Αριθμός 327/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και στην προκειμένη περίπτωση και από τους Προϊσταμένους των Δ.Ο.Υ. Ψυχικού και Βύρωνος, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Παρασκευή Μιλήση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (e-ΕΦΚΑ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα (όπως μετονομάστηκε το αρχικά αναιρεσίβλητο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (ΕΦΚΑ)) και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Διευθυντή του Β' Περιφερειακού ΚΕΑΟ Αθηνών, ως καθολικού διαδόχου του αρχικά καθ' ου η ανακοπή Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.)", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σουλιώτη και δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/3/2012 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5587/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8135/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25/6/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 8135/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 30-9-2016 και με αριθμό κατάθεσης 1772/4-10-2016 έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της με αριθμό 5587/2014 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει την από 19-3-2012 και με αριθμό 3071/21-3-2012 ανακοπή του ΝΠΔΔ με την επωνυμία Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ, οιονεί καθολικός διάδοχος του οποίου υπήρξε το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ) και ήδη τυγχάνει το ΝΠΔΔ με την επωνυμία Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ), κατά του με αριθμό ... πίνακα κατάταξης δανειστών της Συμβολαιογράφου Αθηνών Άννας Σίμου-Κοσμάτου, με τον οποίο το αναιρεσίβλητο κατατάχθηκε προνομιακά έναντι του αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ). ΙΙ. Το άρθρο 975 του Κ.Πολ.Δ., όπως είχε τροποποιηθεί και συμπληρωθεί με το αρ.4 παρ.17 στοιχ.α' - β' του Ν.2208/1995, με το αρ.6 παρ.16 στοιχ. β' του Ν.2479/1997, με το αρ. 77 παρ.2 του Ν. 2533/1997 και με το αρθ. 16 του Ν.2972/2001 και ίσχυε κατά τον χρόνο που συντάχθηκε η περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης (26-11-2009) και, κατ'αρχήν, ενδιαφέρει την ένδικη υπόθεση, όριζε, ότι η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα γίνεται με την εξής σειρά: Αφού αφαιρεθούν τα έξοδα της εκτέλεσης που ορίζονται αιτιολογημένα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, κατατάσσονται 1) .... 5) οι απαιτήσεις του Δημοσίου και των δήμων και κοινοτήτων από φόρους που ορίστηκαν από την αξία της προσόδου ή από το είδος των πραγμάτων που πλειστηριάστηκαν και που αφορούν το έτος που έγινε ο πλειστηριασμός και το προηγούμενο. 6) Οι απαιτήσεις των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, εφόσον προέκυψαν μέχρι την ημέρα του πλειστηριασμού ή την κήρυξη της πτώχευσης. Περαιτέρω, όμως, ακολούθησε ο νόμος 3863/2010, ο οποίος στο άρθρο 41 παρ.1 ορίζει, ότι στις διατάξεις της περίπτωσης 3 του άρθρου 975 Κ.Πολ.Δ., όπως έχει συμπληρωθεί με το άρθρο 31 του ν. 1545/1985 (ΦΕΚ 91 Α') υπάγονται και οι απαιτήσεις των φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων εφόσον προέκυψαν έως την ημέρα του πλειστηριασμού ή την κήρυξη της πτώχευσης. Η περίπτωση 6 του ίδιου άρθρου του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 16 του ν.2972/2001 (ΦΕΚ 291 Α') καταργείται, αναριθμουμένων των επομένων περιπτώσεων. Κατά την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν έχουν εφαρμογή σε πλειστηριασμούς που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη και σε πτωχεύσεις που έχουν ήδη κηρυχθεί μέχρι την ψήφιση του παρόντος νόμου. Στη συνέχεια με το άρθρο 56 του Ν.3994/2011 αντικαταστάθηκε η περίπτωση 3 του άρθρου 975 Κ.Πολ.Δ., διατηρουμένων των απαιτήσεων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης στην ίδια τάξη και, ειδικότερα, η ως αμέσως ανωτέρω διάταξη διαμορφώθηκε ως ακολούθως: "Οι απαιτήσεις που έχουν ως βάση τους την παροχή εξαρτημένης εργασίας, οι απαιτήσεις των δασκάλων, καθώς και οι απαιτήσεις από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις των δικηγόρων είτε αμείβονται κατά υπόθεση είτε με πάγια περιοδική αμοιβή, εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού. Οι αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας, καθώς και οι απαιτήσεις των δικηγόρων για αποζημίωση λόγω λύσης της σύμβασης έμμισθης εντολής κατατάσσονται στην τάξη αυτή ανεξαρτήτως του χρόνου στον οποίο προέκυψαν. Στην ίδια τάξη υπάγονται και οι απαιτήσεις των φορέων κοινωνικής ασφάλισης αρμοδιότητας γενικής γραμματείας κοινωνικών ασφαλίσεων, εφόσον προέκυψαν έως την ημέρα του πλειστηριασμού ή την κήρυξη της πτώχευσης". Επιπλέον δε, προστέθηκε στη διάταξη αυτή τελευταίο εδάφιο με το οποίο ορίστηκε ότι "Η διαίρεση του πλειστηριάσματος σε ποσοστά, κατά το άρθρο 977, γίνεται μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τάξης αυτής". Πλην, όμως, με το ως ανωτέρω άρθρο 56 του ίδιου νόμου, δεν επαναλήφθηκε ό,τι οριζόταν με την παρ.5 του άρθρου 41 Ν. 3683/2010 (ότι. δηλαδή, "οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν έχουν εφαρμογή σε πλειστηριασμούς που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη και σε πτωχεύσεις που έχουν ήδη κηρυχθεί μέχρι την ψήφιση του παρόντος νόμου"), η δε έναρξη εφαρμογής του Ν. 3994/2011 ρυθμίζεται με το άρθρο 72 αρ.5 της μεταβατικής του διάταξης, σύμφωνα με την οποία "οι σχετικές με την αναγκαστική εκτέλεση διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στις εκτελέσεις που αρχίζουν μετά την έναρξη της ισχύος του. Τα άρθρα 959 παράγραφοι 2, 963 και 975 παράγραφος 3 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται και επί πλειστηριασμών, που θα διενεργηθούν μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος". Στην ίδια, τρίτη τάξη, διατηρήθηκαν οι απαιτήσεις των φορέων κοινωνικής ασφάλισης και με τον Ν. 4055/2012, το άρθρο 19 παρ.10 του οποίου αντικατέστησε το τρίτο εδάφιο της περίπτωσης 3 του άρθρου 975 Κ.Πολ.Δ., καθώς και με το άρθρο όγδοο, παρ.2, αρ.1 του Ν. 4335/2015.. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 960 επ. και 999 επ. Κ.Πολ.Δ., ως ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο, πριν την κατάργησή τους με το άρθρο όγδοο παρ.2 Ν. 4335/2015, η προδικασία του πλειστηριασμού αρχίζει με τη σύνταξη περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης (πρώην προγράμματος πλειστηριασμού) και τελειώνει με τη διενέργεια του πλειστηριασμού, ο οποίος ολοκληρώνεται με την κατακύρωση (ΑΠ 418/2022, ΑΠ 1141/2020, ΑΠ 1487/2018, ΑΠ 1291/2017, ΑΠ 1474/2017, ΑΠ 1641/2014). Και, ναι μεν, η επίσπευση από τον υποκατασταθέντα δανειστή δεν αποτελεί νέα εκτέλεση, αλλά συνέχιση της αρχικής διαδικασίας (ΑΠ 418/2022, ΑΠ 1487/2018), ενώ ακόμη και ο αναπλειστηριασμός αποτελεί στάδιο ενός ενιαίου πλειστηριασμού (ΑΠ 1474/2017, ΑΠ 1291/2017), πλην - όμως - κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, με το δεύτερο εδάφιο της διάταξης του άρθρου 72 παρ. 5 ν. 3994/2011 (ΦΕΚ Α'167/25-7-2011), "Τα άρθρα 959 παράγραφος 2, 963 και 975 παράγραφος 3 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται και επί πλειστηριασμών, που θα διενεργηθούν μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος". Από τον συνδυασμό δε των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 41 παρ.1 και 5 του Ν. 3863/2010, 56 του Ν.3994/2011 και 72 αριθ. 5 μεταβατικής διάταξης του ίδιου νόμου, συνάγονται τα εξής: Προκειμένου περί πλειστηριασμών που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη μέχρι την δημοσίευση του Ν.3863/2010, δηλαδή μέχρι την 15.7.2010 (ΦΕΚ Α 115/15.7.2010) - με την έννοια ότι μέχρι τότε είχε αρχίσει η προδικασία του πλειστηριασμού με τη σύνταξη και επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης - και οι οποίοι ολοκληρώθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 3994/2011, στις 25.7.2011 (ΦΕΚ Α 167/25.7.2011), επιπλέον δε είχε συνταχθεί και ο κατ' άρθρον 974 Κ.Πολ.Δ. πίνακας κατάταξης (ΑΠ 418/2022), οι δανειστές κατατάσσονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 975 Κ.Πολ.Δ., ως ίσχυε πριν το Ν.3863/2010 και, ειδικότερα, το μεν Δημόσιο στην πέμπτη τάξη, οι δε οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης στην έκτη τάξη. Αλλά για τους πλειστηριασμούς που διενεργούνται μετά τη δημοσίευση του ν. 3994/2011 (ΦΕΚ Α 167/25.7.2011) - και ανεξαρτήτως του εάν η εκτελεστική διαδικασία και η προδικασία του πλειστηριασμού είχε αρχίσει υπό το προ του νόμου αυτού καθεστώς -κατά το δεύτερο εδάφιο της ως ανωτέρω 72 αριθ. 5 μεταβατικής διατάξεως του ιδίου νόμου, εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, η διάταξη του άρθρου 975 παρ. 3 ΚΠολΔ όπως ισχύει, δηλαδή, μετά τους ν. 3863/2010 και 3994/2011, σύμφωνα με την οποία, κατά τη διαδικασία κατάταξης των δανειστών στον σχετικό πίνακα, οι απαιτήσεις των φορέων κοινωνικής ασφάλισης αρμοδιότητας γενικής γραμματείας κοινωνικών ασφαλίσεων, εφόσον προέκυψαν έως την ημέρα του πλειστηριασμού ή την κήρυξη της πτώχευσης, υπάγονται στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων. Η ερμηνεία αυτή, που κρατεί για τις προ της ισχύος του νέου ΚΠολΔ (ν. 4335/2015) διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης [αφού, υπό το νέο καθεστώς, με βάση την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 43 Ν. 4715/2020, ορίζεται ότι "Κατά την αληθή τους έννοια, οι διατάξεις: α) ..... και β) του άρθρου όγδοου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α' 87) δεν έχουν εφαρμογή σε διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης που βρίσκονταν ήδη σε εξέλιξη και σε πτωχεύσεις που είχαν ήδη κηρυχθεί μέχρι την έναρξη ισχύος των παραπάνω νόμων. Για την κατάταξη των πιστωτών στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου λαμβάνεται υπόψη το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση και της υποβολής της αίτησης για την κήρυξη της πτώχευσης ....", δηλαδή για εκτελεστικές διαδικασίες που δεν είχαν τελειώσει με τη διενέργεια του πλειστηριασμού και τη σύνταξη του πίνακα κατάταξης προ της θέσεως σε ισχύ του ν. 4335/2015], ερείδεται ιδίως στην ρητή αναφορά της ως ανωτέρω μεταβατικής διάταξης του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 72 παρ. 5 ν. 3994/2011, αλλά και στην παραδοχή της νομολογίας (ΟλΑΠ 21/1994, ΑΠ 1441/2017, ΑΠ 724/2017), ότι τα καθιερούμενα από τους νόμους προνόμια κατάταξης δανειστών κρίνονται, στο πλαίσιο της αυτοτέλειας των διαδικαστικών πράξεων της εκτέλεσης, όχι σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο της γέννησης του δικαιώματος ή της έναρξης της αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά σύμφωνα με αυτόν που ισχύει κατά το χρόνο της κατάταξης, εν όψει και του ότι η λόγω του προνομίου προτίμηση δεν αποτελεί στοιχείο της απαίτησης, αλλά αφορά τη σχέση των απαιτήσεων μεταξύ τους, λόγω της συνδρομής περισσοτέρων δανειστών. Τέλος δε - και αναφορικά, ειδικότερα, με την προνομιακή κατάταξη του Δημοσίου κατά τη σύνταξη του σχετικού πίνακα κατατάξεως μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού - στη διάταξη του άρθρου 61 παρ. 1 ΚΕΔΕ (όπως ίσχυε κατά τον χρόνο του επίδικου πλειστηριασμού - με εξαίρεση τις ειδικές αναφορές στο ν. 4141/2013 που δεν ανάγονται στον επίδικο χρόνο αλλά σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα) ορίζεται ότι "Το Δημόσιον κατατάσσεται εν αναγκαστική εκτελέσει κινητού ή ακινήτου διά τας ληξιπρόθεσμους μέχρι της ημέρας του πλειστηριασμού απαιτήσεις αυτού εκ πάσης αιτίας, μετά των πάσης φύσεως προσαυξήσεων και τόκων και εν τη υπ' αριθ. 5 σειρά του άρθρου 975 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας. Κατ' εξαίρεση, για τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του από φόρο προστιθέμενης αξίας, με τις πάσης φύσεως προσαυξήσεις, το Δημόσιο κατατάσσεται στην υπ' αριθ. 2 σειρά του ίδιου άρθρου και πριν από την ικανοποίηση των απαιτήσεων του άρθρου 976 ΚΠολΔ. "Η κατά τη διάταξη του προηγούμενου εδαφίου κατάταξη του Δημοσίου ισχύει, ανεξάρτητα από την παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου, και σε περίπτωση πτώχευσης οφειλέτη του Δημοσίου, σε σχέση με απαιτήσεις του Δημοσίου για φόρο προστιθέμενης αξίας με τις πάσης φύσεως προσαυξήσεις, που γεννήθηκαν ή ανάγονται σε χρόνο πριν από την πτώχευση, ανεξαρτήτως βεβαίωσής τους" (κείμενο της σχετικής διάταξης του β' εδαφίου του άρθρου 33 Ν. 4141/2013 ΦΕΚ 81 Α'/5.4.2013). Διά τας μη ληξιπροθέσμους εκ πάσης αιτίας απαιτήσεις του, το Δημόσιον κατατάσσεται συμμέτρως μετά των λοιπών δανειστών. Ως ημέρα του πλειστηριασμού θεωρείται η ημέρα κατά την οποία διενεργήθηκε ο Πλειστηριασμός, ανεξάρτητα από την ημέρα του πλειστηριασμού που ορίσθηκε αρχικά. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1 εδ. α'του ΚΠολΔ, "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο:1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Κατά τα γενόμενα δε παγίως δεκτά - όπως και στην ανάλογη περίπτωση του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ - αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006). Περαιτέρω, στο δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης συναντώνται διατάξεις που φέρουν χαρακτήρα ουσιαστικού δικαίου, όπως είναι οι περί προνομίων διατάξεις του άρθρου 975 Κ.Πολ.Δ, η παραβίαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικά μέσω του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 Κ.Πολ.Δ (Ολ. ΑΠ 21/1994, ΑΠ 418/2022, ΑΠ 370/2014, ΑΠ 30/2006). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Εσφαλμένο αιτιολογικό υφίσταται, όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση υπάγονται σε άλλον κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Ως αιτιολογικό δηλαδή νοείται η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζονται με την αιτιολογία της απόφασης, οι οποίες ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 32/2002). Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, αν ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της απόφασης είναι ορθό, υπάρχει όμως σφάλμα στις αιτιολογίες, απορρίπτει την αναίρεση χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 8/1993, ΑΠ 696/2022, ΑΠ 517/2022, ΑΠ 151/2021, ΑΠ 359/2018, ΑΠ 1624/2008). Έτσι, η ευδοκίμηση των λόγων αναίρεσης που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ), εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της απόφασης (ΑΠ 690/2019). Εφόσον, όμως, υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί το δεδικασμένο, αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της, οπότε ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση και αντικαθιστά το εσφαλμένο αιτιολογικό με το ορθό. Στην περίπτωση δηλαδή αυτή το διατακτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου περιέχει απορριπτική της αναίρεσης διάταξη και στο σκεπτικό παράθεση του ορθού αιτιολογικού σε αντικατάσταση του εσφαλμένου (ΑΠ 1259/2020, ΑΠ 1243/2019, ΑΠ 736/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο διέλαβε στον ελάσσονα συλλογισμό του τις ακόλουθες πραγματικές παραδοχές: ...... "με το μοναδικό λόγο ανακοπής και έφεσης το ανακόπτον και ήδη εκκαλούν εκθέτει, ότι με επίσπευση των σε αυτήν αναφερομένων δανειστών και σε εκτέλεση του πρώτου απογράφου εκτελεστού της υπ'αριθμ. 42835/2009 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατασχέθηκε αναγκαστικά με την υπ'αριθμ. 2073/24-11-2009 εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Σ. Κ. το σε αυτήν αναφερόμενο διαμέρισμα Α' ορόφου επί οικοδομής στον ..., ιδιοκτησίας της οφειλέτιδος Α. Χ.. Ότι δυνάμει των υπ'αριθμ. 2179/2010 και 2223/2011 Α' και Β' επαναληπτικών περιλήψεων και της υπ'αριθμ. 2271/3-11-2011 κατασχετήριας εκθέσεως του ως άνω ακινήτου της ανωτέρω δικαστικής επιμελήτριας το κατασχεθέν ακίνητο εκπλειστηριάσθηκε στις 21-12-2011 ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Άννας, συζύγου Παναγιώτη Σιμού, το γένος Δημητρίου Κοσμάτου, που συνέταξε την υπ'αριθμ. 9508/21-12-2011 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού, επιτευχθέντος εκπλειστηριάσματος ποσού 33.000 ευρώ, για το οποίο είχε αναγγελθεί, μεταξύ άλλων, το εκκαλούν δια του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Ψυχικού δυνάμει της υπ'αριθμ. πρωτ. 22455/23-12-2011 αναγγελίας για το ποσό των 3.798,81 ευρώ και δια του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Βύρωνος δυνάμει της υπ'αριθμ. πρωτ. 24.282/23-12-2011 αναγγελίας για το ποσό των 336 ευρώ. Ότι, μη επαρκούντος του πλειστηριάσματος για την ικανοποίηση των επισπευδόντων και αναγγελθέντων δανειστών, η ως άνω επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων, συνέταξε τον υπ'αριθμ. ... πίνακα κατάταξης δανειστών, με τον οποίον, αφού προαφαιρέθηκε το ποσό των 7.262,59 ευρώ ως έξοδα εκτελέσεως, στο υπόλοιπο ποσό των 25.737 ευρώ κατετάγη οριστικά και προνομιακά το εφεσίβλητο, καίτοι το ίδιο (εκκαλούν) Ελληνικό Δημόσιο για τις απαιτήσεις του κατατάσσεται προνομιακά πριν από τους οργανισμούς κοινωνικής ασφαλίσεως, όπως εν προκειμένω το εφεσίβλητο, προτιμωμένης της απαιτήσεώς του, ως προηγουμένης τάξεως. Πλην όμως με το ως άνω περιεχόμενο ο λόγος αυτός είναι μη νόμιμος και πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι, λαμβανομένης ως κρίσιμης ημερομηνίας για την εφαρμογή των προπαρατεθεισών διατάξεων αυτής, κατά την οποία εκδόθηκε η τελευταία περίληψη κατασχετήριας εκθέσεως, ο επίδικος πλειστηριασμός δεν βρισκόταν σε εξέλιξη κατά την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 41 του Ν. 3863/2010, δεδομένου ότι η υπ'αριθμ. 2271/3-11-2011 περίληψη κατασχετήριας εκθέσεως εξεδόθη στις 3-11-2011, όπως άλλωστε και το ίδιο το εκκαλούν συνομολογεί, ήτοι, σε χρόνο μεταγενέστερο της 15-7-2010, κατά την οποία δημοσιεύθηκε ο Ν. 3863/2010, καθώς επίσης και της δημοσιεύσεως του Ν. 3994/2011, που έλαβε χώρα στις 25-7-2011, και, συνεπώς, η, σε κάθε περίπτωση ήδη γεννηθείσα, απαίτηση του εφεσιβλήτου ορθώς κατετάγη προνομιακά σε σχέση με την προβαλλόμενη απαίτηση του εκκαλούντος, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, που προηγήθηκε. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την ανακοπή, δεν έσφαλε, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των προπαρατεθεισών διατάξεων, και, συνεπώς, ο μοναδικός λόγος εφέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος". Δηλαδή, το δικάσαν ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με τις ανωτέρω παραδοχές του, δέχθηκε (όπως και το πρωτοβάθμιο Ειρηνοδικείο που απέρριψε την ανακοπή), ότι το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν έπρεπε να καταταγεί προνομιακά στην πέμπτη τάξη του άρθρου 975 Κ.Πολ.Δ, προηγούμενο στην κατάταξη του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ με την επωνυμία Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. και ήδη e- Ε.Φ.Κ.Α (που θα έπρεπε να καταταγεί στην έκτη τάξη), αλλά ότι ορθώς το τελευταίο ΝΠΔΔ κατετάγη προνομιακά στην τρίτη τάξη, σύμφωνα με το άρθρο 975 Κ.Πολ.Δ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 41 παρ.1 του ν. 3863/2010, νόμος που ήταν εφαρμοστέος διότι ο επίδικος πλειστηριασμός δεν βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη, καθόσον επισπεύθηκε μεν αρχικώς όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, με την υπ'αριθμ. 2073/24-11-2009 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης και με την 2076/26-11-2009 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Σ. Κ., οπότε ματαιώθηκε και, ακολούθως, επισπεύθηκε με τις με αριθ. 2179/2010 Α' επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης και 2223/2011 Β' επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης και 2271/3-11-2011 Γ' επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης, μετά την παύση της ισχύος του ν.3863/2010, η οποία συνιστά προδικασία του νέου πλειστηριασμού, ο οποίος διενεργήθηκε στις 21-12-2011. Ανεξαρτήτως, όμως, του ότι η προαναφερόμενη αιτιολογία του δευτεροβάθμιου (όπως, ομοίως, και του πρωτοβάθμιου) δικαστηρίου είναι εσφαλμένη - αφού, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, για τους πλειστηριασμούς που διενεργούνται μετά τη δημοσίευση του ν. 3994/2011 (ΦΕΚ Α 167/25.7.2011), ανεξαρτήτως του εάν η εκτελεστική διαδικασία και η προδικασία του πλειστηριασμού είχε αρχίσει υπό το προ του νόμου αυτού καθεστώς, όπως εν προκειμένω, κατά το δεύτερο εδάφιο της ως ανωτέρω 72 αριθ. 5 μεταβατικής διατάξεως του ιδίου νόμου, εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, η διάταξη του άρθρου 975 παρ. 3 ΚΠολΔ, δηλαδή όπως ισχύει μετά τους ν. 3863/2010 και 3994/2011, σύμφωνα με την οποία, κατά τη διαδικασία κατάταξης των δανειστών στον σχετικό πίνακα, οι απαιτήσεις των φορέων κοινωνικής ασφάλισης αρμοδιότητας γενικής γραμματείας κοινωνικών ασφαλίσεων, εφόσον προέκυψαν έως την ημέρα του πλειστηριασμού ή την κήρυξη της πτώχευσης, υπάγονται στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων και όχι (όπως δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο) γιατί ο επίδικος πλειστηριασμός δεν βρισκόταν σε εξέλιξη κατά την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 41 του Ν. 3863/2010 - εν τούτοις, το διατακτικό τής (προσβαλλόμενης) απόφασης είναι ορθό ειδικότερα, αναφορικά με την απόρριψη του μοναδικού λόγου της έφεσης και, αντιστοίχως, της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης, κατά τον οποίο θα έπρεπε να προηγηθεί το Δημόσιο έναντι του ΕΦΚΑ, ως προς τις απαιτήσεις του, που έπρεπε να καταταγούν στον πίνακα κατάταξης στην πέμπτη τάξη, ενώ του ΕΦΚΑ στην έκτη, επειδή, οι διατάξεις του ν. 3863/2010 δεν εφαρμόζονται στην επίδικη υπόθεση, σύμφωνα με την παρ. 5 του αρ. 41 ν. 3863/2010, καθόσον κατά τα χρόνο θέσης σε ισχύ του προνομίου του αρ. 41 παρ. 1 του ως άνω νόμου ο πλειστηριασμός βρισκόταν σε εξέλιξη - ο οποίος είναι και ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως - σημειουμένου, επιπλέον, ότι δεν υφίσταται εκ μέρους του αναιρεσείοντος Δημοσίου ισχυρισμός ότι οι απαιτήσεις του ενέπιπταν στις προνομιακές του εδ. β' του άρθρου 61 παρ. 1 ΚΕΔΕ για να καταταγεί προνομιακώς, κατά τον επίδικο χρόνο, σύμφωνα με την διάταξη της περ.2 του άρθρου 975 ΚΠολΔ. Με βάση, όμως, όσα παραπάνω γίνονται δεκτά, η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς τον μοναδικό λόγο εφέσεως [και, αντιστοίχως, της ανακοπής], που απορρίφθηκε, έχει ορθό - κατά το αποτέλεσμα - διατακτικό, αλλά εσφαλμένη αιτιολογία και πρέπει να απορριφθεί ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος από τη διάταξη του αριθμ. 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ και, κατά συνέπεια, η αίτηση αναιρέσεως (μη προκύπτοντος, περαιτέρω, εννόμου συμφέροντος για αντικατάσταση των αιτιολογιών). Η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της μεταξύ των διαδίκων επειδή η ερμηνεία των ανωτέρω κανόνων δικαίου, που εφαρμόσθηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρ. 179, 183 Κ.Πολ.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως κατά της με αριθμό 8135/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήματος Εφέσεων). Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Φεβρουαρίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ