Αριθμός 1858/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Τσόλα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος), Γεράσιμο Φουρλάνο, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαραλαμπία Σίμου και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Σ. Κ. του Ε., συζ. Κ. Τ., κατοίκου ... η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστάθιο Κωνσταντόπουλο. Των αναιρεσιβλήτων: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ING Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ING Ελληνική Ανώνυμη Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών",που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα και 3. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝG Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Αμοιβαίων κεφαλαίων", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Πολυζωγόπουλο. Μετά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται παραπάνω. Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε να αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης σε μεταγενέστερη δικάσιμο προκειμένου να συνεκδικασθεί με υπόθεση συναφή, όπως ανέπτυξε προφορικά. Το δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις 10-1-2006 και 12-3-2007 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 353/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 180/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-5-2010 αίτησή της. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Χαραλαμπία Σίμου, ανέγνωσε την από 10-10-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 575 ΚΠολΔ: " Με αίτηση του εισαγγελέα, του εισηγητή ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο μπορεί να αναβάλλει τη συζήτηση της υπόθεσης μία μόνο φορά σε μεταγενέστερη δικάσιμο, που ορίζεται αμέσως με επισημείωση στο πινάκιο. Τα εδάφια τρίτο και τέταρτο της παρ. 4 του άρθρου 226 εφαρμόζονται και εδώ...". Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες υπέβαλαν στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, αίτημα αναβολής της συζήτησης, προς συνεκδίκαση με άλλες συναφείς. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε ως αβάσιμο. Ήδη με την προσθήκη των προτάσεων τους, που κατατέθηκε την 13-12-2012 ήτοι, μετά την, κατά την 10-12-2012 συζήτηση της υπόθεσης, επαναφέρουν το αίτημα για τον ίδιο λόγο, χωρίς να επικαλούνται άλλα πρόσθετα στοιχεία, πέραν εκείνων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, κατά την απόρριψη του υποβληθέντος στο ακροατήριο αιτήματος αναβολής. Ενόψει αυτών, το εν λόγω αίτημα πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μια υπηρεσία ευθύνεται, για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτο παράνομα, κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης προϋποθέτει: α) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει, όταν ο προστήσας, διατηρεί το δικαίωμα να δίνει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα αντιπρόσωπο του, κατά τη διενέργεια υλικών, κυρίως, ενεργειών σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του ή ο τελευταίος υπόκειται σε συγκεκριμένες υποχρεώσεις, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, η οποία υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέστηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ' ευκαιρία ή με αφορμή την υπηρεσία, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών, οι οποίες δόθηκαν σ'αυτόν ή καθ'υπέρβαση των καθηκόντων του, που διέπουν τη μεταξύ τους σχέση, εφ' όσον, μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας, η οποία ανατέθηκε σ' αυτόν, υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια, ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την ιδιαίτερη σχέση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (ΑΠ 1396/2011,331/2010, 1198/2009, 1224/2008), που κατέστη δυνατή (η τέλεση), εξαιτίας, ακριβώς, της σχέσης, των μέσων και των ευκαιριών που ανέθεσε ο αντιπρόσωπος, στο πλαίσιο της ειδικής σχέσης προς τον αντιπροσωπευόμενο, με τη χρησιμοποίηση τους για άλλο σκοπό από εκείνο για τον οποίο του ανατέθηκαν (ΑΠ 1396/2011). Από την ίδια διάταξη (922 ΑΚ) προκύπτει ότι αν με τη βούληση του προστήσαντος ο αρχικός προστηθείς έχει δυνατότητα να χρησιμοποιεί τρίτους (υποπροστηθέντες) στη διεκπεραίωση της υποθέσεως του προστήσαντος, ο τελευταίος ευθύνεται και για τις αδικοπραξίες των υποπροστηθέντων χωρίς να προσαπαιτείται να ασκεί έλεγχο ή να δίδει οδηγίες και εντολές σ'αυτούς (ΑΠ 22/2004). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτος δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ. ΑΠ 1/1999). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου έγιναν δεκτά, κατά πλειοψηφία, τα ακόλουθα: "Οι εκκαλούσες είναι όλες ανώνυμες εταιρίες. Η πρώτη από αυτές με την επωνυμία "ING Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία Ζωής έχει έδρα την ... (...) και σκοπό τη διενέργεια ασφαλίσεων ζωής. Η δεύτερη με την επωνυμία "ING Ελληνική Ανώνυμη Εταιρία Γενικών Ασφαλειών" έχει έδρα την …(...) και σκοπό τη διενέργεια ασφαλίσεων κατά ζημιών. Η τρίτη με την επωνυμία "ING Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων" έχει έδρα την …(...) και σκοπό τη διαχείριση αμοιβαίων κεφαλαίων. 'Ολες οι ως άνω εταιρίες ανήκουν στον επιχειρηματικό όμιλο εταιριών με την επωνυμία "ING". Η πρώτη από αυτές εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα τον Ιανουάριο 1982. Η δεύτερη από αυτές εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα τον Οκτώβριο 1985. Η δε τρίτη συστήθηκε το έτος 1990 με την επωνυμία "NATIONALE NEDERLANDEN Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων". Στις 21-11-2002 τροποποιήθηκε η επωνυμία της σε "ING ΠΕΙΡΑΙΩΣ Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων". Με την από 30-5-2006 απόφαση της έκτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της τροποποιήθηκε εκ νέου η επωνυμία της σε "ΙΝG Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων". Οι δύο πρώτες από τις εκκαλούσες συνήψαν με διαφόρους ασφαλιστικούς συμβούλους συμβάσεις έργου με αντικείμενο την πώληση σε τρίτους των προϊόντων τους, διαμορφώνοντας με τον τρόπο αυτό ένα δίκτυο για την προώθηση της επιχειρηματικής τους δράσης. Τέτοια σύμβαση κατάρτισαν οι δύο πρώτες εκκαλούσες στις 1-4-1990 με τον πρώτο εναγόμενο Κ. Μ., ο οποίος δεν είναι διάδικος στη παρούσα δίκη. Ο τελευταίος έκτοτε ασφαλιστικός σύμβουλος μεσολαβούσε έναντι αμοιβής (προμήθειας) σε τρίτα πρόσωπα για την προπαρασκευή ασφαλιστικών συμβάσεων. Η τρίτη εκκαλούσα με σκοπό τη διάθεση στο κοινό μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων που διαχειριζόταν, συνήψε με την πρώτη εκκαλούσα έγγραφη σύμβαση διαμεσολάβησης της τελευταίας ως αντιπροσώπου της, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν. 1969/1991. Έτσι η πρώτη εκκαλούσα παράλληλα με την κύρια δραστηριότητα της και μέσω του ανά την επικράτεια δικτύου ασφαλιστικών συμβούλων, διέθετε στο κοινό ως αντιπρόσωπος της τρίτης εκκαλούσης μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων της τελευταίας. Στα πλαίσια αυτής της σύμβασης διαμεσολάβησης και ο πρώτος εναγόμενος, ως ασφαλιστικός σύμβουλος και ενταγμένος στο δίκτυο των προσώπων που η πρώτη εκκαλούσα απασχολούσε για τη διεξαγωγή της επιχειρηματικής της δράσης, ανέλαβε δυνάμει του από 16-9-1998 ιδιωτικού συμφωνητικού συνεργασίας για την προώθηση διάθεσης μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, που συνήψε με την πρώτη εκκαλούσα και αντί προμήθειας, το έργο διαμεσολάβησης για τη πώληση σε τρίτους επενδυτές στην περιοχή των …μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων που διαχειριζόταν η τρίτη, εκκαλούσα. Από το Φεβρουάριο του έτους 2005 ο πρώτος εναγόμενος κατείχε τη θέση του προϊσταμένου του επί των οδών …αριθ… και … της πόλης των …υποκαταστήματος που οι εκκαλούσες εταιρίες χρησιμοποιούσαν ως έδρα για την άσκηση των δραστηριοτήτων τους στο νομό …Περαιτέρω ο πρώτος εναγόμενος με το από 29-9-1995 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και της αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία " ING BANK N.V.", είχε αναλάβει ως ανεξάρτητος οικονομικός σύμβουλος αντί προμήθειας την προώθηση των προϊόντων της Τράπεζας σε υποψήφιους πελάτες και συγκεκριμένα την παρουσίαση των τραπεζικών προϊόντων και την ενημέρωση των πελατών με βάση οδηγίες και έντυπο υλικό της Τράπεζας, χωρίς όμως δικαίωμα να συνάπτει οποιεσδήποτε πράξεις ή συμβάσεις για λογαριασμό της Τράπεζας. Το υποκατάστημα αυτό της Τράπεζας "ING BANK N.V.", που ανήκε στον ίδιο ως άνω όμιλο εταιριών "ΙΝG", έπαυσε τις εργασίες του και τέθηκε σε εκκαθάρισή στις 28-5-2002, διαγράφηκε από τα μητρώα ανωνύμων εταιριών στις 15-6-2006. Προηγουμένως η ως άνω τράπεζα, λόγω παύσης των εργασιών του υποκαταστήματος της στην Ελλάδα, είχε καταγγείλει με το από 2-4-2003 έγγραφό της την ως άνω από 29-9-1995 σύμβαση συνεργασίας της με τον πρώτο εναγόμενο. Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι περί τα τέλη του έτους 2004 ο πρώτος εναγόμενος με το δέλεαρ της υψηλής απόδοσης πρότεινε στην εφεσίβλητο να επενδύσει χρήματα σε ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου. Η τελευταία πεισθείσα από τις διαβεβαιώσεις του πρώτου εναγομένου για την επωφελή επένδυση των χρημάτων της κατέβαλε σ'αυτόν στις 23-11-2004 το ποσό των 60.000 ευρώ και στις 23-2-2005 το ποσό των 10.000 ευρώ για το σκοπό αυτό. Ο πρώτος εναγόμενος εγχείρισε στην εφεσίβλητη ως απόδειξη της αγοράς των ομολόγων ένα έντυπο για κάθε αγορά, χρώματος ροζ που έφερε το σήμα της Τράπεζας " ING BANK", το οποίο όμως ήταν απλό αντίγραφο της έγγραφης εντολής που είχε η εφεσίβλητη υπογράψει για την αγορά των ομολόγων. Σ' αυτό πέραν των στοιχείων της εφεσίβλητου, αναγράφονταν διάφοροι αριθμοί ως αριθμοί χαρτοφυλακίου και λογαριασμού τίτλων, η ετήσια διάρκεια των ομολόγων και η ονομαστική τους αξία 71.120 ευρώ. Ο πρώτος εναγόμενος δεν διέθεσε τα 70.000 ευρώ που παρέλαβε από την εφεσίβλητο για την αγορά ομολόγων παρά τη σαφή εντολή της τελευταίας, αλλά τα ιδιοποιήθηκε παράνομα προξενώντας σ' αυτήν από πρόθεση ισόποση ζημία. Τα δε ροζ έγγραφα που της χορήγησε ως απόδειξη αγοράς των ομολόγων ήταν πλαστά, καθόσον η φερόμενη ως εκδότρια αυτών ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία " ING BANK" είχε κατά τα προεκτεθέντα παύσει τις εργασίες της και είχε τεθεί σε εκκαθάριση από τις 28-5-2002. Τα περιστατικά αυτά πληροφορήθηκε και επιβεβαίωσε η εφεσίβλητος περί τον Ιούνιο 2005, όταν έγινε γνωστό από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε εξαφανιστεί, έχοντας υπεξαιρέσει μεγάλα χρηματικά ποσά και από άλλους επενδυτές. Για τις πράξεις του αυτές ο πρώτος εναγόμενος έχει παραπεμφθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας. Περαιτέρω αναφορικό με τις εκκαλούσες εταιρίες υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν προέκυψε ότι πληρούνται οι αναφερόμενες στη μείζονα πρόταση προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 922 ΑΚ, ώστε αυτές να ευθύνονται για την ως άνω παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια πράξη που διέπραξε ο πρώτος εναγόμενος σε βάρος της εφεσίβλητου τη διέπραξε για δικό του και μόνο λογαριασμό και για δικό του παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς η ζημιογόνος αυτή συμπεριφορά του να βρίσκεται σε εσωτερική συνάφεια και να σχετίζεται αιτιωδώς κατά αντικειμενικά πρόσφορο τρόπο με την υπηρεσία του ασφαλιστικό συμβούλου και διαμεσολαβητή στη διάθεση αμοιβαίων κεφαλαίων που του είχε ανατεθεί από τις εκκαλούσες εταιρίες και συνεπώς αυτές δεν ευθύνονται για τη ζημία που υπέστη η εφεσίβλητος από την προπεριγραφείσα συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου. Όπως προεκτέθηκε ο πρώτος εναγόμενος με συμβάσεις έργου που είχε συνάψει με τις εκκαλούσες είχε αναλάβει την υποχρέωση να προωθεί τα προϊόντα τους και να μεσολαβεί για λογαριασμό τους στην κατάρτιση με τους υποψήφιους πελάτες ασφαλιστικών συμβάσεων και αγοράς μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων. Και δεν περιλαμβάνονταν στην υπηρεσία που του είχε ανατεθεί η διαμεσολάβηση στην αγορά ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου. Η διάθεση δε αυτών, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων του ν.δ. 3745/1957, του, άρθρου 62 του ν, 1642/1986, 31, 32 του ν. 1914/1990 και 5 επ. του ν.2198/1994, ενεργείται μόνο από τράπεζες και χρηματιστές και όχι από ασφαλιστικές εταιρίες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων, όπως είναι οι εκκαλούσες εταιρίες. Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν η υπηρεσία που είχε ανατεθεί στον πρώτο εναγόμενο ήταν και αντικειμενικά απρόσφορη να εξυπηρετήσει το επενδυτικό έργο της αγοράς ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου που του ανέθεσε η εφεσίβλητος. Μπορεί μεν η ζημιογόνος συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου να εκδηλώθηκε επ' ευκαιρία της υπηρεσίας του ως ασφαλιστικού συμβούλου και διαμεσολαβητή στη διάθεση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, πλην όμως η υπηρεσία αυτή δεν αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας, αφού τα προαναφερόμενα καθήκοντα δεν προαπαιτούνταν ούτε σχετίζονταν με τη διάθεση ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου και συνεπώς η εν λόγω ζημιογόνος συμπεριφορά θα μπορούσε να υπάρξει και χωρίς την εν λόγω υπηρεσία,, διαπραττόμενη από τον πρώτο εναγόμενο έξω οπό τη σφαίρα της υπόψη επαγγελματικής του δραστηριότητας. Εξάλλου η παράνομη συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου είναι άσχετη και δεν συνδέεται με τους τυπικούς κινδύνους της δραστηριότητας που ανατέθηκε σ' αυτόν από τις εκκαλούσες, αφού δεν εντάσσεται στο πεδίο της επιχειρηματικής δράσης αυτών που προεκτέθηκε. Η εφεσίβλητη επέλεξε να συναλλαγεί με τον πρώτο εναγόμενο ενόψει της από ετών γνωριμίας μαζί του αποβλέποντας στο πρόσωπο αυτού ατομικά κι όχι ως ασφαλιστικού συμβούλου, καθόσον αποδεχόμενη συναλλαγές με αυτόν υπό τις περιστάσεις που προεκτέθηκαν (εντολή στον πρώτο εναγόμενο αγοράς ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου, δηλαδή τραπεζικού προϊόντος που ήταν ξένο με την υπηρεσία τού στις εκκαλούσες, κατάθεση χρημάτων για επένδυση όχι σε τράπεζα, αλλά στον πρώτο εναγόμενο και χωρίς απόδειξη καταβολής, αλλά απλά με ένα αντίγραφο της αίτησης που συμπλήρωσε), είναι προφανές ότι δεν στηρίχθηκε στην "εγγυητική λειτουργία" που επιτελούν οι εκκαλούσες εταιρίες κατά τις συναλλαγές των υπαλλήλων τους με πελάτες τους. Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά καθίσταται φανερό ότι δεν δύναται να γίνει λόγος περί ευθύνης των εκκαλουσών εταιριών από την πρόστηση του πρώτου εναγομένου στην υπό αυτού εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχαν αναθέσει (διαμεσολάβηση στην κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων και αγοράς μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων), αφού η επιδειχθείσα υπ' αυτού παράνομη συμπεριφορά έναντι της εφεσίβλητου ευρίσκετο εκτός του κύκλου εργασιών που συμφωνήθηκε με τις εκκαλούσες. Οι τελευταίες ουδέποτε είχαν αναθέσει στον πρώτο εναγόμενο να διαμεσολαβεί στην αγορά ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου. Τέτοια διαμεσολάβηση είχε ανατεθεί σ' αυτόν από την αλλοδαπή τραπεζική εταιρία με την επωνυμία " ING BANK N.V.", η οποία δεν είναι διάδικος στον παρόντα βαθμό και ως προς την οποία η ένδικη αγωγή (δεύτερη) απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την εκκαλουμένη απόφαση. Η μόνη σχέση που συνέδεε τις εκκαλούσες με τον πρώτο εναγόμενο ήταν οι συμβάσεις που καταρτίστηκαν μεταξύ τους για τη διαμεσολάβηση του τελευταίου ως ασφαλιστικού συμβούλου στην κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων και αγοράς μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων. Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν κατά την πλειοψηφούσα γνώση αυτού του Δικαστηρίου έπρεπε οι κρινόμενες αγωγές κατά το μέρος που στρέφονταν εναντίον των εκκαλουσών να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες". 'Ετσι που έκρινε (και πλειοψηφία) το Εφετείο στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, διότι περιέχει ελλιπείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 922 ΑΚ. Ειδικότερα, ενώ δέχθηκε, ότι η ζημιογόνος συμπεριφορά του προστηθέντος των αναιρεσιβλήτων. δηλαδή η δήθεν διάθεση ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου μέσω του χρηματοικονομικού ομίλου της ING, θα μπορούσε να λάβει χώρα και χωρίς την ανατεθείσα σε αυτόν υπηρεσία και ότι θα μπορούσε να διαπραχθεί από αυτόν και έξω από τη σφαίρα της υπόψη επαγγελματικής του δραστηριότητας, δηλαδή αυτής του ασφαλιστικού συμβούλου και του διαμεσολαβητή αγοράς μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων- ουσιαστική παραδοχή που έχει ως αποτέλεσμα να εκλαμβάνει ότι δεν υφίσταται εσωτερική αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου πράξεως και ανατεθείσης υπηρεσίας -, εν τούτοις δεν είναι σαφές πως αποσυνδέει (το Εφετείο) την παραδοχή του αυτή: α) Από την ως άνω ιδιότητα του Κ. Μ. "ως ασφαλιστικού-επενδυτικού συμβούλου" και "προϊσταμένου" του υποκαταστήματος …το οποίο όλες οι αναιρεσίβλητες χρησιμοποιούσαν ως έδρα για την άσκηση των δραστηριοτήτων τους", β) Από το γεγονός ότι η καταβολή των χρημάτων από την αναιρεσείουσα όσο και όλη η συναλλαγή του με τον Κ. Μ. φέρεται να έγινε στα γραφεία των αναιρεσιβλήτων, γ) Από το γεγονός ότι ο Κ. Μ. κατά την είσπραξη των χρημάτων από την αναιρεσείουσα δεν της χορήγησε σχετική απόδειξη με το όνομα του ιδίου ως λαβόντος, αλλά έγγραφο "δηλωτικό της είσπραξης" με την ένδειξη ING ΒΑΝΚ... Συνεπώς, είναι βάσιμος ο σχετικός από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος, όπως το περιεχόμενο του εκτιμάται σε συνδυασμό με το σύνολο των διαλαμβανομένων στο αναιρετήριο. Ο πρώτος λόγος, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, αφού η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης συνεπεία της οποίας καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της εφαρμογής ή μη της ουσιαστικού δικαίου διάταξης που εφαρμόστηκε ή αποκλείστηκε η εφαρμογή της, δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ.1 λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 323/2009). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, κατά παραδοχή του πιο πάνω λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του τρίτου (και τελευταίου) λόγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές κατά την παράγραφο 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ. Οι αναιρεσίβλητες πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας, (άρθρα 176 , 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 180/2010 απόφαση του Εφετείου Λάρισας. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την απόφαση που αναιρέθηκε. Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, οριζόμενα σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Οκτωβρίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡEYΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ