Αριθμός 1433/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση - Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαϊου 2007, με τη παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Αθανασίου Σταύρη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7099/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Νοεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 4/2007. Αφού άκουσε την πληρεξουσία του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την προσβαλλόμενη απόφαση ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για σωματικές βλάβες από αμέλεια κατά συρροήν σε συνολική ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών και τεσσάρων (4) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Κατά το άρθρο 32 παρ. 1 Κ.Π.Δ. καμία απόφαση του ποινικού δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση ή σε συμβούλιο δε έχει κύρος, αν δεν ακουσθεί προηγουμένως ο εισαγγελέας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 138 παρ. 2 Κ.Π.Δ., πριν από κάθε απόφαση ή διάταξη του δικαστή που εκδίδεται κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, παίρνουν το λόγο ο εισαγγελέας και οι παρόντες διάδικοι. Τέλος, κατά την παράγρ. 3 του αυτού ως άνω άρθρ. 138, η παράβαση της παρ. 2 αυτού συνεπάγεται την ακυρότητα της απόφασης. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν στον εισαγγελέα δεν δοθεί ο λόγος και ως εκ τούτου δεν διατυπώσει αυτός πρόταση πριν από την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου, με την οποία απορρίπτεται αίτημα του κατηγορουμένου, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, δημιουργούσα λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και 171 παρ. 1 εδ. β' Κ.Π.Δ., που λαμβάνεται υπ' όψη και αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 511 Κ.Π.Δ. Όμως, η επί ποινή απόλυτης ακυρότητας υποχρέωση να ακουσθεί ο εισαγγελέας πριν από κάθε απόφαση ποινικού δικαστηρίου, δεν επιβάλλει και την αναλυτική ανάπτυξη των απόψεών του σε κάθε ειδικότερο θέμα της ερευνώμενης υπόθεσης, εφόσον με το προτεινόμενο αποτέλεσμα αντιμετωπίζεται έμμεσα το ζήτημα που προέκυψε. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 1α Π.Κ., αν κάποιος καταδικασθεί σε ποινή φυλακίσεως μεγαλύτερη των δύο και μέχρι τριών ετών και συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 99, το δικαστήριο μπορεί με την απόφασή του να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για διάστημα από τρία έως πέντε έτη. Από τη διατύπωση της διάταξης αυτής προκύπτει ότι, αφενός μεν για ποινή μεγαλύτερη των τριών ετών δεν προβλέπεται αναστολή εκτελέσεως, αφετέρου δε ότι, ως ποινή, της οποίας μπορεί να ανασταλεί η εκτέλεση, νοείται επί συρρεόντων εγκλημάτων η συνολική, διότι η ποινή αυτή, μέσω της οποίας εκτελούνται και οι προσμετρούμενες ποινές, οι οποίες, παρά τη διατήρηση της αυτοτέλειάς τους, δεν είναι δεκτικές αυτοτελούς εκτελέσεως, είναι εκείνη που επιβάλλεται τελικά και αυτής μόνο την αναστολή μπορεί να αποφασίσει το Δικαστήριο, αν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας δόθηκε ο λόγος στη συνήγορο του κατηγορουμένου, η οποία αορίστως υπέβαλε το αίτημα της αναστολής ή μετατροπής της ποινής. Στη συνέχεια, μετά την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου, αφού προηγουμένως αναγνώσθηκε το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, δόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα περί της επιβλητέας ποινής, ο οποίος παράλληλα με αυτήν (ποινή) πρότεινε τη μετατροπή της, ενώ ακολούθως, η συνήγορος του κατηγορουμένου επανέλαβε το αρχικώς υποβληθέν αίτημα της αναστολής αυτής. Ακολούθως το Δικαστήριο επέβαλε την προδιαληφθείσα συνολική ποινή, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική τοιαύτη προς 4,40 ευρώ ημερησίως, ενώ παράλληλα αιτιολογημένως απέρριψε το αίτημα της αναστολής, αν και δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η συνολική ποινή υπερέβαινε τα 3 έτη. Έτσι, αφού ο εισαγγελέας πρότεινε περί της επιβλητέας ποινής και ταυτοχρόνως τη μετατροπή της, περιλαμβάνεται στην πρότασή του αυτή, έμμεσα μεν, αλλά σαφώς και πρότασή του για απόρριψη του σχετικού αιτήματος περί αναστολής της ποινής. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, είναι αβάσιμος και ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 2 Κ.Π.Δ., το δελτίο Ποινικού Μητρώου επισυνάπτεται υποχρεωτικά με ευθύνη του αρμόδιου γραμματέα σε κάθε δικογραφία για εγκλήματα αρμοδιότητας τριμελούς πλημμελειοδικείου και άνω, μέσα σε σφραγιστό αδιαφανή φάκελλο, ο οποίος αποσφραγίζεται μόνο μετά την απαγγελία της περί ενοχής απόφασης του δικαστηρίου, γενομένης ειδικής μνείας στα πρακτικά. Σε περίπτωση ασκήσεως εφέσεως κατά της καταδικαστικής αποφάσεως, το δελτίο ποινικού μητρώου σφραγίζεται και πάλι με ευθύνη του γραμματέα της έδρας του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου, σε αδιαφανή φάκελλο, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των του προηγουμένου εδαφίου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' Κ.Π.Δ., επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου κώδικα, η παραβίαση των διατάξεων που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η απαγόρευση πρόσβασης στο περιεχόμενο του δελτίου Ποινικού Μητρώου μέχρι την κήρυξη του κατηγορουμένου ως ενόχου, αποσκοπεί στο σχηματισμό καθαρής δικαστικής πεποίθησης που θα στηρίζεται στα αποδεικτικά στοιχεία της συγκεκριμένης υπόθεσης και εντάσσεται στις διατάξεις που προστατεύουν τον κατηγορούμενο στην άσκηση των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων με την αποφυγή της αποδεικτικής αξιοποίησης σε βάρος του προηγούμενων καταδικαστικών αποφάσεων, έτσι, ώστε, η παραβίαση της ανωτέρω διάταξης του άρθρ. 577 παρ. 2 Κ.Π.Δ., με την αποσφράγιση και ανάγνωση του δελτίου Ποινικού Μητρώου πριν από την περί ενοχής απόφαση του δικαστηρίου, να συνεπάγεται κατ' αρχήν απόλυτη ακυρότητα. Η απαγόρευση όμως του άρθρ. 577 παρ. 2 Κ.Π.Δ., δεν εμποδίζει τον κατηγορούμενο να ζητήσει ο ίδιος την ανάγνωση του δελτίου ποινικού μητρώου, προκειμένου να αξιοποιήσει υπέρ αυτού την ανυπαρξία προηγούμενων καταδικών του, όπως, για να ζητήσει την αναγνώριση ελαφρυντικής περίστασης, αφού στην περίπτωση αυτή, που ο ίδιος επιθυμεί να γνωστοποιηθεί το περιεχόμενο του ποινικού του μητρώου, η προστατευτική για την υπεράσπισή του λειτουργία της διάταξης κάμπτεται. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου εγγράφων, που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εξ αιτίας της οποίας ιδρύεται, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και την επί της ενοχής του κατηγορουμένου πρόταση του εισαγγελέως, η συνήγορος υπεράσπισής του, υπέβαλε τα αιτήματα της μετατροπής της ποινής σε χρηματική και της αναγνώρισης του ελαφρυντικού του πρότερου έντιμου βίου. Επομένως, η διακρίβωση της βασιμότητας των αιτημάτων του τούτων δεν μπορούσε να γίνει χωρίς την ανάγνωση του Ποινικού Μητρώου του κατηγορουμένου, η οποία έλαβε χώρα μετά την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου και κατά το στάδιο της επιβολής της ποινής, μόνο για την αναγνώριση ή μη της αιτούμενης ελαφρυντικής περίστασης από αυτόν, όπως ο ίδιος ζήτησε και δεν αξιολογήθηκε για την ενοχή του, όπως αυτός ισχυρίζεται. Επομένως, δεν παραβιάσθηκαν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα και κατά συνέπεια, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα. Αλλά και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί ότι το ποινικό μητρώον λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο χωρίς να αναγνωσθεί, η μή ανάγνωσή του δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, διότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν λήφθηκε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεως του Δικαστηρίου σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, αλλά σε σχέση με την αναγνώριση ή μη στο πρόσωπό του της αιτηθείσας ελαφρυντικής περιστάσεως του πρότερου έντιμου βίου. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, είναι αβάσιμος και, ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί και συνακολούθως, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση και η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 27 Νοεμβρίου 2006 αίτηση του ..... για αναίρεση της υπ' αριθ. 7099/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 27 Ιουνίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ