Αριθμός 1787/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Κοκκίνη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Κ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Καυκόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Τ. του Κ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αδαμόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Οκτωβρίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33261/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 648/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2 Ιουλίου 2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 8 Φεβρουαρίου 2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Τίγγα, λόγω συνταξιοδότησης, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου από το άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρόσθετου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών από το αναιρετήριο και το πρόσθετο δικόγραφο λόγων αναιρέσεως. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 648/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε από ουσιαστικής πλευράς την από 6.2.2006 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 33261/2005 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε προηγουμένως δεκτή η από 23.10.2003 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων να καταβάλει σ' αυτόν νομιμοτόκως από 9.12.2002 το ποσό των 72.007,41 ευρώ για κεφάλαιο και συμβατικούς τόκους του δανείου, που χορήγησε τμηματικά ο αναιρεσίβλητος στον αναιρεσείοντα κατά το διάστημα από 8.12.2000 έως 23.3.2001. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). Παραδεκτά επίσης με το από 15.12.2010 ιδιαίτερο δικόγραφο ο αναιρεσείων άσκησε πρόσθετους λόγους αναίρεσης, οι οποίοι πρέπει να συνεξετασθούν με τους λόγους του κυρίως δικογράφου, αφού αφορούν σε κεφάλαια της εφετειακής απόφασης προσβαλλόμενα με την αίτηση αναίρεσης ή αναγκαίως μ' αυτά συνεχόμενα, όπως είναι το κεφάλαιο του ανατοκισμού (άρθρ. 569§2 ΚΠολΔ). 2. Από τις διατάξεις των άρθρ. 106, 270§2εδ.α&β, 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν μετά το ν. 2915/2001, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για νόμιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έχουν παραδεκτά προταθεί, θεμελιώνοντας αγωγή ή ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, ή λόγους έφεσης ή αντέφεσης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα προς απόδειξη αυτών μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, περιοριζόμενο όμως μόνο σ' αυτά, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης, που αποσκοπεί στη διαφύλαξη του συζητητικού συστήματος κατά τη διεξαγωγή της δίκης, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του αναφορικά με τη βασιμότητα των επικαλούμενων πραγματικών περιστατικών, που πρέπει κατά το άρθρ. 335 ΚΠολΔ να είναι ουσιώδη, ώστε να επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (Ολ. ΑΠ 42/2002), έλαβε υπόψη του αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή αποδείξεις που δεν τις επικαλέσθηκαν παραδεκτά οι διάδικοι, δηλαδή με σαφή αναφορά στις προτάσεις τους (ΑΠ 1058/2011), ή αποδείξεις ανύπαρκτες, εφόσον όμως σε όλες τις περιπτώσεις στήριξε την κρίση του σ' αυτές κυρίως τις αποδείξεις και δεν τις αξιολόγησε μόνον επικουρικά προς τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο αναιρεσείων αιτιάται με τον τρίτο των πρόσθετων λόγων της αίτησης αναίρεσης την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, προκειμένου να απορρίψει τον κρίσιμο ισχυρισμό του ότι το ποσό των 20.800.000 δραχμών ή 61.042 ευρώ, που έλαβε τμηματικά από τον αναιρεσίβλητο, δεν δόθηκε ως δάνειο προς αυτόν, όπως ο αναιρεσίβλητος με την ένδικη αγωγή του ισχυρίζεται, αλλά για να καλυφθούν υποχρεώσεις της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ, ΓΕΡΑΝΩΝ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΕΠΕ", που είχαν αυτοί συστήσει από κοινού με τη Μ. Π., παρά το νόμο έλαβε υπόψη για όλο το χρονικό διάστημα από 1.1.2001 έως 31.1.2002 το βιβλίο του αναλυτικού καθολικού της εταιρείας τους, μολονότι με τις κατ' έφεση από 29.9.2006 έγγραφες προτάσεις του ο αναιρεσίβλητος επικαλέστηκε το ως άνω αναλυτικό καθολικό μόνο για το χρονικό διάστημα από 1.1.2001 έως 31.3.2001. Από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων αυτών του αναιρεσιβλήτου, αλλά και της εφετειακής απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), προκύπτει πράγματι ότι ο αναιρεσίβλητος επικαλέστηκε το αναλυτικό καθολικό της εταιρείας των διαδίκων μόνο για το ως άνω περιορισμένο χρονικό διάστημα, ενώ το Εφετείο έλαβε υπόψη το αναλυτικό καθολικό της εταιρείας για όλο το χρονικό διάστημα από 1.1.2001 έως 31.1.2002, αναφέροντας ειδικότερα στην απόφασή του ότι "όλες οι προαναφερθείσες πληρωμές προς τρίτους δανειστές της εταιρείας (δηλαδή πληρωμές συνολικού ποσού κατά τον αναιρεσείοντα 25.926.870 δραχμών κατά το χρονικό διάστημα από 24.1.2001 έως 3.4.2001) έχουν καταχωρηθεί και στο αναλυτικό καθολικό της εταιρείας, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2001 μέχρι 31.1.2002, που προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων (αναιρεσίβλητος), από την κίνηση του οποίου επιβεβαιώνεται ότι η εταιρεία είχε πάντοτε διαθέσιμα υπόλοιπα για την ικανοποίηση των εταιρικών δανειστών και συνεπώς δεν χρειαζόταν, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, που ο εναγόμενος (αναιρεσείων) έλαβε τα χρήματα από τον ενάγοντα, να προσφύγει σε δανεισμό χρημάτων από τους εταίρους, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος με τις έγγραφες προτάσεις του". Η παραδοχή αυτή του Εφετείου αποτελεί συμπληρωματική μόνον αιτιολογία στη βασική παραδοχή της απόφασής του ότι οι εταιρικοί δανειστές πληρώνονταν με χρήματα από το ταμείο της εταιρείας, οπότε γι' αυτό κυρίως το λόγο το Εφετείο, ενισχύοντας απλώς τη διαμορφωμένη ήδη κρίση του από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα για χορήγηση από τον αναιρεσίβλητο προσωπικού δανείου στον αναιρεσείοντα, απέκλεισε την ανάγκη δανεισμού της εταιρείας κατά το ως άνω επίδικο διάστημα. Δηλαδή το αναλυτικό καθολικό της εταιρείας των διαδίκων δεν αποτέλεσε καθοριστικό για την έκβαση της δίκης αποδεικτικό στοιχείο, όπως αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τρίτο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης. Προπάντων όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού το αναλυτικό καθολικό της εταιρείας των διαδίκων το προσκόμισε και ο ίδιος ο αναιρεσείων και το επικαλέσθηκε με τις από 29.6.2006 προτάσεις του στο Εφετείο χωρίς τον οποιονδήποτε τελικά χρονικό περιορισμό. 3. Από τη διάταξη του άρθρ. 450§2 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κάθε διάδικος ή τρίτος έχει υποχρέωση να επιδείξει τα έγγραφα που κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν ως απόδειξη, εκτός αν συντρέχει σπουδαίος λόγος που δικαιολογεί τη μη επίδειξή τους, όπως ιδίως στις περιπτώσεις που επιτρέπεται η άρνηση της μαρτυρίας, συνάγεται, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρ. 902 ΑΚ, ότι η επίδειξη εγγράφων έχει ως προϋπόθεση την ύπαρξη έννομου συμφέροντος του αιτούντος την επίδειξη, που δικαιολογείται όταν το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού των διαδίκων, μπορεί δε η επίδειξη να ζητηθεί κατά το άρθρ. 451§1 ΚΠολΔ και με τις προτάσεις και μάλιστα για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον υπόχρεος είναι διάδικος (ΑΠ 546/2010? 658/2010). Ο αναιρεσείων, που αρνήθηκε εξ αρχής με τις από 9.6.2005 πρωτόδικες προτάσεις του τη χορήγηση σ' αυτόν δανείου από τον αναιρεσίβλητο, ζήτησε παράλληλα την προσαγωγή και επίδειξη από τον αντίδικό του των φορολογικών του δηλώσεων για τα έτη 2000 και 2001, ισχυριζόμενος ότι η χορήγηση από τον αναιρεσίβλητο τέτοιου δανείου θα πρέπει να προκύπτει από τις φορολογικές αυτές δηλώσεις του, αφού κατά το άρθρ. 17 περ. (δ') του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994) η χορήγηση δανείου αποτελεί ετήσια τεκμαρτή δαπάνη του φορολογουμένου και μάλιστα κατά το άρθρ. 25§3 του ίδιου Κώδικα λογίζεται το δάνειο ότι έχει συναφθεί με ελάχιστο επιτόκιο αυτό που ισχύει για τα έντοκα γραμμάτια τρίμηνης διάρκειας του Δημοσίου κατά το χρόνο σύναψης του δανείου. Το ως άνω αίτημα του αναιρεσείοντος για επίδειξη εγγράφων απορρίφθηκε ως μη νόμιμο με την πρωτόδικη απόφαση, ενώ μη νόμιμο κρίθηκε και με την εφετειακή απόφαση και απορρίφθηκε αντίστοιχα ο σχετικός λόγος της έφεσής του με τη σκέψη ειδικότερα ότι αφού προϋπόθεση της επίδειξης εγγράφου είναι η δυνατότητα χρησιμοποίησής του ως αποδεικτικού μέσου, δεν μπορούν "οι φορολογικές δηλώσεις του ενάγοντος να αποτελέσουν αποδεικτικό μέσο αναφορικά με το αίτημα της αγωγής για καταβολή τόκων από το δάνειο, δεδομένου ότι ο ενάγων ζητά την επιστροφή έντοκου δανείου, το οποίο όμως ουδέποτε του επιστράφηκε και επομένως αυτός δεν ήταν υποχρεωμένος να δηλώσει στις φορολογικές του δηλώσεις τόκους τους οποίους ουδέποτε έλαβε". Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά κατ' αποτέλεσμα απέρριψε το παραπάνω αίτημα του αναιρεσείοντος για επίδειξη εγγράφων, αφού δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του δανείου η καταχώρησή του στην αντίστοιχη φορολογική δήλωση του δανειστή ούτε επηρεάζεται η εγκυρότητα του δανείου από τις όποιες σχετικές μ' αυτό φορολογικές παραβάσεις του. Συνεπώς είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον δεύτερο των πρόσθετων λόγων της αίτησης αναίρεσης και πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ο λόγος αυτός, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρ. 6§1 της ΕΣΔΑ, 20§1 του Συντάγματος και 17 περ. (δ') και 25§3 του ν. 2238/1994 το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμο και κατ' ακριβολογία ως απαράδεκτο το παραπάνω αίτημά του για επίδειξη εγγράφων. 4. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8(β) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 3/1997), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ. ΑΠ 12/2000? 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα. Ειδικότερα αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. Συνεπώς για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει σε κάθε περίπτωση ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί αντίθετα να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ' αυτόν με επίκληση έγγραφα. Συνακόλουθα δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ούτε η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (Ολ. ΑΠ 14/2004) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης, ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά (ΑΠ 839/ 2010), για οποιονδήποτε τυπική ή ουσιαστική αιτία. Πράγματα κατά την παραπάνω έννοια αποτελούν και οι λόγοι της έφεσης, εφόσον όμως έχουν αυτοτέλεια και η παραδοχή τους οδηγεί σε εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης (ΑΠ 570/2008). Αντίθετα λόγοι της έφεσης που αφορούν σε απλές αρνήσεις των διαδίκων ή σε επιχειρήματα και συμπεράσματά τους από την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν έχουν αυτοτέλεια και η παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει ειδικά σ' αυτούς δεν ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 857/2007). Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 42/2002), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) κατά τις παραπάνω διακρίσεις. Για την ίδρυση πάντως του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του. Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 798/2010). Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Με τον εναγόμενο, με τον οποίο ήταν συνεταίροι στην εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Εταιρεία Μεταφορών, Γερανών και Εμπορίας ΕΠΕ", ο ενάγων συμφώνησε προφορικά το Δεκέμβριο του 2000 να του δανείσει το ποσό των 21.000.000 δραχμών, το οποίο θα του κατέβαλε σταδιακά. Συμφωνήθηκε επίσης ότι το δάνειο θα ήταν έντοκο με το ανώτατο επιτρεπόμενο από τις νομισματικές αρχές συμβατικό επιτόκιο και ότι θα επιστρεφόταν στον ενάγοντα εντός προθεσμίας δυο ετών από την καταβολή της πρώτης δόσης. Σε εκτέλεση της παραπάνω συμφωνίας ο ενάγων παρέδωσε την 8.12.2000 στον εναγόμενο το ποσό των 800.000 δραχμών, την 18.12.2000 το ποσό των 5.000.000 δραχμών, την 9.2.2001 το ποσό των 5.000.000 δραχμών, την 15.3.2001 το ποσό των 5.000.000 δραχμών και την 23.3.2001 το ποσό των 5.000.000 δραχμών. Όλα τα παραπάνω ποσά, κατά τις πιο πάνω ημεροχρονολογίες, ο ενάγων τα ανέλαβε από τον υπ' αριθ. ... τραπεζικό λογαριασμό του και στη συνέχεια τα κατέθεσε στον με αριθμό ... τραπεζικό λογαριασμό που ο εναγόμενος τηρούσε από κοινού με τη σύζυγό του στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας... Ο εναγόμενος όμως ουδέποτε επέστρεψε το δάνειο με τους συμβατικούς τόκους..., ισχυριζόμενος με τις έγγραφες προτάσεις του ότι έλαβε μεν τα προαναφερθέντα ποσά, πλην, όμως, όχι για προσωπικό λόγο, αλλά για λογαριασμό της εταιρείας, ως διαχειριστής της και με σκοπό την πληρωμή των εταιρικών δανειστών. Προς επίρρωση, μάλιστα, του ισχυρισμού του αυτού προσκόμισε και επικαλείται εντάλματα πληρωμής της εταιρείας, που εκδόθηκαν από 24.1.2001 μέχρι 3.4.2001, με τα οποία φέρεται να πληρώνονται απαιτήσεις εταιρικών δανειστών συνολικού ποσού 25.926.870 δραχμών. Ανεξάρτητα όμως από το γεγονός ότι τα ποσά που αναφέρονται στα εντάλματα, καθώς και οι ημερομηνίες έκδοσης αυτών, ουδόλως ταυτίζονται με τις ημερομηνίες και τα ποσά που έλαβε από τον ενάγοντα, σαφώς προκύπτει από τα ίδια αυτά εντάλματα που ο ίδιος προσκόμισε ότι οι εταιρικοί δανειστές πληρώνονταν με χρήματα που προέρχονταν από το ταμείο της εταιρείας... Περαιτέρω ο εναγόμενος, με την προσθήκη στις προτάσεις του, που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ισχυρίσθηκε... ότι επειδή η εταιρεία είχε ανάγκη από κεφάλαια για να εξοφλεί τους δανειστές της, έπρεπε για μικρό χρονικό διάστημα να δανείζεται χρήματα από τους εταίρους, προς αποφυγή δε καταβολής τελών χαρτοσήμου, στα οποία υποβάλλονται τα δάνεια προς την εταιρεία και προς αποφυγή, εν γένει, προβλημάτων από πιθανό φορολογικό έλεγχο, οι εταίροι, τα χρήματα με τα οποία ικανοποιούνταν οι δανειστές της εταιρείας, δεν τα κατέθεταν στον τραπεζικό λογαριασμό της, αλλά στον προσωπικό λογαριασμό του διαχειριστή της, δηλαδή του εναγομένου, ο οποίος με τη σειρά του πλήρωνε τους εταιρικούς δανειστές, λαμβάνοντας από αυτούς αποδείξεις εξόφλησης, χωρίς ημερομηνία, όταν δε αργότερα η εταιρεία εισέπραττε χρήματα από τους δικούς της οφειλέτες, οι προαναφερόμενες χωρίς ημερομηνία αποδείξεις καταχωρούνταν κανονικά στα βιβλία της εταιρείας, οπότε η επόμενη κίνησή του (του εναγομένου) ήταν να επιστρέψει στους λοιπούς εταίρους τα χρηματικά ποσά που αυτοί δάνεισαν στην εταιρεία. Όμως, ακόμη και αν ο ισχυρισμός αυτός θεωρηθεί αληθής, αν δηλαδή οι εταιρικοί δανειστές δέχονταν να εκδίδουν αποδείξεις εξόφλησης χωρίς ημερομηνία και στη συνέχεια να καταχωρούν τα παραστατικά τους στα φορολογικά βιβλία τους με την ημερομηνία που θα τους υπαγόρευε ο εναγόμενος, την ίδια στιγμή η εταιρεία, πληρώνοντας τους δανειστές, εξέδιδε εντάλματα πληρωμής, στα οποία αναγραφόταν συγκεκριμένη ημερομηνία, ενώ, εξ άλλου, δεν εκτίθεται, αν τα συγκεκριμένα ποσά που έλαβε ο εναγόμενος, όπως ισχυρίζεται, για να εξοφλήσει εταιρικά χρέη, τα επέστρεψε, αμέσως μετά, με την είσπραξη δηλαδή των απαιτήσεων της εταιρείας, στον ενάγοντα, όπως όφειλε να πράξει, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, η εταιρεία, μετά την πληρωμή των χρεών της και την είσπραξη των απαιτήσεών της, είχε διαθέσιμα υπόλοιπα. Επί πλέον δεν εξηγείται για ποιο λόγο τα χρήματα που έδωσε ο ενάγων στον εναγόμενο για την πληρωμή εταιρικών χρεών, με την ιδιότητα του τελευταίου ως διαχειριστή, δεν κατατέθηκαν στον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας, αλλά στον προσωπικό του λογαριασμό, δεδομένου ότι ο φορολογικός έλεγχος δεν γίνεται στους τραπεζικούς λογαριασμούς, αλλά στα βιβλία που τηρεί ο φορολογούμενος... Περαιτέρω οι συμβατικοί τόκοι επί του συνολικού κεφαλαίου, που δάνεισε ο ενάγων στον εναγόμενο, ανέρχονταν, κατά τη δήλη ημέρα επιστροφής του δανείου (8.12.2002), στο συνολικό ποσό των 10.965,41 ευρώ". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, τη χορήγηση από τον αναιρεσίβλητο προσωπικού δανείου στον αναιρεσείοντα, συνολικού ποσού 20.800.000 δραχμών και ήδη 61.042 ευρώ, απέρριψε ακολούθως στην ουσία την έφεση του τελευταίου κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία αυτός υποχρεώθηκε να καταβάλει στον αντίδικό του το ως άνω ποσό των 61.042 ευρώ για κεφάλαιο του δανείου και το ποσό των 10.965,41 ευρώ για νόμιμους συμβατικούς τόκους επί του κεφαλαίου μέχρι τις 8.12.2002, που υπολογίστηκαν με αφετηρία το χρόνο κάθε μερικότερης τμηματικής καταβολής του κεφαλαίου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο έλαβε υπόψη και ειδικά αντέκρουσε τον αρνητικό της ένδικης αγωγής ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι τα χρήματα που δόθηκαν σ' αυτόν από τον αναιρεσίβλητο δεν ήταν προσωπικό δάνειο προς αυτόν, αλλά δόθηκαν για να καλυφθούν ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις προς τρίτους της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ, ΓΕΡΑΝΩΝ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΕΠΕ", που είχαν αυτοί συστήσει από κοινού με τη Μ. Π.. Συνεπώς είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο του κύριου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και πρέπει ο λόγος αυτός, με τον οποίο αιτιάται ο αναιρεσείων την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8(β) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, να απορριφθεί πρωταρχικά ως απαράδεκτος, αν ληφθεί υπόψη ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν υποχρεούται να απαντήσει ειδικά σε απλούς αρνητικούς ισχυρισμούς (ΑΠ 969/2012). Εξ άλλου το Εφετείο έλαβε υπόψη και την ένσταση μερικής εξόφλησης του δανείου κατά το ποσό των 13.103,45 ευρώ, που πρότεινε πρωτόδικα ο αναιρεσείων και επανέφερε με λόγο και της έφεσής του, ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι με το ποσό αυτό, για το οποίο είχαν εκδοθεί τα υπ' αριθ. ... και ... δυο γραμμάτια είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, πίστωσε τμηματικά στις 2.4.2001 και στις 10.4.2001 τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου στην αυτή Τράπεζα. Την ένσταση αυτή το Εφετείο την απέρριψε έμμεσα με τις αντίθετες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και αναιρετικά ανέλεγκτες, αφού αφορούν την ουσία της υπόθεσης (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ), κατέληξε δε το Εφετείο στο αποδεικτικό πόρισμά του ύστερα από συνεκτίμηση και των ως άνω γραμματίων είσπραξης, όπως αναμφίβολα προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του. Συνεπώς είναι και πάλι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον δεύτερο κύριο λόγο και τον τέταρτο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης και πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι αυτοί, με τους οποίους ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τους αριθμούς 8(β) και 11(γ) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. 5. Από τη διάταξη του άρθρ. 296§1 ΑΚ, που ορίζει ότι για τόκους κάθε είδους οφείλεται τόκος, αν τέτοιος τόκος συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με αγωγή, μόνο όμως για οφειλόμενους τόκους ενός ολοκλήρου τουλάχιστον έτους ή μιας χρήσης αν πρόκειται για το δημόσιο, πρέπει δε η συμφωνία για πληρωμή τέτοιου τόκου να γίνεται ή η αγωγή να επιδίδεται, αφού λήξει το έτος ή η χρήση, προκύπτει ότι ο ανατοκισμός είναι επιτρεπτός, αν αυτός συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με καταψηφιστική αγωγή από το δανειστή, εφόσον όμως και στις δύο αυτές περιπτώσεις καθυστερούνται απαιτητοί τόκοι τουλάχιστον ενός έτους ή μιας χρήσης αν πρόκειται για το Δημόσιο, δηλαδή εφόσον κατά την κατάρτιση της συμφωνίας ή την άσκηση της αγωγής έχει συμπληρωθεί χρήση και αντίστοιχα τοκοφορία του κεφαλαίου ετήσια ή και μεγαλύτερη του έτους. Ειδικότερα αίτημα της αγωγής, με την οποία ζητούνται τόκοι τόκων, είναι η επιδίκασή τους το πρώτον από την επίδοσή της, αφού ο ανατοκισμός δεν ανατρέχει στο παρελθόν, διαρκεί δε έως την εξόφληση του τοκοφόρου ποσού των τόκων, οπότε και διακόπτεται (Ολ. ΑΠ 7/2007). Εξ άλλου κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ. ΑΠ 4/2005? 7/2006). Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005). Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της πρωτόδικης απόφασης ότι μ' αυτή ο αναιρεσείων υποχρεώθηκε, κατ' αποδοχή σχετικού αιτήματος του αναιρεσιβλήτου, να αποδώσει νομιμοτόκως σ' αυτόν από την επομένη της λήξης του μεταξύ τους δανείου, δηλαδή από τις 9.12.2002, τόσο το κεφάλαιο του δανείου όσο και τους κεφαλαιοποιημένους συμβατικούς τόκους επί των τμηματικών καταβολών του κεφαλαίου, συνολικού ποσού των τόκων αυτών 10.965,41 ευρώ. Το Εφετείο, μολονότι η πρωτόδικη απόφαση δεν προσβλήθηκε με λόγο έφεσης κατά το κεφάλαιο του ανατοκισμού, έκρινε με όμοιο τρόπο και επικύρωσε την αντίστοιχη κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δηλαδή δέχθηκε και αυτό την επιδίκαση τόκων επί των κεφαλαιοποιημένων τόκων ήδη από τις 9.12.2002. Έτσι που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 296§1 ΑΚ, αφού, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, η επιδίκαση τόκων επί των κεφαλαιοποιημένων τόκων του δανείου δεν είναι επιτρεπτή ήδη από τις 9.12.2002, δηλαδή σε χρόνο πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής, αλλά το πρώτον από την άσκησή της, που ολοκληρώθηκε με την επίδοση αντιγράφου της στον αναιρεσείοντα στις 5.11.2003. Ωστόσο το σφάλμα αυτό της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης δεν επηρεάζει τελικά την ορθότητα του διατακτικού της και πρέπει με εφαρμογή του άρθρ. 578 ΚΠολΔ να απορριφθεί ως αλυσιτελής ο σχετικός με την ως άνω πλημμέλεια της απόφασης πρώτος πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού η αναίρεση της απόφασης ως προς το κεφάλαιο του ανατοκισμού δεν μπορεί να οδηγήσει στην επανεξέταση της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό ως προς το κεφάλαιο αυτό, αν ληφθεί υπόψη ότι ως προς αυτό δεν προσβλήθηκε με λόγο έφεσης η πρωτόδικη απόφαση και συνεπώς ως προς το εν λόγω κεφάλαιο δεν έχει μεταβιβαστεί κατά το άρθρ. 522 ΚΠολΔ η υπόθεση στο Εφετείο, ώστε να μπορεί και αυτεπαγγέλτως να εξετασθεί η νομιμότητα του σχετικού κεφαλαίου, ενώ και πρόσθετος λόγος έφεσης δεν θα ήταν παραδεκτός κατά το άρθρ. 520§2 ΚΠολΔ, αφού ναι μεν το κεφάλαιο του ανατοκισμού είναι κεφάλαιο αναγκαίως συνεχόμενο με τα προσβαλλόμενα με την έφεση λοιπά κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης, όμως η εφετειακή απόφαση δεν είναι σε κάθε περίπτωση αναιρετέα στο σύνολό της, ώστε στη μετ' αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης να είναι ερευνητέα και άλλα αναγκαίως συνεχόμενα με τον ανατοκισμό κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης και να είναι έτσι παραδεκτός πρόσθετος λόγος έφεσης το πρώτον ως προς το κεφάλαιο του ανατοκισμού (ΟλΑΠ 27/2007). Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2.7.2007 αίτηση και τον από 15.12.2010 πρόσθετο λόγο του Π. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 648/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 11 Σεπτεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ