ΑΡΙΘΜΟΣ 360/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Βασίλειο Λυκούδη και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης .... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Παναγόπουλο, περί αναιρέσεως της 63173/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 255/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του α.ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτόν ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους εις το Υπουργείο Εργασίας υπαγομένους πάσης φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές, προς τους ως άνω Οργανισμούς τιμωρείται... κ.λ.π. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εις αυτόν εργαζομένων με σκοπό απόδοσης στους κατά την παρ. 1 Οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω Οργανισμούς εντός μηνός αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση... κ.λ.π. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 10 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ, μέχρι τέλος του επομένου μηνός από το χρόνο που έχει ορισθεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές οι οποίες βαρύνουν τον ίδιο και συγκεκριμένη οφειλή αυτού από παρακράτηση ασφαλιστικών εισφορών, οι οποίες βαρύνουν τους εργαζόμενους σ' αυτόν, και η μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά στον ασφαλιστικό οργανισμό που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Πρόκειται, δηλαδή, για γνήσια εγκλήματα παραλείψεως, που συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Ο χρόνος τέλεσης της πράξης προκύπτει από τον χρόνο απασχόλησης και απαιτείται να προσδιορίζεται ειδικότερα μόνο όταν ασκεί επιρροή στην παραγραφή (Ολ. ΑΠ 1/1996). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, τέτοια έλλειψη δεν υπάρχει και στην περίπτωση που η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, το οποίο όμως περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 63173/2005 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ' έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, ότι, από τα κατά το είδος τους μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η κατηγορουμένη, ως νόμιμος εκπρόσωπος (εκ προφανούς παραδρομής ανεγράφη και ως μόνη εταίρος) της εταιρείας ΠΥΡΡΑ Εστιατόριο - Μονοπρόσωπη ΕΠΕ που διατηρεί επιχείρηση εστιατορίου, ενώ απασχόλησε εργαζομένους με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας κατά το διάστημα από Μάϊο 2000 έως και Μάϊο 2001, ασφαλισμένους στο ΙΚΑ, με πρόθεση δεν κατέβαλε στο ΙΚΑ τις βαρύνουσες αυτήν ασφαλιστικές εισφορές (εργοδοτικές), ποσού 43.009,83 ευρώ, παρακράτησε δε και δεν απέδωσε στο ΙΚΑ τις ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων (εργατικές), ποσού 21.500,92 ευρώ, αμφότερα τα ποσά ήταν καταβλητέα και αποδοτέα εντός του κάθε επομένου μήνα παροχής της εργασίας, οπότε έγιναν απαιτητά, όπως αναλυτικά στο διατακτικό αναφέρεται. Στην Π.Ε.Ε. 39703 αναγράφονται οι 21 μισθωτοί, με σύνολο αποδοχών δραχμών 50.117.136. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα μη καταβολής α) εργοδοτικών και β) εργατικών εισφορών και της επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης εννέα (9) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία και συνολική χρηματική ποινή τετρακοσίων (400) ευρώ. Με τις παραδοχές του αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με επιτρεπτή συμπλήρωση του αιτιολογικού από το διατακτικό, του οποίου δεν αποτελεί απλή επανάληψη, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, όπως γι' αυτές τελικά καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει όλα τα απαιτούμενα, κατά τα στη νομική σκέψη εκτεθέντα, για την πληρότητα της αιτιολογίας της, στοιχεία και συγκεκριμένα α) την ιδιότητα της κατηγορουμένης ως μόνης διαχειρίστριας και νόμιμης εκπροσώπου της προαναφερθείσας ΕΠΕ, που, ως εργοδότρια, απασχόλησε τους ασφαλισμένους στο ΙΚΑ, β) τα χρηματικά ποσά, τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές τους, όφειλε η ανωτέρω, ως εργοδότιδα να καταβάλει, ως εργοδοτικές και εργατικές εισφορές και γ) τον χρόνο κατά τον οποίο οφείλει να τα καταβάλει και τα παρακράτησε, δηλαδή μέσα σε 30 ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα κατά τον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία. Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο μοναδικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Τέλος, η αιτίαση ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο οκτώ (8) αθωωτικές αποφάσεις του Τριμελούς και Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και ένα (1) βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που προσκόμισε και κατέθεσε η αναιρεσείουσα κατά την ακροαματική διαδικασία, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού, από τα πρακτικά της δίκης, δεν προκύπτει ούτε η επίκληση και κατάθεση ούτε η ανάγνωση τέτοιων εγγράφων. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19 Δεκεμβρίου 2005 αίτηση της ..... , για αναίρεση της 63173/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ