Αριθμός 1624/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "C. S. Ε. Κ. Π. Τ. Κ. Ε. Ζ. Α. Ε." και το διακριτικό τίτλο "C. S. Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη, που ανακάλεσε την από 9/3/2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ε. με την επωνυμία «Ε. U. H. Α. Ε. Κ. Β. Ε. Α., Κ., Τ.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Α. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Κωνσταντινίδη που ανακάλεσε την από 31/3/2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4754/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 308/2021 του Τριμελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/10/2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 18-10-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία 308/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ..., η οποία απέρριψε κατ'ουσίαν την από 12-3-2019 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 4754/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., το οποίο είχε απορρίψει την από 20-12-2017 αγωγή περί προστασίας της ενάγουσας, με τις αιτούμενες πράξεις και παραλείψεις της εναγομένης, λόγω παραβίασης εκ μέρους της τελευταίας της νομοθεσίας περί ελεύθερου ανταγωνισμού, της καταχρηστικής εκμετάλλευσης της δεσπόζουσας θέσης της, της διάδοσης δυσφημιστικών ισχυρισμών, και με επιδίκαση, συνεπεία της αδικοπρακτικής της ευθύνης, χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης της ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας εξ αιτίας της προσβολής της εμπορικής της πίστης και της επαγγελματικής της φήμης. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 3 Β' εδ.δ', 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ). Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 του ίδιου Κώδικα). Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β' , 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας (ΑΠ 29/2021, ΑΠ 46/2020, ΑΠ 983/2019, ΑΠ 866/2017, ΑΠ 1979/2017). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 71 AK: "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον". Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό και με αυτές των διατάξεων των άρθρων 65 παρ.1 και 67 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες, αντίστοιχα, "το νομικό πρόσωπο διοικείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα" και "όποιος έχει τη διοίκηση νομικού προσώπου, φροντίζει τις υποθέσεις του και το αντιπροσωπεύει δικαστικά και εξώδικα.,.", συνάγεται ότι α)οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικώς αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούληση τους (Α.Π.78/2022, Α.Π. 641/2011), β) εφόσον το διοικούν και εκπροσωπούν το νομικό πρόσωπο όργανο, παραβιάσει υπαιτίως με πράξη ή παράλειψη κανόνα που επιβάλλει επιταγή ή απαγόρευση στο νομικό πρόσωπο, τότε ευθύνεται και αυτό προσωπικά από αδικοπραξία. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στο μεν εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βασίμου, κατά το νόμο, της αγωγής. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψη της ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π.48/2022, Α.Π. 1427/2017, Α.Π. 536/2011). Από τις ανωτέρω διατάξεις, προκύπτει ότι για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας του εναγομένου, αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που κατά το νόμο θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά του τελευταίου, η πρόκληση από την εν λόγω συμπεριφορά ζημίας, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη ζημία του ενάγοντος, και, τέλος η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας, επιτρέποντας στο μεν δικαστήριο να εκτιμήσει τη νομική βασιμότητα του καταγόμενου προς κρίση δικαιώματος αποζημίωσης, στον δε ζημιώσαντα εναγόμενο την δυνατότητα ανταπόδειξης (ΑΠ 32/2021, ΑΠ 46/2020, ΑΠ 603/2019, ΑΠ 1145/2018, ΑΠ 93/2016). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ, ιδρύονται λόγοι αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθώς και αν παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ15/2000, ΟλΑΠ 1573/1981). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι εκτίθενται με επάρκεια ή παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 487/2020, ΑΠ 753/2020, ΑΠ 803/2019). Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζομένη στο νόμο την αγωγή (ΟλΑΠ18/1998). Με τον πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η, από το 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο απέρριψε (κήρυξε) ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης εναγομένης, με αίτημα την επιδίκαση- εις ολόκληρον με την πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία την οποία νομίμως εκπροσωπεί- χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης της ενάγουσας, εκ της τελεσθείσας σε βάρος της αδικοπραξίας (λόγω παραβίασης της νομοθεσίας περί ελεύθερου ανταγωνισμού, της καταχρηστικής εκμετάλλευσης της δεσπόζουσας θέσης, της πρώτης εναγομένης και της διάδοσης δυσφημιστικών ισχυρισμών για την ενάγουσα ανώνυμη εταιρία και τον Πρόεδρό της), δεχθείσα, εσφαλμένως αοριστία, απορρέουσα από την έλλειψη εξειδίκευσης των θεμελιωτικών της επικαλουμένης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της δεύτερης αναιρεσίβλητης, πραγματικών περιστατικών, παρόλο που από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου προέκυπτε ότι διαλαμβάνονταν σ' αυτό όλα τα ανωτέρω απαιτούμενα, κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, 914, 919, 920 ΑΚ, για το ορισμένο αυτού (δικογράφου) στοιχεία. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση του ενδίκου από 20-12-2017 αγωγικού δικογράφου προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα-ενάγουσα εξέθετε σ' αυτό ότι τις περιγραφόμενες αναλυτικά παράνομες πράξεις, ως αντίθετες στη νομοθεσία περί ελεύθερου ανταγωνισμού (ν.146/1914) και κατά καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης της πρώτης εναγομένης (ν.3959/2011), στα χρηστά ήθη, και με διάδοση δυσφημιστικών ισχυρισμών εις βάρος της ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας και του Προέδρου της, από τις οποίες υπέστη η τελευταία ηθική βλάβη, αφού θίχτηκε το επαγγελματικό της μέλλον και η εμπορική της φήμη, τις τέλεσαν εις βάρος της (ενάγουσας) υπαιτίως στελέχη και συνεργάτες της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας, η οποία εκπροσωπείται νομίμως από την δεύτερη εναγομένη, και κατόπιν τούτων η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες (πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρία και δεύτερη εναγομένη ατομικά), εις ολόκληρον η κάθε μία να της καταβάλουν, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής της βλάβης το ποσό των 700.000 ευρώ. Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, έκρινε την αγωγή με το ανωτέρω περιεχόμενο αόριστη, λόγω μη παράθεσης πραγματικών περιστατικών θεμελιωτικών της επικαλουμένης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της δεύτερης αναιρεσίβλητης, και απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας-ενάγουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει όμοια και είχε απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της δεύτερης εναγομένης, ατομικά. Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δεν υπέπεσε στην αποδιδομένη με τον παραπάνω αναιρετικό, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, λόγο πλημμέλεια, διότι προέβη στην απόρριψη της ένδικης αγωγής λόγω αοριστίας με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή ορθή αιτιολογία ότι η αναιρεσείουσα-ενάγουσα δεν εξέθεσε στο αγωγικό δικόγραφο σαφώς την αδικοπρακτική συμπεριφορά της δεύτερης εναγομένης σε βάρος της ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας, καθόσον δεν διευκρινίζεται εάν η δεύτερη εναγομένη περιλαμβανόταν στα στελέχη της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας τα οποία, κατά τα εκτιθέμενα, προέβησαν υπαιτίως στις επίδικες παράνομες και αθέμιτες πράξεις σε βάρος της ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας και της προκάλεσαν ηθική βλάβη, μόνη δε η αναφορά ότι η δεύτερη εναγομένη είναι η νόμιμη εκπρόσωπος της πρώτης τούτων δεν αρκεί για τη συμπλήρωση του άνω ελλιπούς στοιχείου, που είναι αναγκαίο για τη θεμελίωση της ατομικής αδικοπρακτικής ευθύνης της έναντι της ενάγουσας. Ούτε εξάλλου, ιστορείται στην αγωγή προς θεμελίωση της άνω ευθύνης της δεύτερης εναγομένης, υπαίτια παράλειψη εκ μέρους της να αποτρέψει, με την ιδιότητα του καταστατικού οργάνου και νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης, τα στελέχη και συνεργάτες της τελευταίας από την εν γνώσει της επικείμενη, τέλεση των με υπαιτιότητά τους επιδίκων παράνομων πράξεών τους, προσβλητικών της εμπορικής της φήμης, ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας. Επομένως, ο υπό κρίση λόγος με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι αβάσιμος. Με τον πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η, από το 559 αρ.1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1, 2 ν. 3959/2011, 1 ν.146/1914, 914, 919 του Α.Κ. και με μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ (πρώην 82 και 83 ΣυνθΕΚ) και 9 ε'περ.1 του ν.2251/1994, απέρριψε την έφεσή της κρίνοντας μη νόμιμη την ένδικη αγωγή της ως προς υπό στοιχεία β' και ε' αιτήματά της, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που την απέρριψε κατά τούτο για το λόγο αυτό, ενώ αν ερμήνευε και εφάρμοζε ορθά τις διατάξεις αυτές θα έκρινε νόμιμη την αγωγή και ως προς τα αιτήματα αυτά μετά από παραδοχή της έφεσής της. Από την παραδεκτή επισκόπηση του ενδίκου από 20-12-2017 αγωγικού δικογράφου προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα-ενάγουσα εξέθετε σ' αυτό ότι είναι ανώνυμη εταιρία που ασχολείται, μεταξύ άλλων, με το χονδρικό εμπόριο ειδών διατροφής και κάθε είδους παγωτών, το Μάιο του 2016 ανέλαβε την εισαγωγή, εμπορία και διανομή σε όλη την ελληνική επικράτεια των παγωτών με το σήμα ..., τα οποία μέχρι τότε αντιπροσώπευε η εταιρία ..., με μερίδιο αγοράς το έτος 2016 ποσοστού 1,5% το οποίο ανήλθε το επόμενο έτος, το 2017, αυξήθηκε σε 4%, ότι Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της (ενάγουσας) διευθύνων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος αυτής είναι ο Γ. Γ. του Ι., στον όμιλο του οποίου ανήκουν και άλλες εταιρίες, όπως η εταιρία "Γ. L. Α.", που είναι η κυρίαρχη επιχείρηση στον όμιλο αυτό, ότι η πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, η οποία είναι θυγατρική της πολυεθνικής εταιρείας U., δραστηριοποιείται στην Ελλάδα εμπορεύεται και διανέμει σε όλη την επικράτεια παγωτά με τα σήματα A., Ε. και B. and J., κατέχει δε στην αγορά παγωτού πανελληνίως σε όλα τα είδη παγωτού, ιδίως στα παγωτά της λεγόμενης παραδοσιακής αγοράς (παγωτά σε ατομική συσκευασία), υπερέχουσα θέση έναντι των ανταγωνιστών της με πολύ υψηλά μερίδια αγοράς, ανερχόμενα το έτος 2016 σε ποσοστό 50,1% και το επόμενο έτος, 2017, μειώθηκε σε 46% και ότι η δεύτερη εναγόμενη, Α. Α. είναι Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνουσα Σύμβουλος της πρώτης εναγομένης. Ότι, από το καλοκαίρι του 2016, η πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρία επιδόθηκε σε έναν πόλεμο εναντίον της ενάγουσας, με σκοπό να παρεμποδίσει την ανάπτυξή της και να την εκτοπίσει από την αγορά παγωτού, με αθέμιτες και παράνομες ενέργειες σε βάρος της ενάγουσας, οι οποίες συνεχίστηκαν και το καλοκαίρι του 2017. Ειδικότερα, η πρώτη εναγόμενη, εκμεταλλευόμενη την υπερέχουσα θέση της στην αγορά, επιδίδεται σε πρακτικές παρεμπόδισης της ενάγουσας από τη σύναψη συναλλακτικών σχέσεων με πελάτες - λιανέμπορους στο χώρο του παγωτού είτε με απειλές προς αυτούς, που είναι ήδη πελάτες της πρώτης εναγόμενης, ότι θα διακόψει τη συνεργασία μαζί τους στην περίπτωση που αγοράσουν και τοποθετήσουν στα ψυγεία της εναγόμενης, που αυτή τους έχει παραχωρήσει με σύμβαση χρησιδανείου για την τοποθέτηση και εμπορία των παγωτών A. και Ε. που διαθέτει, παγωτά με το σήμα ... ή στην περίπτωση που τοποθετήσουν [στο κατάστημά τους] δεύτερο ψυγείο ... παράλληλα με το ψυγείο A. της πρώτης εναγόμενης είτε με την απειλή ότι δε θα τους δώσει τις συμφωνηθείσες παροχές -εκπτώσεις είτε μειώνοντας τις ήδη συμφωνηθείσες παροχές, ενώ σε άλλες περιπτώσεις τους έδωσε υψηλότερες παροχές, σε χρήμα ή με τη μορφή εκπτώσεων, για να αποτρέψει τη συνεργασία τους με την ενάγουσα ή τους κατέβαλε την αξία των παγωτών ... που είχαν ήδη αγοράσει και τα απέσυρε από τα ψυγεία της. Επικαλείται δε, ενδεικτικά στην αγωγή, είκοσι περιπτώσεις τέτοιων αθέμιτων πρακτικών, που συνέβησαν κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, σε διάφορους πελάτες-λιανεμπόρους, ιδιοκτήτες περίπτερων ή καταστημάτων λιανικής πώλησης [ψιλικατζίδικων, καφέ -εστιατορίων και άλλων] σε διάφορα μέρη της Ελλάδος. Ότι, με τις περιγραφόμενες στην αγωγή πρακτικές, η πρώτη εναγόμενη πέτυχε να πλήξει οικονομικά την ενάγουσα, διότι οι λιανέμποροι αποτρέπονται από την προμήθεια των ανταγωνιστικών παγωτών που διαθέτει η ενάγουσα και πιέζονται να αγοράζουν παγωτά από την πρώτη εναγομένη. Επίσης, εξέθετε ότι η πρώτη εναγόμενη διέκοψε τη συνεργασία της με όσους διανομείς παγωτού δεν συμμορφώθηκαν με τις υποδείξεις της. Ότι περαιτέρω, η πρώτη εναγόμενη διέδιδε από τον Ιούλιο του 2016, μέσω των στελεχών της, στους λιανοπωλητές, ορισμένοι από τους οποίους αναφέρονται ενδεικτικά στην κρινόμενη αγωγή, ότι η ενάγουσα είναι αφερέγγυα εταιρία και ότι δεν θα υπάρχει στην αγορά του παγωτού το έτος 2017, προκειμένου να κλονίσει την εμπιστοσύνη των παλαιών πελατών είτε να αποτρέψει τη δημιουργία νέων σημείων πώλησης για την ενάγουσα. Επίσης, από τα μέσα Φεβρουάριου 2017 και μετά, στελέχη και συνεργάτες της πρώτης εναγόμενης, επισκεπτόμενοι πελάτες της, διέδιδαν εν γνώσει της αναλήθειας βλαπτικούς για τη φήμη της ενάγουσας ισχυρισμούς και δη ότι ο ιδρυτής και πρόεδρος της ενάγουσας, Γ. Γ., είναι αφερέγγυο πρόσωπο, ότι η ενάγουσα θα εξαφανιστεί από τη αγορά και ότι εταιρία του ομίλου του Προέδρου της ενάγουσας με την επωνυμία "Γ. L. ΑΕ" οφείλει στην πρώτη εναγόμενη δύο εκατομμύρια ευρώ. Ότι, με τις παραπάνω παράνομες και αθέμιτες πράξεις της πρώτης εναγομένης, η ενάγουσα υπέστη σημαντική ηθική βλάβη, αφού περιορίστηκε η ανάπτυξή της και θίχτηκε το μέλλον της και η υπόληψή της στην αγορά, καθώς, χωρίς τις ανωτέρω πράξεις, θα αποκτούσε σημαντικό μερίδιο στην αγορά και θα πραγματοποιούσε σημαντικό τζίρο. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, η ενάγουσα, όπως παραδεκτώς με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου περιόρισε από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό το αίτημα περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ζήτησε : α)....... β) να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη εταιρία να ενημερώσει εγγράφως, με ρήτρα στις συμβάσεις συνεργασίας (συμφωνίες ένταξης) ή με χωριστό έγγραφο τους λιανοπωλητές με τους οποίους συνεργάζεται ή με τους οποίους πρόκειται να συνεργαστεί ότι δικαιούνται να τοποθετούν στα ψυγεία της ανταγωνιστικά παγωτά μέχρι 25% του ωφέλιμου όγκου των ψυγείων ή σε οποιοδήποτε ποσοστό κατά την κρίση του Δικαστηρίου και να παραλείψει κάθε ενέργεια που οδηγεί άμεσα ή έμμεσα στην καταστρατήγηση της υποχρέωσης αυτής, γ)...., δ) ..., ε) να επιτραπεί στην ενάγουσα, για την ενημέρωση των καταναλωτών, να επικολλά στα ψυγεία της εναγόμενης αυτοκόλλητες λωρίδες με τα σήματα και τις ονομασίες των παγωτών της ενάγουσας, που θα καλύπτουν το 1/4 της εξωτερικής επιφάνειας κάθε ψυγείου ή σε οποιοδήποτε ποσοστό κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στην πλευρά και θέση που αποθηκεύονται τα παγωτά της ενάγουσας. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε την αγωγή, ως προς τα ανωτέρω, υπό στοιχ. β' και ε', αιτήματά της, ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι τα ανωτέρω αγωγικά αιτήματα δεν ερείδονται στις διατάξεις των άρθρων 2 του ν.3959/2011, 1 του ν.146/1914, 914 και 919 ΑΚ, που ρυθμίζουν τις περιπτώσεις αθέμιτου ανταγωνισμού, με καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης μίας επιχείρησης και τη στηριζόμενη σε αυτές αδικοπραξία των άρθρων 914 και 919 ΑΚ, και μετά ταύτα απέρριψε την έφεση επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει όμοια ως προς τα άνω αγωγικά αιτήματα. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των ανωτέρω ιστορούμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άνω διατάξεων, διότι δεν πληρούν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δικαιολογούν την απόρριψη των άνω αγωγικών αιτημάτων της αναιρεσείουσας και συνακόλουθα την απόρριψη του σχετικού με αυτά λόγου έφεσης. Ειδικότερα, αναφορικά με το υπό στοιχεία β' αίτημα της αγωγής, οι ανωτέρω διατάξεις, περί προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού και αδικοπραξιών, με επίκληση αθέμιτων και παράνομων πράξεων μεταξύ ανταγωνιστών, όπως εν προκειμένω οι διάδικοι, δεν προβλέπουν ως αξίωση του θιγόμενου ανταγωνιστή-ενάγοντος για την προστασία του, την υποχρέωση του εναγομένου υπαιτίου ανταγωνιστή του, σε θετική ενέργεια και δη στην αιτούμενη καταδίκη δήλωση βουλήσεως σε συναπτόμενες συμβάσεις του με αόριστο αριθμό προσώπων-συνεργατών του, ή σε απευθυντέες προς τους ίδιους μονομερείς δηλώσεις του με το συγκεκριμένο περιεχόμενο, τέτοια δε αξίωση δεν προβλέπεται ούτε και από τις διατάξεις των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ (πρώην 82 και 83 ΣυνθΕΚ), 9 ε'περ.1 του ν.2251/1994, τις οποίες ειδικά επικαλείται ο αναιρεσείων στον υπό κρίση λόγο αναίρεσης, θεωρώντας εσφαλμένως ότι τυγχάνουν αυτές εφαρμογής, και ελλείψει τέτοιας νόμιμης υποχρέωσης (σύναψης συμβάσεων και μονομερών δηλώσεων με το συγκεκριμένο περιεχόμενο προς αόριστο αριθμό προσώπων) δεν υφίσταται αντίστοιχη υποχρέωση παράλειψης κάθε ενέργειας καταστρατήγησής της. Τα ίδια ως άνω ισχύουν και για το υπό στοιχείο ε' αγωγικό αίτημα, διότι, μεταξύ ανταγωνιστών από αθέμιτες υπαίτιες πράξεις ανταγωνισμού για την προστασία του θιγόμενου, από τις ανωτέρω διατάξεις, δεν πηγάζει δικαίωμά του στις αιτούμενες θετικές ενέργειες (της επικόλλησης σημάτων και ονομασιών των παγωτών) προς αόριστο αριθμό προσώπων-συνεργατών του υπαίτιου ανταγωνιστή. Σημειώνεται ότι οι ανωτέρω ειδικότερα επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα διατάξεις, οι μεν των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ εφαρμόζονται στην περίπτωση της δυνατότητας επίδρασης των αθέμιτων ανταγωνιστικών ενεργειών στο εμπόριο μεταξύ των κρατών- μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι δε του άρθρου 9 ε'περ.1 του ν.2251/1994 εφαρμόζονται στην περίπτωση προστασίας των καταναλωτών από προμηθευτή, τέτοια δε περίπτωση δεν είναι η προκείμενη, καθόσον πρόκειται περί διαφοράς μεταξύ ανταγωνιστών στην εγχώρια αγορά. Επομένως ο παραπάνω πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, εκ του αριθμ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αρ.11α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται μεν σ` αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ.ΑΠ 2/2008). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64 παρ. 2, 339, 409 παρ. 1 και 2, 410 και 415 έως 420 ΚΠολΔ και 61, 65, 67 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι` αυτό να έχει (καταρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για την ταυτότητα του λόγου, ο αντιπρόσωπος ανίκανου φυσικού προσώπου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διάδικου νομικού προσώπου ή το μέλος της διοίκησης αυτού. Τούτο συνάγεται, κυρίως, από το ως άνω άρθρο 415 ΚΠολΔ που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των εκ των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοίκησής τους. Η εξέταση, όμως, αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ίδιο (επώνυμο) αποδεικτικό μέσο, επιτρεπόμενο όταν τα πραγματικά γεγονότα δεν αποδείχθηκαν καθόλου ή αποδείχθηκαν ατελώς από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Υπό την αντίθετη εκδοχή θα ήταν δυνατόν να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στην συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοίκησης διάδικου νομικού προσώπου, λύση προδήλως άτοπη (Ολ.ΑΠ 1328/1977, Α.Π.1389/2021, Α.Π.76/2021, Α.Π. 717/2020, Α.Π. 1274/2019). Κατά συνέπεια, η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο (Α.Π.887/2022, Α.Π.1389/2021, Α.Π. 717/2020, Α.Π. 1192/2018, Α.Π. 1325/2017, Α.Π. 397/2016, Α.Π. 1080/2015). Τα ανωτέρω, για την ταυτότητα του λόγου, ισχύουν και επί ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου κατά το άρθρο 671 παρ. 1 ΚΠολΔ, με τις οποίες ο ενόρκως βεβαιών τρίτος καταθέτει ότι γνωρίζει για τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά. Άρα ένορκη βεβαίωση ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου του ιδίου του διαδίκου ή του νόμιμου εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο. Η έννομη αυτή συνέπεια προϋποθέτει την ύπαρξη της ιδιότητας του διαδίκου φυσικού προσώπου ή του εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου κατά το χρόνο της ένορκης βεβαίωσης, που αποτελεί και τον κρίσιμο χρόνο για τον χαρακτηρισμό της ένορκης βεβαίωσης (ή κατάθεσης) ως ανυπόστατης. Επομένως, η από το δικαστήριο λήψη υπόψη αυτών θεμελιώνει τον από τον αριθ. 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠοΛΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, άσχετα αν προηγουμένως προβληθεί ή όχι σχετική εναντίωση του αντιδίκου αυτού που τα προσκομίζει, αφού πρόκειται για ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (Α.Π.887/2022, Α.Π.1389/2021,Α.Π. 894/2021, ΑΠ 717/2020, ΑΠ 2076/2017). Εξάλλου, με τις διατάξεις του ν. 2190/20, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το ν. 3604/2007, ρυθμίζονται τα θέματα της οργανικής εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρείας και ορίζεται, με το άρθρο 18 παρ. 1, ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας, ενεργώντας συλλογικά, την εκπροσωπεί δικαστικώς και εξωδίκως. Κατά το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. α' του ίδιου νόμου, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 ν.δ. 4237/1962, το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση της εταιρείας, στη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά στην επίτευξη του σκοπού της, ενώ κατά την παρ. 3 εδ. α' του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 3 ν. 3604/2007, επιτρέπεται το καταστατικό να ορίζει θέματα για τα οποία το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αναθέτει τις εξουσίες του διαχειρίσεως και εκπροσωπήσεως σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή μη. Από τις διατάξεις αυτές, που είναι αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67, 68 και 70 Α.Κ., προκύπτει ότι το διοικητικό συμβούλιο αποτελεί το όργανο που διοικεί και εκπροσωπεί την ανώνυμη εταιρεία και διαχειρίζεται όλες τις υποθέσεις της, μη όντας απέναντι στην εταιρεία πρόσωπο διαφορετικό από αυτή αλλά όργανό της. Το δικαίωμα αυτό της οργανικής εκπροσωπήσεως της ανώνυμης εταιρείας και διαχειρίσεως της περιουσίας της επιτρέπεται κατά τις πιο πάνω διατάξεις να ανατεθεί εν όλω ή εν μέρει με το καταστατικό σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα. Στην περίπτωση αυτή το μέλος του συμβουλίου ή ο τρίτος, στον οποίο μεταβιβάσθηκε η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου, είναι υποκατάστατο αυτού και ενεργεί ως όργανο εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της εταιρείας που εκφράζει πρωτογενώς τη βούλησή της, αντλώντας την εξουσία του από το νόμο και το καταστατικό. Για το λόγο αυτό ο δεσμός του με την εταιρεία είναι ίδιος με το δεσμό του διοικητικού συμβουλίου με αυτήν και εντελώς διαφορετικός από εκείνο μεταξύ εντολέως και εντολοδόχου (Α.Π.887/2022, Α.Π.1389/2021, Α.Π. 69/2021, Α.Π. 1085/2019, Α.Π. 541/2018, Α.Π. 472/2016, Α.Π. 1827/2012). Η υποκατάσταση αυτή στις εξουσίες του Δ.Σ. διαφέρει από τις σχέσεις της πληρεξουσιότητας και εντολής που προβλέπονται στα άρθρα 216 επ. και 713 επ. Α.Κ., καθόσον τόσον ο πληρεξούσιος, όσο και ο εντολοδόχος δεν αποτελούν όργανα που εκφράζουν τη βούληση του νομικού προσώπου της εταιρείας, αλλά ενεργούν, ως αντιπρόσωποι, πράξεις που αποφασίστηκαν από το διοικητικό συμβούλιο ή το υποκατάστατο όργανο (Α.Π.887/2022, Α.Π. 1389/2021, Α.Π. 1171/2019, Α.Π. 1085/2019, Α.Π. 148/2013). Σύμφωνα με τα παραπάνω, τα υποκατάστατα όργανα, ανεξαρτήτως αν προέρχονται από το διοικητικό συμβούλιο ή όχι εξομοιώνονται από κάθε άποψη αρμοδιοτήτων, εξουσιών και ευθύνης και, συνεπώς, δεν μπορεί να είναι μάρτυρας ή να βεβαιώνει ενόρκως ο τρίτος, υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας, αφού ενεργεί και εκπροσωπεί την εταιρεία ως όργανο αυτής, ασχέτως αν ενεργεί ατομικά ή από κοινού με άλλα μέλη του διοικητικού συμβουλίου. Συνεπώς, επί πλειόνων αντιπροσώπων ή συλλογικής εκπροσώπησης η απαγόρευση μαρτυρίας καταλαμβάνει το σύνολο των ασκούντων την εκπροσώπηση, όπως απορρέει και από την τελολογική ερμηνεία της ως άνω διάταξης, διαφορετικά το μεν ένα πρόσωπο που είναι μέλος του Δ.Σ. μιας ανώνυμης εταιρίας, θα εξετάζεται ως διάδικος, το δε άλλο που εκπροσωπεί από κοινού την τελευταία ως συμπράττων σύμβουλος, που δεν είναι τυπικά μέλος του Δ.Σ. αυτής, να εξετάζεται ως μάρτυρας ή ως ενόρκως βεβαιώσας, πράγμα ασύμβατο με το σκοπό της ανωτέρω διατάξεως (Α.Π.887/2022, Α.Π.1389/2021). Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση, κατά το μέρος που ερεύνησε την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής της, την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., επικαλούμενη ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα την προσκομισθείσα με επίκληση από την ήδη αναιρεσίβλητη υπ' αριθ.12.196/30-3-2018 ένορκη βεβαίωση του Α. Τ., που δόθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου ..., Α..Δ., ο οποίος είχε κατά το χρόνο λήψης της οργανική εκπροσωπευτική εξουσία της εναγομένης ήδη αναιρεσίβλητης. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα ότι η αγωγή είναι ουσιαστικά αβάσιμη κατά το προαναφερόμενο μέρος της, έλαβε υπόψη του την προσκομισθείσα με επίκληση από την ήδη αναιρεσίβλητη την με αριθ.12.196/30-3-2018 ένορκη βεβαίωση του Α. Τ., που δόθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου ..., Α..Δ., κατόπιν νόμιμης κλήτευσης της αντιδίκου της ενάγουσας, (όπως προκύπτει από την με αριθ. 8506Δ/22-3-2018 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου ... Σ. Χ.), παρά το ότι η αναιρεσείουσα, με σχετικό λόγο της εφέσεώς της και με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, ισχυρίσθηκε ότι η άνω ένορκη βεβαίωση δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη, ως ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε ότι ο μάρτυρας Α. Τ. κατά το χρόνο λήψεως της εν λόγω ένορκης βεβαίωσης (30-3-2018) ενεργούσε ως νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης ασκώντας τις από το Δ.Σ. εκχωρηθείσες - μεταβιβασθείσες εκπροσωπευτικές και διαχειριστικές αρμοδιότητες, δηλαδή είχε οργανική εκπροσωπευτική εξουσία. Προς τούτο επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα το υπ' αριθ. πρωτ. 692186/13.12.2016 (σε ορθή επανάληψη της 18.5.2017) έγγραφο του ΓΕΜΗ, στο οποίο είχε καταχωρηθεί το σχετικό από 1-11-2016 πρακτικό του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι η ένορκη αυτή βεβαίωση δεν πάσχει με τις ακόλουθες σκέψεις: ".....Όμως η παραπάνω ένορκη κατάθεση του μάρτυρος Τ., την οποία εκ νέου επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενες και ήδη εφεσίβλητες, δεν πάσχει, αφού αυτός δεν αποτελούσε, κατά το Μάρτιο του έτους 2018, οπότε λήφθηκε η βεβαίωση, όργανο της διοικήσεως της εναγομένης εταιρίας, δεν ήταν δηλαδή μέλος του ΔΣ αυτής, οι δε εξουσίες που του παραχωρούνταν με το από 1.11.2016 πρακτικό του ΔΣ που καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ και προσκομίζει η ενάγουσα, είναι αφενός περιορισμένες, αφορούν σε ενέργειες διαχείρισης και όχι εκπροσώπησης και εν τέλει δεν ασκούνται αυτόνομα αλλά με τη σύμπραξη άλλου προσώπου και δη μέλους του ΔΣ, με αποτέλεσμα ο παραπάνω μάρτυρας να μην θεωρείται εκπρόσωπος της εναγομένης εταιρίας, αφού δεν μπορεί μόνος του και χωρίς τη σύμπραξη μέλους του διοικητικού συμβουλίου-οργάνου της, να εκφράσει τη βούληση του νομικού της προσώπου ούτε απεριορίστως αλλά ούτε και στις απλές πράξεις που του χορηγείται σχετική αρμοδιότητα και επομένως η ένορκη βεβαίωσή του θα ληφθεί υπόψη" και απέρριψε τον σχετικό λόγο της έφεσής της και κατόπιν αυτού το Εφετείο έλαβε υπόψη του και την ως άνω ένορκη βεβαίωση για την μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και την απόρριψη της αγωγής ως αβάσιμης. Από την επιτρεπτή επισκόπηση του υπ' αριθ. πρωτ. 692186/13.12.2016 (σε ορθή επανάληψη της 18.5.2017) εγγράφου του ΓΕΜΗ, το οποίο παραδεκτά προσκομίζει με επίκληση η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι την 13.12.2016 καταχωρίσθηκε στο ΓΕΜΗ το από 1-11-2016 πρακτικό του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με το οποίο "... Γ) κατόπιν των ανωτέρω, το Διοικητικό Συμβούλιο ανασυγκροτήθηκε σε σώμα ως εξής: 1. Α. Α.... Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, 2. ... 3. ... 4. ... 5. ... 6. ... 7. ... 8. ... Δ) ΕΚΠΡΟΣΩΠΗΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ: Μετά από πρόταση της Προέδρου κ. Α., αποφασίζεται ομόφωνα και παμψηφεί από τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου η ανάκληση όλων των μέχρι σήμερα χορηγηθεισών εξουσιοδοτήσεων και η παροχή νέων ως ακολούθως: 1. Στην κ. Α. Α. του Α. υπογράφοντας από κοινού υπό την εταιρική επωνυμία με έναν εκ των κ.κ. ..... ... το Διοικητικό Συμβούλιο μεταβιβάζει όλες ανεξαιρέτως τις εξουσίες του άρθρου 11 του Καταστατικού, πλην της εκποιήσεως ακινήτων και της παροχής εμπραγμάτου ασφαλείας επ' αυτών και αναθέτει σ' αυτούς την ενάσκηση των εξουσιών αυτών απεριορίστως, ούτως ώστε αυτοί να εκπροσωπούν την εταιρία σε όλες τις έννομες σχέσεις και συναλλαγές αυτής μετά παντός φυσικού ή νομικού προσώπου, να συμβάλλονται και να υποχρεώνουν γενικά την Εταιρία, ενεργούντες κάθε ενέργεια και πράξη διοίκησης και διάθεσης της εταιρικής περιουσίας δικαιούμενοι, μεταξύ άλλων, να ενεργούν και τις ακόλουθες πράξεις ενδεικτικά και όχι περιοριστικά αναφερόμενες... 2. Στην κ. Α. Α. ενεργώντας και υπογράφοντας με έναν από τους: ... ....... αναθέτει την ενάσκηση των ιδίων (υπό 1) ως άνω εξουσιών αλλά μόνον μέχρι του ποσού των δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) ευρώ. 3. Στους αναφερόμενους στις παράγρ. 1 και 2 του παρόντος ενεργούντες και υπογράφοντες ανά δύο μεταξύ τους ή με έναν από τους: ... Α. Νικ.Τ.... αναθέτει την ενάσκηση των ιδίων (υπό 1) ως άνω εξουσιών αλλά μόνον μέχρι του ποσού του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) ευρώ. 4. Στους αναφερόμενους στις παράγρ. 1, 2 και 3 του παρόντος ενεργούντες και υπογράφοντες ανά δύο μεταξύ τους ή με έναν από τους: ... αναθέτει την ενάσκηση των ιδίων (υπό 1) ως άνω εξουσιών αλλά μόνον μέχρι του ποσού των τετρακοσίων χιλιάδων (400.000) ευρώ...". Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι με το από 1-11-2016 πρακτικό του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης εταιρίας η οργανική εκπροσώπηση της εταιρίας ανατέθηκε, σύμφωνα με τους ορισμούς του καταστατικού της, συλλογικά σε περισσότερα μέλη του Δ.Σ. αλλά και σε τρίτους, όπως ο Α. Τ., ο οποίος κατά το χρόνο αυτό αλλά και κατά το χρόνο της καταθέσεώς του δεν ήταν μέλος του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης εταιρίας, αλλά εργαζόμενος σ' αυτήν και δη ήταν υπεύθυνος διαχείρισης πωλήσεων παγωτού. Έτσι το εν λόγω πρόσωπο διορίστηκε νομότυπα υποκατάστατο όργανο του Διοικητικού Συμβουλίου, κατ` άρθρα 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του ν. 2190/1920, αφού του ανατέθηκε, από κοινού με τα λοιπά αναφερόμενα πρόσωπα και δη συλλογικά συμπράττοντες, όλες οι εξουσίες του άρθρου 11 του καταστατικού και άρα δεν πρόκειται για πληρεξούσιους ή εντολοδόχους της εταιρίας. Συνεπώς, η ένορκη βεβαίωση του εν λόγω προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη. Ως εκ τούτου, εφόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση και μάλιστα παρά την υποβληθείσα από την αναιρεσείουσα σχετική ένσταση, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Επομένως, ο υπό κρίση τρίτος λόγος της αίτησης αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ως άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το παραπάνω μέρος της, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού που κρίθηκε βάσιμος, παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων, που αφορούν στο ίδιο μέρος της προσβαλλομένης. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το παραπάνω μέρος και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά τούτο στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνους που δίκασαν (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Στη συνέχεια, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου υποβληθέντος και δια της αιτήσεως αναιρέσεως αιτήματός της (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα, ορίζεται, στο διατακτικό. Τέλος κατά το άρθρο 579 ΚΠολΔ αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν. Αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Άρειου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση (Ολ.Α.Π. 11/2007, Ολ.Α.Π.13/2004, Α.Π.985/2015, Α.Π.1530/2006, Α.Π. 981/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τις προτάσεις που κατέθεσε στις 9-3-2023 (πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης), υπέβαλε νομοτύπως και εμπροθέσμως αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, επικαλούμενη ότι η ίδια κατέβαλε, εκουσίως, στην πρώτη αναιρεσίβλητη αντίδικό της το ποσό των 21.000 ευρώ για την επιδικασθείσα σε βάρος της, με την αναιρεθείσα απόφαση, δικαστική δαπάνη, όπως επίσης κατέβαλε και το ποσό των 10.500 ευρώ για την επιδικασθείσα σε βάρος της, με την πρωτόδικη απόφαση, δικαστική δαπάνη. Το αίτημα αυτό είναι νόμω βάσιμο μόνο για το ποσό των 21.000 ευρώ της επιδικασθείσας με την αναιρεθείσα απόφαση δικαστικής δαπάνης σε βάρος της αναιρεσείουσας, είναι δε και ουσιαστικά βάσιμο, αφού αποδεικνύεται ότι το ποσό αυτό καταβλήθηκε για την άνω αιτία από την αναιρεσείουσα στην πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία στις 18-11-2021, σύμφωνα με το προσκομιζόμενο με επίκληση υπ'αριθ. 1006732285/ 18-11-2021 παραστατικό εμβάσματος και πίστωσης στο λογαριασμό της πρώτης αναιρεσίβλητης στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Κατόπιν αυτών πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη η αίτηση της αναιρεσείουσας ως προς την επιδικασθείσα με την αναιρεθείσα απόφαση υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης δικαστική δαπάνη και να διαταχθεί η επιστροφή του ποσού αυτής των 21.000 ευρώ, το οποίο υποχρεούται να καταβάλει η πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία στην αναιρεσείουσα μετά των νομίμων τόκων από το χρόνο επίδοσης της αναιρετικής απόφασης στην πρώτη αναιρεσίβλητη, που αυτή, πλέον, περιέρχεται σε υπερημερία (ΑΚ 340, Ολ.ΑΠ 37/2005, Α.Π. 985/2015, Α.Π. 1370/2012). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 308/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ... κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε για την άσκηση της αναίρεσης. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το παραπάνω αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από Δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή της επιδικασθείσας με την πιο πάνω αναιρεθείσα απόφαση δικαστικής δαπάνης, ποσού είκοσι μιάς χιλιάδων (21.000) ευρώ, το οποίο υποχρεούται να καταβάλει η πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρία στην αναιρεσείουσα, νομιμοτόκως από της επιδόσεως στην πρώτη αναιρεσίβλητη της αναιρετικής αποφάσεως. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ