Αριθμός 1780/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση και Μαρία - Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στα ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Απόστολου Αποστολάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων: 1) Σ. Ζ. του Σ., χήρας Α. Χ., 2) Σ. Χ. του Α., και 3) Α. Χ. του Α., με την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος την 22-7-2015, αρχικώς ενάγοντος Α. Χ. του Α., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Μυτατούλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-2012 αγωγή του δικαιοπαρόχου των ήδη αναιρεσίβλητων, Α. Χ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... Εκδόθηκαν η 92/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων, η 8/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-6-2019 αίτησή της. Εκδόθηκε η 292/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης. Την υπόθεση επανέφερε για εκ νέου συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 18-4-2022 κλήση της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την υπό κρίση από 21.06.2019 και με αριθμό κατάθεσης 33/21.06.2019 αίτηση αναίρεσης, η οποία νομίμως εισάγεται προς συζήτηση με την, από 18.04.2022 και με αριθμό κατάθεσης 95/2022, κλήση της αναιρεσείουσας μετά την έκδοση της 292/2022 απόφασης του δικαστηρίου τούτου, που διέταξε την επανάληψη συζήτησης για να προσκομιστεί το αναφερόμενο έγγραφο και μετά την προσκόμιση αυτού, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, 8/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, η οποία δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την, από 01.09.2017 (και με αριθμό κατάθεσης ...), έφεση της ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας, αλλά και την, από 14.05.2018 (και με αριθμό κατάθεσης ...), έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά της 92/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., η οποία είχε δεχθεί εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την, από 01.03.2012 (και με αριθμό κατάθεσης ...) αγωγή του αρχικώς ενάγοντος Α. Χ., στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθαν (ήδη κατά την πρωτοβάθμια δίκη) λόγω θανάτου του (στις 22.07.2015) οι κληρονόμοι του, σύζυγος και τέκνα αυτού, ήδη αναιρεσίβλητοι, κατά της ήδη αναιρεσείουσας περί επιδίκασης διαφορών αποδοχών εκ της συνδέουσας αυτόν (αρχικώς ενάγοντα) με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και περί αναγνώρισης της ακυρότητος της, εκ μέρους της τελευταίας, καταγγελίας της συμβάσεως αυτής, επιδίκασης μισθών υπερημερίας, και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα πριν από κάθε επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και εντός της, υπό του νόμου, τασσόμενης καταχρηστικής προθεσμίας των δύο (2) ετών από τη δημοσίευσή της, που έλαβε χώρα στις 18.01.2019 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρo 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομοτεχνικούς λόγους, όπως, μεταξύ άλλων, είναι η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών ή τμημάτων της επιχείρησης και η μείωση του προσωπικού για οικονομικούς λόγους που επιβάλλονται από συγκεκριμένες συνθήκες τις οποίες αντιμετωπίζει η επιχείρηση, η απόφαση του εργοδότη να ανταπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχείρησης δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια. Η στάθμιση αυτή ανήκει στον εργοδότη, που έχει υπόψη του όλα τα στοιχεία της επιχείρησής του και τις συνθήκες λειτουργίας της αγοράς. Ελέγχονται όμως από τα δικαστήρια, αφενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας συγκεκριμένου εργαζομένου, ως εσχάτου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης και αφετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζόμενου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1387/2022, ΑΠ 392/2021, ΑΠ 232/2021, ΑΠ 1325/2020, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 606/2017). Ειδικότερα, στις απολύσεις αυτές ο δικαστικός έλεγχος για τη διερεύνηση της καταχρηστικής ή όχι άσκησης του δικαιώματος της καταγγελίας από τον εργοδότη γίνεται σε δύο στάδια. Στο πρώτο ελέγχεται αν πραγματικά συντρέχουν οι επικαλούμενοι από τον εργοδότη, οικονομικής ή τεχνικής φύσεως, λόγοι που καθιστούν αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, και στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι οι λόγοι αυτοί είναι υπαρκτοί και όχι προσχηματικοί ερευνάται αν η καταγγελία μπορεί να αποτραπεί με τη λήψη άλλων, ηπιότερων μέτρων, όπως η μετάθεση του εργαζομένου σε κενή, κατά το χρόνο της καταγγελίας, θέση, η κατάργηση της υπερωριακής απασχόλησης, η μερική απασχόληση, η δυνατότητα εξακολούθησης της απασχόλησης του εργαζομένου με τροποποίηση των όρων εργασίας (τροποποιητική καταγγελία). Κριτήριο του γενομένου κατά το στάδιο αυτό δικαστικού ελέγχου αποτελεί η διαπνέουσα το εργατικό δίκαιο αρχή της αναλογικότητας, κατά την οποία η καταγγελία ασκείται νόμιμα όταν χρησιμοποιείται ως έσχατο μέσο (ultima ratio) για την επιδίωξη των σκοπών του εργοδότη, ο οποίος επιβάλλεται να επιλέξει μεταξύ περισσοτέρων και εξίσου αποτελεσματικών μέσων για την ικανοποίηση των επιδιωκομένων με την καταγγελία σκοπών, το λιγότερο επαχθές για τον εργαζόμενο (ΑΠ 1387/2022, ΑΠ 392/2021, ΑΠ 232/2021, ΑΠ 1162/2019). Κατά το δεύτερο στάδιο χωρεί ο έλεγχος της ορθής ή μη επιλογής του απολυτέου με βάση κριτήρια, τα οποία πρέπει να βρίσκονται εντός των προβλεπομένων από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ορίων. Ειδικότερα, κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων, που ανήκουν στην αυτή επαγγελματική κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ιδίου επιπέδου από άποψη ικανότητας προσόντων και απόδοσης, θα ληφθούν υπόψη από τον εργοδότη, τα επιβαλλόμενα από το καθήκον πρόνοιας κριτήρια της αρχαιότητας, ηλικίας, οικογενειακών βαρών, οικονομικής κατάστασης και της δυνατότητας εξεύρεσης απ' αυτόν άλλης εργασίας, για τα οποία έχει υποχρέωση να πληροφορηθεί ο εργοδότης, έτσι ώστε να εξακολουθήσουν να απασχολούνται στη συμφωνημένη εργασία οι πλεονεκτούντες κατά τη σύγκριση και συνακόλουθα, να καταγγελθεί η εργασιακή σχέση αυτού για τον οποίο η απόλυση θα είναι λιγότερο επαχθής (ΑΠ 392/2021, ΑΠ 232/2021, ΑΠ 1162/2019). Περαιτέρω, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνον από αυτές, οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1596/2022, ΑΠ 33/2020, ΑΠ 1089/2019). Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στην ένδικη αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., ο αρχικώς ενάγων Α. Χ., στη δικονομική θέση του οποίου, όπως προαναφέρθηκε, υπεισήλθαν, λόγω θανάτου του, οι ήδη αναιρεσίβλητοι, εξέθετε, μεταξύ των άλλων, ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη, στις 06.05.1998, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του ως αδειούχος ηλεκτροτεχνίτης στο ξενοδοχείο το οποίο διατηρεί η εναγομένη στον ... ... ... με τη συμφωνηθείσα νόμιμη αμοιβή και ότι στις 13.12.2011, η εναγόμενη, προφασιζόμενη οικονομικά προβλήματα, προέβη σε έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, καταγγελία που είναι καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ και επομένως άκυρη, διότι, δεν συνέτρεχαν οι επικαλούμενοι από την εναγομένη οικονομικοτεχνικοί λόγοι, σε κάθε δε περίπτωση η εναγόμενη δεν επέλεξε, όπως έπρεπε με βάση την αρχή της αναλογικότητας, τα, ενδεικτικώς αναφερόμενα, ηπιότερα από την απόλυση μέτρα, αλλά προσέφευγε αμέσως στο επαχθέστερο γι' αυτόν μέσο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, επιπροσθέτως δε, κατά την επιλογή του ως απολυτέου, δεν έλαβε υπόψη αντικειμενικά, δηλαδή κοινωνικοοικονομικά, κριτήρια, κατά τα οποία υπερείχε προφανώς έναντι του αναφερόμενου συναδέλφου του της αυτής ειδικότητας και έτσι απέλυσε αυτόν αντί εκείνου και ζήτησε, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και να του επιδικαστούν τα αναφερόμενα ποσά για μισθούς υπερημερίας ως και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εκ της προσβολής της προσωπικότητάς του που υπέστη από την καταχρηστική απόλυσή τους. Με την πρωτόδικη 92/2017 οριστική απόφαση το ανωτέρω Δικαστήριο έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη. Μετά την άσκηση εφέσεων από τους διαδίκους, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, η οποία, αφού δέχτηκε τυπικά τις εφέσεις, τις απέρριψε κατ' ουσίαν. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο, ως προς το κρίσιμο για την αναιρετική δίκη ζήτημα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του αρχικώς ενάγοντος, δέχθηκε τα ακόλουθα: ""Ο ενάγων προσελήφθη την 6-5-1998 από την εναγομένη προκειμένου να εργαστεί στο ξενοδοχείο "..." που διατηρεί στον "... ..." ..., ως αδειούχος ηλεκτροτεχνίτης, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. ... Η εναγόμενη στις 13-12-2011 κατήγγειλε απροειδοποίητα την σύμβαση εργασίας του αρχικώς ενάγοντα για οικονομοτεχνικούς λόγους, και δη, λόγω σημαντικού ύψους ζημιών κατά τα τελευταία έτη λειτουργίας της, ..., επίσης δε, διότι είχε μειωθεί το αντικείμενο εργασίας των εργαζομένων ηλεκτρολόγων καθόσον σταδιακά η συντήρηση και επισκευή του ηλεκτρολογικού και μηχανολογικού εξοπλισμού ανατίθετο σε εξωτερικούς συνεργάτες. Η εναγομένη απασχολούσε δύο ηλεκτρολόγους, και επέλεξε την απόλυση του αρχικώς ενάγοντα, καθόσον όπως η ίδια ισχυρίζεται, είχε πολύ λιγότερα προσόντα έναντι του υπαλλήλου της, Ν. Φ., τον οποίο προσέλαβε στις 2-2-2004 και προτίμησε να κρατήσει στην επιχείρηση της. Ο Ν. Φ. είναι κάτοχος της υπ' αρ. πρωτ. ... και με αριθμό μητρώου ... άδειας άσκησης επαγγέλματος υπομηχανικού ηλεκτρολόγου β' τάξης με ..., η οποία του παρέχει το δικαίωμα εκτέλεσης, επίβλεψης και συντήρησης ηλεκτρικών εγκαταστάσεων, όπως ορίζονται στο Β.Δ. 699/71. Επίσης, είναι κάτοχος του με αριθμό ... πτυχίου του τμήματος ηλεκτρολογίας του Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος Κρήτης καθώς και πτυχίου .... Όσον αφορά δε την προϋπηρεσία του ... Όσον αφορά τον αρχικώς ενάγοντα, αυτός, ήταν απόφοιτος μέσης τεχνικής σχολής (...), είχε τις προαναφερόμενες άδειες ηλεκτροτεχνίτη που όμως δεν του παρείχαν το δικαίωμα επίβλεψης της λειτουργίας ηλεκτρικών εγκαταστάσεων, είχε προϋπηρεσία ... Αποδείχθηκε ότι μέχρι την απόλυση του αρχικώς ενάγοντα, ο Ν. Φ. δεν άσκησε καθήκοντα επιβλέποντος, αλλά, όπως και ο αρχικώς ενάγων, ασκούσε στην βάρδια του τα καθήκοντα συντήρησης των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων του ξενοδοχείου με τις ίδιες αρμοδιότητες, όπως και ο αρχικώς ενάγων, υφισταμένης άψογης συνεργασίας μεταξύ αυτού και της εναγομένης. Λαμβανομένων, λοιπόν, υπόψιν ότι ο αρχικώς ενάγων ήταν αρχαιότερος και μεγαλύτερος σε ηλικία (52 ετών) από τον Ν. Φ. (35 ετών) ήταν πατέρας δύο τέκνων ηλικίας 21 και 17 ετών - με δεδομένα τα απαιτούμενα για τις ανάγκες εκπαίδευσής τους έξοδα, ο μεν πρώτος ήταν φοιτητής στο τμήμα αγγλικής γλώσσας και φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ο δε δεύτερος ήταν μαθητής Λυκείου, παρά την υπεροχή του έτερου υπαλλήλου, Ν. Φ., όσον αφορά στα τυπικά προσόντα του, εφόσον, ως εξετέθη, το αντικείμενο εργασίας και των δύο υπαλλήλων ήταν το ίδιο, αφού καθήκοντα τεχνικού ασφαλείας και επίβλεψης λειτουργίας των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων αποδείχθηκε ότι εκτελούσε ο εξωτερικός συνεργάτης της επιχείρησης ηλεκτρολόγος - μηχανολόγος, Γ. Α., η ως άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αρχικώς ενάγοντα, κρίνεται καταχρηστική και επομένως άκυρη, διότι δεν έγινε με αντικειμενικά κριτήρια και κατά τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, επιπλέον λαμβανομένου υπόψιν ότι δεν διερευνήθηκε από την εναγομένη, πριν την απόφαση απόλυσής του, η δυνατότητα προσφυγής σε κάποιο ηπιότερο μέτρο (π.χ. μερική απασχόληση ή σε άλλη θέση), καθώς επίσης και ότι αν ο Ν. Φ. απολυόταν από την εναγομένη, λόγω της ηλικίας του και των τυπικών προσόντων του, θα μπορούσε ευχερέστερα να προσληφθεί - σε σχέση με τον ενάγοντα - από άλλο εργοδότη. ..."". Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι επιπροσθέτως και από τον αριθμό 19 όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο), η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης των άρθρων 200, 281, 288, 388, 651, 658, 660 και 662 έως 667 ΑΚ και των άρθρων 4 και 5 του Συντάγματος, διότι έσφαλε κατά την επιλογή του απολυτέου και συγκεκριμένα αν και δέχτηκε ότι ο μη απολυθείς (για οικονομοτεχνικούς λόγους) από την ίδια (εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία) υπάλληλος, ονόματι Ν. Φ., υπερείχε τυπικών προσόντων του αρχικού ενάγοντος, και ότι το αντικείμενο εργασίας των δύο υπαλλήλων ήταν το ίδιο, αναγνώρισε την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αρχικώς ενάγοντος ως καταχρηστική και κατά συνέπεια άκυρη, λόγω μη τήρησης των αντικειμενικών κριτηρίων και των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, δεδομένου ότι ο τελευταίος υπερείχε των αναφερόμενων κοινωνικών κριτηρίων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, να απορριφθεί ως αλυσιτελής, αφού το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, περί ακυρότητος ως καταχρηστικής της απολύσεως του αρχικού ενάγοντος (με τις εντεύθεν συνέπειες), στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες από μία και συγκεκριμένα σε δύο επάλληλες κύριες αιτιολογίες, ήτοι τόσο ότι δεν διερευνήθηκε από την εναγομένη, πριν την απόφαση απόλυσής του αρχικώς ενάγοντος, η δυνατότητα προσφυγής σε κάποιο ηπιότερο μέτρο όσο και ότι, η επιλογή αυτού ως απολυτέου, δεν έγινε με αντικειμενικά κριτήρια και κατά τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, με δε την αναίρεση δεν πλήττεται η μία από αυτές και συγκεκριμένα η πρώτη από τις ανωτέρω αιτιολογία (από την μη διερεύνηση επιλογής ηπιότερου μέτρου), με επακόλουθο, ο ερευνώμενος πρώτος λόγος αναίρεσης που πλήττει μόνον την άλλη επάλληλη αιτιολογία (που αναφέρεται στην επιλογή αυτού ως απολυτέου, χωρίς την τήρηση των κριτηρίων του άρθρου 281 ΑΚ), να καθίσταται αλυσιτελής, αφού τυχόν παραδοχή του, δεν επηρεάζει το διατακτικό της απόφασης, που στηρίζεται αυτοτελώς, στη μη πληττόμενη επάλληλη αιτιολογία (ως προς την καταχρηστικότητα της απολύσεως εκ της μη διερεύνησης επιλογής ηπιότερου μέτρου), η δε αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλομένη, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας, προέβη στην εξέταση - αντιπαραβολή των κοινωνικοοικογενειακών χαρακτηριστικών των ανωτέρω εργαζομένων, δεδομένου ότι πρόκειται για ανόμοιες, ένεκα προσόντων και αρμοδιοτήτων, περιπτώσεις, ανεπίδεκτές σύγκρισης, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επί πραγματικών περιστατικών, ότι δηλαδή το αντικείμενο εργασίας και των δύο υπαλλήλων ήταν το ίδιο και ο συγκρινόμενος υπάλληλος Ν. Φ. δεν άσκησε καθήκοντα επιβλέποντος, αλλά, όπως και ο αρχικώς ενάγων, ασκούσε στη βάρδια του τα καθήκοντα συντήρησης των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων του ξενοδοχείου με τις ίδιες αρμοδιότητες, όπως και ο αρχικώς ενάγων, και επομένως η αιτίαση αυτή είναι απαράδεκτη (ΑΠ 772/2023, ΑΠ 176/2019). Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο, από αυτήν, προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 1702/2022, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 1334/2018, ΑΠ 1199/2018). Δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως (ΑΠ 290/2022, ΑΠ 1266/2020). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από το άνω άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα ότι ο Γ. Α. εκτελούσε καθήκοντα (πέραν του τεχνικού ασφαλείας) και επίβλεψης λειτουργίας των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων της επιχείρησης ξενοδοχείου αυτής (αναιρεσείουσας). Ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού τα ως άνω επικαλούμενα προς θεμελίωσή του δεν είναι "πράγματα" κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης, αλλά επιχείρημα του Δικαστηρίου, που αντλείται από την αξιολόγηση των αποδείξεων, θεμελιωτικό της κρίσης του ότι ο, συγκρινόμενος προς επιλογή του απολυτέου, υπάλληλος της αναιρεσείουσας Ν. Φ. δεν άσκησε καθήκοντα επιβλέποντος, αλλά, όπως και ο (απολυθείς) αρχικώς ενάγων, ασκούσε στη βάρδια του τα καθήκοντα συντήρησης των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων του ξενοδοχείου με τις ίδιες αρμοδιότητες, όπως και ο αρχικώς ενάγων, ήτοι ότι το αντικείμενο εργασίας και των δύο υπαλλήλων ήταν το ίδιο, και ως εκ τούτου δεν ιδρύεται στην προκειμένη περίπτωση ο επικαλούμενος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Εξάλλου η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα έκρινε ως αυταπόδεικτο το γεγονός ότι η ιδιότητα του προαναφερόμενου Γ. Α. ως τεχνικού ασφαλείας συνεπάγεται και το γεγονός ότι ο ίδιος ασκεί και τα καθήκοντα επίβλεψης λειτουργίας των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων του ξενοδοχείου της (αναιρεσείουσας) είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι βασίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι "καθήκοντα τεχνικού ασφαλείας "και" επίβλεψης λειτουργίας των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων αποδείχθηκε ότι εκτελούσε ο εξωτερικός συνεργάτης της επιχείρησης ηλεκτρολόγος - μηχανολόγος, Γ. Α." και όχι ότι η ιδιότητα αυτού ως τεχνικού ασφαλείας συνεπάγεται και την άσκηση εκ μέρους του καθηκόντων επίβλεψης λειτουργίας των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 527 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του ν 4335/2015 και ισχύει για τα κατατιθέμενα μετά την 01.01.2016 ένδικα μέσα σύμφωνα με τη μεταβατικού δικαίου διάταξη του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν 4335/2015 (ΑΠ 1761/2022, ΑΠ 1682/2022) και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση κατά την οποία η ένδικη έφεση ασκήθηκε μετά την ημερομηνία αυτή, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στους αριθμούς 1 έως και 6 αυτού. Έτσι, ο εναγόμενος, ως εκκαλών, μπορεί να προτείνει με την έφεσή του οποιαδήποτε ένσταση καταλυτική ή διακωλυτική του δικαιώματος, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον η πρότασή της ενώπιον του εφετείου εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του ανωτέρω άρθρου, ακόμη και ισχυρισμούς που προτάθηκαν απαραδέκτως στο πρωτόδικο δικαστήριο ή απορρίφθηκαν ως αόριστοι (ΑΠ 1682/2022). Μεταξύ των αναφερόμενων στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ εξαιρέσεων από την απαγόρευση προβολής νέων ισχυρισμών στο δεύτερο βαθμό, στην περίπτωση 6 του άρθρου αυτού, περιλαμβάνονται και οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Η έγγραφη απόδειξη αυτή πρέπει να προκύπτει παραχρήμα και άμεσα, δηλαδή όλα τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το νέο ισχυρισμό, πρέπει να αποδεικνύονται από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο έγγραφο (δημόσιο ή ιδιωτικό με πλήρη απόδειξη) κατά τρόπο ευθύ και άμεσο και όχι σε συνδυασμό με δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 1682/2022, ΑΠ 755/2021, ΑΠ 961/2019). Επίσης, στην περίπτωση 3 του ανωτέρω άρθρου 527 ΚΠολΔ, στην κατ' εξαίρεση προβολή ισχυρισμού για πρώτη φορά στη δευτεροβάθμια δίκη από τον εκκαλούντα - εναγόμενο περιλαμβάνονται και οι ισχυρισμοί που μπορούν να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης (ΑΠ 1393/2019, ΑΠ 1281/2014). Η σχετική παράβαση του δικαστηρίου, ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε ως απαράδεκτο αυτοτελή ισχυρισμό, κατά παράβαση της οικείας δικονομικής διάταξης του άρθρου 527 ΚΠολΔ (ΑΠ 702/2021, ΑΠ 755/2021, ΑΠ 961/2019). Εξάλλου, κατά το άρθρο 442 ΑΚ "ο συμψηφισμός κατά επίδικης απαίτησης, αν η ανταπαίτηση αποδεικνύεται αμέσως, προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και κατά την εκτέλεση". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 527 αριθ. 3 και 6 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η ένσταση συμψηφισμού, αν η ανταπαίτηση αποδεικνύεται αμέσως, μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης, ακόμα και στο Εφετείο. Η κατ' εξαίρεση προβολή της ένστασης αυτής για πρώτη φορά στη δευτεροβάθμια δίκη από τον εκκαλούντα - εναγόμενο γίνεται μόνο με τη μορφή κύριου ή πρόσθετου λόγου έφεσης και όχι με τις έγγραφες προτάσεις του (ΑΠ 515/2022 ΑΠ 350/2020, ΑΠ 1481/2018, ΑΠ 1500/2007). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 664 παρ. 1 ΑΚ, "ο εργοδότης δεν μπορεί να συμψηφίσει οφειλόμενο μισθό με απαίτησή του κατά του εργαζομένου, εφόσον ο μισθός αυτός είναι απολύτως αναγκαίος για τη διατροφή του εργαζομένου και της οικογένειάς του". Μισθό όμως δεν αποτελεί η αξίωση αποζημιώσεως λόγω απολύσεως και συνεπώς δεν απαγορεύεται ο συμψηφισμός της αξίωσης αυτής (ΑΠ 936/2013). Εξάλλου, στο άρθρο 5 παρ. 3 εδ. τελευταίο του ν. 3198/1955, εν σχέσει με την ακυρότητα της καταγγελίας εκ της καθυστέρησης δόσης της αποζημίωσης απόλυσης, ορίζεται ότι "η αποζημίωση που έχει καταβληθεί συμψηφίζεται με τις οφειλόμενες λόγω της ακύρωσης της καταγγελίας τακτικές αποδοχές", ήτοι τις οφειλόμενες αποδοχές υπερημερίας. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 904 Α.Κ., "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη". Περίπτωση αχρεώστητης παροχής αποτελεί και η αποζημίωση που έχει καταβληθεί στον εργαζόμενο λόγω καταγγελίας από τον εργοδότη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, όταν δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Στην περίπτωση αυτή ο λήπτης ευθύνεται σαν να είχε επιδοθεί η αγωγή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 346 και 348 ΑΚ, εφόσον γνώριζε ή αφότου έμαθε την ανυπαρξία του χρέους (910 και 911 ΑΚ). Συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο είναι υποχρεωμένος να αποδώσει την αποζημίωση που έλαβε (ΑΠ 936/2013, ΑΠ 941/2010). Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο (3ο) λόγο της αναίρεσης, προβάλλει αιτίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, εσφαλμένα απέρριψε τον τρίτο λόγο της έφεσής της, με τον οποίο είχε προβάλει (επικουρικώς σε περίπτωση που γίνει δεκτή η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβαση εργασίας, όπως και εν τέλει έγινε) ένσταση συμψηφισμού έναντι των αξιώσεων του αρχικώς ενάγοντος από μισθούς υπερημερίας, ανταπαίτησής της εκ της, εκ μέρους της προς το τελευταίο, σε πέντε δόσεις καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης ύψους 20.569,09 ευρώ, καθ' ο μέρος καλύπτονται, προς απόδειξη δε τούτου επικαλέστηκε τα σχετικά ταμειακά παραστατικά και συγκεκριμένα: 1) την παραληφθείσα με επιφύλαξη από την πληρεξούσια δικηγόρο του αρχικού ενάγοντος, Ε. Κ., από ημερομηνία 13.12.2011 απόδειξη πληρωμής 1ης δόσης αποζημίωσης απόλυσης, ύψους 4.570,90 €, η οποία εξοφλήθηκε την ίδια ημέρα δια καταθέσεως στον υπ' αριθμ. ... τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου ο αρχικώς ενάγων, 2) την, από ημερομηνία 13.02.2012, απόδειξη πληρωμής 2ης δόσης αποζημίωσης απόλυσης, ύψους 4.570,90 €, η οποία εξοφλήθηκε δια καταθέσεως την 27.01.2012 στον υπ' αριθμ. ... τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου ο αρχικώς ενάγων, με το επισυναπτόμενο από ίδια ημερομηνία αποδεικτικό εμβάσματος της ίδιας τράπεζας, 3) την, από ημερομηνία 13.02.2012, απόδειξη πληρωμής 3ης δόσης αποζημίωσης απόλυσης, ύψους 4.570,90 €, η οποία εξοφλήθηκε δια καταθέσεως στις 30.03.2012 στον υπ' αριθμ. ... τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου ο αρχικώς ενάγων, με το επισυναπτόμενο από ίδια ημερομηνία αποδεικτικό εμβάσματος της ίδιας τράπεζας, 4) την, από ημερομηνία 13.02.2012, απόδειξη πληρωμής 4ης δόσης αποζημίωσης απόλυσης, ύψους 4.572,90 €, η οποία εξοφλήθηκε δια καταθέσεως στις 04.03.2012 στον υπ' αριθμ. ... τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου ο αρχικώς ενάγων, με το επισυναπτόμενο από ίδια ημερομηνία αποδεικτικό εμβάσματος της ίδιας τράπεζας και 5) την, από ημερομηνία 13.02.2012, απόδειξη πληρωμής 5ης δόσης αποζημίωσης απόλυσης, ύψους 2.285,49 €, η οποία εξοφλήθηκε δια καταθέσεως στις 03.08.2012 στον, υπ' αριθμ. ... τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου ο αρχικώς ενάγων, με το επισυναπτόμενο, από ίδια ημερομηνία αποδεικτικό εμβάσματος της ίδιας τράπεζας. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, αυτό δέχθηκε, ως προς την ανωτέρω ένσταση συμψηφισμού τα ακόλουθα: "Η εναγομένη προβάλλει τέλος, με τον σχετικό λόγο έφεσής της, επικουρικά, και δη για την περίπτωση που κριθεί άκυρη η απόλυση του αρχικώς ενάγοντα, την ένσταση συμψηφισμού του καταβληθέντος από αυτήν ποσού αποζημίωσης (λόγω έγκυρης καταγγελίας - απόλυσης) με το όποιο ποσό των μισθών υπερημερίας επιδικασθεί στον αρχικώς ενάγοντα". Η άνω ένσταση απερρίφθη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως απαράδεκτη, διότι δεν αναπτύχθηκε προφορικά και δεν καταχωρήθηκε στα πρακτικά των δημόσιων συνεδριάσεων του ... Η άνω ένσταση, δεν προτείνεται παραδεκτά και στο παρόν Δικαστήριο (κατ' έφεση δίκη) και είναι απορριπτέα, διότι η ύπαρξη και το περιεχόμενο των εγγράφων που επικαλείται η εκκαλούσα, ως αποδεικνύοντα παραχρήμα την ανταπαίτησή της κατά του ενάγοντα (άρθ. 269 παρ. 2 περ. δ, 527 παρ. 1 ΚΠολΔ), ήταν γνωστά σ' αυτήν, ήδη κατά την συζήτηση της υπόθεσης στο πρώτο βαθμό, αφού όλα έφεραν χρονολογία το έτος 2012 (η α' συζήτηση της αγωγής έλαβε χώρα το 2015), πλην όμως αυτή δεν πρότεινε παραδεκτά τον σχετικό ισχυρισμό (ένσταση) στο άνω πρωτοβάθμιο δικαστήριο...". Απορρίπτοντας το Εφετείο την ανωτέρω ένσταση συμψηφισμού ως απαραδέκτως προταθείσα, κήρυξε, σύμφωνα και με τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη, παρά τον νόμο απαράδεκτο, ενόψει του ότι, αφού η εν λόγω ένσταση συμψηφισμού προτάθηκε, από τον εκκαλούντα - εναγόμενο με την έφεσή του, ως νέος ισχυρισμός το πρώτον, στην κατ' έφεση, δίκη (καθώς πρωτοδίκως είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη), με την επίκληση ότι αποδεικνύεται εγγράφως και δη από τα επικαλούμενα συγκεκριμένα ιδιωτικά έγγραφα, συνέτρεχε η αναφερόμενη στις περ. 6 του άρθρου 527 ΚΠολΔ και 3 του άρθρου αυτού σε συνδ με το άρθρο 442 ΑΚ, περίπτωση που δικαιολογούσε την, κατ' εξαίρεση, επιτρεπόμενη προβολή της για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου, από τον εκκαλούντα - εναγόμενο, και τούτο ανεξαρτήτως αν η ύπαρξη και το περιεχόμενο των εγγράφων που επικαλείται η αναιρεσείουσα, ως αποδεικνυόντων παραχρήμα την ανταπαίτησή της, ήταν γνωστά σ' αυτήν, ήδη κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό, αφού η πρόσθετη προϋπόθεση, στην περίπτωση επιτρεπτού βραδείας προβολής ισχυρισμού που αποδεικνύεται εγγράφως, που προβλεπόταν στην περ. δ του άρθρου 269 ΚΠολΔ, όπως είχε αντικατασταθεί με άρθρο 11 του ν. 2915/2001, και στις προϋποθέσεις του οποίου (άρθρου 269) παρέπεμπε η παρ. 3 του άρθρου 527 ΚΠολΔ πριν την αντικατάστασή του, με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν 4335/2015 και την κατάργηση του άρθρου 269 με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του νόμου αυτού, "το δικαστήριο να κρίνει ότι ο διάδικος δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να πληροφορηθεί εγκαίρως, την ύπαρξη των εγγράφων", απαλείφθηκε με το άρθρο 27 του ν. 3994/2011 (ΦΕΚ Α' 165/25.07.2011) (ΑΠ 961/2019 ΑΠ 1193/2018, ΑΠ 841/2017)]. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης που να πλήττει στο σύνολό της την προσβαλλόμενη απόφαση ή που να μην καλύπτεται από την εμβέλεια του ως άνω αναιρετικού λόγου που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει, κατά παραδοχή του άνω εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προαναφερόμενο μέρος που απέρριψε ως απαράδεκτη την ένσταση συμψηφισμού και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον, ο οποίος την είχε δικάσει προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 8/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ κατά το μέρος αυτό, την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος Δήμητρα Ζώη ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Νοεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ