Αριθμός 138/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση και Μαρία Χασιρτζόγλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ε. Φ. του Γ., κατοίκου Αθηνών, που παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Δήμου Αγίας Βαρβάρας Αττικής όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αγία Βαρβάρα Αττικής και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βασιλείου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 31/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3553/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά ο αναιρεσείων με την από 27-8-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία Χασιρτζόγλου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η από 28.11.2019 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών 105104/160/2019 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ'αριθμόν 3553/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) γι αυτό και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με τη διάταξη του άρθρου 72 του ν. 3852/2010, όπως αυτή ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της από 23.7.2020 έφεσης του αναιρεσιβλήτου κατά της 31/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ορίζεται ότι η Οικονομική Επιτροπή του Δήμου είναι όργανο παρακολούθησης και ελέγχου της οικονομικής λειτουργίας του Δήμου και μεταξύ των αρμοδιοτήτων της είναι η απόφαση για την άσκηση όλων των ενδίκων βοηθημάτων και των ενδίκων μέσων και η απόφαση για την πρόσληψη δικηγόρου (παρ. 1 περ. ιη και ιθ), η σχετική δε απόφαση πρέπει να λαμβάνεται μετά από γνωμοδότηση δικηγόρου, η ανυπαρξία της οποίας συνεπάγεται ακυρότητα της σχετικής απόφασης (παρ. 2). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 58 παρ. 1 εδ. α` του ως άνω νόμου "ο Δήμαρχος εκπροσωπεί το Δήμο στα δικαστήρια και σε κάθε δημόσια αρχή", κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, κατ` εξαίρεση, "όταν δημιουργείται άμεσος και προφανής κίνδυνος ή απειλείται άμεση ζημία των δημοτικών συμφερόντων, από την αναβολή λήψης απόφασης, ο δήμαρχος μπορεί να αποφασίσει για θέματα που ανήκουν στην αρμοδιότητα της οικονομικής ή της επιτροπής ποιότητας ζωής. Στην περίπτωση αυτή οφείλει να υποβάλει προς έγκριση τη σχετική απόφασή του κατά την επόμενη συνεδρίαση της αντίστοιχης επιτροπής". Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι για το τυπικά παραδεκτό, εκτός άλλων, και του ενδίκου μέσου της έφεσης από το Δήμαρχο, ως νόμιμο εκπρόσωπο του Δήμου, απαιτείται απαραιτήτως η ύπαρξη άδειας της Οικονομικής Επιτροπής, η οποία λαμβάνεται με απόφαση αυτής, επί της αδείας δε αυτής θεμελιώνεται και η αντιπροσωπευτική εξουσία του Δημάρχου για τη διεξαγωγή της δίκης, ως αντιπροσώπου του Δήμου. Η αναφερόμενη ως άνω απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής για το παραδεκτό της ασκούμενης από το Δήμο έφεσης, νομίμως λαμβάνεται και μετά την άσκηση της αίτησης, εγκρινόμενης με αυτή της ήδη ασκηθείσας, πρέπει δε να προσκομίζεται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (πρβλ ΟλΑΠ 13/2018, ΑΠ 294/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τρεις πρώτους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για παράβαση των αριθμών 1, 8, 11, 14, 16 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επειδή απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος περί απαράδεκτου της ασκήσεως της, δεδομένου ότι η σχετική απόφαση του Οικονομικής Επιτροπής του αναιρεσιβλήτου, με αριθμό 76/3.6.2020, ελήφθη κατόπιν του 6465/2.6.2020 γνωμοδοτικού σημειώματος του ειδικού συνεργάτη του Δημάρχου Δημητρίου Κατσούλη και επομένως η εν λόγω απόφαση έπασχε από ακυρότητα. Πλην όμως ο εν λόγω ειδικός συνεργάτης είχε ταυτόχρονα και την ιδιότητα του δικηγόρου παρ Αρείω Πάγω, εγγεγραμμένου στο Δικηγορικό Σύλλογο Χαλκίδας. Συνακόλουθα η απόφαση ήταν έγκυρη, όπως και οι επόμενες αυτής 105/2020 και 6/2021 αποφάσεις της Επιτροπής με τις οποίες δόθηκε εντολή στον παριστάμενο για λογαριασμό του εφεσιβλήτου πληρεξούσιο δικηγόρο να ασκήσει την έφεση και να παραστεί κατά τη συζήτησή της. Επομένως νομίμως ασκήθηκε η έφεση και η αναιρεσιβαλλομένη που δέχθηκε το ίδιο δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες σε αυτήν πλημμέλειες. Στη με αριθμό οικ. 2/17127/0022/2012 ΚΥΑ των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών με τίτλο: "Καθορισμός αποδοχών του ειδικού επιστημονικού προσωπικού και των δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής των Ανεξάρτητων Διοικητικών ή Ρυθμιστικών Αρχών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων" (Β'498/28/02/2012), που εκδόθηκε με βάση την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 του Νόμου 4024/2011 με τίτλο: "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015" (Α` 226), και στο άρθρο μόνο ορίζονται τα εξής: " 1. Με την παρούσα απόφαση καθορίζονται οι αποδοχές του ειδικού επιστημονικού προσωπικού και των δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής των Ανεξάρτητων Διοικητικών ή Ρυθμιστικών Αρχών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων. Οι ρυθμίσεις της παρούσας απόφασης καταλαμβάνουν όλους, όσοι, μετά από πρόσληψη, απόσπαση ή μετάταξη, κατέχουν, με δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου σχέση, οργανική θέση ειδικού επιστημονικού προσωπικού καθώς και όσους απασχολούνται ως δικηγόροι με σχέση έμμισθης εντολής, στους φορείς του πρώτου εδαφίου. 2. Στο προσωπικό της παραγράφου 1 καταβάλλεται ως βασικός μισθός, ο μισθός του Α` βαθμού. 3. Το προσωπικό της παραγράφου 1, πλην των δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής, εξελίσσεται σε δεκαοκτώ (18) μισθολογικά κλιμάκια, με εισαγωγικό το δέκατο όγδοο (18ο) Μ.Κ. και καταληκτικό το πρώτο (1ο) Μ.Κ. Τα Μ.Κ. χορηγούνται ανά διετία. Η εξέλιξη σε αυτά γίνεται αυτοδίκαια με την παρέλευση του ανωτέρω οριζόμενου χρόνου. Κάθε αλλαγή Μ.Κ. επιφέρει προσαύξηση του βασικού μισθού της παραγράφου 2 σε ποσοστό 2%. Για τον καθορισμό του μισθολογικού κλιμακίου του νεοδιοριζόμενου υπαλλήλου προσμετράται ο χρόνος κάθε προηγούμενης σχετικής απασχόλησης, σύμφωνα με βεβαίωση του οικείου ασφαλιστικού φορέα. Ο χρόνος προϋπηρεσίας στον δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα που έχει αναγνωριστεί για τη βαθμολογική ή μισθολογική εξέλιξη του προσωπικού της παραγράφου 1, πλην των δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής, λαμβάνεται υπόψη για την κατάταξη στα Μ.Κ. του πρώτου εδαφίου. 4. Στους δικηγόρους των Ανεξάρτητων Διοικητικών ή Ρυθμιστικών Αρχών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, με έμμισθη εντολή, καταβάλλεται χρονοεπίδομα 2% επί του βασικού μισθού της παρ. 2, το οποίο χορηγείται αυτοδικαίως ανά διετία από την ημερομηνία εγγραφής τους στα μητρώα του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. 5. Οι διατάξεις των άρθρων 16, 17, 18, 19 και 20 του Νόμου 4024/2011, εφαρμόζονται και σε ότι αφορά τις αποδοχές του προσωπικού της παραγράφου 1. 6. Για το προσωπικό που απασχολείται στις θέσεις της παραγράφου 1 πριν από την 1.11.2011, εφόσον από την εφαρμογή της παρούσας απόφασης προκύπτει διαφορά σε σχέση με τις μηνιαίες συνολικές αποδοχές που λάμβαναν κατά τον τελευταίο μήνα προ της έναρξης ισχύος της, εφαρμόζεται η παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011..". Στα δε άρθρα 7, 9, 29 και 34 του Νόμου 4354/2015 "ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β: ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ "Μισθολογικές ρυθμίσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού), των Νομικών Προσώπων Δημοσίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), καθώς και των Δ.Ε.Κ.Ο. του Κεφαλαίου A του N. 3429/2005 (Α` 314)" ορίζονται τα εξής: Άρθρο 7: "1. Στις διατάξεις του παρόντος υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί δημόσιοι υπάλληλοι, καθώς και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου: α) .... ιθ) οι δικηγόροι που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος.......". Στο άρθρο 9 ορίζονται τα εξής: "Μισθολογικά κλιμάκια και κατάταξη των υπαλλήλων"..... Οι δικηγόροι που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος, κατατάσσονται ως εξής: . ... παρ. 10 εδ. γ. οι δικηγόροι στον Άρειο Πάγο στο Μ.Κ. 15 της Π.Ε. κατηγορίας. Στο άρθρο 29 με τίτλο "Έλεγχος μισθοδοσίας" ορίζονται τα εξής: 1.. "2. Η παρακολούθηση της ορθής και ομοιόμορφης εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος, διενεργείται από τη Διεύθυνση Εισοδηματικής Πολιτικής του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους ........". Στο άρθρο 34 με τίτλο "Καταργούμενες διατάξεις" ορίζονται τα εξής: Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργούνται: α. Οι διατάξεις των άρθρων 12 έως 25, 28, 29, 30 του Νόμου 4024/2011, καθώς και οι κατ' εξουσιοδότηση αυτών εκδοθείσες υπουργικές αποφάσεις, και με την επιφύλαξη της παραγράφου η` του άρθρου 33 του Νόμου αυτού, του άρθρου 31 με την επιφύλαξη της περίπτωσης α` του άρθρου 33 του παρόντος και 32 με την επιφύλαξη της παραγράφου β` του άρθρου 33 του παρόντος........δ. Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη, κατά το μέρος που αντίκειται στις διατάξεις του παρόντος ή κατά το μέρος που ρυθμίζει με διαφορετικό τρόπο θέματα που διέπονται από αυτόν ". Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ συνάγεται ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι μεν διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, αλλά έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Αυτό συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα, με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει, αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, το οποίο διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες, που απορρέουν από αυτή, αφού τότε δεν υπάρχει η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση έμμισθης δικηγορικής εντολής, στην οποία η απασχόληση του δικηγόρου θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επιμέρους αξιώσεις του, ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσεως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς, που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, παραμένει αμετάβλητο και στο μέλλον (ΑΠ 1148/2020, πρβλ. 815/2014). Τέλος με τον αριθμ. 16 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε, κατά τις κρίσιμες για τον αναιρετικό έλεγχο παραδοχές της, ότι ο αναιρεσείων, έχοντας την ιδιότητα του δικηγόρου παρ' Αρείω Πάγω εγγεγραμμένου στον ΔΣΑ προσλήφθηκε από τον αναιρεσίβλητο ΟΤΑ δυνάμει σύμβασης έμμισθης εντολής το έτος 1984 κατέχοντας τη μοναδική οργανική θέση έμμισθου δικηγόρου στον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας αυτού και ότι αμειβόταν με το κατώτατο όριο αμοιβής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 92 Α του ΝΔ 3026/1954 "Περί του Κώδικα Δικηγόρων", όπως ίσχυε προ της τροποποίησής του με τον Νόμο 4093/2012 και προ της κατάργησής του με τον Νόμο 4194/2013 "Περί του Κώδικα Δικηγόρων". Ότι στη συνέχεια, κατόπιν τροποποιήσεως της εν λόγω σύμβασης, κατά το σκέλος των καταβλητέων μηνιαίων αποδοχών του, λόγω των αυξημένων αναγκών του αναιρεσίβλητου, με την από 28.7.1994 ιδιαίτερη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, επήλθε αύξηση αυτών, με την αναλογία δώρων, επιδομάτων αδείας, κ,λπ. Ότι η εν λόγω ιδιαίτερη συμφωνία υπήχθη στις ευνοϊκότερες διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 3 του Νόμου 1093/1980 και οι μηνιαίες αποδοχές του αναιρεσείοντος προσαυξήθηκαν με τα εκάστοτε μηνιαία επιδόματα που καταβάλλονται στους τακτικούς υπαλλήλους του αναιρεσιβλήτου ή χορηγούνται απευθείας στους λοιπούς δικηγόρους που υπηρετούν με σχέση έμμισθης εντολής στο Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ και τους ΟΤΑ. Ότι ο αναιρεσείων παρείχε τις νομικές του υπηρεσίες στον αναιρεσίβλητο, δυνάμει της ως άνω σύμβασης έμμισθης εντολής, αμειβόμενος με πάγια περιοδική μηνιαία αμοιβή μέχρι την 30.10.2011, κατά την παραπάνω ιδιαίτερη συμφωνία σε συνδυασμό με τις διατάξεις του τότε ισχύοντος άρθρου 92 Α του ΝΔ 3026/1954, τις διατάξεις της ΚΥΑ 2/8250/0022/2004 των Υπουργών Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Δικαιοσύνης για τους δικηγόρους που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ και ότι παρείχε τις υπηρεσίες του στον αναιρεσίβλητο έως την 28.5.2020, οπότε το Διοικητικό Συμβούλιο του τελευταίου, με την 40/28.5.2020 απόφασή του, αποφάσισε, κατά πλειοψηφία, την καταγγελία της σύμβασης εντολής του ενάγοντος, λόγω συμπληρώσεως του 67ου έτους της ηλικίας του, δυνάμει της παρ. 1 του άρθρου 45 του Νόμου 4194/2013, καθώς και την εφάπαξ καταβολή σ' αυτόν της δικαιούμενης αποζημίωσης απόλυσης. Ότι ο αναιρεσίβλητος, που παρείχε κατά το επίδικο ως άνω χρονικό διάστημα τις υπηρεσίες του ως δικηγόρος με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 4 του Νόμου 4024/2011, ήτοι σε ΟΤΑ πρώτου βαθμού, υποβλήθηκε, όσον αφορά στη μισθολογική του κατάσταση, στις ρυθμίσεις και τις τροποποιήσεις που είχαν επιφέρει οι διατάξεις της παρ.1 εδ. τελευταίο της ΚΥΑ οι 2/17132/0022/2012 και της περ. 9 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Νόμου 4093/2012, για την κατάργηση του χρονοεπιδόματος για τους εν λόγω δικηγόρους και έτσι έπαψε από 1.1.2013 να λαμβάνει το χρονοεπίδομα 2% επί του βασικού μισθού του για κάθε δύο έτη δικηγορίας από την ημερομηνία εγγραφής του στα Μητρώα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Ότι για το λόγο αυτό ο αναιρεσείων κατέθεσε τις 130/2014 και 283/2014 αγωγές αντίστοιχα, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, επί των οποίων εκδόθηκε η με αριθμό 40/2016 απόφασή του, η οποία κατέστη τελεσίδικη και με την οποία κρίθηκε ότι ο αναιρεσείων, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας, δεν λάμβανε το προβλεπόμενο για τους δικηγόρους που υπηρετούν στις Ανεξάρτητες Διοικητικές ή Ρυθμιστικές Αρχές, στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και στην Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων χρονοεπίδομα, μετά την κατάργησή του για τους δικηγόρους που υπηρετούν στους ΟΤΑ από την 1.1.2013 δυνάμει της διάταξης της περ. 9 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Νόμου 4093/2012, με αποτέλεσμα να του οφείλεται το αντίστοιχο χρηματικό ποσό για το διεκδικούμενο με τις παραπάνω αγωγές σωρευτικά χρονικό διάστημα ήτοι από 1.1.2013 έως 30.9.2014 συμποσούμενο στο ποσό των 14.104,40 ευρώ, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 4 της ΚΥΑ οι 2/17127/0022/2012. Ότι ενώ μέχρι την 31.12.2015 οι αμοιβές των δικηγόρων του Δημοσίου Τομέα, ρυθμίζονταν κατά νομοθετική εξουσιοδότηση των παρ. 1 και 3 του άρθρου 22 του Νόμου 4024/2011 με την ΚΥΑ οικ/2/17127/0022/28.2.2012 (για τους δικηγόρους ανεξάρτητων αρχών) και οικ2/17132/0022/28.2.2012 (για τους λοιπούς δικηγόρους του δημόσιου τομέα), για τον χρόνο από 1.1.2016 οι αμοιβές όλων των δικηγόρων από συμβάσεις έμμισθης εντολής των ΟΤΑ, ρυθμίζονται από το άρθρο 9 παρ. 10 του νεότερου Νόμου 4354/2015, το δε χρονοεπίδομα καταργήθηκε με τον ίδιο νόμο και για τους δικηγόρους που παρείχαν υπηρεσίες δυνάμει σύμβασης έμμισθης εντολής στους ΟΤΑ και ότι με τα δεδομένα αυτά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει τον αγωγικό ισχυρισμό περί υπάρξεως δεδικασμένου και ακολούθως και την αγωγή με την οποία διεκδικούνταν το χρονοεπίδομα για το χρονικό διάστημα από 1.1.2016 έως 30.12.2018. Με βάση δε τις παραδοχές αυτές εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε επιδικάσει στον αναιρεσείοντα το ποσό των 26.862,23 ευρώ, πλέον τόκων, και απέρριψε την αγωγή. Επομένως, η αναιρεσιβαλλομένη, η οποία διέγνωσε τη μεταβολή του νομοθετικού καθεστώτος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις περί δεδικασμένου, εσφαλμένα δε υπολαμβάνεται από τον αναιρεσείοντα ότι δεν υπήρξε μεταβολή, επειδή, κατά τους ισχυρισμούς του, το νομοθετικό καθεστώς που στήριζε την αξίωσή του ήταν η ΚΥΑ 2/17127/0022/28.2.2012, την εφαρμογή της οποίας διεκδίκησε, σύμφωνα με τη συνταγματική αρχή της ισότητας, η οποία δεν καταργήθηκε. Ωστόσο, ανεξάρτητα από την ορθότητα της τελεσίδικης απόφασης που παρήγαγε το επικαλούμενο δεδικασμένο, προϋπόθεση της εφαρμογής της ήταν η σύγκριση της οικονομικής μεταχείρισης του αναιρεσείοντος ως δικηγόρου ΟΤΑ, με τους ομόλογούς του των Ανεξάρτητων Αρχών κ.λπ. υπό το τότε ισχύον νομοθετικό καθεστώς και όχι ανεξάρτητα από αυτό, αφού προϋπόθεση της εφαρμογής της αρχής της ισότητας είναι η διαπίστωση ότι ο νόμος εισάγει αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση, που, για το λόγο αυτό, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική (ΑΠ 628/2020). Τέτοια διαπίστωση όμως δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την παράλληλη διερεύνηση του υφιστάμενου μισθολογικού καθεστώτος, το οποίο και μεταβλήθηκε κατά την επίδικη περίοδο. Περαιτέρω, κατά το σκέλος που ο ως άνω λόγος για την παραβίαση του δεδικασμένου στηρίζεται στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 της 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος το μεν διότι αναφέρεται σε παραβίαση δικονομικού κανόνα το δε διότι η απόφαση εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, κρίνοντας, κατόπιν του σχετικού λόγου έφεσης, ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι υφίσταται δεδικασμένο που απορρέει από την 40/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Δήμου, που κατέθεσε προτάσεις, μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ.2 του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων". ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 27.8.2021 και με αριθμό κατάθεσης 6669/852/2021 αίτηση για αναίρεση της 3553/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. -Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή εννιακοσίων (900) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ