Αριθμός 967/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Κούκλη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..... , που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγούλα Παπαθανασοπούλου, για αναίρεση της 595/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον .... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Οκτωβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1700/2006. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως η οποία ιδρύει τον κατ΄ άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν δεν περιέχονται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη, η οποία εφαρμόστηκε. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σε αυτήν από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε, στην διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ποινικής διατάξεως που συνιστά λόγον αναιρέσεως κατ΄ άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ του ΚΠΔ υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώραν εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της αποφάσεως ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Εξάλλου, με το άρθρ. 404 του ΠΚ, ορίζονται τα ακόλουθα: 1.- Όποιος σε δικαιοπραξία για την παροχή οποιασδήποτε πίστωσης, ανανέωσή της ή παράταση της προθεσμίας πληρωμής εκμεταλλεύεται την ανάγκη, την πνευματική αδυναμία, την κουφότητα, την απειρία ή την ψυχική έξαψη εκείνου που παίρνει την πίστωση, συνομολογώντας ή παίρνοντας για τον εαυτό του ή για τρίτον περιουσιακά ωφελήματα, που ανάλογα με τις ειδικές περιστάσεις είναι προφανώς δυσανάλογα προς την παροχή του υπαιτίου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και με χρηματική ποινή. 2.- Με τις ίδιες ποινές τιμωρείται και α)όποιος, ανεξάρτητα από τους πιο πάνω όρους, κατά την παράταση της προθεσμίας πληρωμής, κατά την εναντίωση ή την προεξόφληση δανείου συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτον περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, σε συνδυασμό με το διατακτικό της το Τριμελές Εφετείο Πατρών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία κατ΄ είδος προσδιορίζει αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Ο πολιτικώς ενάγων ..... διατηρούσε επιχείρηση-βιοτεχνία με ζωοτροφές και πίτουρα στο ..... .... . Τον Δεκέμβριο του 1999 αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες και δανείσθηκε από τον κατηγορούμενο, όπως και ο ίδιος δεν αρνείται, το χρηματικό ποσό των 8.000.000 δρχ. (=23478 ευρώ). Για την αποπληρωμή του δανείου συμφώνησαν και ο μηνυτής κατέβαλλε το ποσό των 600.000 δρχ. (=1760,82 ευρώ) κάθε 15η ημέρα του μηνός και 170.000 δρχ. (=500 ευρώ) κάθε Τρίτη ημέρα του μηνός. Το πρώτο ποσό αφορούσε την απόσβεση του κεφαλαίου και το δεύτερο την καταβολή τόκων, που ανερχόταν σε ποσοστό 9% μηνιαίως ή 108% ετησίως, ποσοστό κατά πολύ υψηλότερο του ισχύοντος τότε επιτοκίου, που κατά το κρίσιμο εν προκειμένω χρονικό διάστημα Δεκεμβρίου 1999 - Αυγούστου 2002 έβαινε συνεχώς μειούμενο, κυμαινόμενο από 19% τον Δεκέμβριο του 1999 έως 16-1-2000 σε 9,25% από 9-11-2001 έως 31-8-2002. Ο μηνυτής κατά τη λήψη του δανείου είχε παραδώσει στον κατηγορούμενο πέντε (5) λευκές επιταγές προς "εξασφάλιση" του τελευταίου, ο οποίος απειλούσε ότι θα τις συμπληρώσει και εμφανίσει στην Τράπεζα για πληρωμή αν ο μηνυτής δεν ήταν συνεπής στην καταβολή των δόσεων. Ο μηνυτής κατέβαλλε ανελλιπώς μέχρι και τον Αύγουστο του 2002 τα παραπάνω ποσά, που όπως κατέθεσε η σύζυγός του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ο κατηγορούμενος αποκαλούσε τη δόση για την αποπληρωμή του δανείου "μεγάλο ενοίκιο" και τη δόση για τους τόκους "μικρό ενοίκιο". Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι με τον μηνυτή είχε εμπορικές συναλλαγές και συγκεκριμένα ότι του πουλούσε αγροτικά προϊόντα, όπως καρπούζια και καλαμπόκι, καθώς και τριφύλλι και ότι το δάνειο των 8.000.000 δρχ. είχε σχέση με αυτές τις συναλλαγές, δεν είναι βάσιμος. Καμία τέτοια συναλλαγή δεν υπήρξε μεταξύ τους, ενώ ο ίδιος ο κατηγορούμενος είχε παραδεχθεί σε τρίτους και συγκεκριμένα στον ..... , που εξετάσθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι "πληρώνεται κάθε τρεις και δεκαπέντε του μηνός" από τον μηνυτή. Έτσι, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα ο κατηγορούμενος έλαβε συνολικά 56.346,24 ευρώ (1760,82 Χ 32 μήνες) για την αποπληρωμή του κεφαλαίου και 16000 ευρώ (500 Χ 32 μήνες) για τόκους. Υπό τα περιστατικά αυτά, που προέκυψαν με πληρότητα από τη διαδικασία, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σε αυτόν πράξη της τοκογλυφίας κατ΄ εξακολούθηση δια της κατά την παροχή του δανείου συνομολόγησης και λήψης περιουσιακών ωφελημάτων που υπερβαίνουν τον νόμιμο τόκο. Περαιτέρω, πρέπει να λεχθεί ότι την 29-3-2003, δηλαδή λίγες ημέρες μετά την υποβολή της ένδικης μηνύσεως από τον πολιτικώς ενάγοντα κατά του κατηγορουμένου, υπεγράφη μεταξύ τους το υπό την αυτή ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο αναφέρεται ότι η οποιαδήποτε οικονομική διαφορά τους προήλθε από την εμπορική συναλλαγή της πώλησης αγροτικών προϊόντων που είχαν προηγουμένως ότι ο ήδη μηνυτής ανακαλεί τη μήνυσή του και ο ήδη κατηγορούμενος επιστρέφει τα σώματα των επιταγών που κρατούσε μέχρι την εκκαθάριση των μεταξύ τους εμπορικών σχέσεων, επισυνάπτεται δε πίνακας (πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής) των επιταγών που ο κατηγορούμενος παρέδωσε στον μηνυτή (23 συνολικά επιταγές) με την δήλωση του πρώτου ότι δεν έχει άλλες επιταγές του μηνυτή στα χέρια του και ότι αν τυχόν εμφανισθεί θα την επιστρέψει στον μηνυτή. Το παραπάνω συμφωνητικό που υπεγράφη παρουσία και στο γραφείο του τότε δικηγόρου του μηνυτή Καρατζογιάννη, καθώς και του εξετασθέντος ως μάρτυρα δικηγόρου τότε του κατηγορουμένου ..... , είναι εντελώς αόριστο ως προς τις υφιστάμενες τότε οικονομικές διαφορές των διαδίκων, ο δε μηνυτής, όπως ισχυρίσθηκε σχεδόν αμέσως μετά την υπογραφή του συμφωνητικού, είχε υπολάβει πεπλανημένα ότι επρόκειτο να του επιστραφούν επιταγές που κρατούσε ο κατηγορούμενος, καθώς και οι επί πλέον τόκοι που είχε καταβάλει για το επίδικο δάνειο. Εξάλλου, όπως δεν αμφισβητείται από τον κατηγορούμενο, μετά τη χορήγηση του επίδικου δανείου και δη εντός του έτους 2002 ο μηνυτής είχε λάβει και άλλο δάνειο από τον κατηγορούμενο ύψους 10.000.000 δρχ., το δε ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο δηλώνουν ότι επιλύουν όλες τις μεταξύ των υφιστάμενες εκκρεμότητες, αναφέρεται σε οικονομικές διαφορές που προέκυψαν από την εμπορική τους συναλλαγή σχετικά με την αγορά αγροτικών προϊόντων και όχι σε δάνεια. Επομένως, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι με το συμφωνητικό αυτό και τις περιεχόμενες σε αυτό δηλώσεις του μηνυτή περί επίλυσης των μεταξύ των διαφορών επήλθε λόγος άρσεως του αξιοποίνου λόγω έμπρακτης μετάνοιας δεν είναι βάσιμος αφού δεν προκύπτει ότι επήλθε και μάλιστα πλήρης ικανοποίηση του παθόντος έστω και μετά την υποβολή της μηνύσεως. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο, δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα α)ενώ δέχεται ότι για την εξόφληση του ληφθέντος από τον μηνυτή δανείου ύψους 8.000.000 δρχ. (=23.478 ευρώ) κατέβαλλε αυτός 600.000 δρχ., (=1760,82 ευρώ) κάθε 15η ημέρα του μηνός αρχής γενομένης από του μηνός Δεκεμβρίου του 1999 εν τούτοις δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλομένη απόφαση, γιατί απαιτείται γι΄ αυτή την εξόφληση, να καταβάλλεται το ως άνω μηνιαίο ποσό έως του Αυγούστου του 2002 ήτοι επί 32 μήνες ενώ απαιτούντο προς τούτο 13,3 μήνες. Β) Ενώ δέχεται ότι ο κατηγορούμενος και ο μηνυτής δεν είχαν εμπορικές συναλλαγές (με αγροτικά προϊόντα) "καμία τέτοια συναλλαγή δεν υπήρξε μεταξύ τους, αντικρούοντας σχετικό ισχυρισμό του κατηγορουμένου, εν τούτοις στη συνέχεια του σκεπτικού γίνεται δεκτό ότι το ιδιωτικό συμφωνητικό (από 29-3-2003) με το οποίο δηλώνουν ότι επιλύουν όλες τις μεταξύ τους υφιστάμενες εκκρεμότητες, αναφέρεται σε οικονομικές διαφορές που προέκυψαν από την εμπορική τους συναλλαγή σχετικά με την αγορά αγροτικών προϊόντων". Έτσι όμως υπάρχει ασάφεια και ως προς τον χρόνο εξοφλήσεως του κεφαλαίου του ληφθέντος από το μηνυτή δανείου των 8.000.000 δρχ. (=23.478 ευρώ) που επιτείνεται με την παραδοχή ότι εντός του έτους 2002 ο μηνυτής είχε λάβει και άλλο δάνειο από τον κατηγορούμενο ύψους 10.000.000 δρχ. (άνευ καμίας περαιτέρω, αναφοράς περί των όρων εξοφλήσεως του), αλλά και αντίφαση ως προς τυχόν υπάρχουσες ή μη εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των ανωτέρω προσώπων. Κατά συνέπεια πρέπει, αφού γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός με την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πρώτος λόγος της αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση (άρθρ. 519 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Αναιρεί την υπ΄ αριθμ. 595/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαΐου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ