Αριθμός 76/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΤΕΚΝΟΣΤΥΛ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΤΑΛΛΙΚΩΝ ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ - ΕΠΙΣΚΕΥΩΝ ΠΛΟΙΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" (πρώην "ΤΕΚΝΟΣΤΥΛ ΕΠΙΣΚΕΥΕΣ ΠΛΟΙΩΝ ΕΠΕ"), που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Αθανασόπουλο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι εκ παραδρομής στην αίτηση αναίρεσης αναγράφηκε η επωνυμία της εταιρείας "ΤΕΧΝΟΣΤΥΛ" αντί του ορθού "ΤΕΚΝΟΣΤΥΛ". Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Κ. του Δ. και 2) Π. Ψ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 116/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 229/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-1-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 14-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Όπως αποδεικνύεται από τις με αριθ. 8524 και 8523/16-9-2010 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Αγρινίου ... ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου είχε επιδοθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα σε εκάτερο των αναιρεσιβλήτων για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 25-1-2011, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο με την παρουσία όλων των διαδίκων για την δικάσιμο της 1-11-2011, κατά την οποία αναβλήθηκε με την παρουσία αμφοτέρων των διαδίκων πλευρών για την 21-2-2012, κατά την οποία αναβλήθηκε και πάλι, κατά τον ίδιο τρόπο, για την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής και επομένως, εφόσον αυτοί δεν παρέστησαν καθοιονδήποτε τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατ' αυτήν, για την οποία δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευσή τους, σύμφωνα με την διάταξη του άρθ. 226§4 ΚΠολΔ, εφαρμοζόμενη και ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθ. 573§1 ΚΠολΔ) και επί περαιτέρω αναβολών, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στην συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθ. 576§2 ΚΠλΔ). II. Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, δηλ. χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά, ο λόγος, όμως, αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο κατέληξε στην επί της ουσίας κρίση του με βάση τ' αναφερόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του αριθ. 19 του ιδίου ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθ. 93§1 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλ. δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε. Ελλείψεις, όμως, αναγόμενες μόνο στην στάθμιση και ανάλυση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών, καθόσον μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, ενώ και τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Πατρών κρίνοντας, ύστερ' από έφεση της ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας (της οποίας, σημειώνεται, η αρχική επωνυμία "ΤΕΚΝΟΣΤΥΛ ΕΠΙΣΚΕΥΕΣ ΠΛΟΙΩΝ ΕΠΕ" άλλαξε σε "ΤΕΚΝΟΣΤΥΛ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΤΑΛΛΙΚΩΝ ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ - ΕΠΙΣΚΕΥΩΝ ΠΛΟΙΩΝ ΕΠΕ", ΦΕΚ 9434/ 2003, τ. ΑΕ και ΕΠΕ, χωρίς μεταβολή της νομικής της προσωπικότητας, μη δημιουργούμενης εντεύθεν αμφιβολίας και ασάφειας ως προς την ταυτότητά της) επί αγωγής των αναιρεσιβλήτων κατ' αυτής, με την προσβαλλομένη 229/2009 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι από τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και στα πρακτικά συνεδρίασης του περιεχόμενες ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων και χωρίς όρκο εξέταση του εκπροσώπου της εναγομένης, τις προσκομισθείσες από την εναγομένη και νομότυπα ληφθείσες 7190, 7191 και 7192/2005 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι αποδείχθηκε ότι (1) οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι) προσλήφθηκαν την 14-1-2002 ο 1ος και την 24-6-2002 ο 2ος από την εναγομένη (αναιρεσείουσα) εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, που είχε αναλάβει ως υπεργολάβος τμήμα του έργου κατασκευής της γέφυρας ζεύξης Ρίου -Αντιρρίου, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του ηλεκτροσυγκολλητή α' και β' τάξης αντίστοιχα (2) ο οφειλόμενος σ' αυτούς, ως υπαλλήλους μετάλλου, μηνιαίος μισθός για παρεχόμενη πενθήμερη εργασία 40 ωρών την εβδομάδα προβλεπόταν από τις αναφερόμενες εκεί ΣΣΕ και ΔΑ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροσυγκολλητών όλης της χώρας, σύμφωνα με τις οποίες οι μισθοί των ηλεκτροσυγκολλητών προσαυξάνονται με επιδόματα πολυετούς υπηρεσίας (3) οι ενάγοντες κατά την πρόσληψή τους προσκόμισαν στην διοίκηση της εναγομένης τις επαγγελματικές τους άδειες άσκησης του επαγγέλματος του ηλεκτροσυγκολλητή καθώς και τα ασφαλιστικά τους βιβλιάρια, από τα οποία προκύπτει η υπερεικοσιπενταετής ασφάλιση και προϋπηρεσία τους στον κλάδο ηλεκτροσυγκόλλησης με την ως άνω ειδικότητα, η γνωστοποίηση δε ως άνω από τους ενάγοντες της προϋπηρεσίας τους στην εναγομένη συνάγεται και από το ότι η εναγομένη, αρνούμενη την γνωστοποίηση αυτήν κατά κάποιο νόμιμο τρόπο, αποφεύγει να προσδιορίσει με ποια στοιχεία στους προσκομισθέντες πίνακες προσωπικού της οι ενάγοντες φέρονται να έχουν προϋπηρεσία 10 ετών, εάν δεν της είχαν γνωστοποιήσει τέτοια υπηρεσία, ενώ αντίθετα η εναγομένη στην αποζημίωση που κατέβαλε στους ενάγοντες κατά την απόλυσή τους τον Αύγουστο του 2004 φέρεται να έχει καταβάλει ως αποζημίωση αδείας τ' αναφερόμενα στην απόφαση ποσά που αποτελούν τον μηνιαίο μισθό ηλεκτροσυγκολλητή α' και β' τάξης, αντίστοιχα, με προϋπηρεσία άνω των 21 ετών (4) οι ενάγοντες εργάσθηκαν στους πυλώνες της γέφυρας που βρίσκονται σε μεγάλο ύψος και σε μεγάλο βάθος κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας και δικαιούνται το προβλεπόμενο από την οικεία ΣΣΕ επίδομα αναρρίχησης (5) σύμφωνα με τα παραπάνω οι ενάγοντες, ηλεκτροσυγκολλητής α' τάξης ο 1ος και β' ο 2ος, αμφότεροι έγγαμοι και με προϋπηρεσία άνω των 21 ετών, των οποίων οι μηνιαίες αποδοχές κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, από την ως άνω πρόσληψή τους μέχρι την απόλυσή τους την 6-8-2004, ανέρχονταν (με βάση τις εφαρμοστέες ΣΣΕ και ΔΑ) στα αναλυτικά αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση ποσά, δικαιούνται για διαφορές μηνιαίων (τακτικών) αποδοχών, επιδομάτων εορτών, αδείας και αποζημίωσης απόλυσης τα λεπτομερώς παρατιθέμενα εκεί ποσά και συνολικά, από όλες αυτές τις αιτίες, ο πρώτος 13.185,96 ευρώ και ο δεύτερος 9.327,84 ευρώ, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα εναγομένη να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους ενάγοντες τα ποσά αυτά. Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο την επί της ουσίας κρίση του και δη ως προς την προϋπηρεσία των εναγόντων και την γνωστοποίηση αυτής στην εναγομένη σχημάτισε (όχι χωρίς απόδειξη αλλά) με βάση τα λεπτομερώς αναφερόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα και δη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των ενάγοντων και την ανώμοτη εξέταση του εκπροσώπου της εναγομένης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τις ειδικά προσδιοριζόμενες ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου (χωρίς αρίθμηση, σημειώνεται, όπως και όλοι οι λόγοι της κρινόμενης αίτησης) πρώτος κατά σειρά προβολής λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ κατά το σχετικό α' σκέλος του. Ο αυτός λόγος κατά το β' σκέλος του, φερόμενος από τον αριθ. 20 της ως άνω διάταξης, αλλά σύμφωνα με το περιεχόμενό του από τον αριθμό 19, κατά το οποίο το Εφετείο, δεχθέν ως προς το θέμα της γνωστοποίησης στην εναγομένη του χρόνου προϋπηρεσίας των εναγόντων ότι "αποφεύγει ... η εναγομένη να προσδιορίσει με βάση ποια στοιχεία στους προσκομιζόμενους πίνακες προσωπικού της οι ενάγοντες φέρονται να έχουν προϋπηρεσία 10 ετών εάν πράγματι δεν της είχαν γνωστοποιήσει τέτοια προϋπηρεσία. Αντίθετα η ίδια η εναγομένη στην αποζημίωση που κατέβαλε στους ενάγοντες όταν απόλυσε αυτούς τον Αύγουστο 2004 φέρεται να τους έχει καταβάλει ως αποζημίωση αδείας 2004 τα ποσά ... που αποτελούν το μηνιαίο μισθό ηλεκτροσυγκολλητή α' και β' τάξεως με προϋπηρεσία άνω των 21 ετών. Από αυτά συνάγεται ότι οι ενάγοντες είχαν γνωστοποιήσει νόμιμα προς την εργοδότριά τους την ως άνω προϋπηρεσία αυτών με την προσκόμιση των ασφαλιστικών βιβλιαρίων τους..." διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας πλήττονται στην πραγματικότητα η μη υποκείμενη, κατ' άρθ. 561§1 ΚΠολΔ, σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση από το δικαστήριο των αποδείξεων και τα συναφή επιχειρήματα αυτού και γενικότερα η αιτιολόγηση του σαφώς διατυπουμένου αποδεικτικού πορίσματός του. Περαιτέρω, για τον αυτόν λόγο, ως πλήττοντες δηλ. στην πραγματικότητα την ουσία της υπόθεσης και την εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο, πρέπει ν' απορριφθούν και οι λόγοι (α) 4ος, φερόμενος από τον αριθ. 8 της ως άνω διάταξης, κατά τον οποίο αποδείχθηκε πλήρως ότι ουδέποτε προσκομίσθηκαν από τους ενάγοντες ασφαλιστικά βιβλιάρια ή πιστοποιητικά προϋπηρεσίας σε άλλους εργοδότες (β) 5ος, φερόμενος από τον αριθμό 1 της ίδιας διάταξης (δηλ. για ευθεία παραβίαση, μη προσδιοριζόμενων, κανόνων ουσιαστικού δικαίου), σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο δεχθέν με την προσβαλλομένη απόφασή του ότι οι ενάγοντες αναιρεσίβλητοι είχαν προϋπηρεσία 25 ετών επεδίκασε σ' αυτούς τ' αναφερόμενα αναλυτικά εκεί ποσά για διαφορές αποδοχών, επιδομάτων εορτών κ.λπ., προσδιόρισε δηλ. τις επιδικασθείσες διαφορές αποδοχών με τα ποσά που προκύπτουν για την ειδικότητα του ηλεκτροσυγκολλητή με προϋπηρεσία 25 ετών κ.λπ., ενώ οι ενάγοντες δεν έχουν τέτοια υπηρεσία, ούτε την γνωστοποίησαν, ούτε την απέδειξαν (γ) 6ος, υπό τους αριθμούς 19 και 17 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο το Εφετείο με το να δεχθεί τα παραπάνω, ότι δηλ. απεδείχθη η προϋπηρεσία των εναγόντων και μάλιστα 25 ετών χωρίς την προσκομιδή απ' αυτούς οποιουδήποτε στοιχείου προς απόδειξή της, και να επιδικάσει τ' αναφερόμενα στην απόφασή του ποσά για διαφορές αποδοχών κ.λπ., διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, περιέχει δε και αντιφατικές διατάξεις (δ) 7ος, κατά τον οποίο εσφαλμένα έγινε δεκτό ότι οι ενάγοντες προσκόμισαν στην εναγομένη κατά την πρόσληψή τους ασφαλιστικά βιβλιάρια και ότι αυτοί έχουν προϋπηρεσία 25 ετών, ενώ οι ενάγοντες ουδέποτε προσκόμισαν πιστοποιητικά προϋπηρεσίας, ασφαλιστικά βιβλιάρια ή βεβαίωση ασφάλισης στον αρμόδιο φορέα. IIΙ. Σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου για το βάρος της απόδειξης νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθ. 338 ΚΠολΔ κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους απόδειξης που προϋποθέτει την έκδοση μη οριστικής (παρεμπίπτουσας) απόφασης για αποδείξεις, τέτοια, όμως, απόφαση δεν εκδίδεται στην διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθ. 670, 671, 674§2 ΚΠολΔ), κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και στην οποία δεν υπάρχει υποκειμενικό βάρος απόδειξης και επομένως στην διαδικασία αυτή δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης. Κατά συνέπεια ο 2ος λόγος της κρινόμενης αίτησης, κατά τον οποίο το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος. ΙV. Από τις διατάξεις των άρθ. 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών, μεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για την στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς την λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου, μόνο, όμως, το γεγονός ότι δεν γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου, σε αντίθεση με άλλα που ειδικά μνημονεύονται και εξαίρονται λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν θεμελιώνει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης σαφώς προκύπτει ότι αυτό λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο. Ειδικότερα, οι ένορκες βεβαιώσεις που προβλέπονται κατ' άρθ. 671§1 εδ. δ' ΚΠολΔ δεν αποτελούν (καταρχήν) έγγραφα κατά την έννοια των άρθ. 339 επ. ΚΠολΔ, αλλά ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο και γι' αυτό πρέπει να γίνεται ρητή μνεία αυτών στην απόφαση, η δε αναφορά σ' αυτήν ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα με επίκληση νόμιμα προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα δεν αποδεικνύει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τις βεβαιώσεις αυτές. Οι ένορκες, όμως, βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί εξ αφορμής και στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ των αυτών ή άλλων διαδίκων και προσκομίζονται με επίκληση κατά την συζήτηση άλλης αγωγής δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο αλλ' απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ως εκ τούτου δε στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται ρητή μνεία τους στην απόφαση και η παράλειψη αυτής δεν ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο. Στην προκειμένη περίπτωση με τους λόγους αναίρεσης 8ο (φερόμενο από τον αριθ. 8 του ως άνω άρθρου), 9ο (φερόμενο από τους αριθ. 1 και 8 της ίδιας διάταξης) και 10ο (και τελευταίο), άπαντες και κατ' εκτίμηση αυτών από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα προβάλλει τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αντίστοιχα, παρά την εκ μέρους της νόμιμη προσκομιδή τους (α) απόσπασμα πίνακα προσωπικού θεωρημένο από την Επιθεώρηση Εργασίας, στο οποίο οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες φαίνονταν να έχουν 10ετή προϋπηρεσία στην ειδικότητα (β) τα από 4-3-2002, 12-5-2003 και 30-6-2004 έγγραφα της αναιρεσείουσας προς το σωματείο των εργαζομένων (ΔΙΑΒΑΣΗ), από τα οποία προέκυπτε ότι οι ενάγοντες είχαν κληθεί πολλές φορές να προσκομίσουν πιστοποιητικά εργασίας και (γ) τις με αριθ. 24 και 25/2006 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αταλάντης, από τις οποίες αποδεικνύεται ότι οι εργαζόμενοι ελάμβαναν κανονικά τις αποδοχές τους. Οι λόγοι αυτοί πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι από την περιεχόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της επί της ουσίας κρίσης του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην των άλλων, και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και οι προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις, καθόσον, ναι μεν αυτές δεν μνημονεύονται ειδικά στην προσβαλλομένη απόφαση, ρητά, όμως, εκτίθεται στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της αναιρεσείουσας (με τις οποίες έγινε η επίκληση και προσκομιδή τους) ότι λήφθηκαν στα πλαίσια άλλης δίκης που αφορούσε παρόμοιες απαιτήσεις άλλων εργαζομένων της, ως εκ τούτου δε αυτές δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα αλλ' απλά έγγραφα και δεν ήταν απαραίτητη ειδική μνεία τους στην προσβαλλομένη απόφαση. V. Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου δεχόμενο πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει στο αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, εξαιτίας του οποίου, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη ως άνω απόφασή του δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος ενάγων Γ. Κ. προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα εναγομένη εταιρεία, σύμφωνα με την από 14-1-2002 αναγγελία πρόσληψης αυτού, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του ηλεκτροσυγκολλητή α' τάξης και ότι η προϋπηρεσία του στον κλάδο της ηλεκτροσυγκόλλησης με την ειδικότητα αυτή αποδεικνύεται από την επαγγελματική του άδεια άσκησης του επαγγέλματος του ηλεκτροσυγκολλητή και το ασφαλιστικό του βιβλιάριο που προσκόμισε στην εναγομένη κατά την πρόσληψή του. Όπως, όμως, προκύπτει από την με αριθ. 165/27-9-2002 άδεια ηλεκτροσυγκολλητή Α' τάξης του πρώτου αναιρεσιβλήτου, εκδοθείσα από την αρμόδια δημόσια υπηρεσία, στην οποία προφανώς αναφέρεται το Εφετείο και την οποία έλαβε κυρίως υπόψη για την απόδειξη της ειδικότητας του αναιρεσιβλήτου αυτού (δηλ. ως ηλεκτροσυγκολλητή Α' τάξης), αυτή εκδόθηκε την 27-9-2002 και επομένως μόνον έκτοτε ο πρώτος αναιρεσίβλητος απέκτησε την ειδικότητα αυτή, δηλ. σε χρόνο μεταγενέστερο της πρόσληψής του που έγινε, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, την 14-1-2002. Κατά συνέπεια το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου αποδίδοντας σ' αυτό περιεχόμενο διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει ως προς τον χρόνο κτήσης της ως άνω ειδικότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, την οποία δέχθηκε, λόγω της παραμόρφωσης αυτής, ως κτηθείσα σε χρόνο προγενέστερο του πραγματικού, κατέληξε δηλ. εξαιτίας της εσφαλμένης ανάγνωσης του εγγράφου αυτού σε πόρισμα επιζήμιο για την αναιρεσείουσα για ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού ο προγενέστερος αυτός χρόνος επηρεάζει αυξητικά το ύψος του μηνιαίου μισθού του αναιρεσιβλήτου αυτού, αλλά και των εξαρτωμένων απ' αυτόν λοιπών αποδοχών του. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο συναφής από την ως άνω διάταξη τρίτος λόγος αναίρεσης. Σύμφωνα με όλα τα προεκτεθέντα πρέπει (1) ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο (μη επιδικασθούν, όμως, υπέρ αυτού δικαστικά έξοδα, αφού λόγω της ερημοδικίας του δεν υποβλήθηκε σε τέτοια έξοδα) (2) ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο, κατά το οποίο χρειάζεται διευκρίνιση (υπολογισμό των πράγματι οφειλομένων σ' αυτόν), προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές ( κατ' ορθή ερμηνεία του άρθ. 580§3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθ. 12§4 ν. 4055/2012) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος αυτός στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7-1-2010 αίτηση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης "ΤΕΚΝΟΣΤΥΛ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΤΑΛΛΙΚΩΝ ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ - ΕΠΙΣΚΕΥΩΝ ΠΛΟΙΩΝ ΕΠΕ" (πρώην "ΤΕΚΝΟΣΤΥΛ ΕΠΙΣΚΕΥΕΣ ΠΛΟΙΩΝ ΕΠΕ") για αναίρεση της 229/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο Π. Ψ.. Αναιρεί την 229/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Γ. Κ.. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει τον ως άνω αναιρεσίβλητο (πρώτο) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ