ΑΡΙΘΜΟΣ 1370/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Μαρία Βασιλάκη και Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Π. Κ. του Σ., κατοίκου ... που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του 'Αγγελο Κωνσταντινίδη, περί αναιρέσεως της 1273/2012, 55, 129/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Σ. Λ. του Ι., κάτοικο ... που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Διαλυνά. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Μαρτίου 2013 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 469/2013. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ., " από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτές εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται αντικειμενικά μεν πρόκληση θανάτωσης άλλου, υποκειμενικά δε, α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλόμενης, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής και β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος(βλ. Ολ.ΑΠ 3/2012). Κατά τη διάταξη του άρθρου 15 ΠΚ, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, ή μη αποτροπή του τιμωρείται, όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική ( και όχι ηθική) υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η διάταξη αυτή προβλέπει το δια παραλείψεως τελούμενο έγκλημα, το οποίο θεωρείται υφιστάμενο οσάκις αυτός που παρέλειψε να αποτρέψει την επέλευση αποτελέσματος ανήκοντος στην αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος τελέσεως τιμωρείται όπως αυτός που δι' ενεργείας παρήγαγε το αποτέλεσμα, δηλαδή ο δράστης του εγκλήματος τελέσεως. Πρόκειται για ειδική μορφή εγκλήματος, δεδομένου ότι η αντικειμενική υπόστασή του τελείται όχι μόνο δι' ενεργείας, αλλά και δια παραλείψεως, που εξομοιώνεται νομικώς με την δι' ενεργείας παραγωγή του αποτελέσματος. Προϋπόθεση εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης, δηλαδή ειδικής και όχι γενικής υποχρεώσεως του υπαιτίου για ενέργεια που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση (προς ενέργεια που τείνει σε παρεμπόδιση του αποτελέσματος ), η οποία δημιουργείται μόνο για τον εμφανιζόμενο ενώπιον της έννομης τάξης ως έχοντα θέση εγγυητή της ασφάλειας του έννομου αγαθού το οποίο προσβάλλεται με την επέλευση του αποτελέσματος που πρέπει να αποτραπεί, συνιστά πρόσθετο στοιχείο του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, πηγάζει δε είτε από ρητή διάταξη του νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου ( ενέργεια ή παράλειψη ) από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος, είτε άλλως από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παράλειψης αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνου στο μέλλον. Σε αυτήν την περίπτωση πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει. (ΟλΑΠ 4/2010, ΑΠ 603/2013). Ενόψει αυτών υπάρχει ποινική ευθύνη του θεράποντος ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια ασθενούς, στις περιπτώσεις εκείνες που το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από αυτόν των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δε μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η ενέργεια ή παράλειψή του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Η ιδιαίτερη δε νομική υποχρέωση του ιατρού να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου του ασθενούς απορρέει από το νόμο και τον κώδικα ιατρικής δεοντολογίας και από την εγγυητική θέση αυτού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς που δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης, ως εκ του επαγγέλματός του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα μόνον αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που συνιστά λόγο αναίρεσης, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Ε ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του δικαστηρίου ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή εφαρμογή του νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη με αρ. 1273/2012, 55,129/2013 προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, ότι από τα μνημονευόμενα σε αυτή, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η θανούσα Γ. Λ. -Λ., 32 ετών, ευρισκόμενη στον 5° μήνα της εγκυμοσύνης της, επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο, ιατρό-γυναικολόγο, στο ιατρείο του στο …και συμφώνησε μαζί του να την παρακολουθεί για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα της εγκυμοσύνης της και να αναλάβει την διενέργεια του τοκετού στην ιδιωτική κλινική "..." στη …, όπου χειρουργούσε. Έτσι, στις 17/2/2005, το πρωί, όταν έπαθε ρήξη του θυλακίου (" της έσπασαν τα νερά "), μετέβη μαζί με τον σύζυγό της στη κλινική, όπου, μετά απ' τη χορήγηση φαρμακευτικών ουσιών για πρόκληση ωδινών και την εφαρμογή κατά τις 11.30'-12.00 μ. επισκληριδίου αναλγησίας, ξεκίνησε η διαδικασία της προετοιμασίας φυσιολογικού τοκετού. Στο διάστημα της κύριας διαδικασίας του τοκετού ο αναισθησιολόγος της χορήγησε και δεύτερη επισκληρίδιο αναλγησία καθόσον πέρασαν οι δύο ώρες, που διαρκεί η καθεμία. Βέβαια ο κατηγορούμενος υποστηρίζει κατά την απολογία του ότι της χορήγησε μόνο μία επισκληρίδιο, σε δύο, όμως, δόσεις, πλην όμως αυτό αντικρούεται απ' την κατάθεση της παρούσας κατά τον τοκετό, μαίας Α. Δ., που ανέφερε ότι έγιναν δύο επισκληρίδιοι και ότι η (κάθε) επισκληρίδιος γίνεται μία φορά, εννοώντας προφανώς, όχι σε δόσεις αλλά και απ' τη δήλωση του ιδίου στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι έγιναν δύο επισκληρίδιοι. Κατά τον τοκετό ο κατ/νος έδινε οδηγίες στην επίτοκο για την εξώθηση του εμβρύου της, πλην, όμως, ο τοκετός δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί γιατί όπως διαπίστωσε εκείνη την στιγμή, υπήρχε δυσαναλογία μεταξύ του σωματότυπου (και συγκεκριμένα της λεκάνης) της επιτόκου και του εμβρύου, (ήταν αρκετά μεγάλο 3.520 Kgr). Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι μετά από τουλάχιστον μία ώρα εξωθήσεων, η επίτοκος είχε πλέον κουραστεί και αδυνατούσε να συμμετέχει, το δε έμβρυο είχε εμπεδωθεί και ο κατ/νος δεν μπορούσε εξ αυτού του λόγου να επιλέξει την καισαρική τομή γιατί μ' αυτό τον τρόπο θα αργούσε. Έτσι, επέλεξε αναγκαστικά να πραγματοποιήσει φυσιολογικά τον τοκετό, με αναρροφητικό, όμως, εμβρυουλκό εξόδου, λόγω της μη συμμετοχής της επιτόκου. Πριν την εφαρμογή του εμβρυουλκού, ο κατ/νος της έκανε αναγκαστικά και περινεοτομία για να διευκολύνει την έξοδο της κεφαλής του εμβρύου και για να προλάβει ρήξη (ανεξέλεκτη) του περινέου λόγω των πιέσεων που ασκούνται στο σημείο αυτό. Για να κάνει την περινεοτομία επέλεξε απ' τα τρία ενδεικνυόμενα είδη τομής, αυτή της μέσης κάθετης, καθόσον πίστευε ότι λόγω της εμπειρίας του, μπορούσε να αποφύγει τον κίνδυνο ρήξης του περινέου και επέκτασης εντεύθεν της περινεοτομίας προς τον πρωκτό με περαιτέρω ρήξη του σφιγκτήρα μυ, που είναι το κύριο μειονέκτημα αυτής της μεθόδου, έχει, όμως, το πλεονέκτημα της γρήγορης και χωρίς πόνο επούλωσης, συρράβεται πιο εύκολα, ενοχλεί λιγότερο τη γυναίκα και αποκαθίσταται ανατομικά σε ικανοποιητικό βαθμό (βλ. Μαιευτική Παπανικολάου σελ 817, Κρεατσά, σελ 101) . Τελικά ο τοκετός με εμβρυουλκία ολοκληρώθηκε στις 3,30 μ.μ, πλην, όμως, η τομή που τελικά διαμορφώθηκε είτε με την εξ αρχής περινεοτομία είτε με περαιτέρω ρήξη του περινέου, έφθανε μέχρι τον σφιγκτήρα του πρωκτού, ήταν, δηλ. μία μεγάλη τομή που αφορούσε όλους του μυς του περινέου (3ου βαθμού), εκτός απ' τον έξω σφιγκτήρα και το ορθό του πρωκτού (που είναι τετάρτου βαθμού ή "τέλεια ρήξη") όπως υποστηρίζουν και οι οικείοι της θανούσας (βλ. κατάθεση μητέρας Σ. Λ. "... η τομή ήταν μέχρι τον πρωκτό..." ,οπωσδήποτε, δε, δεν ήταν μικρή τομή (1ου και 2ου βαθμού) που υποστηρίζει ο κατ/νος καθόσον για τη συρραφή της αυτός δεν αρκέσθηκε σε τοπική αναισθησία, όπως συνηθίζεται σ' αυτές τις περιπτώσεις ,αλλά χρειάστηκε να κάνει γενική νάρκωση, όπως ο ίδιος αναφέρει στις από 29/12/2009 εξηγήσεις του προς τον Πταισματοδίκη Άργους αλλά και στη δήλωσή του στις 27/4/2011 ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (σελ. 30 πρακτικών), η οποία, γενική νάρκωση ή γενική αναισθησία γίνεται μόνο στις μεγάλες ρήξεις (τομές) του περινέου (βλ. Μαιευτική Ν. Παπανικολάου σελ.740-742) χρειάστηκε, δε, να χορηγήσει τη νάρκωση αυτή, παρά το γεγονός ότι δεν είχε ακόμα περάσει και η δράση της δεύτερης επισκληριδίου αναλγησίας, όπως ρητά κατέθεσε στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η μαία της κλινικής και παρούσα στο χειρουργείο, Α. Δ.. Βέβαια, ο κατ/νος κατά την απολογία του, στις 3/6/2011, ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αλλά και στην παρούσα διαδικασία υποστηρίζει διευκρινίζοντας τα όσα ανέφερε προηγούμενα περί γενικής νάρκωσης, ότι επρόκειτο περί "μέθης" ,την οποία χορήγησε, επειδή το ζήτησε η ίδια η επίτοκος γιατί " δεν ήθελε να ακούσει ή να βλέπει τίποτα", πλην, όμως, ο ισχυρισμός του αυτός δεν κρίνεται πειστικός απ' το Δικαστήριο επειδή, στην κατάσταση της "μέθης", που γίνεται όταν υπάρχουν σύντομες και επιφανειακές επεμβάσεις που δεν απαιτούν την υποβολή στην σοβαρή -λόγω των επιπλοκών- κατάσταση της γενικής αναισθησίας, ο ασθενής είναι μεν ήρεμος και δεν πονάει, πλην, όμως, και ακούει και καταλαβαίνει αυτά που γίνονται γύρω του και συνεπώς, εάν αυτός ήταν ο σκοπός του, δεν θα έφερε αποτέλεσμα. Αντιθέτως, από τη δήλωσή του στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι χορήγησε γενική νάρκωση γιατί η λεχώνα δεν συνεργαζόταν για να κάνει καλά την δουλειά της συρραφής, επιβεβαιώνονται τα παραπάνω, δηλ. ότι επρόκειτο περί μεγάλης τομής που έφτανε μέχρι τον σφιγκτήρα του πρωκτού και απαιτούσε, λόγω της ευαισθησίας του σημείου αυτού, πλήρη ακινησία για τη συρραφή του και συνακόλουθα γενική νάρκωση. Από τα παραπάνω, επομένως, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος επέλεξε τον τοκετό με εμβρυουλκία, η δε περινεοτομία που ενήργησε ήταν τελικά μία μεγάλη μέση κάθετη τομή. Ωστόσο, αυτή η μέθοδος του τοκετού, μπορεί μεν να είναι παλιά, συνηθίζεται, όμως, υπό ορισμένες συνθήκες, όπως αυτές που αναφέρθηκαν παραπάνω και δεν έχει απορριφθεί τελείως. Αλλά και η μέση κάθετη περινεοτομία είναι μία από τις ενδεικνυόμενες τομές. Συνεπώς, ο κατ/νος δεν επέδειξε αμέλεια από το γεγονός απλά και μόνο ότι τις επέλεξε, εφόσον αυτές τις εκτέλεσε lege artis, (όπως δεν αμφισβητείται) αλλά το κρίσιμο, εν προκειμένω, θέμα είναι, εφόσον έγινε μεγάλη τομή, είτε με την εξαρχής διενέργεια της, είτε με ρήξη του περινέου και επέκταση της περινεοτομίας, εάν η ιατρική παρακολούθηση και η φαρμακευτική κάλυψη της τεκούσας ήταν οι δέουσες, λόγω της άμεσης γειτνίασης της τομής με τον πρωκτό και του ελλοχεύοντος εξ αυτής κινδύνου για επιμόλυνσή της. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η Γ. Λ. μετά τον τοκετό παρέμεινε στον προθάλαμο του χειρουργείου για ανάνηψη επί 2 ώρες και μετά οδηγήθηκε στο δωμάτιό της, όπου παρέμεινε μέχρι την Κυριακή (20/2/2005). Την πρώτη ημέρα ήταν πολύ εξαντλημένη και, επειδή πόναγε πολύ, της έκαναν παυσίπονη ένεση για να κοιμηθεί. Στον γιατρό που την επισκέφθηκε μετά από ένα άλλο χειρουργείο, που είχε, του είπε για τους πόνους και αυτός την καθησύχασε και της είπε, ότι, λόγω του εργώδους τοκετού είναι θέμα ημερών η αποκατάστασή της. Τα ίδια συμπτώματα συνέχισε να έχει και τις επόμενες ημέρες. Ειδικότερα, πόναγε πολύ η τομή της και γι' αυτό στηριζόταν στα δύο της χέρια για να καθήσει όρθια στο κρεβάτι της (βλ. σχετική φωτογραφία), ήταν ωχρό και πρησμένο το πρόσωπό της, η κοιλιά της συνέχιζε να είναι φουσκωμένη σαν να μην είχε γεννήσει, ακόμα, έκανε, δε, περίπατο στη κλινική υποβασταζόμενη απ' τον άντρα της και κρατώντας την κοιλιά της, διερωτώμενη, μάλιστα, πολλές φορές, παρουσία της μητέρας της που καθόταν όλη την ημέρα κοντά της, αν θα μπορέσει να περπατήσει ξανά άνετα, όπως οι άλλες λεχώνες. Τις παραπάνω ενοχλήσεις τις ανέφερε στον κατ/νο και την δεύτερη και τρίτη ημέρα, παρουσία και του συζύγου της, και αυτός συνέχισε να την διαβεβαιώνει ότι δεν είναι τίποτα σοβαρό και ότι "... η ιατρική δεοντολογία λέει ότι η εγχείρηση πονάει 40 ημέρες ". Έτσι, με τις διαβεβαιώσεις αυτές η Γ. Λ. αναχώρησε το μεσημέρι της 20/2/2005 απ' την κλινική για την οικία της, με την σύσταση του κατ/νου να πάει να την εξετάσει σε 40 ημέρες. Κατά την έξοδό της απ' την κλινική δεν της χορηγήθηκε απ' τον κατ/νο αντιβίωση, όπως απαιτείτο λόγω της χειρουργικής επέμβασης που είχε υποβληθεί ( εμβρυουλκία με περινεοτομία και μάλιστα μεγάλη τομή μέχρι τον πρωκτό, βλ. και Μαιευτική Παπανικολάου σελ 265). Όσον αφορά, δε, το χρονικό διάστημα της παραμονής της στην κλινική είναι αμφίβολο αν της χορήγησε αντιβίωση. Ειδικότερα ο κατ/νος ισχυρίζεται κατ' αρχήν ότι κατά την ώρα του τοκετού, της χορήγησε αντιβίωση λόγω της χειρουργικής επέμβασης και μάλιστα συνδυασμό αντιβιώσεων που καλύπτει ευρέος φάσματος μικρόβια. Ωστόσο, αυτός ο ισχυρισμός του δεν αποδείχθηκε από κανένα έγγραφο στοιχείο, όπως πρακτικό χειρουργείου που πιστοποιεί όλες τις ιατρικές πράξεις που γίνονται σ'αυτό, καθόσον τέτοιο πρακτικό δεν τηρήθηκε αλλά ούτε και από πρακτικό αναισθησίας ή βεβαίωση της αναισθησιολόγου που είναι αρμόδια για την ενδοφλέβια χορήγησή της προκύπτει κάτι τέτοιο, αφού στην βεβαίωση της αναισθησιολόγου Μ. Κ. βεβαιώνεται μόνο η επισκληρίδιος αναλγησία (και μάλιστα μόνο για την μία φορά), χωρίς να γίνεται καμία αναφορά σε σχήμα αντιβιώσεων. Περαιτέρω ο κατ/νος ισχυρίζεται ότι μετά τον τοκετό, πηγαίνοντας η λεχώνα για την κλίνη της, της έκανε μία δόση αντιβίωσης Garamycin, ενώ για το τριήμερο της παραμονής της στην κλινική, υποστηρίζει ότι την κάλυψε με το ευρέος φάσματος αντιβιωτικό Cetrizin δίνοντας τρεις (3) δόσεις ημερησίως. Προς απόδειξη της λήψης αντιβίωσης ο κατηγορούμενος προσκόμισε ήδη από την προδικασία ένα απλό " φύλλο νοσηλείας ασφαλισμένου Δημοσίου ", χωρίς βέβαια χρονολογία, όπου είναι καταχωρημένες ανά ημέρα οι παραπάνω αντιβιώσεις καθώς και τα φάρμακα Voltaren και Mitrotun που δίδονται για τον πόνο και τις συσπάσεις της μήτρας. Λόγω αυτού, προφανώς, του φύλλου νοσηλείας, το οποίο ο κατ/νος χαρακτήριζε στη προσφυγή του κατά του κλητηρίου θεσπίσματος ως "καρτέλλα παρακολούθησης της επιτόκου", και επειδή δίπλα στη κλίνη της υπήρχαν φάρμακα (Voltaren , Mitrotun κ. λ. π ) οι οικείοι της, θανούσης κατέθεσαν στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αλλά και στο παρόν, ότι "... μπορεί και να πήρε αντιβίωση στη κλινική ...." (βλ. κατάθεση Σ. Λ. ) "... μέσα στο νοσοκομείο δεν το αποκλείω να έπαιρνε αντιβίωση ..." (βλ. κατάθεση Σ. Λ. ) "... από τα χαρτιά της κλινικής προκύπτει αντιβίωση για εκείνο το διάστημα (εννοεί του 3ημέρου ).... " (βλ. κατάθεση Χ. Κ.). Όμως το φύλλο αυτό δεν αποδεικνύει τη χορήγηση των αντιβιώσεων καθόσον, σύμφωνα με την κατάθεση της μαίας της κλινικής Α. Δ., που εξετάστηκε στο παρόν Δικαστήριο μετά τους μάρτυρες κατηγορίας, το φύλλο δεν συντάχθηκε από την ίδια (".... μάλλον είναι τα γράμματα του Κ., δικά μου δεν είναι ...." ) που είναι αρμόδια ως νοσηλεύτρια για τη τήρησή του, αλλά συντάχθηκε απ' τον ίδιο τον κατ/νο, κατά την έναρξη της νοσηλείας, όπως και αυτός παραδέχθηκε ερωτηθείς σχετικά, κατά την απολογία του (".... από την πρώτη ημέρα μπορείς να γράψεις τα φάρμακα όλου του τριήμερου ... εγώ έδωσα 1 Χ 3, μπορεί το 2 να το έκανα εγώ 3 ....") και συνεπώς, το έγγραφο αυτό δεν αποτελεί βεβαίωση -καρτέλλα ότι πράγματι χορηγήθηκαν, αλλά αποτελεί ουσιαστικά τις οδηγίες του γιατρού προς το νοσηλευτικό προσωπικό, οι οποίες όμως δεν καταχωρήθηκαν σε κανένα πρωτόκολλο αφού, όπως κατέθεσε η ίδια παραπάνω μαία " ... στο πρωτόκολλο δεν γράφουμε τις οδηγίες για το σπίτι, όσο είναι μέσα τις γράφουμε τις οδηγίες ...". Περαιτέρω, όμως και απ' την κατάθεση της μαίας Α. Δ. δεν αποδείχθηκε αναμφίβολα η χορήγηση της αντιβίωσης Cetrizin ,κατ' εντολήν του κατ/νου, καθόσον, ναι, μεν αυτή κατέθεσε ότι έδωσε στα χέρια της Γ. Λ. την αντιβίωση μαζί με τα άλλα φάρμακα που της εχορηγούντο (δηλ. το Mitrotan ,Voltaren, σίδηρο και ασβέστιο), για να τα παίρνει μόνη της και ότι οι νοσηλεύτριες περνούσαν και έλεγχαν αν έπαιρνε την αντιβίωση, πλην, όμως, όπως διευκρινίστηκε στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αυτή δεν εφημέρευε το απόγευμα της 17/2/2005 κατά το οποίο σύμφωνα με το βιβλίο λογοδοσίας εδόθηκαν στην Γ. Λ. " τα φάρμακα κοντά της ", αλλά εφημέρευε η νοσηλεύτρια Α. και συνεπώς, όσα καταθέτει περί παράδοσης από αυτήν της αντιβίωσης μαζί με τα άλλα φάρμακα, είναι ανυπόστατα. Σε κάθε όμως περίπτωση, δεν είναι πειστική η εκδοχή ότι στα φάρμακα που δόθηκαν κοντά στην κλίνη της Γ. Λ. (Mitrotun, Voltaren κ. λ. π) για να τα παίρνει κατά την βούλησή της όταν θα πόναγε, ήθελε να κοιμηθεί κ.λ.π (βλ. βιβλίο λογοδοσίας 17/2/2005) περιλαμβανόταν και η αντιβίωση, γιατί έτσι συνηθιζόταν σ' αυτήν την κλινική και ότι οι νοσηλεύτριες έλεγχαν ανά διαστήματα για την λήψη τους και το θύμιζαν, καθόσον, για ένα τόσο σημαντικό για την υγεία του ασθενούς, φαρμακευτικό σκεύασμα, που απαιτεί, μάλιστα και ακριβόχρονη χορήγησή του δεν είναι δυνατόν να αφήνεται απ' τις νοσηλεύτριες η λήψη του στην ευχέρεια και την μνημονική ικανότητα του κάθε ασθενούς και αυτές να φέρουν την ευθύνη σε περίπτωση που δεν λαμβανόταν. Εξάλλου, απ' τις προσκομιζόμενες σελίδες του βιβλίου λογοδοσίας προκύπτει ότι δεν εδίδετο προληπτικά αντιβίωση σε όλες τις λεχώνες, όπως ισχυρίζεται ο κατ/νος στη προσφυγή του για να υποστηρίξει τον ισχυρισμό του ότι έδωσε αντιβίωση και στην Γ.Λ. και επίσης προκύπτει ότι στις περιπτώσεις εκείνες των λεχωΐδων που εχορηγείτο αντιβίωση, αυτή αναγραφόταν ειδικά σ' αυτό, με καταχώρηση της ονομασίας της ,της δοσολογίας και των ωρών λήψης. Περαιτέρω, για το μετά την έξοδό της διάστημα αποδεικνύεται ότι δεν της συστάθηκε αντιβίωση για να την παίρνει τις υπόλοιπες ημέρες του ΙΟήμερου, που απαιτείτο, σύμφωνα και με τους ισχυρισμούς του κατ/νου, να λαμβάνει προληπτικά αντιβίωση, λόγω της χειρουργικής επέμβασης που είχε υποβληθεί, δηλ. για να την παίρνει μέχρι το βράδυ της 27/2/2005. Κατ' αρχήν δεν αποδεικνύεται απ' το βιβλίο λογοδοσίας της ημέρας εξόδου ότι της δόθηκαν οδηγίες για αντιβίωση ή της δόθηκε αντιβίωση στο χέρι, όπως υποστηρίζει ο κατ/νος. Επίσης, ο σύζυγος της θανούσας κατέθεσε ότι δεν αγόρασε μετά την έξοδό τους απ' την κλινική αντιβίωση, είτε βάσει συνταγής απ' το γιατρό είτε με βάση το ατομικό βιβλιάριο υγείας της, στο οποίο είχε δικαίωμα να συνταγογραφεί ο κατ/νος, παρά τα αντίθετα, από αυτόν υποστηριζόμενα, όπως προκύπτει από παλαιότερες συνταγογραφήσεις. Αλλά και η ίδια η ασθενής, όταν ρωτήθηκε στις 5/3/2005 στο Νοσοκομείο Ναυπλίου που είχε μεταφερθεί με επιληπτικές κρίσεις και με ιστορικό ότι ήταν "18ημερών λεχώνα", αν έπαιρνε φάρμακα, ερωτηθείσα, προφανώς για αντιβίωση, καθόσον αυτό τους ενδιέφερε, λόγω της τεθείσας από τότε διάγνωσης της λοίμωξης, όπως εκ των υστέρων προκύπτει από το σχήμα των αντιβιώσεων που της χορήγησαν, αυτή απάντησε μόνο για το ασβέστιο και το σίδηρο (βλ. ιστορικό Νοσοκομείου Ναυπλίου). Ακόμα και με την εκδοχή ότι συνέβησαν αυτά που ισχυρίζεται ο ίδιος ο κατηγορούμενος ,αναφέροντας απολογούμενος ότι, κατά την έξοδό της απ' την κλινική της δόθηκαν οι υπόλοιπες κάψουλες του κουτιού της αντιβίωσης που έπαιρνε στην κλινική και της συνταγογράφησε σε απλό χαρτί επιπλέον αντιβίωση για να την πάρει στο σπίτι της, συνεχίζοντας την θεραπεία, και πάλι ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδεικνύεται βάσιμος καθόσον, πέραν των αντιφάσεων που περιπίπτει ο κατ/νος αναφέροντας στο μεν Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι " ... της έγραψε άλλο κουτί αντιβίωση....", ενώ στο παρόν Δικαστήριο ότι "....της συνταγογράφησε δύο κουτιά Cetrizin...", αν ληφθεί περαιτέρω υπόψη ότι της χορηγούσε, κατά τον ισχυρισμό του, 3 δόσεις την ημέρα και ότι "... το καθένα (κουτί) έχει οκτώ κάψουλες μέσα....", τότε μέχρι το μεσημέρι της 20/2/2005, που εξήλθε απ'τη κλινική θα είχαν τελειώσει και οι οκτώ κάψουλες του κουτιού της αντιβίωσης που ισχυρίζεται ότι εχορηγούντο στην κλινική (μία στις 17/2, τρεις στις 18/2, τρεις στις 19/2 και μία το πρωί στις 20/2 ) και επομένως, ακόμα και αν της συνταγογράφησε δύο κουτιά αντιβίωση για το σπίτι, οι 16 κάψουλες αυτών δεν επαρκούσαν για τις υπόλοιπες 23 δόσεις που χρειαζόταν για να ολοκληρώσει την συγκεκριμένη θεραπεία επί ένα ΙΟήμερο, δηλ. απ' το βράδυ της 17/2/2005 έως το βράδυ της 27/2/2005. Εν τέλει, απολογούμενος ο κατ/νος και διερωτώμενος τι λόγο είχε να μην δώσει αντιβίωση και εκτιμώντας ότι "δεν είναι χειρουργείο, είναι φυσιολογικός τοκετός" μαρτυρεί ο ίδιος, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τις εξηγήσεις του και την προσφυγή του, ότι δεν χρειαζόταν να δώσει αντιβίωση, επειδή θεωρούσε τον συγκεκριμένο τοκετό φυσιολογικό και όχι χειρουργική επέμβαση, όπως η καισαρική, που απαιτεί αντιβίωση, μη λαμβάνοντας όμως υπόψην ότι ήταν εργώδης τοκετός που χορηγείται και σ' αυτόν αντιβίωση. (Μαιευτική Παπανικολάου, σελ 265). Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι μετά την έξοδό της απ' την κλινική η Γ. Λ. συνέχιζε να νιώθει πόνο στην τομή, και συνέχιζε να νιώθει εξαντλημένη, προσπαθούσε, όμως να φροντίζει μόνη της το παιδί της, γιατί ο πατέρας της ήταν κρυωμένος και δεν ήθελε να έρθει σε επαφή μαζί του το νεογέννητο. Το γεγονός ότι φρόντιζε μόνη της το τέκνο της τις πρώτες ημέρες που επέστρεψε στο σπίτι της το γνώριζε και η μαία του κατ/νου στο ιατρείο του, που ήταν γειτόνισσα των γονέων της, στο …Η ίδια αυτή κατάσταση της υγείας της συνεχίστηκε επιδεινούμενη και τις υπόλοιπες ημέρες, δηλ. ένιωθε ατονία, έκανε αργές κινήσεις, με δυσκολία και από τον πόνο και το πρήξιμο που ένιωθε στα γεννητικά της όργανα, αναγκαζόταν να κάθεται από τη μία μόνο πλευρά και να θηλάζει το παιδί της όρθια, οπότε στις 23-2-2005 αναγκάστηκε να ζητήσει την βοήθεια της μητέρας της, η οποία αυτή άρχισε να πηγαίνει στο σπίτι της και καθόταν εκεί μέχρι να γυρίσει ο άντρας της από το ξενοδοχείο, όπου δούλευε, βοηθώντας την στην φροντίδα του παιδιού της και του σπιτιού, όπως το ίδιο έκανε και ο σύζυγός της όταν επέστρεφε από τη δουλειά. Για τα συμπτώματα αυτά, που αντί να μειώνονται, με το χρόνο, επέμεναν και επιτείνονταν, η Γ. Λ. ανησυχούσε και ενημέρωνε τον κατ/νο μέσω της γραμματέως και της μαίας, που απασχολούσε στο ιατρείο του, καθόσον ο ίδιος λόγω πολλής, προφανώς, εργασίας (έκανε χειρουργεία και στην Αθήνα) απέφευγε να "βγαίνει" στο τηλέφωνο και οι ως άνω υπάλληλοι του την καθησύχαζαν, μεταφέροντας της τις διαβεβαιώσεις του ότι ήταν φυσιολογικά τα συμπτώματα και να μην ανησυχεί, χωρίς να ζητεί να την εξετάσει. Η Γ. Λ. όμως, παρά τις διαβεβαιώσεις αυτές, προβληματιζόταν με την κατάστασή της και ένιωθε, επίσης και δυσαρέσκεια απ' την αντιμετώπιση προς το πρόσωπό της απ' τον κατ/νο και αυτή τη δυσαρέσκεια και τα παράπονα της τα συζήτησε και με την αδελφή της, Δ. Λ., φοιτήτρια τότε της Ιατρικής στο Λονδίνο (και ήδη γιατρός σε νοσοκομείο του Λονδίνου), που είχε έρθει στην Ελλάδα από 24-27/2/2005 για να της ευχηθεί για το παιδί της και αυτή την παρότρυνε να επιμείνει πάλι και να τον πάρει ξανά τηλέφωνο. Η Γ. Λ. πέραν των άλλων συμπτωμάτων ένιωθε πρήξιμο και τσούξιμο στα γεννητικά της όργανα και επειδή σκόπευε να τον πάρει πάλι τηλέφωνο για να του αναφέρει και αυτά τα συμπτώματα, σκεφτόταν, όμως μήπως η συμπεριφορά του κατ/νου που απέφευγε να της μιλήσει ο ίδιος και δεν έδειχνε ενδιαφέρον να την εξετάσει, οφειλόταν στο γεγονός ότι του χρώσταγαν ακόμα 1.200 ευρώ απ' την αμοιβή του για τον τοκετό, γι' αυτό, έστειλε τον άντρα της το πρωί της 1-3-2005, όταν σχόλασε απ' τη δουλειά του, στο ιατρείο του στο …να τον ξοφλήσει, όπως και πράγματι αυτός έκανε. Έτσι το απόγευμα της 1-3-2005, η Γ. Λ. εξέθεσε τηλεφωνικά στις υπαλλήλους του, τα παραπάνω συμπτώματα καν ο κατ/νος, προέβη σε τηλεφωνική διάγνωση περί ουρολοίμωξης, χωρίς να της ζητήσει, να πάει να την εξετάσει, μολονότι γνώριζε ότι είχε ενεργήσει στην λεχώνα επισιοτομή κάθετη σε περιοχή που βρίθει μικροβίων και, με βάση τα συμπτώματα που του ανέφερε όλες αυτές τις ημέρες, και το διαρκές (και όχι μόνο κατά την ούρηση, που συμβαίνει στην ουρολοίμωξη) τσούξιμο που ένιωθε θα μπορούσε να ήταν κάτι σοβαρότερο, από ουρολοίμωξη. Έτσι, της σύστησε μέσω πάντα, των υπαλλήλων του, να πάρει το αντιβιοτικό NOROCIN. Πράγματι, το βράδυ της ίδιας ημέρας ο πατέρας της Γ. Λ. πήρε από τον φαρμακοποιό Α. Κ., που είναι πλησίον της οικίας της θυγατέρας του, το ως άνω αντιβιοτικό υποσχόμενος ότι θα του πήγαινε αμέσως την άλλη ημέρα τη συνταγή, επειδή το φάρμακο αυτό απαγορεύεται να δίνεται χωρίς ιατρική συνταγή. Το φάρμακο αυτό τελικά δεν το "πήρε" γιατί αντενδείκνυτο για θηλάζουσα μητέρα και έτσι το επέστρεψε ο σύζυγος της Γ. Λ., στον φαρμακοποιό. Το γεγονός της "τηλεφωνικής" διάγνωσης περί ουρολοίμωξης και περί σύστασης του φαρμάκου NOROCIN, το αρνείται ο κατ/νος. Επίσης, το γεγονός της αγοράς και επιστροφής λόγω αντένδειξης του φαρμάκου αυτού, το αρνείται και ο φαρμακοποιός Α. Κ., που κλήθηκε στο Δικαστήριο, πλην, όμως, το Δικαστήριο πείθεται ότι πράγματι ο Σ. Λ. αγόρασε και επέστρεψε το φάρμακο και ότι πήγε μετά από χρόνια στον φαρμακοποιό για να του ζητήσει να καταθέσει ως μάρτυρας ελλείψει άλλων αποδείξεων περί της αγοράς του καθόσον, πέραν των κατηγορηματικών, περί αυτών, καταθέσεων και των τριών μαρτύρων, που είχαν εμπλακεί στην αγορά - επιστροφή του φαρμάκου, πείθεται και απ' τους εξής λόγους: Ο μάρτυς - φαρμακοποιός παραδέχτηκε κατά την κατάθεσή του ότι τον επισκέφθηκε πράγματι ο Σ. Λ.στο φαρμακείο του, μετά από χρόνια, αφότου είχε πεθάνει η θυγατέρα του, όχι, όμως, για να του ζητήσει να καταθέσει για το NOROCIN, το οποίο αρνείται ότι του το πώλησε, όπως ισχυρίζεται ο Σ. Λ. αλλά για να τον ρωτήσει για τις παρενέργειες του φαρμάκου και ότι, με την αφορμή αυτή, του είπε και την ιστορία με τη θυγατέρα του. Ο ισχυρισμός, όμως αυτός του μάρτυρος δεν κρίνεται πειστικός καθόσον: 1) δεν υπήρχε λόγος να μεταβεί ο Σ. Λ. απ' το …όπου κατοικεί στο …για να μάθει πληροφορίες για το NOROCIN, τη στιγμή, μάλιστα που δεν τις χρειαζόταν σε τίποτα, 2) δεν εξηγείται γιατί του απάντησε "ας είναι καλά η κόρη του και μην ψάχνετε για εξιλαστήρια θύματα", αν, πράγματι, δεν του ζήτησε να πάει για μάρτυρας και 3) δεν εξηγείται για ποιο λόγο είπε στον Σ.. Λ. ότι με τον κατ/νο ανήκαν παλιά στον ίδιο πολιτικό χώρο αλλά έχουν χωρίσει, ότι ξεγέννησε και τα δύο παιδιά του και ότι πλέον δεν διατηρούν σχέσεις, αν, πράγματι, δεν του ζήτησε να καταθέσει για το NOROGIN και αυτός αρνήθηκε, προβάλλοντας τα παραπάνω επιχειρήματα. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ενημέρωσαν το γιατρό για την ακαταλληλότητα του φαρμάκου το ίδιο βράδυ και αυτός, μέσω των υπαλλήλων του, επίσης της "μετέφερε" ότι είτε το έπαιρνε είτε όχι δεν θα της έκανε τίποτα και της σύστησε να συνεχίσει τις πλύσεις με χαμομήλι. Αργότερα, το ίδιο εκείνο βράδυ, η Σ. Λ., βλέποντας την άσχημη κατάσταση της θυγατέρας της την παρακάλεσε να δει την τομή και τότε διαπίστωσε εμβρόντητη ότι ήταν μια κάθετη και μεγάλη τομή, (με 15 μάλιστα ράμματα όπως ισχυρίζεται), που έφτανε "μέχρι τον πρωκτό" και το κυριότερο ότι τα ράμματα "είχαν αφορμήσει" και είχαν κίτρινα στίγματα σαν πληγή, μύριζαν, δε παρά πολύ άσχημα. Εξοργισμένη η Σ. Λ. απ' την συμπεριφορά του κατηγορουμένου που δεν φρόντιζε να εξετάσει τη θυγατέρα της και έκπληκτη για το μέγεθος και την κατάσταση της επισιοτομής αμέσως την άλλη ημέρα (2-3-2005), πρωί -πρωί πριν να φύγει για το …, όπου έμενε η θυγατέρα της, πήγε μαζί με τον άντρα της στο ιατρείο του κατ/νου, και παραπονέθηκε στις υπαλλήλους του κατ/νου, που ήταν εκεί, για τον τρόπο που έγινε η επισιοτομή και τους είπε ότι μύριζε, ζήτησε δε από αυτές να μεταφέρουν στον κατ/νο το αίτημα της να πάει να επισκεφθεί τη θυγατέρα της στο ... Μάλιστα οι υπάλληλοι προσπάθησαν να την καθησυχάσουν ανταπαντώντας της ότι έτσι, πλέον, γίνονται οι τομές, για να "θρέφουν" γρήγορα πήραν δε με την προτροπή της Σ. Λ. στο τηλέφωνο τη θυγατέρα της και την καθησύχασαν και αυτήν, συνεχίζοντας να της συστήνουν πλύσεις με χαμομήλι. Κατόπιν των παραπάνω, η Σ. Λ. ζήτησε απ' τις υπαλλήλους να της γράψουν στο δικό της βιβλιάριο κάποια φάρμακα που έπαιρνε και πράγματι, μία από αυτές η Α. Π. - Μ. τα έγραψε και υπέγραψε το βιβλιάριο η ίδια (βλ. δήλωσή της, σελ. 80 πρακτικών Πρωτ. Δικ.), επειδή απουσίαζε ο κατ/νος, παρά τα αντίθετα από αυτόν υποστηριζόμενα κατά την απολογία του ότι "... είδε (τη Σ. Λ.) και της έγραψε τα φάρμακα ...", και ότι ρωτώντας την, μάλιστα, για το μωρό της θυγατέρας της, δεν του παραπονέθηκε για τίποτα. Έτσι, συνέχιζε με την ίδια κατάσταση η Γ. Λ. μέχρι τις 4-3-2005 οπότε το πρωί στις 6 π.μ., που ξύπνησε και θήλαζε το παιδί της, άρχισε να μην αισθάνεται καλά το χέρι της, που ήταν σαν παράλυτο αλλά όμως, μετά από λίγο συνήλθε. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, επειδή σκέφτηκαν μήπως το πρόβλημα είναι ορθοπεδικό, επισκέφθηκαν τον ορθοπεδικό Γ., που δεν διέγνωσε τίποτα σημαντικό αλλά της είπε ότι μάλλον η Γ. Λ. στραβοκοιμήθηκε και έτσι αυτοί απεχώρησαν. Σύμφωνα με όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες κατηγορίας η προσωρινή παράλυση του χεριού (αιμωδία) δεν ήταν σύμπτωμα ορθοπεδικής αιτιολογίας αλλά ήταν το πρώτο σύμπτωμα εγκεφαλικής, πλέον, βλάβης, συνέπεια θρόμβωσης του οβελιαίου κόλπου του εγκεφάλου, που προκλήθηκε από την μόλυνση του αίματος από μικρόβιο, που μεταφέρθηκε σ' αυτό από την περιοχή των γεννητικών οργάνων, που παρουσίαζε λοίμωξη δηλαδή μόλυνση από μικρόβιο που εγκαταστάθηκε στην περινεοτομία και εν συνεχεία στον κόλπο (ή και απευθείας στον κόλπο μέσω κάποιας μολυσμένης συσκευής που χρησιμοποιήθηκε κατά τον τοκετό). Την άλλη ημέρα το πρωί, κατά τις 7:30'- 8:00' π.μ. όταν και πάλι θήλαζε όρθια το παιδί της η Γ. Λ. έπεσε ξαφνικά στο πάτωμα και έπαθε σπασμούς, μετά δε, από λίγο έπαθε και πάλι επιληπτική κρίση στο κρεβάτι της και όταν συνήλθε δεν μπορούσε να μιλήσει και δεν θυμόταν τίποτα. Τότε, ο σύζυγός της επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον κατ/νο, ο οποίος τον παρέπεμψε σε νευρολόγο και, επειδή ο μοναδικός νευρολόγος στο …έλειπε, την μετέφερε με το ΕΚΑΒ στα εξωτερικά ιατρεία του Νοσοκομείου Ναυπλίου. Επικοινωνία τηλεφωνική του συζύγου της Γ. Λ. με τον κατ/νο κατά την 4-3-2005, που δεν αισθανόταν προσωρινά το χέρι της η Γ. Λ. δεν αποδεικνύεται από κανένα στοιχείο, καθόσον, πέραν το ότι γνώριζαν ότι ο κατ/νος έλειπε στην Αθήνα (όπου χειρουργεί σε ιδιωτικό μαιευτήριο,- όπως και πράγματι έλειπε - ) και δεν θα μπορούσε, επομένως, να την εξετάσει, και πέραν του ότι, όπως αποδείχτηκε, πίστευαν ότι το πρόβλημα ήταν ορθοπεδικό και ότι της προκλήθηκε στο χέρι απ' την κούραση που είχε αγκαλιά όρθια το παιδί της και το θήλαζε, και η ίδια η μάρτυς Α. Π. - Μ., της οποίας ο κατ/νος επικαλείται την μαρτυρία, ως ευρισκόμενη κατά τους ισχυρισμούς του το πρωί του Σαββάτου, 5-3-2005, στο ιατρείο του στο …, για να πραγματοποιήσει τα πολλά, αναβληθέντα λόγω της απουσίας του, ραντεβού κατέθεσε ότι " ...στις 5/3 πήρε τηλέφωνο ο Λ. (σύζυγος) και του είπε να την πάει σε νευρολόγο. Δεν ξέρω αν έπαιρνε τηλέφωνο εκτός ιατρείου ..." το μόνο δε που άκουσε να λέει ο κατ/νος προς το σύζυγο της Γ. Λ. την ίδια ημέρα (5/3/2005) ήταν "...τι ορθοπεδικό μου λες, να πας σε νευρολόγο ...", χωρίς να επαναλαμβάνει τα όσα είχε καταθέσει στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι " ... εγώ σου είπα (εννοώντας κατά την 4-3-2005) να πας σε νευρολόγο...". Εξάλλου, εάν είχε πράγματι ο κατ/νος επικοινωνήσει τηλεφωνικά με το σύζυγο της Γ. Λ. στις 4-3-2005 και υποψιαζόταν ότι επρόκειτο για ένα τόσα σοβαρό πρόβλημα (δη.. εγκεφαλικό επεισόδιο) όπως αναφέρει στην απολογία του στο Πρωτοβάθμιο και στο παρόν Δικαστήριο, τότε δεν θα την παρέπεμπε σε νευρολόγο αλλά απευθείας σε νοσοκομείο, δίδοντάς της μάλιστα σαφείς οδηγίες για την κατάστασή της υγείας της και τον κίνδυνο που διέτρεχε και έτσι, η ασθενής του και ο σύζυγός της δεν θα χρειαζόταν να "ερμηνεύσουν" το πρόβλημα το χεριού της, ως ορθοπεδικό, όπως έπραξαν στην προκειμένη περίπτωση, επισκεπτόμενοι γιατρό εντελώς διαφορετικής ειδικότητας. Κατά την παραμονή της στις 5-3-2005 στα εξωτερικά ιατρεία η Γ. Λ. είπε στους γιατρούς ότι είχε πονοκέφαλο από 3ημέρου και έπαιρνε γι' αυτό depon, ανέφερε, δε, και τα φάρμακα που έπαιρνε μέχρι τότε και κατεγράφησαν στο φύλλο ιστορικού (fistofer, calcioral, filicin). Στα εξωτερικά ιατρεία η ασθενής έπαθε και τρίτη επιληπτική κρίση, οι δε αιματολογικές εξετάσεις της παρουσίαζαν λευκοκυττάρωση, δηλ. άνοδο των λευκών αιμοσφαιρίων 14.000 (αντί του φυσιολογικού 4.500 -10.500) και τα πολυμορφοπύρηνα 82,1% (αντί 42 - 65%), που αποτελεί στοιχείο βαρύτατης γενικευμένης λοίμωξης και όχι φυσιολογική κατάσταση λευκοκυττάρωσης που παρατηρείται στην κύηση και τις πρώτες ημέρες της λοχείας (Μαιευτική Νέστορος, σελ. 187, Σίσκος σελ. 313 Νέστορος, Συν. Μαιευτική, σελ. 187) είχε πίεση 85 - 50 και επίσης η θερμοκρασία της ήταν αυξημένη, όπως είπαν στους οικείους της οι γιατροί που την παρακολουθούσαν, χωρίς να προκύπτει κάτι διαφορετικό από όσα αυτή ανέφερε κατά τη είσοδο της, ότι πονούσε το κεφάλι της και έπαιρνε depon, καθόσον αυτό καλύπτει τον πυρετό, που τυχόν είχε, και δεν προκύπτει, επίσης κάτι διαφορετικό απ' την αναγραφή στο έγγραφο που συνοδεύει το φύλλο ιστορικού του Νοσοκομείου Ναυπλίου, περί σύστασης, στην περίπτωση πυρετού από 38,5° C και άνω, να δοθεί ενδοφλέβια αντιπυρετική θεραπεία (επί 38,5° C iv I amp. Apotel σε 100 N/S). Άλλωστε στις 5.00' μμ της ίδιας ημέρας, που μεταφέρθηκε στον "Ευαγγελισμό", χωρίς να έχει πάρει, μέχρι τότε, αντιπυρετικό σκεύασμα, εμφάνισε πυρετό 38,5° C. Στο Νοσοκομείο Ναυπλίου χορηγήθηκε στην ασθενή ενδοφλέβια συνδυασμός αντιβιώσεων Augmentin και Flagyl, που δίδονται για να αντιμετωπιστούν τα αερόβια και αναερόβια μικρόβια στο αίμα και συγχρόνως προγραμματίστηκε και επείγουσα αξονική τομογραφία εγκεφάλου στο Νοσοκομείο Τρίπολης, στις 6 μμ, καθόσον η παράλυση του χεριού και οι επιληπτικές κρίσεις αξιολογήθηκαν ως προερχόμενες απ' τον εγκέφαλο, πλην όμως, επειδή χειροτέρευσε η κατάστασή της, διακομίστηκε με το ΕΚΑΒ στον "Ευαγγελισμό", αφού της τοποθέτησαν folley κύστεως και υποστήριξη της αναπνοής. Στον "Ευαγγελισμό" στα εξωτερικά ιατρεία οι γιατροί της υπέβαλαν διάφορες ερωτήσεις, για να δουν αν παρουσιάζει διανοητική σύγχυση, καθόσον απ' τα κλινικά δεδομένα (καταθ. Κ. "...ήταν πολύ βαριά η κατάστασή της") και τον εργαστηριακό έλεγχο υποψιάζονταν σηπτικό παράγοντα, και επίσης της πήραν το ίδιο απόγευμα της 5-3-05, δείγμα αίματος για αιμοκαλλιέργεια και τέλος της χορήγησαν εμπειρικά την ίδια ημέρα, στις 11μμ. ενδοφλέβια θεραπεία με ευρέως φάσματος αντιβιοτικά (Augmentin, Rocephin και Dalasin) που είναι κεφαλοσπορίνες γ' γενιάς ευρέως φάσματος και αντιλοιμωξιακά φάρμακα κατά gram θετικών κόκκων (συμπεριλαμβανομένου και του σταφυλόκοκκου), ώστε να καλύψουν όλους τους πιθανούς παθογόνους μικροοργανισμούς μέχρι να έρθουν τα αποτελέσματα. Περαιτέρω, στην Νευρολογική κλινική την επέβαλαν σε αξονική εγκεφάλου καθόσον κατά την αντικειμενική τους εξέταση παρουσίαζε δεξιά πυραμιδική συνδρομή. Στην αξονική εμφάνισε αιμορραγική εστιαία μετωπιαία, με συνοδό έντονο οίδημα, με συνύπαρξη και δεύτερης μικρότερης αιμορραγίας, βρεγματικά σύστοιχα και ανάδειξη εστίας ήπιου οιδήματος μετωποβρεγματικά (αρ.). Την επόμενη ημέρα (6-3-05), ενώ συνέχιζε να νοσηλεύεται στην Νευρολογική Κλινική, εμφάνισε αμφοτερόπλευρη πυραμιδική συνδρομή και η δεύτερη αξονική εγκεφάλου που της έγινε παρουσίασε επιδείνωση των προϋπαρχουσών βλαβών. Η δεύτερη αυτή αξονική τομογραφία κατηύθυνε τους γιατρούς σε κάτι πολύ σοβαρό, δηλ. την θρόμβωση του οβελιαίου κόλπου, που είναι φλέβα στον εγκέφαλο, εύρημα που τεκμηρίωσαν και με μαγνητική αγγειογραφία στις 8/3/2005. Έτσι, το μεσημέρι της 6-3-2005, και ενώ παρουσίαζε σταδιακή πτώση του επιπέδου συνείδησης, αφού την διασωλήνωσαν, την μετέφεραν εσπευσμένα στην Μ.Ε.Θ. για αντιμετώπιση και υποστήριξη, σε κωματώδη κατάσταση. Στην Μ.Ε.Θ. της τοποθέτησαν στις 6-3-2005 ενδοκράνιο καθετήρα για την πίεση και την υπέβαλαν σε αντιπηκτική θεραπεία και επίσης της τοποθέτησαν και δύο φλεβικές Δ γραμμές και Δ. μηριαία αρτηριακή, όπως προκύπτει απ' το φύλλο νοσηλείας της 6/3/2005, που τοποθετούνται στην περίπτωση σηπτικής κατάστασης (Επιτομή Μαιευτικής και Γυναικολογίας Σ. Μιχαλά , σελ. 307), ενώ στις 7:40 μμ. της ίδιας ημέρας, την μετέφεραν με άρτια επανδρωμένο από γιατρούς του "Ευαγγελισμού" όχημα του ΕΚΑΒ και διασωληνωμένη, όπως ήταν, στο Νοσοκομείο "ΕΛΕΝΑ", παρά την πολύ βαριά κατάσταση της υγείας της, (βλ. καταθ. Κ. "...πέθαινε η ασθενής... με δική μου ευθύνη μεταφέρθηκε..." προκειμένου να καθαρίσουν την σηπτική εστία που διέγνωσαν, όταν κατά την κλινική εξέταση ο θεράπων ιατρός Σ. Κ., είδε δύσοσμα και ρυπαρά λόχεια, (βλ. φύλλο νοσηλείας 6/3/2005, καταθ. Κ. "... το δύσοσμο και ρυπαρό αποτελούν στοιχεία λοίμωξης ...", συσχετίζοντας προφανώς, την κατάσταση του κόλπου με την πολύ σοβαρή κατάστασή της θρόμβωσης του οβελιαίου κόλπου , παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα απ' τον ως άνω μάρτυρα, περί μη συσχετισμού καθώς και τα κατατεθέντα απ' τον μάρτυρα Γ.Β. ότι εστάλη γιατί ήθελαν μία συνολικά γυναικολογική εξέταση, επειδή ήταν περίοδος λεχωνιάς. Σκοπός τους ήταν να εξαλείψουν την εστία αυτή απ' την περιοχή των γεννητικών οργάνων και να μην ανατροφοδοτείται ο οργανισμός από μικρόβια, ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στην θεραπεία που έδιναν. Στο "ΕΛΕΝΑ" η ασθενής υποβλήθηκε σε απόξεση απ' την οποία προέκυψε υλικό ξεσμάτων ενδομητρίου 6 κ.εκ., σύμφωνα με την ορθή επανακοινοποίηση της παθολογοανατομικής έκθεσης (και όχι 0,6 κ.εκ. που αναφέρονται στην τεθείσα στις 10-3-2005, υπ' όψιν κ.Κ. ομοία έκθεση). Σύμφωνα με την έκθεση αυτή αναγνωριστήκαν στα ξέσματα του ενδομητρίου πυκνό φλεγμονώδες (πυώδες) εξίδρωμα, άφθονα τμήματα φθαρτού με θρομβώσεις των αγγείων τους και εκτεταμένη νεκροβίωση ή περιοχικά αρχόμενη νεκροβίωση ή περιοχικά αρχόμενη υαλοειδοποίηση και εκσεσημασμένη χρονίζουσα αποστηματώδης φλεγμονή, τμήματα μυομητρίου ενίοτε με διάσταση και θρόμβωση των περικλειομένων αγγείων και περιαγγειακή κυρίως χρόνια φλεγμονή, σπάνια τμήματα μόλις αναγεννομένου έντονα φλεγμαίνοντος ενδομητρίου, με επιθηλιακές μεταπλάσεις και πολυποειδή τμήματα ενδοτραχήλου με ικανότατη χρονίζουσα φλεγμονή και εστιακή πλακώδη μετάπλαση του ενδοτραχηλικού επιθηλίου, δηλ. στην περιοχή των γεννητικών οργάνων παρουσιάζοντο στοιχεία φλεγμονής, όπως ανέφερε και ο ιατρός της ΜΕΘ, Σ. Κ., τα οποία οφείλοντο σε μόλυνση (" από τα στοιχεία που έχει η παθολογοανατομική εξέταση υπάρχει φλεγμονή, μόλυνση....", όπως επιβεβαιώθηκε στις 11/3/2005 και απ' την καλλιέργεια του κολπικού υγρού "βλ. όμοια καταθ. "... από τη στιγμή που καλλιεργήσαμε μικρόβιο, υπάρχει μόλυνση...", που λήφθηκε στις 6/3/2005, στην ΜΕΘ πριν τη διαγνωστική απόξεση (βλ. φύλλο νοσηλευτικής παρέμβασης 6/3/2005) και συνεπώς δεν υπάρχει περίπτωση επιμόλυνσης κατά την ενέργεια αυτή. Η απόξεση κρίθηκε επιβεβλημένη και απ' τους γιατρούς του "ΕΛΕΝΑ" παρά τον ελλοχεύοντα κίνδυνο αιματογενούς διασποράς μικροβίων, καθόσον αυτή, είχε, και κατά τους υπολογισμούς, ήδη επέλθει. Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι δεν προκύπτει κάτι διαφορετικό απ' τη φράση "ουδέν τι γυναικολογικό άξιον λόγου" στην από 6/3/2005 βεβαίωση του Π. Μ., γυναικολόγου στο "ΕΛΕΝΑ" πέραν των παθολογικών ευρημάτων (π.χ καρκίνος, παλινδρόμηση κ.λ.π. -βλ. κατάθεση Κ.). Στην καλλιέργεια του κολπικού ανευρέθησαν μεταξύ άλλων, τρία κοπρανώδη μικρόβια, μεταξύ των οποίων και αρκετές αποικίες staphylococcus epidermidis, ο οποίος είναι μικρόβιο "...που δεν πρέπει να βρίσκεται φυσιολογικά, ούτε στο αίμα αλλά ούτε και στον κόλπο. ... και ο οποίος σε εξασθενημένο ασθενή μπορεί να προκαλέσει σηψαιμία ...". (βλ. κατάθεση Σ. Κ.). Μάλιστα, το ίδιο μικρόβιο βρέθηκε και στο ένα φιαλίδιο της αιμοκαλλιέργειας, που αφορά τα αερόβια μικρόβια, όπως ο σταφυλόκοκκος, το οποίο λήφθηκε το απόγευμα της 5/3/2005 στην Ν/Κ του "Ευαγγελισμού'', πριν, ακόμα, δοθούν οι αντιβιώσεις (δόθηκαν 11 μ.μ στις 5/3/2005 ) και βγει αρνητική η εξέταση, όπως συνέβη στις μεθεπόμενες λήψεις, από την 6/3/2005 και μετά (δηλ. μετά τις αντιβιώσεις) κατά τις οποίες (λήψεις) "... το μικρόβιο βρισκόταν , μεν, στο αίμα αλλά δεν φαινόταν ...." (βλ. κατάθεση Σ. Μ., βιοϊατρού με ειδίκευση στην μικροβιολογία ) και έτσι οι εξετάσεις βγήκαν αρνητικές. Επιμόλυνση του αίματος από τον staphylococcus epidermidis του δέρματος κατά την λήψη του δείγματος αποκλείεται καθόσον ακολούθησε ειδική επαληθευτική εξέταση με χρήση τρυβλίων (φάσεις τεχνικής αιμοκαλλιέργειας Άρσενν σελ.29), τα οποία μάλιστα είδε στο Νοσοκομείο ο εξετασθείς στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μάρτυρας -μικροβιολόγος Α. Π.. Περαιτέρω από τον έλεγχο αντοχής των συγκεκριμένων βακτηριακών στελεχών της αιμοκαλλιέργειας και της καλλιέργειας του κολπικού υγρού σε ποικιλία αντιβιοτικών που αποτυπώνεται στα σχετικά αντιβιογράμματά τους, προέκυψε κοινή πηγή προέλευσής τους (δηλ. η περιοχή των γεννητικών οργάνων ) αφού παρουσίασαν την ίδια, ακριβώς, ανθεκτικότητα σ' όλη την ποικιλία των αντιβιοτικών που χρησιμοποιήθηκαν και η οποία (αντιβιοτική ανθεκτικότητα) αποτελεί κι αυτή, όπως και η μέθοδος DNA., αξιόπιστο και ευαίσθητο φαινοτυπικό χαρακτηρισμό του βακτηριακού στελέχους (βλ. βιβλιογραφία Δ. Βενιέρη "Μοριακές Τεχνικές σελ. 5, Ίρις Σπηλιοπούλου, Βακτηριακές λοιμώξεις σελ. 113, διαδικτυακή εφημερίδα Μικροβιολογίας 155Ν-1937- 8259). Έτσι, αποκλείεται και εξ αυτού του λόγου η πιθανότητα να προέρχεται το μικρόβιο στο αίμα από επιμόλυνση με τον staphylococcus epidermidis του δέρματος, μέσω της βελόνας, και επίσης αποκλείεται έτσι και η επιμόλυνση από ιατρικές συσκευές (π.χ καθετήρα, διασωλήνωση, ενδοφλέβια αντιβίωση κ.λ.π ) που τοποθετήθηκαν υποστηρικτικά στην ασθενή και οι οποίες (συσκευές), σε κάθε περίπτωση, δεν θα μπορούσαν να δημιουργήσουν λοίμωξη στο αίμα μέσα σε λίγες ώρες απ' την τοποθέτησή τους μέχρι τη λήψη του αίματος το απόγευμα της 5/3/2005, αφού, ο χρόνος επώασης του μικροβίου, στις περιπτώσεις αυτές, είναι 12 ώρες (βλ. κατάθεση Ε. Ε.) και η ενδοφλέβια αντιβίωση στο Νοσ. Ναυπλίου μπήκε από τις 9 π.μ και μετά, της 5/3 ενώ ο ενδοκράνιος καθετήρας και η διασωλήνωση της ασθενούς έγιναν στις 6/3/05, δηλ. μετά την λήψη του αίματος). Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από τα σχετικά αντιβιογράμματα, το σχετικό μικρόβιο (staphylococcus epidermidis), παpoυσίαζε ανθεκτικότητα σε οκτώ (8) απ' τα 21 αντιβιοτικά, που είναι τα συνήθη, δηλ. καταπολεμείτο μόνο με ισχυρά αντιβιοτικά, όπως η βανκομυκίνη και συνεπώς όπως κατέθεσε η Σ. Μ., ενδεχομένως το μικρόβιο δεν προήλθε από τον πρωκτό αλλά μεταφέρθηκε στη περιοχή των γεννητικών οργάνων από νοσοκομειακή συσκευή που χρησιμοποιήθηκε κατά τον τοκετό και την περινεοτομία. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι, μόλις μεταφέρθηκε η ασθενής στην ΜΕΘ και την εξέτασε ο Σ. Κ., και είδε τα πυώδη και ρυπαρά εκκρίματα, κατά την ενημέρωση των γονέων της αλλά και της αδελφή της που ήρθε απ' το Λονδίνο, τους έλεγε ότι η τραγική κατάσταση της υγείας της προήλθε απ'τον εργώδη τοκετό και μόλυνση " και μάλιστα ανέφερε την "σηψαιμία" στη μητέρα της. Μάλιστα, όταν ήρθαν με φαξ τα αποτελέσματα της παθολογοανατομικής εξέτασης από το ΕΛΕΝΑ, στις 10/3/2005, ο Σ. Κ. απευθυνόμενος στον σύζυγό της του είπε "να, από τι θα πάει η γυναίκα σου", δείχνοντάς του τα αποτελέσματα αυτά, του ζήτησε, δε, εξοργισμένος να του πάρει στο τηλέφωνο το γιατρό (για δεύτερη φορά κατά το χρονικό εκείνο διάστημα), για να του επισημάνει, προφανώς, τις ευθύνες του. Οι γιατροί της ΜΕΘ, με βάση την εμπειρική τους διάγνωση περί σηπτικού παράγοντα στην περιοχή των γεννητικών οργάνων, όταν την είδαν,- παρά τα αναφερόμενα στο ακροατήριο από τον γιατρό Σ. Κ., ότι τα λόχεια ήταν "σαν ρυπαρά", "λίγο θολά" -, μόλις, βγήκε στις 8/3/2005 το αντιβιόγραμμα της αιμοκαλλιέργειας , δεν ανέμεναν και τα αποτελέσματα της παθολογοανατομικής εξέτασης και του κολπικού υγρού αλλά αμέσως την επομένη ημέρα (9/3/2005) διόρθωσαν το σχήμα των αντιβιώσεων ευρέος φάσματος, που μέχρι τότε χορηγούσαν εμπειρικά στην ασθενή, για την καταπολέμηση του μικροβίου αλλά και για προληπτικούς λόγους, δηλ. για να μην αναπτύξει και άλλη λοίμωξη (ενδονοσοκομειακή), επειδή της είχαν τοποθετήσει από την 6/3/2005 ενδοκράνιο καθετήρα για παροχέτευση, και πρόσθεσαν και την αντιβίωση βανκομυκίνη που ήταν ανθεκτική, βάσει του αντιβιογράμματος, στο συγκεκριμένο σταφυλόκοκκο ("βόμβα" την χαρακτηρίζει ο μάρτυρας Κ.) και την οποία μάλιστα στις 11/3 την αντικατέστησαν με την επίσης ανθεκτική σ' αυτόν, Zynoxin (δραστική ουσία Linezolid), όταν τα επίπεδά της έφτασαν στο απαγορευτικό 16,79 μ.g. Παρά, όμως, τη χορήγηση τόσο ισχυρών αντιβιώσεων και τη συνεχή παροχέτευση του εγκεφάλου, το οίδημα του οβελιαίου κόλπου δεν υποχωρούσε, συνεπεία της βαρύτατης λοίμωξης του οργανισμού, που συνέχιζε, παρά τις φαινομενικά αρνητικές εξετάσεις των καλλιεργειών του αίματος, δίδοντας μάλιστα, στις 12/3 πολύ ανεβασμένα τα επίπεδα του γαλακτικού οξέος στα αέρια αίματος ( 4,8 όταν με 3 ο ασθενής πεθαίνει), δηλ. σε τιμές που υποδηλώνουν ότι αυτό (γαλ. οξύ), δεν προέρχεται από τη θρόμβωση του οβελιαίου κόλπου αλλά αποτελεί προϊόν μεταβολισμού των μικροβίων (βλ. κατάθεση Μ.), με αποτέλεσμα η ασθενής να πεθάνει στις 21/3/2005. Στην επίκριση θανάτου οι γιατροί της ΜΕΘ έγραψαν σαν αιτία θανάτου την ανακοπή της καρδιάς, που βέβαια, δεν αποτελεί την τελική (άμεση) αιτία, αλλά τον μηχανισμό θανάτου, έγραψαν δε και την θρόμβωση του οβελιαίου κόλπου, η οποία, όμως, δεν αποτελεί νόσο αλλά εύρημα (βλ. και τον χαρακτηρισμό της Κ. στην από 8-3-2005 γνωμάτευση), το οποίο δεν αιτιολογήθηκε ( βλ. και κατάθεση Γ. Β.: "....πέθανε από θρόμβωση στον εγκέφαλο που δεν έχει αιτιολογηθεί ....", "... δεν θυμάμαι να αναγράφεται η αιτία του εγκεφαλικού.... Εγώ σαν γιατρός θα αναζητούσα την αιτία. Στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν γράφει τίποτε..."), και ούτε διατάχθηκε απ' το Νοσοκομείο νεκροψία για να βρεθεί η αιτία, όπως αυτό είχε υποχρέωση ( βλ. απολογία κατ/νου... η νεκροψία γίνεται αν είναι λιγότερο από 48 ώρες και δεν έχει διαπιστωθεί η αιτία θανάτου...."), και μάλιστα τη στιγμή που επρόκειτο για μία νέα γυναίκα που παρουσίασε την παραπάνω κατάσταση 16 ημέρες μετά από ιατρική πράξη ( τον τοκετό). Βέβαια, οι γιατροί της Μ.Ε.Θ. διερευνώντας τα αίτια της θρόμβωσης του οβελιαίου κόλπου και, έχοντας υπόψη τους ότι στα αίτια αυτά είναι και η φλεγμονή, όπως κατέθεσε ο ιατρός Σ. Κ., η οποία, στην προκειμένη περίπτωση ήταν η εμφανής και μικροβιολογικά τεκμηριωμένη, φλεγμονώδης περιοχή των γεννητικών οργάνων, ανάμεσα στις διαφορικές διαγνώσεις της νόσου Bechet-Αδαμαντιάδη, Σ.Ε.Λ. και έλλειψη παράγοντα πήξης, έβαλαν και τα σηπτικά έμβολα, επειδή υποψιάστηκαν μήπως έφυγε απ' την περιοχή αυτή απευθείας κάποιο έμβολο και, μέσω της κυκλοφορίας του αίματος και τυχόν μεσοκοιλιακής επικοινωνίας της καρδιάς, εγκαταστάθηκε στον εγκέφαλο, προκαλώντας θρόμβωση στον οβελιαίο κόλπο. Τελικά, απέκλεισαν και τις τρείς πρώτες διαφορικές διαγνώσεις, καθόσον, όπως διαπίστωσαν εργαστηριακά, η ασθενής δεν είχε καμιά τέτοια παθογένεια και μάλιστα θρομβοφιλία, που είναι αιματολογική ασθένεια διαταραχής της πήξης του αίματος, μετά, δε, και από την εξέταση του διοισοφαγείου ηχοκαρδιογραφήματος, που την υπέβαλαν το βράδυ της 6/3/2005, οπότε διέγνωσαν ότι το μεσοκοιλιακό διάφραγμα στην καρδιά είναι ακέραιο, απέκλεισαν και την περίπτωση των σηπτικών εμβόλων με την προεκτεθείσα μορφή, δεν απέκλεισαν, όμως, και την απλή ή ανεπίπλεκτη σήψη και την περίπτωση της επιτόπου (στον εγκέφαλο) δημιουργίας θρόμβου (βλ. καταθ. Γ. Β. ".... μπορεί να δημιουργηθεί τοπικά έμβολο στον εγκέφαλο ...") συνεπεία των διαταραχών του πηκτικού μηχανισμού που αυτή προκαλεί, ενεργοποιώντας την πήξη του αίματος μεσ' στα αγγεία με σχηματισμό θρόμβων στην μικροκυκλοφορία (Παπαδημητρίου " Η Ιατρική σήμερα ", τεύχος 53, σελ. 26) και η οποία (σήψη) αποδεδειγμένα υπήρχε εφόσον μικροβιολογικά είχε τεκμηριωθεί λοίμωξη στην περιοχή των γεννητικών οργάνων (κόλπο), αφού αυτή είχε φλεγμονή και συγχρόνως προσβολή από μικροοργανισμό (staphyl. epidermidis), στο αίμα υπήρχε βακτηριαιμία, δηλ. μικρόβιο και απάντηση του οργανισμού στη λοίμωξη με πυρετό άνω του 38° C και λευκοκυττάρωση ( λ. αιμ. 14000 και πολυμ. 82,1% ) η οποία, μάλιστα, σήψη εξελίχθηκε από 10/3/2005, σε σοβαρή σήψη, με ανεπάρκεια οργάνων, που συνίστατο στην οξεία διαταραχής πήξης, αφού η εξέταση INR έφτασε τα επίπεδα του 1,90 (φυσ. μέχρι 1,5) - βλ. ορισμός σταδίων σήψης στο ενημερωτικό δελτίο της Ελλην. Ετ. Χημειοθεραπείας). Βέβαια ο θεράπων ιατρός Κ.ς κατέθεσε ότι αν υπήρχε σηπτική κατάσταση θα είχε βαρειά εικόνα, αιμοδυναμική αστάθεια.... νεφρική ανεπάρκεια, αναπνευστική ανεπάρκεια. Έγινε βαρύτερη η εικόνα λόγω του οιδήματος στον εγκέφαλο ......" και ότι στην ΜΕΘ απέκλεισαν την περίπτωση της σήψης απ' το σημείο που γράφουν στην επίκριση θανάτου ότι "είναι ισχαιμικής αιτιολογίας η αγγειογραφία", ενώ ο κατ/νος υποστηρίζει ότι η θρόμβωση οβελιαίου κόλπου δεν εξακριβώθηκε από πού προήλθε και ότι "... μπορεί να είναι η αιτία η ίδια η εγκυμοσύνη και η λοχεία.... Μπορεί να γίνει και δύο μήνες μετά. Η ίδια η εγκυμοσύνη χαρακτηρίζεται σαν μία κατάσταση θρομβωτική....", όπως κατέθεσε και ο μάρτυς Γ. Β. "... έχω υποψίες για θρομβοφιλικές καταστάσεις που οφείλονται στη λοχεία και στην κύηση. Είναι 34 περιπτώσεις στις 100.000 ...". Οι παραπάνω ισχυρισμοί δεν κρίνονται πειστικοί καθόσον τα ως άνω αναφερόμενα απ' τον θεράποντα ιατρό συμπτώματα είναι συμπτώματα που συναντώνται στην σηπτική καταπληξία, όπου παρατηρείται πτώση της πίεσης, παρά την χορήγηση των κατάλληλων ουσιών και, επίσης ανεπάρκεια των οργάνων και όχι στην απλή σήψη, που πρόκειται εδώ, περαιτέρω τα αναφερόμενα στην επί κρίση δυνατού περί ισχαιμικής αιτιολογίας εκτεταμένης βλάβης, αφορούν τις περαιτέρω εγκεφαλικές βλάβες που προήλθαν από έλλειψη οξυγόνωσης, συνέπεια της θρόμβωσης του οβελιαίου, και ουδόλως αναιρούν την ύπαρξη του σηπτικού παράγοντα, όπως εκτέθηκε παραπάνω, ως προηγούμενου αιτίου της θρόμβωσης. Τέλος, όσον αφορά την πιθανότητα θρόμβωσης λόγω της λοχείας αυτή εμφανίζεται σε άτομα που πάσχουν από κληρονομική ανεπάρκεια των φυσικών αναστολέων της πήξης και μάλιστα στις πρώτες 7-10 ημέρες της λοχείας (Μποντης γνώσεις Μαιευτικής, σελ. 171), στοιχεία τα οποία δεν συνέτρεχαν στην Γ. Λ., η οποία δεν είχε τέτοια παθογένεια και ήταν λεχωΐδα 17 ημερών. Κατόπιν των παραπάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι με βάση συμπτώματα της λεχωΐδος (κλινική κατάσταση), τους εργαστηριακούς ελέγχους, την φαρμακευτική αγωγή που ακολουθήθηκε, κινητοποίηση για έγκαιρη λήψη των απαραίτητων μέτρων, (απόξεση, εμπειρική λήψη αντιβιώσεων πριν ακόμα την εξαγωγή των αποτελεσμάτων), την προσαρμογή της φαρμακευτικής αγωγής στα δεδομένα των εξετάσεων, σε συνδυασμό με τις κατηγορηματικές και εμπεριστατωμένες καταθέσεις των οικείων της θανούσας αλλά και των ειδικών επιστημόνων, η αιτία της θρόμβωσης του οβελιαίου κόλπου ήταν η σήψη, η οποία προκλήθηκε με τον μηχανισμό που αναπτύχθηκε παραπάνω. Συνεπώς, ο κατ/νος επέδειξε αμέλεια (μη συνειδητή) γιατί, αν και ήταν υπόχρεος λόγω του επαγγέλματός του σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση για την αποτροπή του εγκληματικού αποτελέσματος, ως θεράπων ιατρός, αφού είχε ενεργήσει τον τοκετό, δεν προέβη στην απαιτούμενη ιατρική παρακολούθηση της θανούσας μετά την έξοδό της απ' τη κλινική, εξετάζοντάς την όταν αυτή του παραπονέθηκε για ενοχλήσεις που είχε στη περιοχή των γεννητικών οργάνων (οίδημα στη κοιλιά, μεγάλη καταβολή σωματικών δυνάμεων), εν όψει και του βεβαρημένου ιστορικού που είχε λόγω της εμβρυουλκίας και της μεγάλης τομής της περινεοτομίας, που ενοχοποιούνται για πρόκληση λοιμώξεων, ούτε της συνέστησε κατά την έξοδο της απ' τη κλινική την κατάλληλη θεραπευτική αγωγή ενόψει των παραπάνω επεμβάσεων καθώς επίσης δεν την εξέτασε, όταν του παραπονέθηκε επιπλέον για άλγος και κάψιμο στη περιοχή των γεννητικών οργάνων αλλά διέγνωσε τηλεφωνικά ουρολοίμωξη ούτε της συνέστησε φαρμακευτική αγωγή για το άλγος και το κάψιμο, με αποτέλεσμα η εντοπιζομένη στην περιοχή των γεννητικών οργάνων μικροβιακή λοίμωξη που δημιουργήθηκε κατά τον τοκετό να μην αντιμετωπιστεί στο αρχικό στάδιο, να μεταφερθεί ο μικροβιακός παράγοντας στο αίμα, και να εξελιχθεί η λοίμωξη σε απλή ή ανεπίπλεκτη σήψη, με περαιτέρω δημιουργία θρόμβου επί τόπου στη περιοχή του εγκεφάλου της θανούσας με επακόλουθο την θρόμβωση του οβελιαίου κόλπου και την συνέπεια της έλλειψης οξυγόνωσης (ισχαιμία) πρόκληση περαιτέρω εγκεφαλικών βλαβών, αιμορραγιών και επιληπτικών κρίσεων, από τη γενικευμένη δε αυτή βλάβη της υγείας της θανούσας που οφείλετο αποκλειστικά στη λοίμωξη της περιοχής των γεννητικών οργάνων, ως μόνης ενεργού αιτίας προκλήθηκε ο θάνατός της . Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατ/νος για την αποδιδόμενη αξιόποινη πράξη. Περαιτέρω αποδεικνύεται από τις καταθέσεις της Σ. Μ. και Χ. Κ. ότι στις 4/3/2005, που παρέλυσε προσωρινά το χέρι της Γ.Λ., το μικρόβιο "πέρασε" στη περιοχή του εγκεφάλου και έδωσε το πρώτο αυτό νευρολογικό σύμπτωμα, που αποτελούσε εξέλιξη της νόσου, ενώ το μικρόβιο "πέρασε" στο αίμα στις 2 ή 3/3/2005, δηλαδή δύο 24ωρα πριν την 4/3/2005. Από τις 5/3/2005 που έγιναν οι επιληπτικές κρίσεις και μπήκε στο Νοσοκομείο Ναυπλίου άρχισε η αντίστροφη μέτρηση και η κατάσταση δεν ήταν, πλέον, αναστρέψιμη. Συνεπώς, και με δεδομένο την προ 48ωρου δράση της αντιβίωσης, αυτή έπρεπε να χορηγηθεί μέχρι τις 3/3/2005 το αργότερο, ώστε να προλάβει να δράσει η αντιβίωση και να αποτρέψει την θρόμβωση. Επομένως, με βάση τα παραπάνω, ο κατ/νος όφειλε να δράσει, σύμφωνα με τα συμπτώματα που του είχε γνωστοποιήσει η Γ. Λ. μέχρι τις 3/3/2005. Το κλητήριο θέσπισμα του επιδόθηκε στις 2/3/2010. Επομένως διεκόπη από 2/3/2005 η παραγραφή της ως άνω αξιόποινης πράξης και συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η σχετική ένσταση παραγραφής". Περαιτέρω το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο καταδίκασε τον κηρυχθέντα ένοχο αναιρεσείοντα κατηγορούμενο γυναικολόγο ιατρό, με το ελαφρυντικό του άρ. 84 παρ.2 α του ΠΚ, σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια της Γ. Λ., σε βάρος του αναιρεσείοντος γυναικολόγου ιατρού, για το οποίο καταδικάσθηκε. Αναφέρονται επίσης οι αποδείξεις από τις οποίες το Εφετείο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 β, 28, 51, 53, 79, 302 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή ασαφή, αντιφατική ή ενδοιαστική αιτιολογία, ενώ δεν ήταν αναγκαία κατά νόμο η αναλυτική παράθεση των αποδεικτικών μέσων και τι προκύπτει χωριστά από το καθένα. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως του αναιρεσείοντος, α) στο αιτιολογικό, το οποίο δεν συνιστά αντιγραφή του κατηγορητηρίου, αναφέρονται εμπεριστατωμένα και επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και στα οποία στηρίχθηκε το δικαστήριο για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, που υπέπεσε ο κατηγορούμενος, υπό την ιδιότητά του, ως μαιευτήρα γυναικολόγου θεράποντος ιατρού, χαρακτηρίζεται η αμέλειά του ως μη συνειδητή και αναφέρεται ότι η ιδιαίτερη νομική του υποχρέωση για παρακολούθηση και θεραπεία της παθούσας λεχώνας, συνάγεται από την εγγυητική θέση αυτού, ως εκ του επαγγέλματός του και ως θεράποντος ιατρού, αφού αυτός είχε διενεργήσει προηγουμένως τον τοκετό με εμβρυουλκία και με μεγάλη τομή της περινεοτομίας, ήτοι με βεβαρημένο ιστορικό για δημιουργία μικροβιακών λοιμώξεων και ώφειλε να την παρακολουθεί και να παρέχει κάθε ιατρική βοήθεια για τις επιπλοκές που παρουσίασε αμέσως μετά την έξοδό της από την κλινική που γέννησε στην …και κατά το διάστημα της λοχείας,(βλ. σελ. 77 αιτιολογικού), β) από το γεγονός ότι στο αιτιολογικό επισημαίνονται ορισμένες από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν, όπως των ιατρών Σ. Μ. και Χ. Κ., ενώ δεν αναφέρεται και στην κατάθεση του θεράποντα ιατρού Σ. Κ., δε συνάγεται ότι το δικαστήριο, για το σχηματισμό της καταδικαστικής δικανικής του κρίσης περιορίστηκε επιλεκτικά στα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα και ότι αγνόησε τα υπόλοιπα, τα οποία οπωσδήποτε προσηκόντως και σαφώς συναξιολόγησε, όπως του ιατρού Σ. Κ., επισημαίνοντας και αντικρούοντας μάλιστα τα αντιφατικά στοιχεία που εμπεριέχονται στην κατάθεση αυτού(βλ. σελ. 74 και 75 αιτιολογικού), γ) δεν προκύπτει ελλειπτική ή αντιφατική αιτιολογία, ως προς την αιτία του θανάτου της παθούσας μετά το γενόμενο υπό του κατηγορουμένου ιατρού με εμβρυουλκία τοκετό αυτής σε ιδιωτική κλινική της …και την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος θεράποντος μαιευτήρος γυναικολόγου ιατρού, (μη συνειδητή αμέλεια), κατά το μετέπειτα χρονικό στάδιο, που όφειλε, κατά τους κανόνες ιατρικής δεοντολογίας της ιατρικής επιστήμης, την απαιτούμενη ιατρική παρακολούθηση κατά την επιλοχεία, μετά την έξοδό της από την κλινική, και τη διερεύνηση με παρακολούθηση και με εξετάσεις των αιτίων των εμφανισθεισών μετά τον το9κετό επιπλοκών και συμπτωμάτων λοιμώξεως, για τα οποία συνεχώς ενημερωνόταν και που δεν διέγνωσε ορθά (βλ. σελ. 67,68, 69 αιτιολογικού), ούτε αντιμετώπισε έγκαιρα, όπως όφειλε ως θεράπων πραγματοποιήσας τον τοκετό ιατρός, ούτε ως προς τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της επιλήψιμης αυτής αμελούς συμπεριφοράς αυτού και του επελθόντος αποτελέσματος της σήψης και λοιμώξεως στα γεννητικά όργανα της τεκούσας, και των συνεπεία αυτής, μη αντιμετωπισθείσας, περαιτέρω επιπλοκών επινέμεσης μικροβίων στον εγκέφαλο και άλλα όργανα, εγκεφαλικές βλάβες, ισχαιμία, θρομβώσεις οβελιαίου κόλπου και εγκεφαλική αιμορραγία της ασθενούς πελάττισάς του και εντεύθεν εκ τούτων, ως μόνης ενεργού αιτίας, του επελθόντος θανάτου της παθούσας, ο οποίος αιτιώδης σύνδεσμος κατά τις παραδοχές ήταν ενεργός και σε καμία περίπτωση δεν διακόπηκε, από την έξοδο της λεχώνας μετά τον τοκετό από την κλινική ή από την παρεμβολή της θρόμβωσης οβελιαίου κόλπου στον εγκέφαλο της παθούσας ή από ενέργειες ή παραλείψεις άλλων ιατρών διαφόρων ειδικοτήτων και νοσηλευτικών ιδρυμάτων, που η ασθενής λεχώνα είχε μεταφερθεί για νοσηλεία, δ) επαρκώς αιτιολογημένα και με ορθή εφαρμογή των περί παραγραφής διατάξεων των άρθρων 17, 111 παρ.3 και 112 του ΠΚ, απορρίφθηκε από το δικαστήριο ο προβληθείς από τον κατηγορούμενο αυτοτελής ισχυρισμός περί παραγραφής της πράξης, ως αβάσιμος, αφού κατά τις παραδοχές, η υποχρέωση του κατηγορουμένου ιατρού για παρακολούθηση, σύσταση κατάλληλης θεραπευτικής αγωγής και παροχή της ιατρικά ενδεδειγμένης φροντίδας, ήταν διαρκής και εξακολουθούσε να υφίσταται καθόλο το χρονικό διάστημα που η υγεία της θανούσας λεχώνας έβαινε, σε γνώση του, μετά από ενημέρωση αυτού από τους οικείους της ασθενούς, συνεχώς επιδεινούμενη και ο κατηγορούμενος ιατρός όφειλε να δράσει, σύμφωνα με τα συμπτώματα που είχε η ασθενής πελάττισά του μέχρι τις 3-3-2005, που το μικρόβιο πέρασε στο αίμα της ασθενούς και άρχισαν επιληπτικές κρίσεις και δεν της χορηγήθηκε από τον κατηγορούμενο ή άλλο ιατρό η κατάλληλη αντιβίωση για αποτροπή της επελθούσας θρόμβωσης, ενώ επήλθε ο θάνατος της ασθενούς στις 21-3-2005, χρόνος που είναι και ο χρόνος τελέσεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και εφόσον το κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 2-3-2005, πριν συμπληρωθεί πενταετία, ανεστάλη η πενταετής παραγραφή επί τριετία και συνεπώς κατά την 29-1-2013, που εκδικάστηκε η υπόθεση στο Εφετείο δεν είχε παρέλθει ο χρόνος παραγραφής των οκτώ πλέον ετών(βλ. σελ. 77-78 αιτιολογικού). Επομένως, οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Η'του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για εκ πλαγίου παράβαση και στέρηση νόμιμης βάσης και για υπέρβαση εξουσίας του δικαστηρίου από την απόρριψη του περί παραγραφής της πράξης προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ιατρού, όπως για έλλειψη ιατρικής αμέλειας, για αυθαίρετες και αναιτιολόγητες παραδοχές, για μη ύπαρξη και για διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου, συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των παραπάνω παραδοχών του Εφετείου και αρνητικά της αμέλειάς του υπερασπιστικά επιχειρήματα, ήτοι ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας και ως εκ τούτου είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικού στοιχείου προς στήριξη της ενοχής του κατηγορουμένου εγγράφου, το οποίο δεν αναγνώσθηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, παραβιάζει την αρχή της προφορικότητας και δημοσιότητας της δίκης και την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο και συνιστά απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ), η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως. Τούτο όμως ισχύει μόνο για εκείνα τα έγγραφα που χρησιμεύουν για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης για την ενοχή ή την αθώωση του κατηγορουμένου, στα οποία δεν περιλαμβάνονται, όσα αναφέρονται στα κρατούντα στη θεωρία και την εφαρμογή της επιστήμης διάφορα επιστημονικά συγγράμματα και βιβλιογραφίες, ή όσα αναφέρονται στα κρατούντα στη νομολογία , όπως σε διάφορες δικαστικές αποφάσεις ή παραπομπές στη νομολογία και σε συγγραφείς ( βλ. ΑΠ 969/2006). Επίσης, η από τη μη ανάγνωση εγγράφου ακυρότητα αυτή αποτρέπεται αν το περιεχόμενο του εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, προκύπτει από άλλα αναγνωσθέντα αποδεικτικά στοιχεία - έγγραφα ή αν το έγγραφο αυτό αναφέρεται απλώς ιστορικά ή διηγηματικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης σε σχέση με τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο(βλ. ΑΠ 234/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να καταλήξει στην καταδικαστική γι αυτόν κρίση του, έλαβε υπόψη και μη αναγνωσθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της αποφάσεως, δεν συμπεριλαμβάνονται και τα παρακάτω έγγραφα: α) Παπαδημητρίου, Η Ιατρική Αμέλεια, Τεύχος 53, β) Μποντής, Βασικές γνώσεις Μαιευτικής σελ.171, γ) Ενημερωτικό Δελτίο της Ελλ. Ετ. Χημειοθεραπείας, δ) Βεβαίωση αναισθησιολόγου Μ. Κ. και ε) Σίσκος σελ. 313. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών και του προπαρατεθέντος αιτιολογικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, για την έρευνα του σχετικού αυτού λόγου αναιρέσεως, α) τα έγγραφα αυτά πράγματι δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο εγγράφων, αλλά τα περισσότερα από αυτά ( α, β, ε) συνιστούν Ιατρικά Συγγράμματα- Εγχειρίδια, το δε ως άνω γ) έγγραφο, συνιστά επιστημονική δημοσίευση της Ελληνικής Εταιρείας Χημειοθεραπείας, όλα δε αυτά τα έγγραφα προσδιορίζονται επαρκώς κατά την ταυτότητά τους και αναφέρονται στο αιτιολογικό της αποφάσεως, απλώς επιστημονικά και διηγηματικά, χωρίς να έχουν ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης σε σχέση με τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια του κατηγορουμένου ιατρού και επομένως δεν παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου, όπως του απορρέοντος από το άρθρο 358 ΚΠΔ, ούτε η αρχή της προφορικότητας και δημοσιότητας της διαδικασίας. Όσον αφορά το με στοιχ. δ' έγγραφο, Βεβαίωση αναισθησιολόγου Μ. Κ., προκύπτει ότι περιλαμβάνεται στα με αυξ. αρ. 25 και 26 αναγνωσθέντα έγγραφα της Μαιευτικής Γυναικολογικής Κλινικής …και συνεπώς αναγνώσθηκε μέσω της ανάγνωσης αυτών και ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επήλθε. Επομένως, ο συναφής, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' του ΚΠΔ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παρασταθέντος πολιτικώς ενάγοντος( άρθρα 176,183 Κ.Πολ.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24-3-2013 αίτηση του Π. Κ. του Σ., για αναίρεση της με αρ. 1273/2012, 55,129/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων ( 500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ