Αριθμός 1088/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δήμητρα Μπουρνάκα, Χρυσούλα Παρασκευά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Απριλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ε. Δ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Τέρτιο Πετροβατζή, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1539/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Δεκεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 57/2013. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 515 παρ.1 ΚΠΔ με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του Εισαγγελέα μπορεί το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις να καταβάλλει για μία φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου κατά τη σημερινή εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως εμφανίσθηκε, ως άγγελος ο δικηγόρος Αθηνών Τέρτιος Πετροβατζής συνεργάτης του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος Βασιλείου Τσίρμπα και υπέβαλε αίτημα αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης, διότι απουσιάζει στο εξωτερικό ο παραπάνω πληρεξούσιος. Ο επικαλούμενος, όμως λόγος δεν συνιστά ιδιαίτερα εξαιρετική περίπτωση που να δικαιολογεί την αιτούμενη αναβολή της δίκης. Επομένως το αίτημα είναι απορριπτέο. Μετά την απόρριψη του αιτήματος αναβολής παρέστη μετά του αναιρεσείοντος ο δικηγόρος Αθηνών Τέρτιος Πετροβατζής και συζητήθηκε η παρούσα υπόθεση. Η κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 31 παρ.2 εδ.β'και 105 παρ.2 εδ.β'ΚΠΔ ανάγνωση και αποδεικτική αξιολόγηση εις βάρος του κατηγορουμένου της ανωμοτής κατάθεσής τους που δόθηκε κατά το στάδιο της αυτεπάγγελτης προανάκρισης, εφόσον έγινε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο επάγεται απόλυτη ακυρότητα και θεμελιώνει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2004) όχι όμως και η ύπαρξη αυτής στη σχηματισθείσα δικογραφία και η μη παραμονή της στο αρχείο της Εισαγγελίας, εφόσον αυτή δεν αναγνιγνώσκεται ή δεν αξιολογείται από το Δικαστήριο και επομένως δεν επηρεάζει την αίτηση των υπερασπιστικών καθηκόντων του κατηγορουμένου. Στη προκειμένη περίπτωση προκύπτει σαφώς από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η από 20-12-2006 ένορκη κατάθεσή του αναιρεσείοντος ως μάρτυρα κατά την προκαταρκτική εξέταση, δεν αναγνώσθηκε, ούτε λήφθηκε υπόψη ούτε αξιοποιήθηκε αποδεικτικώς εναντίον του από το δικαστήριο. Επομένως ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α'με τον οποίο υποστηρίζεται ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα για το λόγο ότι η ως άνω, κατάθεση του αναιρεσείοντος δεν αφαιρέθηκε από τη δικογραφία και δεν τέθηκε στο αρχαίο της Εισαγγελίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η δε ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η εξέτασή του αυτή χρησιμοποιήθηκε αποδεικτικά εναντίον του είναι απορριπτέα ως αβάσιμη καθόσον τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται και περιγράφει ο αναιρεσείων δηλ. α)της εκ νέου βάπτισης β)από τον "ποιμένα" των Πεντηκοστιανών και γ)σε περιοχή του Ηρακλείου, ως μοναδικά που αναφέρονται μόνο στην κατάθεσή του, αποτυπώνονται πανομοιότυπα και στο περιεχόμενο του επιδοθέντος κλητηρίου θεσπίσματος στον ίδιο, δηλ. αποτελούν στοιχεία της κατηγορίας που του απαγγέλθηκε, την οποία δέχθηκε το Δικαστήριο και τον καταδίκασε. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ιδίου κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ακόμη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται το αιτιολογικό με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα, στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες έγγραφα κ.λπ.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, η εσφαλμένη αξιολόγηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών στοιχείων, γιατί, στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του το Τριμελές Πλημ/κείο Ρεθύμνης που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα του αδικήματος του προσηλυτισμού, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 4 μηνών και χρηματική ποινή τριακοσίων (300) ευρώ ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως το δικάσαν ως Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων δέχθηκε ανελέγκτως κατά λέξη τα εξής: "Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, τα έγγραφα που επίσης στο ακροατήριο δημοσία αναγνώσθηκαν, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη για την οποία κατηγορείται. Ειδικότερα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2004 έως τις 15.12.2006, στο χωριό ... του Νομού Ρεθύμνης, ο κατηγορούμενος, ως μέλος της Εκκλησίας της Πεντηκοστής, προσέγγισε τον συγχωριανό του και νεότερο του κατά δεκαέξι χρόνια Ε. Β. του Β. και, εκμεταλλευόμενος τη φιλική σχέση που ανέπτυξε μαζί του, την απειρία του ως χωρικού και την οφειλόμενη σε ψυχολογικά αίτια ευαισθησία του χαρακτήρα του, με συνεχείς συναντήσεις, φορτικότητα και συζητήσεις θρησκευτικού περιεχομένου τον μύησε στη δική του θρησκεία, καθοδηγώντας τον να βαπτιστεί εκ νέου εντός της θαλάσσης από τον "ποιμένα" των Πεντηκοστιανών Α. Ξ., παρουσία και του ιδίου (του κατηγορουμένου), σε περιοχή του Ηρακλείου, παροτρύνοντας τον να κάψει τα εικονίσματα της Ορθοδόξου Εκκλησίας που είχε στην οικία του και εξωθώντας τον εντέλει-αφού πρώτα τον περιήγαγε σε κατάσταση ψυχικής διαταραχής ("ψυχωτικής διαταραχής", "ψυχωσικής συνδρομής") -σε απόπειρα αυτοκτονίας, με χρήση δίκαννου κυνηγετικού όπλου, η οποία έλαβε χώρα στις 16.12.2006, στον ανωτέρω τόπο, ήτοι αυτοπυροβολήθηκε δύο φορές εξ επαφής στοχεύοντας στο στήθος του, πλην όμως διασώθηκε χάρη στην άμεση επέμβαση του αδελφού του Π. Β.. Τα παραπάνω προκύπτουν τόσο από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, όσο και από την ίδια την απολογία του κατηγορουμένου, ο οποίος, έχοντας ενεργό συμμετοχή στην Εκκλησία της Πεντηκοστής, μολονότι δεν διέθετε ιδιαίτερη μόρφωση, ασκούσε ιδιαίτερη επιρροή στον κατά πολύ νεότερο του Εμμανουήλ Βάμβουκα, με τον οποίο περνούσε πολλές ώρες της ημέρας και ο οποίος άλλωστε ήταν ψυχοσυναισθηματικά ασταθής ώστε τον έπεισε να αψηφήσει τις συνήθειες και τις παραδόσεις της μικρής κλειστής κοινωνίας όπου διαβιούσε και να μεταβάλει την θρησκευτική του πίστη". Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα του ότι: "Κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2004 έως τις 15.12.2006, στο χωριό ... πρώην Δήμου Κουλούκωνα Νομού Ρεθύμνης, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος, ενεργούσε προσηλυτισμό σε ετερόδοξο προς αυτόν πρόσωπο και, ειδικότερα, με κατάχρηση της απειρίας του θύματος του και της εμπιστοσύνης που επεδείκνυε προς αυτόν, καθώς και διά της εκμετάλλευσης των ψυχολογικών προβλημάτων της υγείας του, προσπαθούσε άμεσα να διεισδύσει στη θρησκευτική συνείδηση του, με σκοπό μεταβολής του περιεχομένου αυτής, το οποίο κι επέτυχε. Συγκεκριμένα, ως μέλος της Εκκλησίας της Πεντηκοστής, προσέγγισε τον συγχωριανό του και νεότερο του κατά δεκαέξι χρόνια Ε. Β. του Β. και, εκμεταλλευόμενος τη φιλική σχέση που ανέπτυξε μαζί του, την απειρία του ως χωρικού και την οφειλόμενη σε ψυχολογικά αίτια ευαισθησία του χαρακτήρα του, με συνεχείς συναντήσεις, με φορτικότητα και συνεχείς συζητήσεις θρησκευτικού περιεχομένου τον μύησε στη δική του θρησκεία, καθοδηγώντας τον να βαπτιστεί εκ νέου εντός της θαλάσσης από τον "ποιμένα" των Πεντηκοστιανών, Α. Ξ., παρουσία και του ιδίου (του κατηγορουμένου), σε περιοχή του Ηρακλείου, παροτρύνοντας τον να κάψει τα εικονίσματα της ορθοδόξου εκκλησίας που είχε στην οικία του και εξωθώντας τον εντέλει-αφού πρώτα τον περιήγαγε σε κατάσταση ψυχικής διαταραχής ("ψυχωτικής διαταραχής", "ψυχωσικής συνδρομής")-σε απόπειρα αυτοκτονίας, με χρήση δίκαννου κυνηγετικού όπλου, η οποία έλαβε χώρα στις 16.12.2006, στον ανωτέρω τόπο. Περιαχθείς, πιο συγκεκριμένα, στην ανωτέρω κατάσταση, ο παθών αυτοπυροβολήθηκε δύο φορές εξ επαφής στοχεύοντας στο στήθος του, πλην όμως, διεσώθη διά της σωτήριας επεμβάσεως του αδελφού του, Π. Β., υποστείς από την πράξη του μόνο επικίνδυνες σωματικές βλάβες". Με βάση αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος του προσηλυτισμού για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις (1, 14, 15,16, 26 εδ.1α, 51, 53, 57, 79, 98 ΠΚ αρ.4 Α.Ν. 1363/1938) τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλ. ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, το δικάσαν Εφετείο α)εξέθεσε με πληρότητα και σαφήνεια τον τρόπο τέλεσης της πράξεως και δεν ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας να υπάρχουν και ειδικές σκέψεις για το υποκειμενικό στοιχείο, διότι ο δόλος στην προκειμένη περίπτωση ενυπάρχει στη βούληση παραγωγής των άνω περιστατικών της αντικειμενικής υποστάσεως του προαναφερομένου εγκλήματος. β)δεν υπάρχουν αντιφατικές παραδοχές στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τη θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος του προσηλυτισμού για το οποίο τον καταδίκασε. Από δε τις παραδοχές της απόφασης ότι: "τον μύησε στη δική του θρησκεία καθοδηγώντας τον να βαπτιστεί εκ νέου εντός της θαλάσσης από τον "ποιμένα" των Πεντηκοστιανών ... και παροτρύνοντάς τον να κάψει τα εικονίσματα της ορθοδόξου εκκλησίας που είχε στο σπίτι του" σαφώς συνάγεται ότι ο Ε. Β. δεν ήταν ομόδοξός του αλλά ετερόδοξος και ανήκε στο ορθόδοξο δόγμα. Περαιτέρω δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες έγγραφα) από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα. Επίσης η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν προσδιορίζεται επακριβώς ο χρόνος τελέσεως της πράξεως, αλλά αναγράφεται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ως χρόνος τέλεσης "από το έτος 2004 έως της 15-12-2004" με αποτέλεσμα να φαλκιδεύονται τα δικαιώματά του, ως προς το χρόνο ενάρξεως της παραγραφής, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού πρόκειται για αδίκημα που τελέστηκε κατ'εξακολούθηση με χρόνο ενάρξεως το 2004 μέχρι της 15-12-2006. Τέλος το Δικαστήριο της ουσίας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 15, 16, 26 εδ.1α , 51, 53, 57, 79, 98 Π.Κ. και άρθρο 4 του Α.Ν. 1363/1938 χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα ορθώς έκανε την υπαγωγή των αποδείξεων που συνήγαγε στις ως άνω διατάξεις και όχι στη διάταξη του άρθρου 301 Π.Κ. για συμμετοχή σε αυτοκτονία, καθόσον σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως σκοπός του αναιρεσείοντος, δεν ήταν η κατάπειση του παθόντος σε αυτοκτονία αλλά ο προσηλυτισμός αυτού με πειθώ και φορτικότητα από το ορθόδοξο δόγμα που πρέσβευε στο δόγμα που πρέσβευε ο ίδιος ο αναιρεσείων. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης και έλλειψη νόμιμης βάσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επειδή, η μη παράθεση στην απόφαση του σχετικού άρθρου του Ποινικού Κώδικα αποτελούσε τον Η' λόγο αναιρέσεως του άρθρου 510 του Κώδικα Ποιν.Δικονομίας, ο οποίος καταργήθηκε με το νόμο 3160/2003, έκτοτε δε τον Η'λόγο αναιρέσεως αποτελεί ο μέχρι τότε Θ' λόγος για υπέρβαση εξουσίας, επομένως η μη παράθεση στη προσβαλλόμενη απόφαση των σχετικών άρθρων του ποινικού νόμου, δεν αποτελεί πλέον αναιρετικό λόγο και γι' αυτό ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από την ως άνω καταργηθείσα διάταξη ότι δηλ. δεν παρατίθενται τα άρθρα που προβλέπουν και τιμωρούν την διωκόμενη πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων αλλά άλλες άσχετες διατάξεις, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος. Επομένως κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως με την κρινόμενη, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρ.583 παρ.1 ΚΠοινΔ σε συνδ. με το αρ.3 παρ.3 του Ν. 773/1977). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17-12-2012 αίτηση-δήλωση του Ε. Δ. του Κ., κατοίκου ... για αναίρεση της 1539/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Ρεθύμνης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Αυγούστου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ