Αριθμός 1427/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαΐου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Δερμιτζάκη, για αναίρεση της 1405/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγοντα τον Χ1, που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιουνίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1203/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Επειδή, κατά τη διάταξη του το άρθρου 358 ΠΚ, "όποιος κακόβουλα παραβιάζει την υποχρέωση διατροφής, που του την έχει επιβάλει ο νόμος και έχει αναγνωρίσει, έστω και προσωρινά, το δικαστήριο, με τρόπο τέτοιο, ώστε ο δικαιούχος να υποστεί στερήσεις ή να αναγκαστεί να δεχθεί βοήθεια άλλων, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβίασης της υποχρέωσης για διατροφή, απαιτείται δεδηλωμένη παράλειψη του φερόμενου ως υπόχρεου προς διατροφή, προβλεπόμενη από το νόμο και αναγνωρισμένη με δικαστική απόφαση, η οποία να ισχύει καθόλο το χρονικό διάστημα της παραβίασης αυτής, και οφειλόμενη σε κακοβουλία, δηλαδή στην ενδιάθετη βούληση μη συμμορφώσεώς του προς την υποχρέωση, παρότι είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει για το προσδιορισμένο χρονικό διάστημα το χρηματικό ποσό, που επιδικάσθηκε για την κάλυψη των αναγκών επιβιώσεως του δικαιουμένου προσώπου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 397 § 1 του ΠΚ, "ο οφειλέτης, που με πρόθεση ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του, βλάπτοντας, καταστρέφοντας ή καθιστώντας χωρίς αξία, αποκρύπτοντας ή απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο, κατασκευάζοντας ψεύτικα χρέη ή ψεύτικες δικαιοπραξίες, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, αν η πράξη δεν υπόκειται σε βαρύτερη ποινή σύμφωνα με άλλη διάταξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της καταδολιεύσεως δανειστών, απαιτείται, αντικειμενικώς η, ολικώς ή μερικώς, ματαίωση της ικανοποιήσεως της απαιτήσεως του δανειστή με έναν από τους προαναφερόμενους τρόπους, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και εκείνος της απαλλοτριώσεως οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση της υπάρξεως απαιτήσεως εναντίον του από συγκεκριμένη νομική αιτία και τη θέληση ή την αποδοχή της ματαιώσεως της ικανοποιήσεως της απαιτήσεως του δανειστή με τη γενόμενη χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα απαλλοτρίωση, πράγμα το οποίο συμβαίνει, οσάκις το κατά τα άνω απαλλοτριούμενο αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο ή οσάκις τα εναπομένοντα μετά τη γενομένη απαλλοτρίωση περιουσιακά στοιχεία, στα οποία περιλαμβάνεται το σύνολο των δικαιωμάτων του οφειλέτη που είναι δεκτικά χρηματικής αποτιμήσεως και υπέγγυα σε αναγκαστική εκτέλεση, εν όψει της αξίας τους, δεν επαρκούν για την ολοσχερή ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή. Εξάλλου, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της δικαστικής αποφάσεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν περιέχονται σαφώς και πλήρως τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία, επί των οποίων θεμελιώθηκε η κρίση του δικαστηρίου, οι αποδείξεις και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήχθησαν τα πραγματικά περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Τέλος, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε΄ του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1.405/2006 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίσή του, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της υπ' αριθ. 4.464/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (ειδική διαδικασία άρθρου 681Β ΚΠολΔ) ο (αναιρεσείων) κατηγορούμενος υποχρεώθηκε να καταβάλει στη θυγατέρα του Ζ1 διατροφή ύψους 170 ευρώ το μήνα και στο γιο του Χ1 διατροφή ύψους 220 ευρώ το μήνα, προκαταβολικά επί μια διετία από την κοινοποίηση των σχετικών αγωγών σε αυτόν, ήτοι από 1.8.2002 έως 30.4.2003, και συνολικά ποσό 1.530 ευρώ στην άνω θυγατέρα του (170 ευρώ/μήνα Χ 9 μήνες) και ποσό 1.980 ευρώ στον παραπάνω γιο του. Στις 22.4.2003 επιδόθηκε στον κατηγορούμενο πιστό αντίγραφο της ως άνω απόφασης με επιταγή προς πληρωμή, πλην όμως αυτός δεν κατέβαλε τα πιο πάνω ποσά διατροφής στους δικαιούχους κατιόντες του. Ο κατηγορούμενος είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει τα ποσά αυτά, δεδομένου ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο είχε μηνιαία εισοδήματα που έφθαναν στο ποσό των 2.000 ευρώ περίπου, αφού η μηνιαία σύνταξή του από το Δημόσιο έφθανε σε 1.200 ευρώ, ενώ από την εκμετάλλευση ψητοπωλείου κέρδιζε περί τα 800 ευρώ το μήνα. Παράλληλα, ο κατηγορούμενος ήταν και κύριος του υπ' αριθ. 803 κληροτεμαχίου, συνολικής έκτασης 9.500 μ2, που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή του αγροκτήματος ...... του Δήμου ...... του Ν. Κιλκίς, αξίας τουλάχιστον 12.000 ευρώ, το οποίο πώλησε στις 3.3.2003 με σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση των αξιώσεων των δικαιούχων της διατροφής. Ο κατηγορούμενος, παρότι, όπως προαναφέρθηκε, είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει στα τέκνα του την πιο πάνω χρηματική διατροφή, εν τούτοις δεν την κατέβαλε από κακεντρέχεια και κακή θέληση για να στερηθούν τα τελευταία τα αναγκαία για την επιβίωσή τους. Εξαιτίας του ότι ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε στα τέκνα του τα παραπάνω χρηματικά ποσά, αυτά περιήλθαν σε στερήσεις, γεγονός το οποίο γνώριζε ο κατηγορούμενος, αφού αυτά, στερούμενα και περιουσίας, δεν είχαν τα αναγκαία χρήματα για να ζήσουν, διότι ο γιος του Χ1 ήταν τότε μαθητής και λόγω της ιδιότητας του αυτής δεν μπορούσε να εργαστεί, η δε θυγατέρα του Ζ1 ήταν άτομο με ειδικές ανάγκες και επομένως αδυνατούσε να εργαστεί. Επιπλέον, η τελευταία αναγκάστηκε να δεχθεί για τη συντήρησή της τη βοήθεια της μητριάς της και μητέρας του ως άνω ετεροθαλούς αδελφού της Χ1. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 3.3.2003 ο κατηγορούμενος, σκοπεύοντας να ματαιώσει την ικανοποίηση των ανωτέρω απαιτήσεων των τέκνων του και να μην εκπληρώσει τις σχετικές προς αυτούς οφειλές του, πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα στον ...., το υπ' αριθ. 603 κληροτεμάχιο, συνολικής έκτασης 9.500 μ2, που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή του αγροκτήματος .... του Δήμου .... του Ν. Κιλκίς, που ανήκε στην ιδιοκτησία του και αποτελούσε το μοναδικό περιουσιακό του στοιχείο, από το οποίο μπορούσαν να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις των τέκνων του, αντί τιμήματος 4.149, 99 ευρώ, ενώ η πραγματική του αξία ήταν τουλάχιστον 12.000 ευρώ, ματαιώνοντας με τον τρόπο αυτό ολικά την ικανοποίηση των δανειστών του". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο που δίκασε, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο, το μεν παραβίασης της υποχρέωσης για διατροφή των δύο ανηλίκων τέκνων του, το δε καταδολίευσης δανειστών, και επέβαλε σε αυτόν ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών για κάθε πράξη και κατά συγχώνευση συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα μηνών (6 + 3 + 3 = 12 μήνες), την οποία και ανέστειλε για τρία έτη. 3. Με αυτά, όμως, που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του: Α) ως προς την αξιόποινη πράξη της παραβίασης της υποχρέωσης διατροφής κατά συρροή (άρθρ. 358, 94 § 1 ΠΚ), δεν έχει την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλά ελλιπή τοιαύτη, διότι, αν και ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος παραβίασης της υποχρεώσεως διατροφής των δύο τέκνων του για το από 1.8.2002 έως 30.4.2003 χρονικό διάστημα και γίνεται περαιτέρω λόγος για επίδοση στον κατηγορούμενο στις 22.4.2003 αντιγράφου εξ απογράφου της υπ' αριθ. 4.464/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αναγνωρίστηκε η υποχρέωσή του για διατροφή των δύο τέκνων του, με επιταγή προς εκτέλεση, ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προσδιορίζεται, πότε ακριβώς εκδόθηκε η αναφερόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και πότε η απόφαση αυτή γνωστοποιήθηκε, πριν την επίδοση του αντιγράφου εξ απογράφου της με επιταγή προς εκτέλεση, με κοινοποίησή της στον αναιρεσείοντα, καθόσον η αναγνώριση τέτοιας υποχρεώσεως για χρονικό διάστημα προγενέστερο από την έκδοση της απόφασης, όπως φαίνεται εδώ να συμβαίνει, αφού η ανωτέρω υπ' αριθ. 4.464 απόφαση εκδόθηκε το 2003 και αφορά την αναγνώριση της υποχρεώσεως για διατροφή από 1.8.2002, αλλά και της γνωστοποίησης αυτής στον υπόχρεο δεν συνεπάγεται καμία ποινική κύρωση αυτού. Και Β) ως προς την αξιόποινη πράξη της καταδολίευσης δανειστών, εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 397 § 1 ΠΚ παραβιάζοντάς την εκ πλαγίου, διότι, αν και κατά τις παραδοχές της α) ο αναιρεσείων είχε δικαίωμα λήψεως συντάξεως από το Δημόσιο από 1.200 ευρώ μηνιαίως, και β) η εκποίηση του ανωτέρω ακινήτου έγινε έναντι του μη ισότιμου τιμήματος των 4.149, 99 ευρώ, απαιτήσεις (ενοχικά δικαιώματα) οι οποίες, το μεν περιλαμβάνονταν στην περιουσία του κατά τον κρίσιμο χρόνο της απαλλοτρίωσης του μοναδικού του ακινήτου (3.3.2003), το δε επαρκούσαν για την ικανοποίηση των συνολικά επιδικασθέντων στα δύο τέκνα για το χρονικό διάστημα από 1.8.2002 έως 30.4.2003 ποσών διατροφής, από 1.980 ευρώ για τον Χ1 (220 ευρώ ανά μήνα Χ 9 μήνες = 1.980 ευρώ) και από 1.530 ευρώ για την Ζ1 (170 ευρώ ανά μήνα Χ 9 μήνες = 1.530 ευρώ) και ενόλω και για τους δύο 3.510 ευρώ, διότι οι δικαιούχοι ανήλικοι μπορούσαν να ικανοποιηθούν με αναγκαστική κατάσχεση, τόσο μέρους της σύνταξης αυτού (άρθρ. 982 § 2 στοιχ. δ ΚΠολΔ), όσο και εκ του εισπραχθέντος από την πώληση του ακινήτου μη ισότιμου τιμήματος των 4.149, 99 ευρώ (άρθρ. 953 επ. ΚΠολΔ), παρά ταύτα κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένοχο καταδολίευσης δανειστών, δεχόμενο, με αντιφατική αιτιολογία, ότι το ανωτέρω ακίνητο αποτελούσε το μοναδικό περιουσιακό του στοιχείο, από το οποίο μπορούσαν να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις των τέκνων του, και ότι η εκποίησή του ματαίωσε ολικά την ικανοποίηση αυτών ως δανειστών του. Η αντίφαση, όμως, αυτή δεν επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής του άρθρου 397 § 1 του ΠΚ, γι' αυτό και η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Κατά συνέπεια, οι αντιστοίχως προς τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, με τη μορφή της εκ πλαγίου παραβάσεως, από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ, είναι βάσιμοι. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ'ουσίαν βάσιμη, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 1.405/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ