Αριθμός 205/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ι. χήρας Γ. Κ., το γένος Σ. Θ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αστέριο Κουρούπη. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Μ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Καραγιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-7-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και τις από 7-10-2017 και 16-11-2017 ανταγωγή και αγωγή, αντίστοιχα, της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 401/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 91/2020 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-6-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παρ. 1 του άρθρου 483 ΚΠολΔ, αν στην κοινωνία υπάρχει εμπορική, βιομηχανική, βιοτεχνική, μεταλλευτική, γεωργική, κτηνοτροφική ή άλλη επιχείρηση, το δικαστήριο μπορεί με αίτηση κάποιου από τους κοινωνούς να επιδικάσει ολόκληρη την επιχείρηση, που πρέπει να διανεμηθεί, σε εκείνον που το ζητεί, έναντι καταβολής χρηματικού ποσού ίσου προς την αγοραία αξία της επιχειρήσεως. Για να καθορισθεί η αξία εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 482 ΚΠολΔ. Αν περισσότεροι κοινωνοί ζητήσουν να επιδικασθεί σ' αυτούς η επιχείρηση, το δικαστήριο την επιδικάζει σε εκείνον, που κατά την κρίση του είναι πιο ικανός να τη συνεχίσει, κατά τρόπο επωφελή. Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, η αίτηση ενός ή περισσότερων κοινωνών για επιδίκαση ολόκληρης της επιχείρησης, ως οικονομικού συνόλου, είτε η επιχείρηση αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της κοινωνίας, είτε ένα από τα στοιχεία, που την αποτελούν, μπορεί, αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι, για τους οποίους δικαιολογείται να μη γίνει η διανομή της, να υποβληθεί στο δικαστήριο της διανομής και πριν από κάθε εκκαθάριση ή άσκηση της αγωγής για διανομή της κοινής περιουσίας και να δικασθεί από το ίδιο δικαστήριο αυτοτελώς. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 741, 767, 777-783, 784 και 797-803 ΑΚ, συνάγεται ότι η λύση προσωπικής εταιρίας αορίστου αλλά και ορισμένου χρόνου επέρχεται με την καταγγελία που αποτελεί μονομερή δήλωση απευθυνόμενη στους λοιπούς εταίρους και έχει διαπλαστικό χαρακτήρα, αφού διαμορφώνει νέα κατάσταση. Κατά το στάδιο της εκκαθαρίσεως που ακολουθεί τη λύση της εταιρίας δημιουργείται μεταξύ των εταίρων κοινωνία, ανεξαρτήτως της εξακολουθήσεως, κατά πλάσμα μόνο δικαίου, της νομικής προσωπικότητας της εταιρίας για τις ανάγκες μόνο της εκκαθαρίσεως. Συνεπώς, κατά το στάδιο της εκκαθαρίσεως λυθείσης προσωπικής εταιρίας, ασχέτως αν αυτό έληξε ή όχι, μπορεί, με αίτηση κάποιου από εταίρους - κοινωνούς, να διαταχθεί η επιδίκαση σ` αυτόν της εμπορικής επιχειρήσεως, εφόσον υπάρχουν σοβαροί λόγοι, για τους οποίους δικαιολογείται να μη γίνει η διανομή της. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 483 ΚΠολΔ και τα διδάγματα της επιστήμης, ως επιχείρηση νοείται το σύνολο των πραγμάτων, δικαιωμάτων, άυλων αγαθών ή πραγματικών καταστάσεων (όπως η πελατεία, η εμπορική φήμη, η πίστη, η καλή πορεία της επιχειρήσεως κτλ.), τα οποία αποτελούν στο πρόσωπο του φορέα οικονομική ενότητα που προϋποθέτει οργάνωση και επιδίωξη οικονομικού αποτελέσματος με επικερδή διάθεση των προϊόντων που παράγονται από αυτή. Ως σοβαρός λόγος που δικαιολογεί τη μη διανομή της επιχείρησης αλλά την επιδίκασή της σε έναν ή περισσότερους από τους εταίρους, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κάθε περιστατικό που, σε συνδυασμό ή όχι με τη συμπεριφορά των λοιπών εταίρων, καθιστά, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κατάδηλα ασύμφορη ή επαχθή και βλαπτική τη διανομή, τόσο για τους εταίρους στο σύνολό τους, όσο και για την επιχείρηση ως οικονομική μονάδα (ΑΠ 585/2004). Τέλος, ο χαρακτηρισμός "ικανότερος για επωφελή συνέχιση της επιχειρήσεως" είναι μία αόριστη νομική έννοια και υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ενόψει του ότι η προμνημονευθείσα διάταξη του άρθρου 483 ΚΠολΔ που την προβλέπει, αποτελεί κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Κρίνεται δε η ικανότητα αυτή από την εμπειρία, την εργατικότητα, την επιχειρηματική οργάνωση παραγωγής και διαθέσεως των προϊόντων της επιχειρήσεως και γενικά της λειτουργίας της, καθώς και από την οικονομική δυνατότητα για τη συντήρηση, την ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεων της επιχειρήσεως (ΑΠ 709/2020, ΑΠ 109/1997, ΑΠ 412/1990, ΑΠ 519/1989). Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η επιδίκαση επιχείρησης ως συνόλου (υπό την προπαρατεθείσα έννοια), εναπόκειται στην έμφρονα κρίση του δικαστή, που αποφασίζει με κριτήριο την ικανότητα διατηρήσεως αυτής από τον αιτούντα. Σε περίπτωση δε που ζητούν περισσότεροι του ενός κοινωνοί την επιδίκαση επιχείρησης, ο δικαστής αποφασίζει με κριτήριο την αναζήτηση του πλέον ικανού για τη συνέχισή της. Προϋπόθεση όμως για να υποβληθεί στο δικαστήριο της διανομής, αίτηση για επιδίκαση της επιχείρησης, από ένα ή περισσότερους κοινωνούς και πριν από κάθε εκκαθάριση, ή άσκηση της αγωγής για διανομή της κοινής περιουσίας και να δικαστεί αυτή από το ίδιο δικαστήριο αυτοτελώς, αποτελεί η συνδρομή σοβαρών λόγων που δικαιολογούν τη μη διανομή της, προεχόντως όμως η μορφή αυτή διανομής προϋποθέτει ότι η επιδικαστέα επιχείρηση ανήκει στην κοινωνία της οποίας επιδιώκεται η λύση (ΑΠ 1061/2004, ΑΠ 241/1995). Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Επίσης, σύμφωνα με το αυτό ως άνω άρθ. 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλ. τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. της ουσίας της υπόθεσης. (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1383/2022, ΑΠ 835/2022, ΑΠ 1309/2021, ΑΠ 1244/2021, ΑΠ 1016/2020, ΑΠ 1016/2020, ΑΠ 1/2018). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 2092/2022, ΑΠ 917/2020). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας, των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν, με αυτά, κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 17/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Μεταξύ του εφεσίβλητου - ενάγοντος της πρώτης αγωγής, εναγόμενου της δεύτερης αγωγής, και του αποβιώσαντος στις 4-12-2015 αδελφού του Γ. Κ., συζύγου της εκκαλούσας - εναγομένης της πρώτης αγωγής και ενάγουσας της δεύτερης αγωγής, συστήθηκε με το από 2-5-1970 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Χαλκίδας, ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΟΕ", με έδρα την Τ.Κ ... της Δ.Ε ... του Δ. ..., αόριστης διάρκειας, με αντικείμενο εργασιών την κατασκευή ελαιοτριβείου για την εκμετάλλευση του ελαιοκάρπου των ελαιών της κτηματικής περιφέρειας των ... και των γύρωθεν χωρίων, με κεφάλαιο 400.000 δραχμές, καθορισθείσα συμμετοχή στις κερδοζημίες της εταιρείας καθενός εταίρου κατά το 1/2 ο καθένας και με οριζόμενους διαχειριστές τους δύο εταίρους. Εν συνεχεία, με το από 8-7-1985 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης της παραπάνω ομόρρυθμης εταιρείας που επίσης καταχωρήθηκε και δημοσιεύθηκε νόμιμα, αυξήθηκε το αρχικό κεφάλαιο από 400.000 δραχμές σε 1.346.000 δραχμές, ακολούθως δε με το από 27-1-1986 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης της παραπάνω ομόρρυθμης εταιρείας, που επίσης καταχωρήθηκε και δημοσιεύθηκε νόμιμα, αυξήθηκε εκ νέου το εταιρικό κεφάλαιο από 1.346.000 δραχμές σε 1.781.000 δραχμές. Ακολούθως με το από 29-12-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης της παραπάνω ομόρρυθμης εταιρείας, που επίσης καταχωρήθηκε και δημοσιεύθηκε νόμιμα, αυξήθηκε εκ νέου το εταιρικό κεφάλαιο από 1.781.000 δραχμές σε 68.981.000 δραχμές, περαιτέρω δε με το από 25-2-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης της παραπάνω ομόρρυθμης εταιρείας, που επίσης καταχωρήθηκε και δημοσιεύτηκε νόμιμα, απαγορεύθηκε η μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων από τους εταίρους για χρονικό διάστημα δέκα ετών. Στη συνέχεια με το από 10-10-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης της παραπάνω ομόρρυθμης εταιρείας, που επίσης καταχωρήθηκε και δημοσιεύθηκε νόμιμα, ο εκ των ομορρύθμων εταίρων Γ. Κ. με τη σύμφωνη γνώμη του ετέρου ομόρρυθμου εταίρου, ήτοι του εφεσιβλήτου, μεταβίβασε στην εκκαλούσα - σύζυγό του το 49% του εταιρικού του μεριδίου. Έτσι, στην ανωτέρω ομόρρυθμη εταιρεία συμμετείχαν πλέον ως ομόρρυθμα μέλη ο εφεσίβλητος με ποσοστό εταιρικών μεριδίων 50%, η εκκαλούσα με ποσοστό εταιρικών μεριδίων 49% και ο Γ. Κ. με ποσοστό εταιρικών μεριδίων 1%, ενώ, με το ίδιο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης εταιρείας ορίστηκαν διαχειριστές οι διάδικοι. Ακολούθως, με το από 10-02-2015 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης της παραπάνω ομόρρυθμης εταιρίας, που επίσης καταχωρήθηκε και δημοσιεύθηκε νόμιμα, ο εκ των ομορρύθμων εταίρων Γ. Κ. με τη σύμφωνη γνώμη του ετέρου ομόρρυθμου εταίρου, ήτοι του εφεσιβλήτου, μεταβίβασε στην εκκαλούσα το 1% του εταιρικού του μεριδίου και, ως εκ τούτου, στην ανωτέρω ομόρρυθμη εταιρία συμμετείχαν πλέον ως ομόρρυθμα μέλη οι διάδικοι με ποσοστό εταιρικών μεριδίων 50% ο καθένα, ενώ διαχειριστές εξακολουθούσαν να είναι οι ως άνω ομόρρυθμοι. Στις 04-12-2015 απεβίωσε αιφνιδίως ο Γ. Κ., αδελφός του εφεσιβλήτου και σύζυγος της εκκαλούσας και έκτοτε μεταξύ των ομορρύθμων εταίρων - διαδίκων άρχισε να υφίσταται εχθρική ατμόσφαιρα με συνέπεια να διαταραχθεί η επαγγελματική τους συνεργασία. Ειδικότερα, δημιουργήθηκαν διαφωνίες και προστριβές μεταξύ των διαδίκων διότι διαφωνούσαν για τον τρόπο λειτουργίας της ως άνω επιχείρησης, με αποτέλεσμα αυτή (επιχείρηση) να μην λειτουργήσει την ελαιοκομική περίοδο από το φθινόπωρο του έτους 2016 έως το χειμώνα του έτους 2017, καίτοι μέχρι το έτος 2015 και από τη σύστασή της (1979) λειτουργούσε αδιάλειπτα. Αποτέλεσμα της ανωτέρω διαφωνίας ήταν με την με την με αριθμό 180/2017 απόφαση τοι Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας (εκουσία δικαιοδοσία), η οποία εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως του εφεσιβλήτου, η εν λόγω εταιρία να τεθεί σε εκκαθάριση, εκκαθαρίστρια δε ορίστηκε η Ε. Σ., οικονομολόγος - φοροτεχνικός, με αποτέλεσμα να επέλθει η λύση της εταιρίας αυτής και να εισέλθει στο στάδιο της εκκαθάρισης (άρθρο 777 ΑΚ). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η υπό εκκαθάριση επίδικη εταιρία διατηρεί, όπως ήδη προαναφέρθηκε, γεωργική επιχείρηση, ήτοι ελαιοτριβεία, στην ΤΚ ... της ΔΕ ... του ... Ν. Ευβοίας και από το έτος 1979 μέχρι το 2015, ότε και απεβίωσε ο Γ. Κ., η εν λόγω επιχείρηση λειτουργούσε με επιτυχία ως οργανωμένη οικονομική ενότητα με πελατεία, φήμη, πίστη και καλή πορεία των εργασιών της. Η ανωτέρω καλή οικονομική επιφάνεια της εταιρίας οφειλόταν στην δραστηριότητα, εμπειρία και την γνώση των αρχικών ομορρύθμων εταίρων, ήτοι του εφεσιβλήτου-και του αποθανόντος Γ. Κ., αλλά και στην συνδρομή της εκκαλούσας, η οποία από το έτος 2011 τυγχάνει ομόρρυθμος εταίρος της εταιρίας και προσέφερε την εργασία της στην εταιρία στο πλευρό πάντα του συζύγου γης και υπό τις οδηγίες αυτού. Άπαντες οι ως άνω ομόρρυθμοι εταίροι προσέφεραν πάντοτε την προσωπική τους εργασία στην εν λόγω εταιρία προκειμένου να ευοδωθούν οι σκοποί αυτής. Ειδικότερα, ο εφεσίβλητος ασχολείτο κυρίως με τη λειτουργία των ελαιουργικών μηχανημάτων, τον έλεγχο της ποιότητας του ελαιολάδου και το πελατολόγιο, ο Γ. Κ., κυρίως με τις εργασίες γραφείου, όπως την γραμματειακή υποστήριξη της εταιρείας, δηλαδή χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, έκδοση αποδείξεων, έκδοση τιμολογίων αγοράς, την πληρωμή λογαριασμών κοινής ωφελείας της εν λόγω εταιρείας και την είσπραξη δικαιωμάτων παραγωγής του ελαιολάδου από κάθε παραγωγό και τέλος, η εκκαλούσα, ως αρωγός του συζύγου της και ομόρρυθμη πλέον εταίρος συμμετείχε, όπως ήδη προαναφέρθηκε, επικουρικά στις εργασίες της επιχείρησης, χωρίς όμως vα αποδειχθεί σε ποιες ακριβώς εργασίες συμμετείχε αυτή, αλλά αποδεικνύεται ότι αυτή συμμετείχε κυρίως ως αρωγός του συζύγου της και ως εκ τούτου χωρίς να έχει προσωπική γνώση των εταιρικών υποθέσεων και να μην είναι σε θέση να λειτουργήσει από μόνη της την εν λόγω αλλά και χωρίς να συνάγεται και άρνηση αυτής να συμμετέχει στις εταιρικές υποθέσεις. Τα ανωτέρω προκύπτουν και από όσα κατέθεσε η θυγατέρα της εκκαλούσας, Ε. Κ., ως μάρτυρας κατά την εκδίκαση της αίτησης για λύση της εταιρείας, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 180/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Συγκεκριμένα, η Ε. Κ., κατέθεσε μεταξύ άλλων, επί λέξει ότι "Η μητέρα μου δεν ασχολείται με την εταιρεία, Δεν έχει γνώσεις. Έχει τον πατέρα μου...." (βλ. με αριθμό 180/2017 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εν λόγω εταιρία με την υφιστάμενη οικονομική της κατάσταση είναι βιώσιμη και μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί με κερδοφορία. Καταλληλότερος για την συνέχιση ως της λειτουργίας της επιχείρησης κρίνεται ο εφεσίβλητος, δεδομένου ότι αποδείχθηκε πως αυτός είναι εμπορικά και κοινωνικά φερέγγυος, έχει καλή φήμη, οικονομική δυνατότητα, και μεγαλύτερη εμπειρία και γνώση του αντικειμένου δραστηριότητας της εταιρίας από την εκκαλούσα, η οποία, καίτοι έχει ασχοληθεί μέσω του αποθανόντος συζύγου της με την εν λόγω επιχείρηση, δεν διαθέτει την εμπειρία που απαιτείται για την άσκηση της εν λόγω δραστηριότητας. Το γεγονός ότι μετά τον θάνατο του Γ. Κ. η εταιρία δεν λειτούργησε, απώλεσε κάποιους από τους πελάτες της και οδηγήθηκε σε εκκαθάριση, αυτό οφείλεται στις κακές σχέσεις των διαδίκων ομόρρυθμων εταίρων αυτής και όχι σε ανικανότητα του εφεσιβλήτου. Ούτε βέβαια κρίνεται η εκκαλούσα ως ανίκανη για την άσκηση της προκείμενης δραστηριότητας, πλην όμως δεν διαθέτει επαρκή εμπειρία για την άσκηση αυτής όπως ο εφεσίβλητος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, σύμφωνα και με την από Ιούλιο 2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της ως άνω εκκαθαρίστριας της εν λόγω εταιρίας, ότι η περιουσιακή κατάσταση της εταιρίας έχει ως εξής: Α) Το σύνολο του ενεργητικού ανέρχεται στο ποσό των 152.040 ευρώ και αποτελείται από την αξία των παγίων περιουσιακών στοιχείων (πάγιο ενεργητικό) ποσού 152.040 ευρώ. Σημειωτέον, ότι δεν υφίστανται κυκλοφορούνται περιουσιακά στοιχεία, ήτοι αποθέματα εμπορευμάτων, απαιτήσεις - χρεώστες ποσού και ταμειακά διαθέσιμα. Β) Το σύνολο των υποχρεώσεων της εταιρίας προς τρίτους (παθητικό) ανέρχεται στο ποσό των 1.169,32 ευρώ και αφορά βεβαιωμένες οφειλές προς τη ΔΟY Χαλκίδας και ειδικότερα: 1) τη δήλωση φόρου εισοδήματος νομικού προσώπου οικονομικού έτους 2016 ποσού 334,28 ευρώ και 2) εισόδημα νομικού προσώπου - προσωρινή βεβαίωση από δήλωση οικονομικού έτους 2014, ποσού 835,04 ευρώ. Επισημαίνεται ότι δεν υπάρχουν οφειλές της εν λόγω εταιρίας προς προμηθευτές, ασφαλιστικούς οργανισμούς και τρίτους. Με βάση τα παραπάνω στοιχεία η καθαρή περιουσία της εταιρίας (υπόλοιπο ενεργητικού προς διανομή) ανέρχεται στο ποσό των 150.870,68 ευρώ, ήτοι σύνολο ενεργητικού 152.040 ευρώ μείον υποχρεώσεις 1.169,32 ευρώ. Από το σύνολο του ενεργητικού της εταιρίας, το μεγαλύτερο μέρος αυτού, όπως αυτή εμφανίζεται στον επισυναπτόμενο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης ισολογισμό, αφορά την αξία των παγίων περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης, δηλαδή των κτιριακών εγκαταστάσεων, μηχανημάτων, μεταφορικών μέσων και παρελκόμενων μηχανημάτων που λειτουργούν επιβοηθητικά στις διαδικασίες ελαιοποίησης, τα ανωτέρω δε περιουσιακά στοιχεία της εταιρίας είναι πεπαλαιωμένα, ήτοι άνω της δεκαπενταετίας. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την από Ιουνίου 1997 τεχνική έκθεση του μηχανολόγου - μηχανικού Σ. Μ., τα μεταφορικά μέσα της εταιρίας, πλην του φορτηγού εργοστασίου κατασκευής "ISUZU" το οποίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το έτος 2015, είναι παλαιότητας άνω των δεκαπέντε ετών. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση που εκποιηθούν τα ανωτέρω πάγια περιουσιακά στοιχεία της εταιρίας κατά τη διαδικασία της εκκαθάρισης αυτής, το τίμημα που θα επιτευχθεί θα είναι ισόποσο με την αξία τους, όπως αυτή εμφανίζεται στον ισολογισμό. Επιπλέον, υφίσταται κίνδυνος υποτίμησης των παγίων αυτών περιουσιακών στοιχείων σε περίπτωση που αυτά εκποιηθούν μεμονωμένα και όχι ως ομάδα, οπότε στην περίπτωση αυτή θα ελαχιστοποιηθεί το προς διανομή προϊόν της εκκαθάρισης της εταιρίας σε βάρος των συμφερόντων των εταίρων αυτής, ήτοι των διαδίκων. Επιπροσθέτως, αποδείχθηκε ότι εκτός από την ως άνω περιουσία της εν λόγω εταιρίας, αυτή διαθέτει και άυλα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία συνίστανται στην μακροετή επιτυχή πορεία στην αγορά και στην επεξεργασία του ελαιόκαρπου στο ελαιοτριβείο που λειτουργούσε η τελευταία, με αποτέλεσμα να δημιουργήσει οργανωμένη οικονομική μονάδα με τεχνογνωσία, σημαντικό κύκλο εργασιών, πελατεία, ανταγωνιστική στο αντικείμενο δραστηριότητάς της στην περιφέρεια του ... Ν. Ευβοίας και να αναπτύξει έτσι οικονομική επιφάνεια, η αξία δε των ως άνω άυλων περιουσιακών στοιχείων ανέρχεται στο ποσό των 6.000 ευρώ, ποσό το οποίο προσαυξάνει την περιουσία της εταιρίας όπως αυτή εμφανίζεται στον ισολογισμό. Τα ως άνω περιστατικά, τα οποία δέχθηκε και η πρωτοβάθμια απόφαση, δεν προσβάλλονται με την παρούσα έφεση. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η διατήρηση της επιχείρησης και η συνέχισή της από τον εφεσίβλητο (ενάγοντα της Α' αγωγής - εναγόμενο της Β' αγωγής) δημιουργεί βάσιμες προσδοκίες ότι αυτή θα επιβιώσει και θα ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της, υπό την προϋπόθεση ότι τη συνέχεια αυτής θα αναλάβει ο εφεσίβλητος, η δε ηλικία του ουδόλως αποτελεί εμπόδιο στην ενασχόλησή του με την επίδικη επιχείρηση ούτε κρίνεται προχωρημένη για το σκοπό αυτό. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επομένως που με την εκκαλουμένη απόφασή του κατέληξε στην ίδια κρίση και δέχθηκε την αγωγή του εφεσίβλητου και επιδίκασε την εταιρεία στον ενάγοντα κρίνοντας ότι είναι ο πλέον ικανός να συνεχίσει τη λειτουργία αυτής με επιτυχία και δυνατότητα βιωσιμότητας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις...". Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή της αναιρεσείουσας και είχε κάνει δεκτή την αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή υφίσταται σοβαρός λόγος που δικαιολογεί τη μη διανομή της ένδικης επιχείρησης και ότι ο αναιρεσίβλητος είναι ικανότερος για τη διατήρησή της κατά τρόπο επωφελή, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 483 ΚΠολΔ, όπως η έννοια αυτής αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, εξειδικεύοντας ορθά, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, την αόριστη νομική έννοια "του ικανότερου για την επωφελή εκμετάλλευση της επίδικης επιχείρησης", με βάση τα κριτήρια της εμπειρίας, της εργατικότητας, της επιχειρηματικής οργάνωσης παραγωγής και διάθεσης των προϊόντων της επιχείρησης και γενικά της λειτουργίας της καθώς και της οικονομικής δυνατότητας για τη συντήρηση, την ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεών της, και υπαγάγοντας, ακολούθως, σωστά στην εν λόγω διάταξη τα πιο πάνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία καταφάσκουν τη συναγωγή του ως άνω αποδεικτικού πορίσματος, ώστε να δικαιολογείται η παραδοχή της αγωγής του αναιρεσιβλήτου και η απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας. Εξάλλου, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτής, την οποία δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον εκτίθενται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση περί της συνδρομής σοβαρού λόγου που δικαιολογεί τη μη διανομή της επιχείρησης και την επιδίκαση της εν λόγω εταιρείας στον αναιρεσίβλητο, ως τον ικανότερο για την συνέχισή της κατά τρόπο επωφελή, με τις υποστηρίζουσες το αποδεικτικό αυτό πόρισμα παρακάτω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι: α) ότι η επίδικη επιχείρηση ελαιοτριβείου λειτουργούσε με επιτυχία ως οργανωμένη οικονομική ενότητα (ομόρρυθμη εταιρεία), με πελατεία, φήμη, πίστη και καλή πορεία εργασιών, από το έτος 1979 μέχρι το 2015 που απεβίωσε ο αδελφός του αναιρεσίβλητου, σύζυγος της αναιρεσείουσας και πρώην ομόρρυθμος εταίρος, Γ.. Κ., β) ότι η ανωτέρω καλή οικονομική επιφάνεια της εταιρείας οφειλόταν στη δραστηριότητα, την εμπειρία και τη γνώση των αρχικών ομορρύθμων εταίρων (του αναιρεσίβλητου και του αποβιώσαντος), με τη συνδρομή και της αναιρεσείουσας από το 2011, οπότε έγινε ομόρρυθμη εταίρος και προσέφερε εργασία πάντα στο πλευρό του συζύγου της και υπό τις οδηγίες του, γ) ότι άπαντες προσέφεραν την προσωπική τους εργασία για την ευόδωση των σκοπών της, δ) ότι ο αναιρεσίβλητος ασχολείτο όσο ζούσε ο αδελφός του (και μοιράζονταν τα καθήκοντα και τις δραστηριότητες στην εταιρεία) κυρίως με τη λειτουργία των ελαιουργικών μηχανημάτων, τον έλεγχο της ποιότητας του ελαιολάδου και το πελατολόγιο, ε) ότι η αναιρεσείουσα συμμετείχε επικουρικά στην επιχείρηση, ως αρωγός του συζύγου της, χωρίς να έχει προσωπική γνώση των εταιρικών υποθέσεων και να μην είναι σε θέση να λειτουργήσει από μόνη της την επιχείρηση, στ) ότι η εταιρεία με την υφιστάμενη οικονομική της κατάσταση είναι βιώσιμη και μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί με κερδοφορία, αφού οι υποχρεώσεις της προς τρίτους περιορίζονται στο ποσό των 1169,32 ευρώ, χωρίς να υπάρχουν άλλες οφειλές της προς προμηθευτές, ασφαλιστικούς οργανισμούς και τρίτους, ζ) ότι το γεγονός ότι δεν λειτούργησε μετά το θάνατο του Γ.. Κ. (από το φθινόπωρο του 2016 έως το χειμώνα του 2017) και οδηγήθηκε σε εκκαθάριση οφείλεται στις κακές σχέσεις των διαδίκων ομορρύθμων εταίρων και όχι σε ανικανότητα του αναιρεσίβλητου, η) ότι ο αναιρεσίβλητος είναι εμπορικά και κοινωνικά φερέγγυος, έχει καλή φήμη, οικονομική δυνατότητα, μεγαλύτερη εμπειρία και γνώση του αντικειμένου της δραστηριότητας της εταιρείας από την αναιρεσείουσα, η οποία δεν διαθέτει την εμπειρία που απαιτείται για την άσκηση της εν λόγω δραστηριότητας, θ) ότι η καθαρή περιουσία της εταιρίας ανέρχεται στο ποσό των 150.870,68 ευρώ, τα δε περιουσιακά στοιχεία της είναι πεπαλαιωμένα και, συνεπώς, σε περίπτωση που εκποιηθούν κατά τη διαδικασία της εκκαθάρισης αυτής, το τίμημα που θα επιτευχθεί θα είναι ισόποσο με την αξία τους, ενώ υφίσταται κίνδυνος υποτίμησης των παγίων αυτών περιουσιακών στοιχείων σε περίπτωση που αυτά εκποιηθούν μεμονωμένα και όχι ως ομάδα, οπότε στην περίπτωση αυτή θα ελαχιστοποιηθεί το προς διανομή προϊόν της εκκαθάρισης της εταιρίας σε βάρος των συμφερόντων των εταίρων αυτής, ήτοι των διαδίκων, ι) ότι η εταιρεία διαθέτει και άυλα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία συνίστανται στην επιτυχή μακροετή πορεία στην αγορά και στην επεξεργασία του ελαιόκαρπου στο ελαιοτριβείο της, με αποτέλεσμα να δημιουργήσει οργανωμένη οικονομική μονάδα με τεχνογνωσία, σημαντικό κύκλο εργασιών, ανταγωνιστική πελατεία στο αντικείμενο δραστηριότητάς της στη συγκεκριμένη περιφέρεια και να αναπτύξει οικονομική επιφάνεια και ια) ότι η συνέχιση της εταιρείας από τον αναιρεσίβλητο δημιουργεί βάσιμες προσδοκίες ότι θα ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της, η δε ηλικία αυτού ουδόλως αποτελεί εμπόδιο στην ενασχόλησή του με την επίδικη επιχείρηση, ούτε κρίνεται προχωρημένη για το σκοπό αυτό. Ενόψει αυτών, το Εφετείο, για το κρίσιμο ζήτημα του ποιος από τους διαδίκους είναι περισσότερο ικανός για την επωφελή εκμετάλλευση της επίδικης επιχείρησης, προέβη στη στάθμιση (αξιολόγηση) των δεξιοτήτων, ικανοτήτων αμφοτέρων των διαδίκων, διαλαμβάνοντας όλα τα αναγκαία στοιχεία (κριτήρια) που προσήκουν για την περίσταση προς εξειδίκευση της ανωτέρω νομικής έννοιας και καταλήγοντας, ύστερα από σύγκριση αυτών, στο σαφές αποδεικτικό πόρισμα ότι ο πλέον ικανός να συνεχίσει τη λειτουργία της επιχείρησης με επιτυχία και δυνατότητα βιωσιμότητας είναι ο αναιρεσίβλητος, έναντι καταβολής στην αναιρεσείουσα χρηματικού ποσού ίσου προς την αναλογούσα σ' αυτή αγοραία αξία της επιχείρησης. Δεν συνιστά δε αντιφατική αιτιολογία η παραδοχή περί της παροχής προσωπικής εργασίας της αναιρεσείουσας χωρίς άρνηση συμμετοχής της και προσφοράς εργασίας στις εταιρικές υποθέσεις και περί μη ανικανότητάς της στην άσκηση της επίμαχης δραστηριότητας, προς την παραδοχή ότι ικανότερος για την επωφελή λειτουργία της επιχείρησης είναι ο αναιρεσίβλητος, λόγω του, κατά τις άνω παραδοχές, επικουρικού ρόλου της αναιρεσείουσας, σε συνδυασμό με την έλλειψη γνώσεων και εμπειρίας της, ανεξαρτήτως της βουλήσεώς και της προθυμίας της να προσφέρει, αφού τα παραπάνω στοιχεία από μόνα τους δεν μπορούν να της προσδώσουν το χαρακτηρισμό της ικανότερης έναντι του αναιρεσίβλητου. Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ. 1 α και β' και αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους υποστηρίζεται αφενός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 483 ΚΠολΔ, καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας σε σχέση με την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του "πιο ικανού κοινωνού" για τη συνέχιση της επιχείρησης κατά τρόπο επωφελή, αφετέρου ότι στερείται σαφούς και επαρκούς αιτιολογίας ως προς το πρόσωπο που είναι το καταλληλότερο να συνεχίσει την επιχείρηση κατά τρόπο επωφελή, είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που αυτοί πλήττουν την ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ ), είναι απαράδεκτοι. Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη (AΠ62/2002) και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1001/2020), όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι (που εξομοιώνονται με τους μη προταθέντες, AΠ 899/2019), αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, (ΑΠ ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 223/2022, ΑΠ 1121/2022, ΑΠ 512/2022, ΑΠ 1308/2021), ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων (Ολ ΑΠ 3/1997) ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής κλπ., εφ' όσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσεως, (ΑΠ 862/2020, ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008), ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 185/2002). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997, ΑΠ 559/2020) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. ΑΠ 11/1996). Εν προκειμένω, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο "δεν έλαβε υπόψη του περιστατικά που διαλαμβάνονται σε έγγραφα που με επίκληση προσκόμισε (χωρίς να προσδιορίζει ενώπιον ποιού δικαστηρίου) και ειδικότερα στην από 1-11-2016 αίτηση του αναιρεσίβλητου για λύση της εταιρείας, στα πρακτικά συνεδρίασης της 180/2017 αποφάσεως του Μον/λούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας με αντικείμενο την ανωτέρω δίκη, την προταθείσα φυσική, οικονομική της δυνατότητα και το όραμά της για επέκταση της επιχείρησης, το γεγονός ότι άτομα της οικογένειάς της διαθέτουν γνώση του αντικειμένου της επιχείρησης και δυνατότητα να τη συνδράμουν στη λειτουργία της, ώστε να κριθεί ικανότερη του αναιρεσιβλήτου και τέλος την περιεχομένη στα ως άνω πρακτικά συνεδρίασης (180/2017) μαρτυρική κατάθεση της θυγατέρας της στο σύνολό της". Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, εν όψει του ότι υπό τα εκτιθέμενα δεν προσάπτεται πλημμέλεια για μη λήψη υπόψη αυτοτελούς κατά την προαναφερόμενη έννοια ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης στηρίζοντας το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (ΑΠ 1507/2021), αλλά για προσκομιζόμενα από την αναιρεσείουσα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα) με επίκληση πραγματικών περιστατικών που κατά την άποψή της προκύπτουν από αυτά, καθώς και για επιχειρήματα και συμπεράσματά της που κατά τη γνώμη της προέκυψαν ή δεν προέκυψαν κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης. Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρισίμων περικοπών ή φράσεων αυτού,- αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και, ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιβλαβές για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης του. Αντιθέτως, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ' αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικά από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά. Επίσης δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμα του σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, 1/1999, ΑΠ 33/2021). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ 145/2020, ΑΠ 295/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των με αριθμό 180/2017 πρακτικών συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας της δίκης για τη λύση της επίδικης επιχείρησης, ως προς το περιεχόμενο της κατάθεσης της θυγατέρας της εξετασθείσας ως μάρτυρος, με την αιτίαση ότι "η δήλωσή της ότι η μητέρα της δεν είχε γνώσεις, είχε τον πατέρα της" αναφερόταν στις εργασίες λογιστηρίου της επιχείρησης. Ωστόσο, από τα παραπάνω δεν προκύπτει διαγνωστικό σφάλμα του Εφετείου ως προς το αληθινό περιεχόμενο τoυ πιο πάνω, διαδικαστικού εγγράφου άλλης δίκης, προσκομισθέντος προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (το οποίο σημειωτέον δεν παρατίθεται στο σύνολό του), δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά διαφορετική εκτίμηση του περιεχομένου του, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΚΠολΔ 561 παρ.1). Ανεξαρτήτως αυτού, το Εφετείο δεν στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το αποδεικτικό του πόρισμα στο έγγραφο που προπαρατέθηκε, αλλά σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις μνημονευόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση ένορκες βεβαιώσεις και σε όλα τα λοιπά έγγραφα, που με επίκληση, προσκόμισαν ενώπιόν του οι διάδικοι, χωρίς να στηρίξει το επί της ουσίας πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο προμνημονευόμενο έγγραφο (ΑΠ 1507/2021). Από τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 10 ΚΠολΔ εξ άλλου προκύπτει ότι ο απ' αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 692/2020, ΑΠ 816/2019, ΑΠ 242/2014, ΑΠ 273/2011), χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 223/2022, ΑΠ 1539/2022, AΠ 1507/2021, ΑΠ 559/2020). Εν προκειμένω, με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην από τον αριθμ.10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δέχθηκε "ότι η ηλικία του αναιρεσιβλήτου δεν αποτελεί εμπόδιο στην ενασχόλησή του με το ελαιοτριβείο, ενώ στην αίτησή του για λύση της εταιρείας ο ίδιος αναφέρει ότι λόγω της ηλικίας του, είναι αδύνατον να εργάζεται ο ίδιος προσωπικά, ο δε υιός του εξεταζόμενος ως μάρτυρας στην εν λόγω δίκη κατέθεσε ότι δεν υπάρχει οικονομική δυνατότητα για πρόσληψη ατόμων". Ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της ως άνω πλημμέλειας πλήττεται η περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 561 ΚΠολΔ). Επί πλέον, ο ίδιος λόγος, είναι απαράδεκτος και για το λόγο ότι οι αιτιάσεις αυτές δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς καταλυτικούς της ένδικης αγωγής που να επιδρούν ουσιωδώς στην έκβαση της δίκης υπό την προεκτεθείσα έννοια. Σε κάθε περίπτωση, ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται λεπτομερώς τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα που ηττήθηκε (άρθρ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που κατέθεσε προτάσεις. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24-6-2020 αίτηση της Ι. Κ. για αναίρεση της με αριθμό 91/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ