, τούτο ουδόλως αποδείχθηκε. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι ο θάνατος του αρχικού εγγυητή Ν. Κ. περιήλθε σε γνώση της τράπεζας, οπωσδήποτε στο τέλος του έτους 2010, όπως αποδεικνύεται από την 37155/2010 απόφαση εγγραφής προσημείωσης υποθήκης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όπου γίνεται ρητή αναφορά στο συγκεκριμένο γεγονός, πλην όμως, είναι προφανές ότι για όσο χρόνο η επίδικη σύμβαση πίστωσης εξυπηρετούνταν, δεν παρέστη ανάγκη ανεύρεσης των κληρονόμων του. Επακολούθησε, στις 11.04.2013, η έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, με αίτηση της νυν καθ' ης η ανακοπή (ήδη αναιρεσίβλητη) και η επίσπευση από την ίδια αναγκαστικής εκτέλεσης, επιβάλλοντας αναγκαστική κατάσχεση, στις 24.07.2013, επί του ακινήτου (διαμερίσματος) επί του οποίου είχε εγγράψει προσημείωση υποθήκης (Α' σειράς), για την ασφάλιση της απαίτησής της, δυνάμει της 634/2005 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (βλ. την .../02.09.2013 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας ...). Στη συνέχεια, διενεργήθηκε πλειστηριασμός, στις 30.10.2013, στον οποίο εκπλειστηριάστηκε το παραπάνω ακίνητο, με τιμή πρώτης προσφοράς το ποσό των 72.000 € [...], ενώ, επακολούθησε η, από 05.11.2013, αναγγελία της απαίτησης της καθ' ης η ανακοπή προς τη συμβολαιογράφο ... ..., ως υπάλληλο του πλειστηριασμού. Από το σύνολο των, ως άνω, εκτεθέντων αποδεικνύεται ότι η καθ' ης η ανακοπή (ήδη αναιρεσίβλητη) δεν επέδειξε αδράνεια για την ικανοποίηση της απαίτησής της, αλλά, αντιθέτως, ενήργησε με επιμέλεια και σύνεση, στο πλαίσιο της άσκησης νόμιμου δικαιώματός της, το οποίο, ενόψει του γεγονότος ότι είχαν εξαντληθεί, προηγουμένως, όλες οι περιπτώσεις ανεύρεσης λύσης για την προσήκουσα εξυπηρέτηση της σύμβασης πίστωσης, παρίστατο αναγκαίο να ασκηθεί, για την προάσπιση των συμφερόντων της, ως δανείστριας και για την είσπραξη της οφειλής της. Επίσης, από τα άνω εκτιθέμενα, δεν αποδείχθηκε ούτε η διαμόρφωση αλλά ούτε και η διατήρηση για μεγάλο χρονικό διάστημα, εξαιτίας της συμπεριφοράς της τράπεζας, σε συνάρτηση και με αυτήν της ανακόπτουσας, κατάστασης τέτοιας, η οποία να δημιούργησε στην τελευταία την εύλογη πεποίθηση ότι εκείνη (δανείστρια τράπεζα) δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της και ότι δεν θα ανατραπεί, στο μέλλον, η διαμορφωθείσα κατάσταση, λόγω των επαχθών συνεπειών που θα επέλθουν στην, εν λόγω, συνεγγυήτρια. Ομοίως, δεν αποδείχθηκε ότι η καθ' ης η ανακοπή δεν είχε κανένα, αντίστοιχο, συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματός της, ούτε ότι η συμπεριφορά της υπερέβαινε, προφανώς, τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, τελούσα σε αντίθεση με την, προγενεστέρως, επιδειχθείσα, ώστε να επιβάλλεται η θυσία του δικαιώματός της για να μην ανατραπεί η, ήδη, διαμορφωθείσα μακρόχρονη κατάσταση, ως αποτέλεσμα της στάθμισης των συμφερόντων αμφότερων των συμβαλλόμενων πλευρών. Και ναι μεν ισχυρίζεται η ανακόπτουσα ότι η τράπεζα ολιγώρησε, ενώ θα μπορούσε να εγγράψει και σε άλλα ακίνητα του πιστούχου και της συζύγου του προσημειώσεις υποθηκών, για να εξασφαλιστεί η απαίτησή της, πριν οι τελευταίοι μεταβιβάσουν τα ακίνητα της αδελφής της στα τέκνα τους, το Δεκέμβριο του έτους 2010, ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται απορριπτέος, αφού, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, υπήρχε, ήδη, εξασφάλιση της επίδικης απαίτησης, με εγγεγραμμένη προσημείωση υποθήκης, μέχρι του ποσού των 195.000 €. Απορριπτέος, επίσης, τυγχάνει και ο έτερος ισχυρισμός της, βάσει του οποίου η καθ' ης η ανακοπή αδράνησε και δεν άσκησε αγωγή διάρρηξης των συμβολαίων γονικών παροχών, ως καταδολιευτικών, καθόσον, η άσκηση της αγωγής αυτής εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της τράπεζας, η οποία σταθμίζοντας τα συμφέροντά της, κατέληξε στην κρίση ότι αυτή είναι ασύμφορη και επιβαρύνει, οικονομικώς, με άσκοπα έξοδα το λογαριασμό της πίστωσης, ενόψει και του γεγονότος ότι υπάρχουν και άλλοι δανειστές του πιστούχου, με απαιτήσεις. Ομοίως, πρέπει να απορριφθεί και ο έτερος ισχυρισμός της ανακόπτουσας περί της μεταγενέστερης χρηματοδότησης του πιστούχου, μέσω της εταιρείας "HOBBYLAND ΑΕ", κατά το έτος 2010, αφού πρόκειται για διαφορετικό νομικό πρόσωπο, του οποίου τα οικονομικά στοιχεία δεν σχετίζονται με την προκείμενη υπόθεση. Εξάλλου, κατά τους μη αμφισβητούμενους, ειδικώς, ισχυρισμούς της καθ' ης η ανακοπή, αυτή δεν προέβη σε νέα χρηματοδότηση της παραπάνω ανώνυμης εταιρείας, αλλά δυνάμει της .../14.12.2010 σύμβασης δανείου, που προσκομίζεται με επίκληση από την ίδια, προέβη σε σύναψη δανείου ρύθμισης - αναδιάρθρωσης της μέχρι τότε οφειλής της, με ευνοϊκότερους, γι' αυτήν, όρους, ενόψει και της γενικότερης οικονομικής κρίσης που ενέσκηψε στην ελληνική αγορά. Τέλος, απορριπτέος τυγχάνει και ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας περί της μη ενημέρωσής της από την καθ' ης η ανακοπή για την επίδικη απαίτησή της κατά του πιστούχου, καθόσον, η ίδια, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα της, όφειλε να ενημερωθεί για το, τυχόν, παθητικό της κληρονομιάς του (πέραν, βεβαίως και του γεγονότος ότι η επικαλούμενη παράλειψη της ενημέρωσής της συνέπεσε με το χρονικό διάστημα της λειτουργίας του λογαριασμού της σύμβασης πίστωσης)". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ως ουσιαστικά αβάσιμη την προβληθείσα, με τον προαναφερόμενο λόγο ανακοπής, ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης και απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, οι προϋποθέσεις εφαρμογής της οποίας δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, καθόσον τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, δεν κρίνονται ικανά να δημιουργήσουν ευλόγως στην αναιρεσείουσα, την πεποίθηση ότι εκείνη δεν επρόκειτο να ασκήσει το δικαίωμά της και κατ' αυτής ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος πατέρα της, (συν)εγγυητή του χρέους του ως άνω πρωτοφειλέτη, κατά το ποσοστό της κληρονομικής της μερίδας, και δεν καθιστούν για την ανακόπτουσα/αναιρεσείουσα αδικαιολόγητη και ιδιαίτερα επαχθή, κατά τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, την άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να ζητήσει την έκδοση και σε βάρος της, της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, με συνέπεια να μην πληρούται το πραγματικό της νομικής έννοιας της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και να δικαιολογείται έτσι η απόρριψη της προβληθείσας από την ανακόπτουσα σχετικής ένστασης. Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Τούτο δε, διότι αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό παραδοχές: 1) ότι η ως άνω καταρτισθείσα στις 31.3.2005 σύμβαση πίστωσης εξυπηρετήθηκε μέχρι τις 3.1.2011, που ο πρωτοφειλέτης-πιστούχος προέβη στην τελευταία καταβολή, ποσού 11.725,44 ευρώ για συμβατικούς τόκους και έξοδα της προηγούμενης περιόδου, 2) ότι από αρχές Μαΐου έως τέλη Ιουλίου 2011 όχλησε επανειλημμένως, εξωδίκως, τον πρωτοφειλέτη και την εγγυήτρια σύζυγό του, για την καταβολή της οφειλής, γνωστοποιώντας, παράλληλα, σ' αυτούς την πρόθεσή της να καταγγείλει τη σύμβαση πίστωσης, σε περίπτωση μη συμμόρφωσής τους, 3) (το) ότι η αναιρεσίβλητη δεν προέβη αμέσως στην καταγγελία της σύμβασης, παρά τη διαφαινόμενη οικονομική δυσχέρεια του πρωτοφειλέτη, δεν οφείλεται σε ολιγωρία της, αλλά στην εκ του ρόλου της, ως χρηματοδοτικού οργανισμού, που ασκεί αποφασιστική επίδραση στην ανάπτυξη και λειτουργία των χρηματοδοτούμενων από αυτήν επιχειρήσεων, επιβαλλόμενη υποχρέωσή της, να προστατεύσει τα συμφέροντα της χρηματοδοτηθείσας ατομικής επιχείρησης του πρωτοφειλέτη-πιστούχου με το να ανεχθεί μια εύλογη καθυστέρηση στην εκπλήρωση της οφειλής του, συμβάλλοντας σε προσπάθεια διακανονισμού της για να μην οδηγηθεί αυτός, με την επιδίωξη της άμεσης εκπλήρωσης, σε ενδεχόμενη οικονομική καταστροφή, 4) ότι γνωστοποίησε στην ανακόπτουσα-αναιρεσείουσα την καταγγελία της σύμβασης στις 25.1.2013, οφείλεται στο γεγονός ότι τα στοιχεία της, ως κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικού (συν)εγγυητή της οφειλής του πρωτοφειλέτη, έγιναν γνωστά στην αναιρεσίβλητη, στα πλαίσια αναζήτησης των κληρονόμων του αποβιώσαντος, περί τα τέλη του έτους 2012, 5) ότι με εκτελεστό τίτλο την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, που εκδόθηκε, κατόπιν αιτήσεως της αναιρεσίβλητης, στις 11.4.2013, επιβλήθηκε, με επίσπευση της τελευταίας, στις 24.7.2013, αναγκαστική κατάσχεση επί του ανωτέρω διαμερίσματος, επί του οποίου είχε εγγράψει, το έτος 2005, πρώτη προσημείωση υποθήκης προς εξασφάλιση της απαίτησής της, το οποίο εκπλειστηριάσθηκε και επακολούθησε αναγγελία της απαίτησής της, 6) ότι η απαίτησή της ήταν επαρκώς εξασφαλισμένη με την εγγραφή της εν λόγω προσημείωσης υποθήκης μέχρι του ποσού των 195.000 ευρώ, επί του άνω διαμερίσματος, 7) ότι, ενόψει των άνω ενεργειών, η καθής η ανακοπή/αναιρεσίβλητη δεν αδράνησε να αξιώσει την απαίτησή της κατά της ανακόπτουσας, δημιουργώντας τη δικαιολογημένη εντύπωση πως δεν θα προβεί στην επιδίωξή της 8) ότι η κτήση εκτελεστού τίτλου, με την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής και κατά της ήδη αναιρεσείουσας αποτελεί δικαίωμα της πιστώτριας αναιρεσίβλητης, συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας της, και είχε συμφέρον να το ασκήσει, χωρίς να υπερβεί τα διαγραφόμενα από το άρθρο 281 όρια, 9) ότι δεν άσκησε αγωγή διαρρήξεως των συμβάσεων γονικής παροχής ως καταδολιευτικών, αποτελεί, επίσης, δικαίωμά της συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας της, την άσκηση του οποίου, κατόπιν σταθμίσεως των συμφερόντων της, έκρινε ασύμφορη ενόψει και του γεγονότος ότι υπήρχαν και άλλοι δανειστές του πρωτοφειλέτη-πιστούχου με χρηματικές απαιτήσεις κατ' αυτού, 10) ότι η αναιρεσίβλητη, το Δεκέμβριο 2010, δεν προέβη σε χρηματοδότηση της εταιρείας HOBBYLAND A.E., συμφερόντων του πρωτοφειλέτη, αλλά σε ρύθμιση-αναδιάρθρωση υφιστάμενης οφειλής της με ευνοϊκότερους όρους, 11) ότι έλαβε γνώση του θανάτου του αρχικού εγγυητή, πατέρα της αναιρεσείουσας, στο τέλος του 2010 και ότι η τελευταία, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα της, όφειλε να ενημερωθεί για τυχόν παθητικό της κληρονομίας. Επομένως, ο τρίτος λόγος (κατά το οικείο μέρος) της αιτήσεως αναιρέσεως από τους αριθ. 1 και 19 (κατ' εκτίμηση και αυτεπάγγελτη εξέταση, κατ' άρθ. 562 παρ. 4 ΚΠολΔ), του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ότι, δηλαδή, το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές του παραβίασε, ευθέως άλλως εκ πλαγίου, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, είναι αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος αναιρετικός λόγος είναι αόριστος διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται το συγκεκριμένο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, στο οποίο, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, υπέπεσε το Εφετείο, δηλαδή, πού ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, ούτε γίνεται επίκληση συγκεκριμένου σφάλματος παντελούς έλλειψης ή ανεπάρκειας ή αντίφασης ή ασάφειας αιτιολογιών. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του ν. 4842/2021 και εφαρμόζεται και επί εκκρεμών ενδίκων μέσων, κατ' άρθρο 116 παρ.2 εδ. β του ίδιου νόμου, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται σ' αυτό ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ή ότι συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 1851/2007). Συνεπώς, ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1401/2008). Έτσι, αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, μόνο με λόγο έφεσης (κύριο ή πρόσθετο) μπορούσε να γίνει (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 781/2020, ΑΠ 382/2020). Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνον από τον αριθμό 1 του εν λόγω άρθρου (ΑΠ 274/2020, ΑΠ 4/2020, ΑΠ 259/2017). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 632 και 585 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι α) το δικόγραφο της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής και των πρόσθετων λόγων αυτής πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τους λόγους της, με τους οποίους οριοθετείται η δίκη της ανακοπής, να περιέχει δηλαδή σαφείς και ορισμένες αντιρρήσεις και ενστάσεις του ανακόπτοντος και β) νέοι λόγοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής ή των πρόσθετων λόγων αυτής κρίνονται απαράδεκτοι, γιατί δεν επιτρέπεται να προταθούν για πρώτη φορά με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης ή με το δικόγραφο της έφεσης, η οποία ασκείται κατά της απορριπτικής απόφασης της ανακοπής ή το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων της έφεσης και αν ακόμη οι νέοι λόγοι αφορούν ισχυρισμούς, οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 527 ΚΠολΔ, καθόσον, έναντι της γενικής αυτής διατάξεως κατισχύει η ειδική ως άνω διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, η οποία ρυθμίζει αποκλειστικώς το περιεχόμενο του δικογράφου της ανακοπής και τον τρόπο προβολής των νέων λόγων αυτής (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 99/2020, ΑΠ 1088/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο (κατά το οικείο μέρος) από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι "δεν αποδείχθηκε καταχρηστική συμπεριφορά της καθ' ης η ανακοπή τράπεζας κατά την άσκηση του δικαιώματός της να εισπράξει την απαίτησή της στρεφόμενη και κατά της ανακόπτουσας" [φύλλο 11ο προσβαλλομένης, οπίσθ. σελ.] παραβίασε ευθέως και τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα Δεοντολογίας του ν. 4224/2013. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, η αναιρεσείουσα δεν προέβαλε ως λόγο ανακοπής, την καταχρηστικότητα της συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης με βάση και τις διατάξεις του ανωτέρω νόμου 4224/2013, αλλά προέβαλε, όπως αναφέρθηκε, ως καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, να ζητήσει την έκδοση και σε βάρος της διαταγής πληρωμής, με βάση τη γενική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Τέτοιο ισχυρισμό, με βάση τις διατάξεις του ν. 4224/2013 ουδέποτε προέβαλε η ανακόπτουσα/αναιρεσείουσα και, συνεπώς, το Εφετείο, ουδεμία υποχρέωση είχε να ερευνήσει τη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης με βάση και τις διατάξεις του Κώδικα Δεοντολογίας του ν. 4224/2013, τις οποίες, συνεπώς, δεν παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους. Επομένως, ο ανωτέρω τρίτος αναιρετικός λόγος, κατά το οικείο μέρος αυτού, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος λόγος στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον η προσβαλλομένη δεν διέλαβε σχετικές παραδοχές. Kατά το άρθρο 862 ΑΚ, ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Με τη διάταξη αυτή τίθεται ο κανόνας της ελευθερώσεως του εγγυητή, εάν από πταίσμα (δόλο ή αμέλεια, έστω και ελαφρά) του δανειστή κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, ενώ η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως δεν αποκλείεται από ενδεχομένη παραίτησή του εκ των προτέρων από του κατ' άρθρο 855 ΑΚ δικαιώματος διζήσεως. Λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της ανωτέρω ρυθμίσεως, ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί εκ των προτέρων από το ευεργέτημα (ελευθερώσεως) που θεσπίζει η διάταξη, αλλά μόνο για την περίπτωση κατά την οποία η ικανοποίηση του δανειστή θα καταστεί αδύνατη από ελαφρά αμέλειά του, όχι όμως και για την περίπτωση κατά την οποία η ικανοποίηση αυτού κατέστη αδύνατη από δόλο ή βαριά αμέλεια του τελευταίου, δεδομένου ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 332 εδ. α' ΑΚ είναι άκυρη (ΑΚ 174) κάθε εκ των προτέρων συμφωνία με την οποία αποκλείεται ή περιορίζεται η ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια (ΟλΑΠ 6/2000). Πταίσμα του δανειστή περί την είσπραξη της απαιτήσεως εκδηλώνεται είτε με ενέργειες - πράξεις είτε με παραλείψεις, ένεκα των οποίων γίνεται αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη. Ειδικότερα, στην εγγύηση αορίστου χρόνου θεωρείται ότι υπάρχει πταίσμα του δανειστή (και) όταν αυτός αμελεί για ικανό χρόνο να καταδιώξει τον πρωτοφειλέτη, που έπειτα γίνεται αναξιόχρεος (και αν ακόμη ο εγγυητής δεν έκαμε χρήση των δικαιωμάτων που του παρέχουν οι διατάξεις των άρθρων 867-868 ΑΚ) ή υπαιτίως δεν αποδέχεται την εγκύρως προσφερόμενη κύρια οφειλή ή δεν αναγγέλλεται στην πτώχευση του πρωτοφειλέτη ή αμελεί τη διεξαγωγή της δίκης ή αναγκαστικής εκτελέσεως εναντίον του πρωτοφειλέτη ή παρατείνει την προθεσμία εξοφλήσεως, εν αγνοία του εγγυητή, καθίσταται δε μετά ταύτα αναξιόχρεος, ή αν ο δανειστής, μολονότι μπορούσε να διενεργήσει ταμειακό έλεγχο από τον οποίο ήταν δυνατόν να αποδειχθεί αύξηση της οφειλής, παρέλειψε να προβεί σ' αυτόν. Την υπαίτια αυτή συμπεριφορά του δανειστή οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει ο εγγυητής, ο οποίος για την απαλλαγή του προβάλλει ισχυρισμό ελευθερώσεώς του. Τέλος, εφόσον στον Αστικό Κώδικα δεν έχει περιληφθεί ορισμός της βαριάς αμέλειας, στο δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει, εκτιμώντας τις περιστάσεις, πότε η αμέλεια είναι βαριάς μορφής, αξιολογική κρίση η οποία υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, με βάση τα γενόμενα ανελέγκτως δεκτά πραγματικά περιστατικά (AΠ 267/2021, ΑΠ 1491/2018, ΑΠ 1296/2017). Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που ο εγγυητής έχει παραιτηθεί εκ των προτέρων από το ευεργέτημα ελευθερώσεως, πρέπει να επικαλεστεί σαφώς τη συνδρομή δόλου ή βαριάς αμέλειας καθώς και τα περιστατικά εκείνα, τα οποία, αντικειμενικώς ελεγχόμενα, συγκροτούν την έννοια αυτών, έχοντας και το βάρος απόδειξης των εν λόγω περιστατικών, προκειμένου έτσι να μπορέσει το Δικαστήριο να κρίνει το νόμω βάσιμο της ανωτέρω ένστασης και του σχετικού λόγου ανακοπής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 332 παρ. 1, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 862 ΑΚ, αλλά και ο καθού η ανακοπή να αμυνθεί κατ' αυτής (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 1137/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της ανακοπής της κατά της σε βάρος της διαταγής πληρωμής, τον οποίο επανέφερε στο Εφετείο με το δεύτερο λόγο έφεσης, προέβαλε τον ισχυρισμό (ένσταση) ελευθερώσεώς της από την εγγύηση, ισχυριζόμενη ότι "από βαριά αμέλεια της καθ' ης έχει καταστεί δυσχερής η ικανοποίηση της επίδικης αξίωσής της, καθώς καίτοι γνώριζε την κακή οικονομική κατάσταση του πρωτοφειλέτη, ο οποίος αδυνατούσε από την αρχή ακόμη της σύναψης της επίδικης σύμβασης πίστωσης να καταβάλει στην καθ' ης τα οφειλόμενα κάθε φορά χρηματικά ποσά, αυτή συνέχιζε να του παρέχει πιστώσεις, ενώ παράλληλα παρέλειψε από βαριά αμέλειά της να λάβει μέτρα διασφαλίσεως των απαιτήσεών της, εγγράφοντας προσημειώσεις υποθήκης και σε άλλα ακίνητα, ιδιοκτησίας του πιστούχου και της αρχικής εγγυήτριας Α. Κ., τα οποία (ακίνητα) στο συγκεκριμένο κρίσιμο χρονικό διάστημα, ήτοι από το 2006 μέχρι και το 2010, κατά το οποίο είχε πάψει να εξυπηρετείται η σύμβαση, υπήρχαν και δεν είχαν ακόμη μεταβιβαστεί με χαριστικές δικαιοπραξίες στα τέκνα τους". Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά την παράθεση της σχετικής μείζονος σκέψης, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Από το όλο περιεχόμενο της ανακοπής,..., σε συνδυασμό και με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα μείζονα πρόταση, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι ο προβαλλόμενος ισχυρισμός περί της ελευθέρωσης της εκκαλούσας - ανακόπτουσας (άρθρο 862 ΑΚ) από την εγγυητική ευθύνη της είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, αφενός, κατά το σκέλος αυτού που αναφέρεται στην αρχική εγγυήτρια, Α. Κ. του Ν., καθόσον, η συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 862 ΑΚ, ιδίως δε, το αναξιόχρεο, κρίνεται στο πρόσωπο του πρωτοφειλέτη και όχι του εγγυητή, αφετέρου δε, κατά το σκέλος που αφορά τον πρωτοφειλέτη Ν. Χ. του Δ., δοθέντος ότι, δεν γίνεται σαφής επίκληση των όρων εφαρμογής του παραπάνω άρθρου, ήτοι, δεν αναφέρεται η επιγενόμενη αδυναμία του οφειλέτη να ικανοποιήσει τη δανείστρια, εφεσίβλητη - καθ' ης η ανακοπή Τράπεζα και το πταίσμα αυτής, που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την αδυναμία. Ειδικότερα, ... για τη στοιχειοθέτηση του συγκεκριμένου λόγου της ανακοπής της, η εκκαλούσα - ανακόπτουσα ισχυρίστηκε, επί λέξει, ότι "από βαριά αμέλεια της καθ' ης έχει καταστεί δυσχερής η ικανοποίηση της επίδικης αξίωσής της, καθώς καίτοι γνώριζε την κακή οικονομική κατάσταση του πρωτοφειλέτη, ο οποίος αδυνατούσε από την αρχή ακόμη της σύναψης της επίδικης σύμβασης πίστωσης να καταβάλει στην καθ' ης τα οφειλόμενα κάθε φορά χρηματικά ποσά, αυτή συνέχιζε να του παρέχει πιστώσεις, ενώ παράλληλα παρέλειψε από βαριά αμέλειά της να λάβει μέτρα διασφαλίσεως των απαιτήσεών της, εγγράφοντας προσημειώσεις υποθήκης και σε άλλα ακίνητα, ιδιοκτησίας του πιστούχου ...". Με τέτοιο, όμως, περιεχόμενο ο ερευνώμενος λόγος παρίσταται νόμω αβάσιμος, αφού πουθενά στο δικόγραφο της ανακοπής δεν γίνεται λόγος για επιγενόμενη, ήτοι, μετά την ανάληψη της εγγυητικής ευθύνης αδυναμία (το χρονικό σημείο της οποίας ουδόλως μνημονεύεται) του πρωτοφειλέτη, ούτε και μνεία του τρόπου με τον οποίο η Τράπεζα επέτεινε το αναξιόχρεο (για το οποίο δεν γίνεται λόγος) αυτού (πχ μέσω υπέρμετρης αύξησης πιστώσεων της, αρχικώς, χορηγηθείσης πίστωσης, με συνέπεια την αύξηση του παθητικού και σε βαθμό που δεν επαρκεί το ενεργητικό της περιουσίας του για την ικανοποίηση της απαίτησής της), παρά μόνο γίνεται αναφορά σε "δυσχέρεια" προς ικανοποίηση της απαίτησής της και δη, "από την αρχή ακόμη της σύναψης της επίδικης σύμβασης πίστωσης", χωρίς να αρκεί για τη στοιχειοθέτηση της επιγενόμενης αδυναμίας του πρωτοφειλέτη, μόνον, η αναφορά της κίνησης του αλληλόχρεου λογαριασμού πλησίον του πιστωτικού ορίου και, μετά την υπέρβαση τούτου, του κλεισίματος αυτού, με χρεωστικό υπόλοιπο, όταν, μάλιστα, δεν γίνεται και παράθεση της νομικής ή (και) πραγματικής κατάστασης εκείνου (πιστούχου-πρωτοφειλέτη), με ρητή αναφορά των ατομικών περιουσιακών του στοιχείων, σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, διαρκούντος του οποίου η εφεσίβλητη - καθ' ης η ανακοπή μπορούσε να ικανοποιήσει, μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης, την απαίτησή της ή, έστω, να λάβει περισσότερα εξασφαλιστικά μέτρα αυτής, δοθέντος, άλλωστε, ότι, ενώ γίνεται αναφορά στην αδράνεια της Τράπεζας να εισπράξει την απαίτησή της, στο δικόγραφο της ανακοπής αναφέρεται, ρητώς, η εγγραφή, ήδη, από το έτος 2005, υπέρ αυτής, προσημείωσης υποθήκης, για την εμπράγματη εξασφάλιση της απαίτησής της, μέχρι του ποσού των 195.000 €, σε ακίνητο της ιδιοκτησίας (τελικώς) της εγγυήτριας Α. Κ.. Ομοίως, μόνη η αναφορά χορήγησης, μεταγενεστέρως και άλλου δανείου στην εταιρεία "HOBBYLAND Α.Ε.", της οποίας κύριος μέτοχος είναι ο πρωτοφειλέτης, με εγγυητές τον ίδιο και τη σύζυγό του, δεν αρκεί, αφού το γεγονός αυτό δεν ασκεί έννομη επιρροή στην αξιολόγηση του προσώπου του ως αξιόχρεου ή αναξιόχρεου οφειλέτη". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε νόμω αβάσιμο τον προβληθέντα, με τον προαναφερόμενο λόγο της ανακοπής, ισχυρισμό περί ελευθερώσεως της αναιρεσείουσας από την εγγύηση και απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης, επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 862 ΑΚ, οι προϋποθέσεις εφαρμογής της οποίας δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω, καθόσον, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ανακοπής, το περιεχόμενο του οποίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά την έρευνα του σχετικού λόγου αναιρέσεως (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η αναιρεσείουσα προέβαλε ελευθέρωσή της από τη σύμβαση της εγγυήσεως, χωρίς, όμως, να επικαλείται, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, αδυναμία ικανοποίησης της πιστώτριας αναιρεσίβλητης από τον πρωτοφειλέτη-πιστούχο, και μάλιστα επιγενόμενη αδυναμία, δηλαδή, μετά την ανάληψη της εγγυητικής ευθύνης, κάνοντας απλώς αναφορά για "δυσχέρεια" προς ικανοποίηση της χρηματικής απαίτησης από τον πρωτοφειλέτη και, μάλιστα, "από την αρχή ακόμη της σύναψης της επίδικης σύμβασης πίστωσης", ούτε αναφέρει ποια ήταν τα περιουσιακά στοιχεία του τελευταίου, πότε υπήρχαν αυτά και αν ήταν αρκετά να ικανοποιήσουν την υφιστάμενη, κατά συγκεκριμένο χρόνο, απαίτηση της αναιρεσίβλητης, ούτε, βεβαίως, γίνεται αναφορά στο αναξιόχρεο του πρωτοφειλέτη και στη συναρτώμενη με αυτό πραγματική του κατάσταση, που δεν επιτρέπει την ικανοποίηση της απαίτησης της πιστώτριας αναιρεσίβλητης. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ότι, δηλαδή, το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 862 ΑΚ, είναι αβάσιμος. Ανεξαρτήτως αυτού, ο ίδιος αναιρετικός λόγος είναι αόριστος διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται το συγκεκριμένο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, στο οποίο, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, υπέπεσε το Εφετείο, δηλαδή, πού ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 862 ΑΚ. Τέλος, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, από τον αρ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλομένη για ευθεία παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 864 ΑΚ και 2 παρ. 1 ν. 4224/2013 καθό μέρος απέρριψε ως νόμω αβάσιμο τον άνω ισχυρισμό ελευθερώσεως, στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, καθόσον δεν εφάρμοσε τις εν λόγω διατάξεις, ούτε και ήσαν αυτές εφαρμοστέες, η δε προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει παραδοχές σχετικές με τις διατάξεις αυτές. Κατ' ακολουθίαν, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2.1.2020 αίτηση της Π. Κ. του Ν. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1721/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αναιρέσεως, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ