Αριθμός 577/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΠΟΛΥΓΥΡΟΥ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Πολύγυρο Χαλκιδικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανέστη Αϊβαζίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων:1)Α. Α. του Χ. (κλπ 31)., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Τσιώλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πολύγυρου. Εκδόθηκαν η 389/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-1-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Το Σύνταγμα ορίζει, στο μεν άρθρο 4 § 5 ότι "Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους", στο δε άρθρο 25 §§ 1 και 4 ότι: "1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους... Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. 4. Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης". Περαιτέρω, στο άρθρο 79 § 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Η Βουλή κατά την τακτική ετήσια σύνοδό της ψηφίζει τον προϋπολογισμό των εσόδων και εξόδων του Κράτους για το επόμενο έτος", και στο άρθρο 106 § 1 αυτού, ότι "Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας...". Από το συνδυασμό των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων συνάγεται ότι σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων σε βάρος τους μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος. Η δυνατότητα, όμως, αυτή δεν μπορεί να είναι απεριόριστη, αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής να κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, όπως, επίσης, και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου, μάλιστα, ότι η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών είναι προς όφελος όλων. Και τούτο διότι, ενόψει και της καθιερούμενης στο άρθρο 25 § 4 του Συντάγματος αξίωσης του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, ώστε η σωρευτική επιβάρυνση αυτών να είναι ιδιαίτερα μεγάλη και να είναι πλέον εμφανής η υπέρβαση των ορίων της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών, αντί της προώθησης διαρθρωτικών μέτρων ή της είσπραξης των φορολογικών εσόδων, από τη μη εφαρμογή των οποίων ευνοούνται, κυρίως, άλλες κατηγορίες πολιτών (Ολ. ΣτΕ 481, 431/2018). Συνεπώς, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε επικρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, δύναται, καταρχήν, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, η συνταγματικότητα των οποίων υπόκειται σε οριακό μόνο έλεγχο εκ μέρους του δικαστή. Η αντίληψη αυτή περί των περιθωρίων εκτίμησης που απολαμβάνει ο εθνικός νομοθέτης σε ζητήματα δημοσιονομικής πολιτικής υιοθετείται και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.), το οποίο παγίως δέχεται ότι στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. εμπίπτουν μεν οι δεδουλευμένες αποδοχές του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου και η προσδοκία για τη μελλοντική καταβολή τους, εφόσον υφίσταται επαρκής νομική βάση στο εθνικό δίκαιο για την ικανοποίηση των σχετικών αξιώσεων, πλην, με τις διατάξεις αυτές δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε διαρκή απόληψη αποδοχών και συντάξεων συγκεκριμένου ύψους (ΕΔΔΑ, απόφαση της 19.4.2007 ......... κατά Φινλανδίας, απόφαση της 20.3.2012 ........... κατά Ρουμανίας), εκτός αν συντρέχει περίπτωση διακινδύνευσης της αξιοπρεπούς διαβίωσης του ενδιαφερομένου (ΑΠ 889/2021, Ολ. ΣτΕ 1307/2019, Ολ. ΣτΕ 1308/2019, Ολ. ΣτΕ 481/2018, Ολ. ΣτΕ 668/2012). Περαιτέρω, με την εμφάνιση της οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης στις αρχές του έτους 2010, ο νομοθέτης, εκτιμώντας ότι υφίστατο άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης της οικονομίας και χρεοκοπίας της Χώρας και ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπισθεί η κατάσταση ήταν η προσφυγή στη χρηματοδοτική υποστήριξη από τα κράτη της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, έλαβε, έναντι της υποστήριξης αυτής, κυριαρχικώς, σειρά μέτρων περιστολής των δημόσιων δαπανών, μεταξύ των οποίων και η διενέργεια περικοπών και μειώσεων των αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Οι περικοπές και οι μειώσεις αυτές, οι οποίες ξεκίνησαν με την αναδρομική μείωση των αποδοχών κατά 12% και των επιδομάτων εορτών και αδείας κατά 30% και τον ορισμό νέου ορίου στις συνολικές αποδοχές των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα (άρθρα 1 §§ 2 & 9, 2 § 1 και 20 § 1 ν. 3833/2010) και συνεχίσθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα με την περαιτέρω μείωση των αποδοχών κατά 8%, καθώς και με την αποσύνδεση του ύψους των επιδομάτων εορτών και αδείας από το βασικό μισθό, την πρόβλεψη για καθένα από τα επιδόματα αυτά ενός πάγιου και εκ των προτέρων καθορισμένου ποσού και τη θέσπιση μέγιστου ορίου συνολικών αποδοχών για την επιτρεπτή καταβολή των εν λόγω επιδομάτων (άρθρο τρίτο §§ 1 & 6 ν. 3845/2010), την εν συνεχεία αναστολή των διατάξεων περί μισθολογικής εξελίξεως των υπαλλήλων (άρθρο 38 § 5 ν. 3986/2011), την αναδρομική μείωση κατά το ήμισυ, του κινήτρου απόδοσης (άρθρο 55 § 23 περ. α` ν. 4002/2011), καθώς και την καθιέρωση νέου ενιαίου μισθολογίου-βαθμολογίου (ν. 4024/2011) με συνέπεια την περαιτέρω περικοπή των αποδοχών, εντάσσονται στις δέσμες μέτρων που είχαν ως βάση τις προβλέψεις του πρώτου "Μνημονίου Συνεννόησης" και του πρώτου "Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής" (ετών 2012-2015) και απέβλεπαν στην άμεση μείωση των κρατικών δαπανών για την εξεύρεση πόρων προς αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης στην οποία βρέθηκε η Χώρα. Για τους λόγους δε αυτούς, όπως έχει κριθεί, ειδικώς τα θεσπισθέντα με τους ανωτέρω νόμους 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011 μισθολογικά μέτρα (περικοπές αποδοχών και επιδομάτων) δεν παρίσταντο, καταρχήν, απρόσφορα, και μάλιστα προδήλως, ούτε μη αναγκαία, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με αυτά ως άνω σκοπών (Ολ. ΣτΕ 3372/2015, Ολ. ΣτΕ 3373/2015 Ολ. ΣτΕ 668/2012). Ειδικότερα δε ως προς τα επιδόματα εορτών και αδείας με τις διατάξεις του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 ορίσθηκαν τα εξής: ".....6. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4, ... καθορίζονται ως εξής: α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500,00) ευρώ, β) Το επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250,00) ευρώ, γ) Το επίδομα αδείας σε διακόσια πενήντα (250,00) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγούμενου εδαφίου καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγούμενου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τις τρεις χιλιάδες (3.000,00) ευρώ. Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους" και με το άρθρο 16 του ν. 4024/2011 τα ανωτέρω επιδόματα επανακαθορίσθηκαν στα ίδια ως άνω ποσά ως εξής: "1. Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων ορίζεται σε πεντακόσια (500,00) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Απριλίου μέχρι 15 Δεκεμβρίου κάθε έτους και καταβάλλεται την 16η Δεκεμβρίου κάθε έτους. 2. Το επίδομα εορτών Πάσχα ορίζεται σε διακόσια πενήντα (250,00) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Δεκεμβρίου μέχρι και 15 Απριλίου του επόμενου έτους και καταβάλλεται δέκα ημέρες πριν από το Πάσχα. 3. Το επίδομα αδείας ορίζεται σε διακόσια πενήντα (250,00) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 1ης Ιουλίου μέχρι και 30ης Ιουνίου του επόμενου έτους και καταβάλλεται την 1η Ιουλίου κάθε έτους. 4. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε για χρονικό διάστημα μικρότερο από τα οριζόμενα στις παραγράφους 1, 2 και 3 του άρθρου αυτού, καταβάλλεται τμήμα επιδόματος ανάλογο με αυτό που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα της μισθοδοσίας του. 5. Τα επιδόματα των παραγράφων 1, 2 και 3 καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων αυτών δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000,00) ευρώ. Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές υπερβαίνουν, κατά την ημερομηνία καταβολής τους, το ύψος αυτό, τα επιδόματα αυτά καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ, με ανάλογη μείωση τους". Στη συνέχεια και προς εφαρμογή του εγκριθέντος με το ν. 4046/2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης, δημοσιεύθηκε ο ν. 4093/2012, με τις διατάξεις του οποίου ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, την περαιτέρω μείωση των αποδοχών των μισθοδοτουμένων από το Δημόσιο, στο πλαίσιο δε αυτό, με τη διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 καταργήθηκαν πλήρως, από 1.1.2013, τα επιδόματα εορτών και αδείας. Ειδικότερα με τη διάταξη αυτή ορίσθηκε ότι: "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη, ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ., και Ο.Τ.Α., καθώς και για τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχους της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, καταργούνται από 1.1.2013". Όπως προειπώθηκε, από καμία συνταγματική διάταξη ή αρχή δεν κωλύεται, καταρχήν, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, οι οποίες υπόκεινται σε οριακό, μόνο, δικαστικό έλεγχο. Δύναται, επομένως, ο νομοθέτης, για λόγους που αυτός εκτιμά και η κατ` ουσίαν αξιολόγηση των οποίων δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό, σύνταξη ή άλλες παροχές από το δημόσιο ταμείο, λόγω της ανάγκης άμεσης απόδοσης και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος. Στις περιπτώσεις δε αυτές, το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης δεν προσδιορίζεται με βάση τις προηγούμενες αποδοχές των προσώπων αυτών, αλλά με βάση τις γενικότερα επικρατούσες συνθήκες και σε συνάρτηση με το επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας εν γένει. Εν προκειμένω, με την επίμαχη διάταξη του ν. 4093/2012 ο νομοθέτης προέβη στην πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας για τους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους στρατιωτικούς, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμησή του, συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης. Το μέτρο δε αυτό αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής ("Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016") και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο αποσκοπεί τόσο στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας και την αντιμετώπιση των ιδιαίτερα αυξημένων ελλειμμάτων, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασής της (βλ. σχετικές αναφορές στο εγκριθέν με το ν. 4046/2012 Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής καθώς και στην αιτιολογική έκθεση του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016), δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν, κατ` αρχήν, τη λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση. Εξάλλου, τα επιδόματα εορτών και αδείας δεν συνιστούν απόλυτα προνόμια και ο περιορισμός των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων με την κατάργησή τους δικαιολογείται για λόγους γενικού συμφέροντος, που αποσκοπεί στη διασφάλιση της δημοσιονομικής εξυγίανσης και στη μείωση των δημοσίων δαπανών της Χώρας και, κατά συνέπεια, το μέτρο αυτό ανταποκρίνεται επίσης στους σκοπούς που επιδιώκει η Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή στη διασφάλιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας των κρατών - μελών που έχουν ως νόμισμα το ευρώ και στην εξασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της ζώνης του ευρώ. Επομένως, το επίδικο μέτρο της κατάργησης των επιδομάτων εορτών και αδείας, το οποίο, λόγω της φύσης του, συμβάλλει άμεσα στην περιστολή των δημόσιων δαπανών, τεκμηριώνεται επαρκώς με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, δεν παρίσταται δε απρόσφορο, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων ως άνω σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με αυτό το μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται γενικά σε όλους τους μισθωτούς του δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης, η οποία υπαγορεύεται από επιταγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μείωση του υπερβολικού δημοσίου ελλείμματος (πρβλ. αποφάσεις ΔΕΕ C-49/18, Carlos Escribano Vindel, σκ. 67 και C - 64/16, Associacao Sindical dos Juizes Portugueses, σκ. 49 και 52). Εξάλλου, κατά τη λήψη του επίμαχου μέτρου της κατάργησης των εν λόγω επιδομάτων εορτών και αδείας, ο νομοθέτης είχε πλήρη επίγνωση όχι μόνο του εν γένει επιπέδου διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας, αλλά και ειδικά του επιπέδου διαβίωσης των υπαλλήλων δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Συγκεκριμένα, και όπως προκύπτει από τα δημοσιευμένα και διαθέσιμα στις υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τον κρίσιμο χρόνο θέσπισης του ν. 4093/2012 (12.11.2012), στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), δηλαδή της κατά τα άρθρα 1 § 2 & 10 του ν. 3832/2010 (ΦΕΚ Α` 38), όπως ισχύει, ανεξάρτητης αρχής, η οποία αποτελεί την εθνική στατιστική αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαρτίου 2009 (L 87/164), και υπάγεται στον έλεγχο της Βουλής των Ελλήνων, το 2011 το όριο κινδύνου φτώχειας ανά άτομο μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (ΕΚΑΣ και λοιπά κοινωνικά επιδόματα) είχε διαμορφωθεί στα 6.591,00 ευρώ (βλ. έκδοση ΕΛΣΤΑΤ, Συνθήκες Διαβίωσης στην Ελλάδα, 2.11.2012), τη στιγμή που το μέσο ετήσιο ισοδύναμο ατομικό εισόδημα ανήρχετο στα 12.637,08 ευρώ (βλ. το από 2.11.2012 Δελτίο Τύπου της ΕΛΣΤΑΤ με τίτλο "Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών 2011"). Παράλληλα, με τον ν. 4024/2011 θεσπίστηκε, όπως εκτέθηκε προηγουμένως, νέο, ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων (και του ευρύτερου δημόσιου τομέα), με το βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΥΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 780,00 ευρώ, τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΔΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 858,00 ευρώ, τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΤΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 1.037,00 ευρώ και τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΠΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 1.092,00 ευρώ (άρθρο 13 του ν. 4024/2011), ενώ με τον ν. 4093/2012 ο κατώτατος βασικός μισθός στον ιδιωτικό τομέα διαμορφώθηκε στα 586,08 ευρώ και το κατώτατο ημερομίσθιο στα 26, 18 ευρώ. Κατά συνέπεια, οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων (και του ευρύτερου δημόσιου τομέα), ακόμη και μετά την κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων, εξασφάλιζαν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, τόσο σε σχέση με όσους διαβιούσαν στα όρια της φτώχειας, όσο και με όσους απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα με τον κατώτατο βασικό μισθό και ημερομίσθιο. Εξάλλου, ενόψει του ότι η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσης από αυτόν κρίσιμης κατάστασης υπόκειται, κατά τα ανωτέρω, σε οριακό μόνο δικαστικό έλεγχο, δεδομένου ότι ο νομοθέτης απολαμβάνει μεγάλης ελευθερίας επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ιδίως όταν η επιλογή αυτή αναφέρεται σε χορήγηση παροχών και εντάσσεται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που αποσκοπεί στη δημοσιονομική εξυγίανση, ενόψει των περιορισμένων πόρων του κράτους (βλ. απόφαση Ε.Δ.Δ.Α., Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, της 7.5.2013, σκ. 39), τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων για το νομοθέτη δεν καθιστά από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση, ούτε, άλλωστε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν, δηλαδή, ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του (πρβλ. Ε.Δ.Δ.Α., Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, σκ. 48). Περαιτέρω, ενόψει της φύσης των επιδομάτων εορτών και αδείας και του λόγου της θέσπισής τους, καθώς και του ύψους, στο οποίο είχαν διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατάργησή τους στερείται, προδήλως, εύλογης βάσης, ούτε ότι η επερχόμενη με αυτήν μείωση των συνολικών αποδοχών θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των υπαλλήλων (πρβλ. Ολ. ΣτΕ 3404-3406/2014, 3177/2014, πρβλ. και Ε.Δ.Δ.Α., Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, σκ. 31, 45 και 46). Εξάλλου, εκ μόνου του λόγου ότι άλλες ρυθμίσεις του ν. 4093/2012, οι οποίες αφορούν διαφορετικά θέματα (μισθούς και συντάξεις), κρίθηκαν αντισυνταγματικές, δεν προκύπτει αναγκαίως αντισυνταγματικότητα και της επίδικης ρύθμισης (ΑΠ 899/2021, ΣτΕ Ολ. 1307/2019, 1308/2019). Αντίθετη εκδοχή θα ισοδυναμούσε με αφηρημένο έλεγχο συνταγματικότητας του νόμου, ο οποίος, σύμφωνα με το Σύνταγμα, δεν έχει ανατεθεί στη Δικαστική εξουσία. Ενόψει αυτών, η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπ. Γ.1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με την οποία, κατ` εκτίμηση του δημοσιονομικού κόστους (ετήσια εξοικονόμηση δαπάνης ποσού 469.600.000,00 ευρώ, βλ. έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους που συνόδευε το σχέδιο του ν. 4093/2012 κατά την υποβολή του προς ψήφιση στη Βουλή) καταργήθηκαν τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας, δεν παραβιάζει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των υπαλλήλων των ΟΤΑ και συνεπώς αυτή δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (ΑΠ 899/2021, ΑΠ 1280/2020, Ολ. ΣτΕ 798/2021, Ολ. ΣτΕ 1307/2019, 1308/2019). Τέλος, η επίδικη διάταξη δεν αντίκειται στα άρθρα 4 § 5 και 25 § 4 του Συντάγματος, δεδομένου ότι πρόκειται για μέτρο που αφορά όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα της χορήγησης των επιδομάτων εορτών και αδείας στους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι αποτελούν διαφορετική κατηγορία, σε βάρος της οποίας έχουν επιβληθεί άλλα οικονομικής φύσεως μέτρα (ΑΠ 899/2021, Ολ. ΣτΕ 798/2021, Ολ. ΣτΕ 1307/2019, 1308/2019). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α` του KΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Στην προκειμένη περίπτωση με τους μοναδικούς πρώτο και δεύτερο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον ΝΠΔΔ προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης, ισχυριζόμενο ειδικότερα ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής με την προσβαλλόμενη απόφασή του εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 16 του Ν. 4024/2011 και της υποπαραγράφου Γ.1 παρ.1 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 και ότι εσφαλμένα έκρινε ότι η ολοσχερής κατάργηση με την τελευταία διάταξη των επιδομάτων δώρων εορτών και των επιδομάτων αδείας προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 4 παρ.1 και 5, 5 παρ.1 και 25 παρ.1-4 του Συντάγματος και ότι ως εκ τούτου τύγχαναν εφαρμοστέες οι διατάξεις του άρθρου 16 του ν. 4024/2011 οι οποίες προέβλεπαν την καταβολή των ως άνω επιδομάτων στο ποσό των 500,00 ευρώ για το επίδομα των Χριστουγέννων και το ποσό των 250,00 ευρώ για τα επιδόματα Πάσχα και αδείας. Και τούτο διότι η κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας με τις διατάξεις της υποπαραγράφου Γ.1 παρ.1 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 δεν ήταν αντίθετη με τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις και ότι το μέτρο αυτό ήταν αναγκαίο για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και της δυσμενούς οικονομικής καταστάσεως που είχε περιέλθει η Χώρα, συνέβαλε στην δημοσιονομική πειθαρχία στην περιστολή των δημοσίων δαπανών και υλοποιούσε δεσμεύσεις δημοσιονομικών στόχων που απέρρεαν για τη χώρα μας από αποφάσεις του Συμβουλίου Ευρωπαϊκής Ένωσης για περιορισμό των υπερβολικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Ο ως άνω πρώτος λόγος, ερειδόμενος αληθώς εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του KΠολΔ και όχι εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ιδίου Κώδικα που αναφέρεται στο αναιρετήριο, καθότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου εκδόθηκε επί ασκηθείσης εφέσεως κατά απόφασης Ειρηνοδικείου, είναι βάσιμος. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεχόμενο ότι η διάταξη της υποπαράγραφου Γ1 περ. 1 με τίτλο "ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ" της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, η οποία κατήργησε ολοσχερώς τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας από 1.1.2013 για τους υπαλλήλους του Δημοσίου των ΟΤΑ και του ευρύτερου δημόσιου τομέα είναι αντισυνταγματική και ότι ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους τα επιδόματα εορτής Χριστουγέννων των ετών 2015 και 2016, εορτής Πάσχα των ετών 2016, και 2017 και αδείας των ετών 2015, 2016 και 2017, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, που ήταν εφαρμοστέα, καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα, η διάταξη αυτή δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 4 παρ.1 και 5, 5 παρ. 1, 22 και 25 παρ.1 του Συντάγματος, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 16 του Ν. 4024/2011, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, αφού με τη ως άνω διάταξη του Ν. 4093/2012 καταργούνταν από 1.1.2013 τα επιδόματα εορτών και αδείας στο Δημόσιο, ΟΤΑ και ευρύτερο δημόσιο τομέα που είχαν χορηγηθεί από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη και επομένως και αυτά που χορηγούνταν με βάση την ως άνω διάταξη του άρθρου 16 του Ν. 4024/2011. Συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτός ο ως άνω πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του αναιρεσείοντος ως βάσιμος και να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση. Λόγω, δε, της αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω λόγου, κατά το πρώτο σκέλος του, παρέλκει η έρευνα του δεύτερου σκέλους του αυτού με τον οποίο το αναιρεσείων ΝΠΔΔ προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της εκ του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ έλλειψης νόμιμης βάσης. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει κατ` εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α` του KΠολΔ να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και στη συνέχεια να γίνει δεκτή ως κατ` ουσία βάσιμη η από 12-3-2018 έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη με αριθ. 389/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πολυγύρου κατά το μέρος που δέχθηκε την από 15.4.2016 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων ως νόμιμη και κατ` ουσία βάσιμη και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει για έκαστο ενάγοντα για επιδόματα εορτής Χριστουγέννων των ετών 2015 και 2016, εορτής Πάσχα των ετών 2016, και 2017 και αδείας των ετών 2015, 2016 και 2017 το συνολικό ποσό των 2.250,00 ευρώ (οι αγωγικές αξιώσεις των εναγόντων, που αφορούσαν τα επιδόματα εορτών Πάσχα, Χριστουγέννων και αδείας για το έτος 2014 καθώς και επίδομα εορτής Πάσχα 2015, κρίθηκε με την ως άνω απόφαση ότι έχουν υποπέσει στην προβλεπόμενη από τις διατάξεις του ν. 4270/2014 διετή παραγραφή), κατά παραδοχή των λόγων της έφεσης, που αναφέρονται στο νόμω αβάσιμο της αγωγής και να απορριφθεί η αγωγή των εναγόντων κατά το ως άνω μέρος ως μη νόμιμη. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα εν γένει δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Δήμου Πολυγύρου, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού KΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2), των δύο βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσας αναιρετικής δίκης, μειωμένα, όμως, κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" (ΑΠ 1207/2019, ΑΠ 1061/2018), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την με αριθ. 1/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, δικάσαντος ως Εφετείου. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει κατ` ουσίαν την από 12-3-2018 με αριθμ. καταθ. 17/2018 έφεση του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος Δήμου Πολυγύρου. Δέχεται αυτήν κατ` ουσία. Εξαφανίζει την με αριθμ. 389/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πολυγύρου, κατά το μέρος, που κατά μερική παραδοχή της από 20-6-2017 αγωγής των εναγόντων, υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει σε έκαστο ενάγοντα για τα επιδόματα εορτής Χριστουγέννων των ετών 2015 και 2016, εορτής Πάσχα των ετών 2016, και 2017 και αδείας των ετών 2015, 2016 και 2017 το ποσό των δύο χιλιάδων διακοσίων πενήντα (2.250,00) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 20-6-2017 με αριθ. κατ. ../20-6-2017 αγωγή κατά το μέρος αυτό. Απορρίπτει την αγωγή κατά το μέρος αυτό. Καταδικάζει τους ενάγοντες - εφεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του εναγομένου - εκκαλούντος και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, που ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700,00) ευρώ, και καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2022. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Απριλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ