Αριθμός 24/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζαχαρία Σαλούστρο, για αναίρεση της 2100/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαρτίου 2005 αίτηση, καθώς και στους από 20 Σεπτεμβρίου 2006 προσθέτους λόγους της, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 745/2005. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Από το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι απόλυτη ακυρότητα της διαδικασία προκαλείται αν δεν τηρηθούν, μεταξύ άλλων, οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 340 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύει, όταν ο κατηγορούμενος, κατά τη συζήτηση έφεσής του κατά καταδικαστικής γι' αυτόν απόφασης, εκπροσωπείται από το συνήγορό του που έχει ειδική προς τούτο εντολή, η εκπροσώπησή του αυτή δεν περιλαμβάνει και την κατά το άρθρο 366 του ίδιου Κώδικα απολογία του, η οποία είναι πάντοτε προφορική και άμεση, δίδεται δε από τον ίδιο και όχι από το συνήγορο που τον εκπροσωπεί. Ο τελευταίος, από την δυνατότητα που του παρέχει ο νόμος να εκπροσωπεί τον κατηγορούμενο, δεν αποκτά ταυτόχρονα την ιδιότητα και δικονομική θέση του κατηγορουμένου και συνεπώς δεν μπορεί να απολογηθεί γι' αυτόν και να απαντά στις τυχόν υποβαλλόμενες από το δικαστήριο, αντί γι'αυτόν, ερωτήσεις. Επομένως, εφόσον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο διευθύνων τη συζήτηση, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα επί της ενοχής της κατηγορουμένης, την οποία εκπροσωπούσε ο συνήγορος αυτής, έδωσε το λόγο στον συνήγορό της, ο οποίος και ανέπτυξε την υπεράσπισή της, χωρίς προηγουμένως να τον καλέσει να απολογηθεί για λογαριασμό του εντολέα του, στη συνέχεια δε, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα επί της ποινής, έδωσε τελευταία το λόγο στον συνήγορο ο οποίος ζήτησε την επιβολή του ελάχιστου της ποινής που έπρεπε να επιβληθεί σ' αυτήν, ουδεμία επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία να δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης. Συνεπώς, ο μόνος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως είναι αβάσιμος. ΙΙ.- ΄Ελλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ. ΚΠοινΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την διαδικασία, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. (Ολ.ΑΠ 1/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τους εμπρόθεσμα ασκηθέντες πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία κηρύχθηκε ένοχη ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δέκα πέντε (15) μηνών η οποία ανεστάλη επί τριετία. Αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της ειδικής κατά το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ αιτιολογίας που καθιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ αναιρετικό λόγο. Η τελευταία, με μνεία κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσης περί της ενοχής της κατηγορουμένης δέχθηκε τα ακόλουθα "... Στις 18-2-1999, η κατηγορούμενη οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εκινείτο με αυτό επί της οδού Οινόης, κατευθυνόμενη προς τη Βούλα. Η οδός Οινόης διασταυρώνεται με την οδό Ελευθερίας. Στη διασταύρωση αυτή, η κατηγορουμένη δεν παραχώρησε προτεραιότητα στον οδηγό του αυτοκινήτου που εκινείτο από δεξιά της, επί της οδού Ελευθερίας, ούτε ανέκοψε ενόψει διασταυρώσεως ταχύτητα, με αποτέλεσμα το δεύτερο αυτό αυτοκίνητο με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του να επιπέσει επί της δεξιάς πλευράς του αυτοκινήτου της κατηγορουμένης. Η κατηγορουμένη από τη σύγκρουση έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου της, το οποίο έτσι εκτράπηκε στην εμπρόσθια αριστερά απέναντι γωνία του πεζοδρομίου επί του οποίου βρισκόταν ο πεζός ..... τον οποίο τραυμάτισε θανασίμως. Το αποτέλεσμα αυτό το οποίο δεν προείδε, οφείλεται στην έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατ' αντικειμενική κρίση, ως μέσος συνετός οδηγός, την κοινή πείρα και τη λογική και μπορούσε να καταβάλλει και εκ της οποίας δεν μείωσε την ταχύτητα του οχήματός της ενόψει της διασταυρώσεως, δεν αντιλήφθηκε το δεύτερο όχημα που εκινείτο επί της οδού Ελευθερίας και δεν παραχώρησε σ' αυτό την προτεραιότητα που είχε, αφού η κυκλοφορία στο σημείο εκείνο δεν ρυθμίζεται με σήμανση. Ο παθών έπαθε κακώσεις κεφαλής και αυχένος από τα οποία προήλθε ο θάνατος. Επομένως η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη...". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο στο σκεπτικό της αποφάσεώς του, που συμπληρώνεται με το διατακτικό, με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού σ' αυτή εκτίθενται με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή της κατηγορουμένης και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 28 και 302 του ΠΚ τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, εκτίθενται στην απόφαση τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά για την εξ υποκειμένου θεμελίωση κατά το νόμο της μη συνειδητής αμέλειας της κατηγορουμένης, αφού διαλαμβάνεται ότι αυτή οδηγούσε χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή της και να μειώσει την ταχύτητά της ενόψει διασταυρώσεως και χωρίς να παραχωρήσει την προτεραιότητα στο εκ δεξιών της κινούμενο επί της διασταυρώσεως όχημα και δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται σ' αυτήν, για την πληρότητα της αιτιολογίας, ότι πέραν της απώλειας του ελέγχου του αυτοκινήτου της από την εις αυτό πρόσκρουση του άλλου αυτοκινήτου, μπορούσε αυτή να προβλέψει ως επακόλουθο την εκτροπή του αυτοκινήτου της στο πεζοδρόμιο και την πρόσπτωση επί του πεζού που θανάσιμα τραυματίστηκε. Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας δεν υποχρεούται να απαντήσει και επί πλέον να διαλάβει την απαιτούμενη από τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, που προτείνονται σ' αυτό, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, αν αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με συγκεκριμένη αναφορά των πραγματικών περιστατικών που τους θεμελιώνουν. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, η αναιρεσείουσα ζήτησε δια του συνηγόρου της να της αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2α και ε΄ του ΠΚ επικαλέσθηκε δε ότι ".. κατηγορούμαι για πράξη που δήθεν τέλεσα το 1999 σε ηλικία 49 ετών. Μέχρι τότε είχα ζήσει άψογη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή.... όπως προκύπτει και από το γεγονός ότι έχω λευκό ποινικό μητρώο. Το ίδιο και μετά την τέλεση της αποδιδόμενης σε εμένα πράξεως, από την τέλεση της οποίας έχουν παρέλθει ήδη 6 έτη...". Όμως, η επίκληση των ανωτέρω ελαφρυντικών περιστάσεων δεν είναι ορισμένη και σαφής με μόνη την επίκληση των όρων του νόμου και δίχως τη μνεία των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν τους εν λόγω αυτοτελείς ισχυρισμούς και το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη των εν λόγων ισχυρισμών. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, τόσο κατά το σκέλος του που πλήττει την κύρια αιτιολογία της αποφάσεως όσο και κατά το σκέλος της απόρριψης του ισχυρισμού περί της συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων είναι αβάσιμος. Μετά απ' αυτά, πρέπει, να απορριφθεί η αναίρεση και καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29-3-2005 αίτηση της ....., για αναίρεση της 2.100/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και, Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα, τα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2006. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ