Αριθμός 241/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος - καθού: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Θεόδωρο Στριλάκο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου - υπέρ ης: Μ. συζύγου Ι. Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Ευαγγελίας Χαραλάμπους και κατέθεσε προτάσεις. Της Προσθέτως Παρεμβαίνουσας: Πρωτοβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΚΑΘΑΡΙΣΤΡΙΩΝ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ ΒΟΡΕΙΟΔΥΤΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Νικολουτσόπουλο και δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/3/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 1346/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 5610/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 6/10/2006 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 263/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσίβλητη με την από 30/4/2012 κλήση της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Αθηναίος, ανέγνωσε την από 14/4/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, δεύτερου τετάρτου και πέμπτου, από τους λόγους αναίρεσης και την απόρριψη του τρίτου λόγου αυτής. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου και της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 80,81 και 215 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η πρόσθετη παρέμβαση από το άρθρο 669 παρ.3 του ίδιου Κώδικα, εφαρμοζόμενο και στην κατ' αναίρεση δίκη κατ' άρθρο 675 Α του Κ.Πολ.Δ, που προστέθηκε με το άρθρο 9 παρ.1 Ν. 3189/21-10-2003, ασκείται κατά την ενώπιον του Αρείου Πάγου εκκρεμή δίκη με κατάθεση δικογράφου, που κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους και περιέχει τα οριζόμενα στην παρ.1 του ανωτέρω άρθρου 81 στοιχεία. Επομένως, η από 2-11-2009 πρόσθετη παρέμβαση της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Σωματείο καθαριστριών σχολικών κτιρίων Βορειοδυτικής Ελλάδος" υπέρ της αναιρεσίβλητης, που ασκήθηκε ενώπιον του Αρείου Πάγου με αυτοτελές δικόγραφο, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού αντίγραφο αυτής δεν προκύπτει ότι έχει επιδοθεί στους αρχικούς διαδίκους, χωρίς όμως να επιβληθεί δικαστική δαπάνη εις βάρος της προσθέτως παρεμβαίνουσας αυτής υπέρ του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, αφού δεν προκλήθηκε στην τελευταία πρόσθετη δαπάνη από την εν λόγω παρέμβαση, ενόψει του ότι το τελευταίο υπέβαλε κοινές προτάσεις κατά της αναιρεσίβλητης και κατά της προσθέτως παρεμβάσης. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι, με τους όρους της συμφωνίας τους, αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεώς του προς αυτές. Σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή τη επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου(επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας), κυρίως γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με την σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης. Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής(ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής), η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004, αντίστοιχα. Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου αντιμετωπιζόταν με το άρθ. 8§3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 §§1 και 3 του Συντάγματος),το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης. Κατά την παγιωθείσα δε στη νομολογία και τη θεωρία ερμηνεία της εν λόγω διάταξης ενώ αυτή αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση, από τον εργοδότη, των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την από λύση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά ανάγκες της υπηρεσίας πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή ως σύμβασης έργου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτή οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρ.26 §3 και 87 §2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου ή τον έχοντα ισχύ νόμου κανονισμό χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΠ-Ολ 7/2011), κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ. Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή σύμβασης έργου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα, χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (ΟλΑΠ 18/2006). Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, ΟΤΑ και άλλων ΝΠΔΔ πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου, των ΟΤΑ και άλλων ΝΠΔΔ και των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004,που άρχισε να ισχύ ει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις. Τούτο δε διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων,τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψης τους ως τέτοιων(αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (πρβλ. ΑΠ-Ολ 7/2011, ΑΠ-Ολ 8/2011). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα. Τέλος, ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρισίμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος απ' αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος. Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών αν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από τη προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την από 1-5-1994 σύμβαση μίσθωσης έργου, καταρτισθείσα μεταξύ του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου υπό του Διευθυντού Τοπικής Αυτοδιοίκησης και Διοίκησης Ανατολικής Αττικής αφ' ενός και της αναιρεσίβλητης αφ' ετέρου, η τελευταία προσελήφθη υπό του πρώτου, ως καθαρίστρια των εις την Αγία Παρασκευή και επί της Λεωφόρου Μεσογείων κτιριακών εγκαταστάσεων και γραφείων της Διεύθυνσης Τοπικής Ανατολικής Αττικής, υπαγομένης στην Γενική Διεύθυνση Περιφέρειας του Υπουργείου Εσωτερικών. Κατά το περιεχόμενο της μεταξύ των διαδίκων ως άνω καταρτισθείσας συμβάσεως, η διάρκεια αυτής ορίστηκε ετήσια, η δε ημερήσια απασχόληση της αναιρεσίβλητης συνεφωνήθη οκτάωρη, παρεχομένη επί πενθήμερη εβδομαδιαίως και από ώρας 4ης πρωινής μέχρις 12ης μμ καθ' εκάστη, ενώ οι μηνιαίες αποδοχές αυτής καθορίστηκαν στο ποσό των 80.000 δραχμών. Έκτοτε και μέχρι της 31-12-2003, με διαδοχικές κατ' έτος μεταξύ των διαδίκων ανανεούμενες και εγγράφως καταρτιζόμενες συμβάσεις έργου, ετήσιας ομοίως διάρκειας, η αναιρεσίβλητη συνέχισε, υπό την προεκτεθείσα ιδιότητά της, παρέχουσα τις υπηρεσίες της στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο υπό τους αυτούς ως άνω όρους, απασχολουμένη καθ' εκάστη επί οκτάωρο με την καθαριότητα αρχικώς των ως άνω γραφείων της άνω Διευθύνσεως του αναιρεσείοντος και από του έτους 1999 ολοκλήρου της επί της οδού Ψαρρών 19 τετραωρόφου οικοδομής στην οποία μεταστεγάστηκαν οι υπηρεσίες της ανωτέρω Διευθύνσεως, επιδεικνύουσα ενδιαφέρον για όλες τις τακτικές και έκτακτες ανάγκες καθαριότητος των ως άνω εγκαταστάσεων, πολλάκις και εκτός ωραρίου και φροντίζουσα για την απρόσκοπτη κατά την ώρα ενάρξεως της εργασίας τους προσέλευση των υπαλλήλων της. Κατά την διάρκεια της επί σειράν ετών ως άνω απασχολήσεως της η αναιρεσίβλητη εν σχέσει με τον τόπο, τρόπο και χρόνο παροχής της εργασίας της αυτής τελούσε υπό τον έλεγχο, την εποπτεία και τις οδηγίες του εκάστοτε Προϊσταμένου της άνω Διευθύνσεως, ο οποίος και καθόριζε εκάστοτε τις λεπτομέρειες παροχής της εργασίας της αυτής όπως και του υπολοίπου προσωπικού της άνω Υπηρεσίας του αναιρεσείοντος, την εργασία δε αυτή συνέχισε παρέχουσα ακόμη και μετά την τυπική λήξη των ως άνω συμβάσεων της μέχρι την σύναψη της νέας συμβάσεως. Υπό τα δεδομένα όμως αυτά, είναι προφανές ότι εφόσον το αναιρεσείον εν όψει των αναγκών καθαριότητος της άνω Διευθύνσεώς του, απέβλεπε προεχόντως στην εργασία της αναιρεσίβλητης, η οποία τελούσε υπό την εποπτεία και τις οδηγίες του, οι συνδέουσες τους διαδίκους ως άνω συμβάσεις έργου, ετύγχανον πράγματι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία απεδείχθη εξάλλου ότι η ως άνω από την αναιρεσίβλητη παρεχομένη εργασία, από το είδος και τη φύση της είχε διαρκή, μόνιμο και σταθερό χαρακτήρα, εκάλυπτε δε τις ανάγκες καθαριότητος του αναιρεσείοντος που δεν ήταν προσωρινές ή απρόβλεπτες, αλλά πάγιες και διαρκείς, αφού ο τομέας στον οποίο παρείχοντο αυτές ουδέποτε εστερείτο αντικειμένου εργασίας. Όμως, οι ως άνω διαδοχικώς ανανεούμενες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου της αναιρεσίβλητης, η οποία προσέφερε τις υπηρεσίες της ανελλιπώς και αδιακόπως και τις απεδέχετο το αναιρεσείον χωρίς εναντίωση, οι οποίες (συνθήκες εργασίας) εξακολουθούσαν να ισχύουν κατά την 2-4-2003, οπότε ενσωματώθηκε στο Ελληνικό Δίκαιο με το ΠΔ 81/1983 η οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 παρά τον χαρακτηρισμό των ως άνω συμβάσεων εργασίας ως ορισμένου χρόνου, στη πραγματικότητα ετύγχανον συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον κατά τα προεκτεθέντα, η αναιρεσίβλητη προσέφερε στο αναιρεσείον τις υπηρεσίες της, καλύπτουσα πάγιες και διαρκείς ανάγκες τούτου, ο χαρακτηρισμός των δε αυτός δεν δικαιολογείται από τον σκοπό και την φύση της ως άνω παρεχομένης από την αναιρεσίβλητη εργασίας, τις λειτουργικές ανάγκες του αναιρεσείοντος και τις λοιπές συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως, αλλά δόθηκε με προφανή σκοπό την καταστρατήγηση των νομίμων δικαιωμάτων της αναιρεσίβλητης, αφού ουδείς αντικειμενικός λόγος επέβαλε τον χρονικό περιορισμό των ανωτέρω συμβάσεων. Ο ανωτέρω δε χαρακτηρισμός έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 8 παρ.3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό ερμηνεύεται σύμφωνα με την προαναφερθείσα κοινοτική οδηγία, καθόσον το αναιρεσείον δυνάμει των συμβάσεων αυτών επεδίωκε να ικανοποιήσει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του και όχι πρόσκαιρες, έκτακτες και παροδικές, όπως ο νόμος ορίζει. Ενόψει αυτών παρέπεται ότι οι μεταξύ των διαδίκων ως άνω διαδοχικώς καταρτισθείσες συμβάσεις έργου υποκρύπτουν στην πραγματικότητα μια ενιαία σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού η αναιρεσίβλητη παρέσχε την εργασία της υπό τις άνω συνθήκες συνεχώς και αδια λείπτως προς εξυπηρέτηση μονίμων αναγκών του αναιρεσείοντος και μάλιστα επί σειρά ετών. Τέλος, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε ότι παρά τον αληθή χαρακτήρα της συνδεούσης τους διαδίκους συμβάσεως εργασίας ως τοιαύτης αορίστου χρόνου, το αναιρεσείον την 31-12-2003 κατήγγειλε σιωπηρώς την σύμβαση αυτή και έπαυσε έκτοτε αποδεχόμενο τις υπηρεσίες της αναιρεσίβλητης, χωρίς να καταβάλει σ' αυτή την κατά τον νόμο 2112/1920 οφειλόμενη αποζημίωση. Η ως άνω όμως χωρίς έγγραφη προειδοποίηση και καταβολή της οφειλομένης αποζημίωσης γενόμενη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης, τυγχάνει κατ' άρθρα 174 και 180 ΑΚ άκυρη και θεωρείται ως μη γενόμενη και επομένως το αναιρεσείον, μη αποδεχόμενο τις νομίμως σ' αυτό υπηρεσίες της, των οποίων σημειωτέον δεν είναι αναγκαία η πραγματική προσφορά, κατέστη υπερήμερο και υποχρεούται στην προς αυτήν καταβολή των μισθών υπερημερίας. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών), με το να δεχτεί με την εκκληθείσα υπ' αριθ. 1346/2005 οριστική απόφασή του, ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος της, την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, αναγνωρίζοντας ότι αυτή συνδεόταν με το αναιρεσείον με μία ενιαία (διαρκή) σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου από την αρχή της προσλήψεώς της και καθ'όλη τη διάρκεια λειτουργίας της εργασιακής της σχέσεως με το τελευταίο, υποχρεώνοντας αυτό (αναιρεσείον) να αποδέχεται τις υπηρεσίες της αναιρεσίβλητης δυνάμει της ως άνω σύμβασης και αναγνωρίζοντας ότι το αναιρεσείον οφείλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 23.055 Ευρώ, από τα οποία 8.700 Ευρώ αφορούν μισθούς υπερημερίας, για το από 1-1-2004 έως 28-1-2005 χρονικό διάστημα, και τα υπόλοιπα διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών και επιδόματα άδειας και εορτών, για το από 1-4-2002 έως 31-12-2003 χρονικό διάστημα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της άνω αγωγής μέχρι την εξόφληση, δεν έσφαλε, απορρίπτοντας τους σχετικούς λόγους της έφεσης που άσκησε το αναιρεσείον κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης. Με τις ανωτέρω παραδοχές και με τη βασισθείσα σ' αυτές κρίση του το Εφετείο, εφόσον δέχθηκε, ότι η αναιρεσίβλητη απασχολείτο, ως καθαρίστρια στο αναιρεσείον Δημόσιο, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που είχε καταρτισθεί μεταξύ τους την 1-5-1994 (πριν δηλαδή από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας, των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος και του ΠΔ 81/2003) και συνεχίσθηκε έκτοτε η μεταξύ τους σχέση εργασίας με την κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες, όμως, κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος και ότι ο καθορισμός της διάρκειας αυτών ως ορισμένου χρόνου δεν δικαιολογείται από την φύση τους αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της αναιρεσίβλητης, και έκρινε τελικά (το Εφετείο) ότι οι συμβάσεις αυτές αποτελούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920, που ήταν σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση, και σε ορθό κατέληξε συμπέρασμα. Επομένως, μετά απ' αυτά, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και οι ενιαίως κρινόμενοι, πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τους οποίους αποδίδονται στο Εφετείο οι αιτιάσεις σε σχέση με τις νομικές βάσεις της ένδικης αγωγής, πλην αυτών που αφορούν τις διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών και τα επιδόματα άδειας και εορτών κατά το εκτεθέν χρονικό διάστημα, ότι με τη προσβαλλόμενη απόφασή του, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 103 παρ.8 του Συν τάγματος, 1, 2, 3 του ν. 2314/1953, 15 του ν. 1735/1987 και 6 του ν. 2527/1997 με τη μη εφαρμογή τους, ενώ ήταν εφαρμοστέες και του άρθρου 8 του ν. 2112/1920 με την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του, την οποία εφήρμοσε, αν και δεν ήταν εφαρμοστέα. Επειδή, ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρισίμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος απ' αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος. Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίων όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Στη προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, προβάλλει ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και ειδικότερα, αφενός έχει ανεπαρκή αιτιολογία, που συνίσταται στο ότι δεν αναφέρεται 1) ποιές ήταν οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης, μετά την πρώτη από 1-5-1994 σύμβαση, δεδομένου ότι για τη σύναψη κάθε έγκυρης σύμβασης με το Δημόσιο, με αντικείμενο μεγαλύτερο των 2.500 Ευρώ, απαιτείται η τήρηση εγγράφου τύπου, και 2) αν το ποσό των 870 Ευρώ, που κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης και σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης, ήταν ο μηνιαίος μισθός της, αποτελούσε τις μικτές αποδοχές της ή όχι, και αφετέρου αντιφατική αιτιολογία, που συνίσταται στο ότι ενώ δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη απασχολούνταν επί οκτάωρο καθημερινώς, σε άλλο σημείο αυτής αναφέρει ότι αυτή απασχολούνταν πολλάκις εκτός ωραρίου. Πλην το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες παραδοχές του, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση πλήρεις και σαφείς, χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αφού αναφέρεται σ' αυτή ότι καταρτίζονταν μεταξύ των διαδίκων, μετά τη λήξη της πρώτης σύμβασης διαδοχικές συμβάσεις ετήσιας διάρκειας, μέχρι την 31-12-2003 και ότι όλες ήταν έγγραφες, δεν ήταν δε αναγκαίο να διαλαμβάνεται στην ως άνω απόφαση αν το αποτελούν το μηνιαίο μισθό, ποσό των 870 Ευρώ, αντιστοιχούσε σε μικτές ή καθαρές αποδοχές, ούτε εξάλλου υπάρχει καμία αντίφαση στην παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι η αναιρεσίβλητη απασχολούνταν πολλές φορές και εκτός ωραρίου, από την άλλη παραδοχή της ότι αυτή απασχολούνταν καθημερινώς επί οκτάωρο. Επομένως ο λόγος αυτός της αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., είναι αβάσιμος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ.9 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Στη προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με το τέταρτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας, παρά το περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ως προς όλα τα επί μέρους αιτήματα, με τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τις πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσίβλητης, μεταξύ των οποίων και αυτό περί υποχρέωσης να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ως άνω αναιρεσίβλητης, την έφεση που άσκησε εκείνο (αναιρεσείον) κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία υποχρεώθηκε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της (αναιρεσίβλητης) και έτσι επικυρώνοντας την άνω πρωτόδικη απόφαση, επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, ισχυρισμός που προτάθηκε νομίμως με την έφεση του αναιρεσείοντος, με σχετικό λόγο, στα πλαίσια του αιτήματος εξαφάνισης της πρωτόδικης απόφασης. Πλην όμως από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και συγκεκριμένα των πρακτικών συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και των πρωτοδίκων προτάσεων της αναιρεσίβλητης, προκύπτει ότι αυτή έτρεψε σε αναγνωριστικό μόνο το καταψηφιστικό αίτημα που αφορούσε τα χρηματικά ποσά που ζητούσε εκείνη να της επιδικασθούν για μισθούς υπερημερίας και για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών και για επιδόματα άδειας και επιδομάτων εορτών κατά το στην άνω αγωγή αναφερόμενο χρονικό διάστημα και όχι και το αίτημα της να υποχρεωθεί το αναιρεσείον να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ανωτέρω αναιρεσίβλητης. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί και ο λόγος αυτός της αναίρεσης, που στηρίζεται στον αριθμό 9α του ΚΠολΔ, ως αβάσιμος. Επειδή, με το άρθρο 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ 26-6/10-7-1944) το οποίο εξακολουθεί να ισχύει σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 109 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, ορίζονται τα ακόλουθα: "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται σε 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Από την εν λόγω διάταξη συνάγεται ότι ως προς την έναρξη της τοκογονίας αρκεί η γένεση της επιδικίας, από την οποία αρχίζει η αμφισβήτηση ως προς την ύπαρξη της απαίτησης για χρηματική παροχή με την άσκηση της αγωγής και η επίδοση της αγωγής προς το Ελληνικό Δημόσιο από την οποία λαμβάνει αυτό γνώση της αμφισβήτησης. Εφόσον όμως ο νόμος (η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 21 του κ.δ της 26.6./10.7.1994) δεν διακρίνει, δεν συνδέει δηλαδή την έννομη συνέπεια της τοκογονίας λόγω επιδικίας προς το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, αλλά μόνον προς την γένεση της επιδικίας, δεν συντρέχει λόγος διαφοροποιήσεως ως προς το ζήτημα τούτο της καταψηφιστικής προς την αναγνωριστική αγωγή (ως τέτοιας νοουμένης και της αγωγής της οποίας το αρχικά καταψηφιστικό αίτημα περιορίσθηκε σε αναγνωριστικό), δεδομένου ότι η τελευταία δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι της πρώτης, τέμνει δε και αυτή τη διαφορά ως προς την ύπαρξη της απαίτησης με δύναμη δεδικασμένου. Εξάλλου, αναγνωριστική καθίσταται και η αγωγή της οποίας το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα περιορίζεται σε αναγνωριστικό. Έννομη εντεύθεν συνέπεια των ανωτέρω είναι ότι στην περίπτωση περιορισμού του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, οφείλονται τόκοι (ΑΕΔ 7/2011). Στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε μεταξύ άλλων ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο οφείλει στην αναιρεσίβλητη και το συνολικό ποσό των 23.05 ευρώ εντόκως από την επίδοση της ένδικης, δεχθέν ότι για το ποσό αυτό οφείλονται τόκοι, παρά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της ένδικης αγωγής σε αναγνωριστικό, αναφορικά με το ως άνω ποσό, καθόσον η ένδικη αγωγή και μετά τον περιορισμό της σε αναγνωριστική συνιστά όχληση και η επίδοσή της κατέστη σε το εναγόμενο Δημόσιο υπερήμερο και υπόχρεο προς καταβολή τόκων. Με τη κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 21 του κ.δ της 26-6/10-7-1944, 340, 345 και 346 ΑΚ, τις οποίες αντιθέτως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως πρέπει να απορριφθεί και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ως αβάσιμος, καθώς και αυτή στο σύνολό της. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2-11-2009 πρόσθετη υπέρ της αναιρεσίβλητης παρέμβαση της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΚΑΘΑΡΙΣΤΡΙΩΝ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ ΒΟΡΕΙΟΔΥΤΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" Απορρίπτει την από 6-10-2006 αίτηση για α ναίρεση της 5610/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Φεβρουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ