Αριθμός 1002/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. χας Ν. Π., το γένος Κ., κατοίκου ... και 2. Χ. Π. του Ν., κατοίκου ..., ως εκ διαθήκης καθολικών κληρονόμων του αποβιώσαντος εφεσίβλητου Ν. Π. του Ν., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Σταυρούλας Γκούμα, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Δ. χας Ι. Π., το γένος Ε. Κ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Αστέριου Λαχανά, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 474/12-6-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:13/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 604/2011 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν oι αναιρεσείοντες με την από 6-3-2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Σπυρόπουλος, ανέγνωσε την από 6-2-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Το Εφετείο Λάρισας, με την προσβαλλόμενη 604/2011 απόφασή του, ύστερα από αξιολόγηση των αποδείξεων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα Δ. χα Ι. Π. είναι επικαρπώτρια μίας νεόδμητης διώροφης οικοδομής, η οποία κείται στην πόλη της … και επί της συμβολής των οδών … και ανώνυμης οδού. Η οικοδομή αυτή περιήλθε στην επικαρπία της εναγούσης δυνάμει του υπ' αριθ…/5-10-1998 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Λάρισας Φ. Πέτσα, νομίμως μεταγραφέντος, δια του ιδίου δε συμβολαίου περιήλθε η ψιλή κυριότητα αυτής στο τέκνο της Κ. Π. Την 1-05-2006 η ενάγουσα, η οποία ήγε τότε το 70ο έτος της ηλικίας της κατήρτισε με τον εναγόμενο δια του αντιπροσώπου αυτής και τέκνου της Κ. Π., ο οποίος ήγε το 44ο έτος της ηλικίας του και εξυπηρετούσε την μητέρα του στις διάφορες συναλλαγές της, άτυπη σύμβαση μισθώσεως δυνάμει της οποίας παρεχώρησε σε αυτόν την χρήση της ανωτέρω οικοδομής και ειδικώτερα την χρήση ενός ισογείου διαμερίσματος ογδόντα (80) τμ και ενός διαμερίσματος του α' ορόφου επίσης (80) τμ, αντί μηνιαίου προκαταβαλλομένου το πρώτο τρίμηνο εκάστου μηνός μισθώματος των 800 Ευρώ πλέον τελών χαρτοσήμου (3,6% για το έτος 2006 και 1,8 % για το 2007, (βλ. άρθρ. 3 παρ. 4 του ν. 3522/2006), προκειμένου ο εναγόμενος να εγκατασταθεί στο μίσθιο με την οικογένεια του. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος, ο οποίος αρχικά διατηρούσε φιλικές σχέσεις με το τέκνο της εναγούσης Κ. Π. και εργαζόταν στην επιχείρηση αυτού υπό την επωνυμίαν Β… παρά την ακώλυτη χρήση του μισθίου δεν κατέβαλε τα μισθώματα από τον Μάιο του έτους 2006 μέχρι την εγκατάλειψη του μισθίου τον Φεβρουάριο του έτους 2007, η οποία έλαβε χώρα μετά την ρήξη των φιλικών και εργασιακών σχέσεών τους (βλ. την από 17-04-2007 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων περί επιδείξεως εγγράφων του Ν. Π. κατά της επιχειρήσεως του Κ. Π.). Ο εναγόμενος ισχυρίζεται, ότι κατήρτισε την σύμβαση μισθώσεως με το τέκνο της εναγούσης Κ. Π. και μάλιστα ότι το συμφωνηθέν μίσθωμα ανήρχετο στο ποσόν των 300 Ευρώ μηνιαίως, επίσης δε ότι όλα τα μισθώματα κατεβλήθησαν, επρότεινε δε πρωτοδίκως την ένσταση ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της εναγούσης, η οποία έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν από την εκκαλουμένη απόφαση. Πλην, όμως, το γεγονός ότι στην κατάρτιση της συμβάσεως μισθώσεως προέβη η ενάγουσα, δια του αντιπροσώπου της και τέκνου της, αποδεικνύεται από την υποβληθείσα τον Μάϊο του έτους 2007 επαναπροσκομιζομένη φορολογική δήλωση της εναγούσης, όπου εδήλωσε όλα τα μισθώματα της επιδίκου χρονικής περιόδου και το χρηματικό ύψος αυτών, η κατάρτιση δε αυτή διά του αντιπροσώπου και τέκνου της εξηγείται, όπως προελέχθη, από την ηλικία της, αφού αυτή, χήρα και ασθενής, εβδομήντα ετών την χρονική αυτή περίοδο, ευλόγως εχρησιμοποιούσε το τέκνο της, σαράντα τεσσάρων (44) ετών, στις διάφορες συναλλαγές της. Η ένσταση του εναγομένου ότι κατέβαλε τα μισθώματα δια της παρακρατήσεως μέρους των αποδοχών του εκ μέρους του εργοδότου αυτού Κ. Π. δεν αποδεικνύεται και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Τα αντίθετα αφού είπε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκανε δεκτή την ένσταση ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της εναγούσης και ως εκ τούτου απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, έσφαλε και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίσιν από 8-02-2008 έφεση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να διακρατηθεί η υπόθεση, να γίνει δεκτή η από 12-06-2007 αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, νόμιμοι κληρονόμοι του αρχικώς εναγομένου Ν. Π., να καταβάλουν στην ενάγουσα, κατά τον λόγο της κληρονομικής τους μερίδας ήτοι κατά τα 5/6 η Ε. Π. (σύζυγος) και κατά το 1/6 ο Χ. Π., κληρονομικές μερίδες, οι οποίες δεν αμφισβητούνται (βλ. την υπ' αριθμ. 149/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, την οποία προσκομίζουν οι εφεσίβλητοι και σύμφωνα με την οποία οι κληρονομικές μερίδες ανέρχονται σε 5/6 και 1/6 αντιστοίχως), τα μισθώματα της χρονικής περιόδου από τον Μάϊο του έτους 2006 μέχρι τον Φεβρουάριο του έτους 2007 ήτοι 828,80 Ευρώ το μηνιαίο μίσθωμα μέχρι τον Δεκέμβριο του έτους 2006 και 814,40 από τον Ιανουάριο του έτους 2007 μετά των νομίμων τόκων από της καθυστερήσεως εκάστου μισθώματος μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως." Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339 340 και 346 Κ.Πολ.Δ., ο δικαστής για να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στη έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, παράβαση δε αυτής της υποχρεώσεως θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν ή προσκόμισαν. Αρκεί για την ίδρυση του λόγου αυτού και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Σημειώνεται, ότι δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία στην απόφαση και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα. Το γεγονός ότι μνημονεύονται και εξαίρονται μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αρκεί βέβαια να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. (ΑΠ 740/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.11 γ' Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν με επίκληση οι αναιρεσείοντες, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς αμφιβολία, προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκούσε δε προς τούτο και η γενική αναφορά των αποδεικτικών μέσων, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης καθενός τούτων και χωρίς διάκριση από ποια μέσα προκύπτει άμεσα και από ποια έμμεση απόδειξη. Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 13 Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης και, ειδικότερα ως προς την ενεργητική νομιμοποίηση της ενάγουσας - εκκαλούσας (ήδη αναιρεσίβλητης), είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι για τον ουσιαστικό έλεγχο του συγκεκριμένου λόγου αναίρεσης, θα έπρεπε λόγω της εσφαλμένης κατανομής, να απορρίφθηκε κάποιος συγκεκριμένος πραγματικός ισχυρισμός των διαδίκων ως αναπόδεικτος, από έλλειψη ή ανεπάρκεια αποδείξεων και όχι επειδή οι αντίθετες αποδείξεις θεωρήθηκαν επαρκείς προς απόδειξη του αντιθέτου. (ΑΠ 567/1984, ΑΠ 2305/2009), δεν τίθεται δε θέμα παραβίασης του υποκειμενικού βάρους απόδειξης και ίδρυσης αναιρετικού λόγου στις ένδικές διαδικασίες, όπως η προκειμένη των μισθωτικών διαφορών, κατά τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να ορίζει ποιος από τους διαδίκους φέρει το βάρος της απόδειξης, εκτιμά ελεύθερα τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και κρίνει αν αποδειχθηκαν ή όχι οι προβαλλόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί (ΑΠ 1113/2009, ΑΠ 344/2007). Ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο παραβίασε το νόμο, διότι δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στη έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του, από τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1379/2010). Ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ., για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου (φορολογικής δήλωσης) με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα διαφορικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι ο προβλεπόμενος από άρθρο 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει να δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολομ. ΑΠ 2/2008). Οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούναι (αφού δεν κατέθεσαν προτάσεις), ούτε προσκομίζουν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το ως άνω έγγραφο, ώστε να διαπιστωθεί ότι το περιεχόμενο αυτού παραμορφώθηκε. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση την νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. (Ολ. ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ. ΑΠ 469/1984). Ο λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ. ΑΠ 12/1991). Ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγμα που προτάθηκε και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, επειδή, ειδικότερα "δεν έλαβε υπόψη τις αιτιολογημένες και πλήρως αποδεδειγμένες αρνήσεις των (εφεσιβλήτων) επί των αγώγιμων ισχυρισμών της αντιδίκου τους, περί ανύπαρκτης συμφωνίας μισθώματος ύψους 800 ευρώ πλέον χαρτοσήμου 3,6% για το έτος 2006 και 1,8 % για το έτος 2007 και περί ανυπαρξίας του περιγραφόμενου στην αγωγή μισθίου", είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι δεν αποτελεί "πράγμα", η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. Επίσης, ο έκτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. για μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν (ένσταση εξόφλησης με καταβολή μισθώματος 330 ευρώ), είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την εν λόγω ένσταση και την απέρριψε αιτιολογημένα, για τους λόγους που αναλύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Ο έβδομος λόγος (VII) αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., επειδή το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ύψος του μισθώματος ανέρχεται στο ποσό των 800 ευρώ, που ήταν υπέρογκο, ουδόλως λαμβάνοντας υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ελέγχονται μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου και όχι όταν χρησιμεύουν προς εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1609/1987). Ο υπό την ίδια αρίθμηση έβδομος και πάλι (VII) λόγος αναίρεσης, ότι η ενάγουσα ήγειρε την ένδικη αγωγή για λόγους εκδικητικούς, για τους στον λόγο αυτό αναφερόμενους λόγους, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται κάποιος συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης, ούτε τα περιγραφόμενα περιστατικά είναι ικανά να συγκροτήσουν κάποιο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ., απλώς εξηγούν, για ποιο λόγο ήγειρε η ενάγουσα την ένδικη αγωγή. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουδιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997 Ελλ.Δνη 1997 σελ. 1573). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δεν αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 43/1990, ΑΠ 2105/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, ο τελευταίος (όγδοος), από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση, επειδή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες και ότι: α)δεν διευκρινίζεται από πού εξάγεται το συμπέρασμα ότι ο κάθε όροφος είχε την ως άνω επιφάνεια, 2) δεν αιτιολογείται ο λόγος για τον οποίο η μισθωτική αξία του ακινήτου ανέρχεται σε 800 ευρώ ανά μήνα, γ)δεν αναφέρεται ουδόλως από πού προέκυψε η υποχρέωση καταβολής ολόκληρου του τέλους χαρτοσήμου, και δ)δεν αιτιολογείται ουδόλως από πού προέκυψε ότι εγκατέλειψε ο μισθωτής το μίσθιο τον Φεβρουάριο του 2007, ενώ αποδεδειγμένα από τον Ιανουάριο του 2007 ο μισθωτής διέμενε σε νέο μίσθιο ευρισκόμενο στη …, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι οι ανωτέρω αιτιάσεις αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση των αποδεικτικών μέσων δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, αν από το αποδεικτικό πόρισμα κρίνεται ότι αυτό διατυπώνεται σαφώς, δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, η δε εκτίμηση των αποδείξεων είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση όπως το περιεχόμενό της εκτέθηκε στην αρχή της παρούσας, έχει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σε όλα τα ζητήματα που άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της παρούσας δίκης και δεν στερείται νόμιμης βάσης. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, που ηττώνται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6-3-2012 αίτηση για αναίρεση της 604/2011 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013 και Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ