Αριθμός 1111/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ν. Ν. του Κ., κατοίκου ... της Δημοτικής Ενότητας ... του Δήμου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Άγγελου Στεργιόπουλου, που ανακάλεσε την από 13-9-2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Ν. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γιαννακό, και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-8-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 757/2017 του ίδιου Δικαστηρίου που κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την αγωγή προς εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., 863/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., 391/2021 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-11-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου η από 9-11-2021 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 391/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου .... Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ συνάγεται ότι, κατά την ερμηνεία των διαθηκών (επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή τα κριτήρια του άρθρου 200 ΑK) αναζητείται, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, η αληθινή βούληση του διαθέτη , κατά την υποκειμενική τούτου άποψη και όχι κατά την αντικειμενική έννοια, υπό την οποία θα την αντιλαμβάνονταν οι τρίτοι κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, πλην έδαφος για τέτοια ερμηνεία παρέχεται, μόνο αν είναι ασαφές το έγγραφο της διαθήκης, οπότε μπορούν να ληφθούν υπόψη και στοιχεία εκτός αυτής κείμενα, όχι δε και όταν, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, από το περιεχόμενο της διαθήκης, και μόνο, και χωρίς τίποτε άλλο προκύπτει με σαφήνεια αυτό που ο διαθέτης θέλησε. Συνεπώς προσφυγή σε ερμηνεία της διαθήκης συγχωρείται μόνο, εάν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώσει, έστω και εμμέσως, κενό ή ασάφεια στο περιεχόμενο της διαθήκης. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον δεν είναι δυνατή η ανεύρεση της αληθινής βούλησης του διαθέτη, με βάση την πιο πάνω γενική διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ, το δικαστήριο μπορεί να προσφύγει στην εφαρμογή ειδικών ερμηνευτικών κανόνων (άρθρα 1790επ. ΑΚ), οι οποίοι θεμελιώνονται στην υποθετική βούληση του διαθέτη, ώστε να διασωθεί το κύρος της διάταξης τελευταίας βούλησης αυτού. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Ειδικότερα, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των διατάξεων τελευταίας βούλησης, γενικοί (άρθρο 173 ΑΚ) και ειδικοί (άρθρα 1790 επ. ΑΚ). Παραβιάζονται δε οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού, ασάφειας ή αμφιβολίας, σχετικά με την έννοια της δήλωσης τελευταίας βούλησης του διαθέτη, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας της (ΟλΑΠ 26/2004) ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους ή όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της αληθινής βούλησης του διαθέτη, παρόλο που δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι αυτή είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας ή και στην περίπτωση που, αν και προσέφυγε σε ερμηνεία της διαθήκης, δεν αναζήτησε, ακόμη και λαμβάνοντας στοιχεία εκτός αυτής, την αληθινή βούληση του διαθέτη, κατά την υποκειμενική αυτού άποψη, αλλά ερμήνευσε τη βούλησή του αντικειμενικά, κατά την συναλλακτική καλή πίστη, όπως την εκλαμβάνουν οι τρίτοι ( Α.Π 97/2019, ΑΠ 1179/2010, ΑΠ 1182/2010). Περαιτέρω, έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας, σχετικά με τη δήλωση τελευταίας βούλησης του διαθέτη, προκύπτει και όταν, παρά τη ρητή διαβεβαίωση για την ανυπαρξία τους, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της αληθινής βούλησής του, από την οποία αποκαλύπτεται ότι αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία ως προς την έννοια της, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής στην ερμηνεία της. Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει από το γεγονός ότι το δικαστήριο για την διαπίστωση της αληθινής βούλησης του διαθέτη, έλαβε υπόψη και άλλα στοιχεία, που βρίσκονται εκτός του κειμένου της διαθήκης ή χρησιμοποίησε επιχειρήματα. Επομένως, εάν το δικαστήριο της ουσίας, παρά την έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας παραλείπει να προσφύγει στους πιο πάνω ερμηνευτικούς κανόνες, υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ. Αντίθετα, τόσο η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση του διαθέτη, όσο και η μετά τη διαπίστωση αυτή κρίση για την αληθινή βούληση του διαθέτη, ως κρίσεις αναγόμενες σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο τον Αρείου Πάγου (Α.Π. 97/2019). Για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα (Ολ.Α.Π 32/1996, ΑΠ 24/2021, ΑΠ 284/2021, ΑΠ 120/2017, ΑΠ 113/2011) και το περιεχόμενο αυτής (ΑΠ 616/2021, ΑΠ 331/2021, ΑΠ 1106/2020), όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.Α.Π 20/2005, A.Π. 57/2023,ΑΠ 199/2021, ΑΠ 1106/2020., ΑΠ 109/2020). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984), ούτε τα αποδεικτικά μέσα (Α.Π 1646/2018, Α.Π 2044/2017,53/2015, ΑΠ 1627/2011). Επιπροσθέτως, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά. Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Ωστόσο, ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν, παρά τη διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά μέσα, ο Άρειος Πάγος, συνεκτιμώντας και το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καταλήγει ότι δεν καθίσταται οπωσδήποτε βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το συγκεκριμένο αποδεικτικό έγγραφο, το οποίο, αν το είχε λάβει υπόψη, θα είχε καταλήξει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα (Α.Π 619/2023, Α.Π 723/2020, ΑΠ180/2017, 566/2017, 596/2017). Περαιτέρω, η παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432 - 449 ΚΠολΔ εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, και ακολούθως καταλήγει, στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σε αυτό, σε επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη. Περαιτέρω, προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο, είτε προβαίνει σε ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως που αποτυπώνεται στο έγγραφο, διότι στην περίπτωση αυτή υπάρχει ουσιαστικά εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ) (Α.Π 225/2009), είτε το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαιρεί το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ. ΑΠ 2/2008, Α.Π 712/2023,ΑΠ 23/2019, ΑΠ 38/2019). Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 28-7-2016 αγωγή του, ο εναγών και ήδη αναιρεσίβλητος, επικαλείτο ότι έχει καταστεί αποκλειστικός κύριος του περιγραφόμενου στην αγωγή επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο δυνάμει της αναγραφόμενης στην αγωγή δημόσιας διαθήκης του αποβιώσαντος στις ... θείου του Μ. Ν., ο οποίος τον εγκατέστησε κληρονόμο του μεταξύ άλλων στο 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου αυτού, κληρονομία την οποία αποδέχθηκε και μετέγραψε νομίμως την αποδοχή και κατά το έτερο 1/2 εξ αδιαιρέτου δυνάμει νομίμως μεταγεγραμμένης συμβολαιογραφικής πράξης γονικής παροχής με την οποία ο πατέρας των διαδίκων μεταβίβασε το έτερο 1/2 εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου. Άλλως, ότι έχει καταστεί κύριος κατά πρωτότυπο τρόπο, ήτοι λόγω τακτικής και σε κάθε περίπτωση έκτακτης χρησικτησίας. Ότι ο εναγόμενος αδελφός του έχει καταλάβει και κατακρατεί παράνομα το ως άνω ακίνητο από τα τέλη του 2008, προσβάλλοντας, αφενός, το κληρονομικό του δικαίωμα επί του 1/2 εξ αδιαιρέτου του επίμαχου ακινήτου, αντιποιούμενος ως νομέας κληρονομιάς το εκ διαθήκης κληρονομικό δικαίωμά του, αφετέρου, το δικαίωμα πλήρους και αποκλειστικής κυριότητας, νομής και κατοχής του επί ολόκληρου του ακινήτου, αφού ο εναγόμενος άνευ δικαιώματος και παράνομα κατακρατεί αυτό ως επιλήψιμος νομέας έναντι του αληθούς κύριου αυτού ενάγοντος. Με βάση αυτό το ιστορικό, ο ενάγων ζητούσε, αφού ερμηνευθεί η αναφερόμενη στην αγωγή δημόσια διαθήκη περί της αληθούς βούλησης του διαθέτη ως προς το καταλιπόμενο σ' αυτόν ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου πλήρους κυριότητας του ως άνω επίδικου ακινήτου, να αναγνωρισθεί: α) το εκ της υπ' αριθμ. ... δημόσιας διαθήκης κληρονομικό του δικαίωμα σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί ολόκληρου του επίδικου ακινήτου μετά των επ' αυτού κτισμάτων, β) ότι ο εναγόμενος δεν είναι συγκύριος σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του ιδίου ακινήτου, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου ... Α. Κ., γ) ότι ο ίδιος είναι αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος του όλου ακινήτου και δ) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδώσει σ' αυτόν το επίδικο ακίνητο, καθώς και να καταδικασθεί ο τελευταίος στην καταβολή των δικαστικών του εξόδων. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο ..., ενώπιον του οποίου εισήχθη η αγωγή κήρυξε εαυτό καθ' ύλη αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., το οποίο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 863/2019 απόφαση αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία με την οποία έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή, αναγνώρισε το εκ διαθήκης κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος επί του 1/2 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου και αυτόν αποκλειστικό κύριο του όλου ακινήτου μετά των κτισμάτων του και υποχρέωσε τον εναγόμενο να του το αποδώσει. Ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε την από 11-2-2020 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 391/2021 προσβαλλομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την έφεση. Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης , κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο είναι οικόπεδο επιφάνειας 4.524 τ.μ,, κείμενο στην θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας "..." της Δημοτικής Ενότητας ... του Δήμου ..., όπως αυτό εμφαίνεται στο από Αυγούστου ... τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π. Β. και συνορεύει ανατολικά με αυλάκι και πέραν αυτού με ιδιοκτησία κληρονομούν Κ. Ν. και κληρονόμων Μ. Ν. και σε άλλη πλευρά με κοινόχρηστο χώρο, νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ. Σ. του Α., βορειοανατολικά με άλλη ιδιοκτησία κληρονόμων Κ. Ν. και κληρονόμων Μ. Ν., δυτικά εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ. Ν. και κληρονόμων Μ. Ν. και εν μέρει με ιδιοκτησία Ν. Ν. (εναγόμενου), βορειοδυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ. Ν. και κληρονόμων Μ. Ν., βόρεια με ιδιοκτησία κληρονομιάν Κ. Ν. και κληρονόμων Μ. Ν. και νότια εν μέρει με κοινόχρηστο χώρο και εν μέρει με κοινοτικό δρόμο προς ... Εντός του προπεριγραφέντος οικοπέδου υφίστανται μία ανώγεια οικία, επιφάνειας 103,74 τ,μ., το ισόγειο της οποίας βρίσκεται στο στάδιο αποπεράτωσης του εκ μπετόν αρμέ σκελετού, ήτοι αδιαμόρφωτη πυλωτή - αποθήκη, εμβαδού 103,74 τ,μ., καθώς και οι ακόλουθες πεπαλαιωμένες αποθήκες, ήτοι : α) γεωργική αποθήκη από τσιμεντόπλινθους και αμιαντοσκεπή, 22,50 τ.μ., β) γεωργική αποθήκη με τσιμεντόπλινθους και στέγη από ελλενίτ, εμβαδού 71,65 τ.μ., γ) γεωργική αποθήκη από ωμόπλινθους και στέγη από ελλενίτ, εμβαδού 48 τ.μ., δ) γεωργική αποθήκη με στέγη από ελλενίτ, εμβαδού 67,64 τ,μ., ε) παλαιά ερειπωμένη κατοικία ανώγεια με χωματόπλινθες, εμβαδού 46 τ.μ. χωρίς στέγη, στ) δύο ερειπωμένες αποθήκες ισόγειες, με χωματόπλινθες, επιφάνειας εκάστης 53 τ.μ., χωρίς στέγη και ζ) αποθήκη 150 τ,μ. με τσιμεντόπλινθες και στέγη πρόχειρη από λαμαρίνα. Το έτος 1979 απεβίωσε ο Ν. Ν. του Ι., παππούς των διαδίκων από την πατρική γραμμή και δυνάμει της υπ' αριθμ. ... δημόσιας διαθήκης του που συντάχτηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου ... Ι. Σ. και δημοσιεύτηκε νόμιμα στα υπ' αριθμ. ... πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... εγκατέστησε κληρονόμους, μεταξύ άλλων, και στο ως άνω ακίνητο τους δύο υιούς του (κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου), Κ. Ν. του Ν. (πατέρα των διαδίκων) και Μ. Ν. του Ν. (θείο των διαδίκων), οι οποίοι το αποδέχτηκαν με την υπ' αριθμ. 49441/30-4-1984 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου ... Γ. Λ., νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τ. 1719, α. 275521). Ακολούθως, στις ... απεβίωσε στην ... ο ως άνω Μ. Ν. του Ν. (θείος των διαδίκων) και κάτοικος εν ζωή ... ..., ο οποίος είχε συντάξει την υπ' αριθμόν ... δημόσια διαθήκη του ενώπιον της συμβολαιογράφου ... Ε. Ο., δημοσιευθείσα με τα υπ' αριθμόν ... πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Σύμφωνα με την ως άνω διαθήκη κατέλειπε, μεταξύ άλλων, στον ενάγοντα το ποσοστό του επί του ως άνω περιγραφόμενού ακινήτου, αναφέροντας επί λέξει : "...το 1/2 εξ αδιαιρέτου του πρώτου ορόφου διώροφης οικίας, που βρίσκεται στα ... με το οικόπεδο και την περιοχή του μέχρι το υπάρχον αυλάκι", ενώ όρισε ότι πέραν των περιγραφόμενων σ' αυτή ακινήτων, στα οποία έχει εγκαταστήσει ως κληρονόμους τα αναγραφόμενα σ' αυτή πρόσωπα, "...όλη την υπόλοιπη περιουσία του αφήνει στο Ν. Ν. του Κ." (εναγόμενο). Εν συνεχεία, ο ενάγων, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου ... Ε. Δ. - Λ., νομίμως μεταγραφείσας στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο 2265 και με αριθμό 255, προέβη σε αποδοχή κληρονομιάς του ως άνω κληρονομιαίου ακινήτου, ήτοι επί ποσοστού 1/2 πλήρους συγκυριότητας επί ενός οικοπέδου, κείμενου στον οικισμό ... της δε ... του Δήμου ... και στην ειδικότερη θέση "...". Αντίστοιχα, δυνάμει της υπ' αριθμόν ... πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου ... Α. Κ., ο εναγόμενος προέβη σε αποδοχή κληρονομιάς επί του 1/2 εξ αδιαιρέτου του ιδίου ως άνω οικοπέδου, επιφάνειας κατά το συγκεκριμένο τίτλο κτήσης 3.259 τ.μ. και σύμφωνα με τις προτάσεις του εναγομένου 1.000 τ.μ., μετά του ευρισκόμενου σ' αυτό υπό κατασκευή ισόγειου ορόφου της προαναφερθείσας διώροφης οικοδομής και των λοιπών περιλαμβανόμενων σ' αυτό προπεριγραφέντων παλαιών κτισμάτων, ισχυρίζεται δε ο εναγόμενος ότι ο ως άνω διαθέτης (θείος τους) εγκατέστησε τον ενάγοντα κληρονόμο του μόνο επί του πρώτου ορόφου του εν λόγω χτίσματος κι όχι σε ολόκληρη την ανώγεια οικία μετά του οικοπέδου και των υπολοίπων εντός αυτής κτισμάτων. Έτσι, στην προκειμένη περίπτωση χρήζει ερμηνείας ο όρος της επίμαχης διαθήκης, κατά τον οποίο ο αποβιώσας θείος των διαδίκων εγκατέστησε κληρονόμο του τον ενάγοντα στο 1/2 εξ αδιαιρέτου του πρώτου ορόφου διώροφης οικίας, που βρίσκεται στα ... με το οικόπεδο και την περιοχή του μέχρι το υπάρχον αυλάκι, διότι η δήλωση της τελευταίας βούλησης του ανωτέρω διαθέτη εμφανίζει ασαφή και αμφίβολα σημεία και πρέπει να αναζητηθεί η αληθινή, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, βούληση του ως άνω διαθέτη, αναφορικά με το εάν εγκατέστησε τον ενάγοντα κληρονόμο του μόνο επί του πρώτου ορόφου του εν λόγω κτίσματος, όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος ή σε ολόκληρη την ανώγεια οικία, προσφεύγοντας σε γεγονότα και στοιχεία και εκτός διαθήκης. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η πραγματική βούληση του ανωτέρω διαθέτη και χωρίς προσήλωση στις λέξεις του κειμένου της προεκτεθείσας δημόσιας διαθήκης του, ήταν να κληρονομήσει ο ενάγων το προαναφερόμενο ανήκον σ' αυτόν ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου πλήρους συγκυριότητας επί ολόκληρης της προπεριγραφείσας ανώγειας οικίας και του περιβάλλοντος αυτήν οικοπέδου μέχρι το αυλάκι και όχι μόνο τον πρώτο όροφο της εν λόγω κατοικίας με το οικόπεδο και την περιοχή της, δοθέντος ότι η οικοδομή δεν είχε ήδη υπαχθεί στις διατάξεις περί οροφοκτησίας ούτε μπορούσε να συσταθεί τέτοια από το συγκεκριμένο διαθέτη, αφού ήταν συγκύριος του ακινήτου κατά το ποσοστό μόνο του 50% εξ αδιαιρέτου, με συνέπεια να μην δύναται να μεταβιβασθεί ......αυτοτελής κυριότητα επί του πρώτου ορόφου της προαναφερθείσας οικοδομής, απορριπτόμενου του σχετικού ισχυρισμού του εναγόμενου ως αβάσιμου. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από την υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων Τ. Γ. του Η., συζύγου του ενάγοντος, και Ι. Ν. του Κ., αδελφού των διαδίκων, οι οποίοι κατέθεσαν ότι αληθής βούληση του ανωτέρω αποβιώσαντος θείου των διαδίκων ήταν να καταστήσει τον ενάγοντα κληρονόμο του επί του ανήκοντος σ' αυτόν ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου επί ολόκληρου του ακινήτου, διότι ο ως άνω γνώριζε ότι και ο αδελφός του και πατέρας των διαδίκων θα μεταβίβαζε στον ενάγοντα το δικό του εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας επί του επίμαχου ακινήτου. Επίσης, ο ως άνω αδελφός των διαδίκων, κατέθεσε ότι σε συνάντηση μεταξύ των διαδίκων, του πατέρα τους, και του ίδιου, κατά το Μάιο του 2000, ο πατέρας τους είπε σ' αυτούς ότι επιθυμία του θανόντος αδελφού του ήταν να μεταβιβάσει ολόκληρο το μερίδιό του στον ενάγοντα. Τα ως άνω επιβεβαιώνει και ο Δ. Μ. του Μ., οικογενειακός φίλος του ενάγοντος και κουμπάρος του εναγόμενου, στην υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση, ως παριστάμενος και ο ίδιος στην ως άνω συνάντηση, αναφέροντας ότι ο πατέρας των διαδίκων πράγματι είπε ότι είχε συνεννοηθεί με τον αδελφό του να αφήσει ολόκληρο το μερίδιό του στον ενάγοντα καθώς και ότι ο πατέρας και ο θείος των διαδίκων είχαν προβεί στη συμφωνία αυτή, διότι ο εναγόμενος είχε ήδη σπίτι κτισμένο, προ δεκαετίας περίπου, σε οικόπεδο όμορο του επιδίκου στο οποίο κατοικούσε με την οικογένειά του. Οι ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις κρίνονται ν αξιόπιστες, σαφείς και πειστικές, δοθέντος ότι εμπεριέχονται σ' αυτές συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που εξηγούν και δικαιολογούν το γεγονός ότι ο Κ. Ν. του Ν., πατέρας των διαδίκων, μεταβίβασε στον ενάγοντα, υιό του, κατά πλήρη κυριότητα λόγω γονικής παροχής το ανήκον σ' αυτόν έτερο 1/2 ποσοστό συγκυριότητας επί του προπεριγραφέντος ακινήτου, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαιογραφικού εγγράφου της συμβολαιογράφου ... Π. Α., νομίμως μεταγραφέντος στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών στον τόμο 2282 και με αριθμό 290. Αντιθέτως, η ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα του εναγόμενου και συζύγου του, Α. Ν., σύμφωνα με την οποία ο ως άνω διαθέτης είχε δηλώσει στον εναγόμενο ότι θα τον εγκαταστήσει κληρονόμο σε όλη την περιουσία του λόγω της φροντίδας, που του είχε προσφέρει κατά τη διάρκεια της ζωής του, δεν κρίνεται σαφής και πειστική, ενώ έρχεται σε αντίθεση, αφενός, με τα όσα βεβαίωσαν ενόρκως οι ως άνω μάρτυρες του ενάγοντος, αφετέρου, με την προαναφερόμενη ενέργεια του πατέρα των διαδίκων. Με βάση όλα τα ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αληθής βούληση του ανωτέρω διαθέτη ήταν να εγκαταστήσει τον ενάγοντα κληρονόμο του επί του μεριδίου του σε ολόκληρη την ανώγεια οικία μετά του περιβάλλοντος αυτήν οικοπέδου της μέχρι το αυλάκι και όχι μόνο στον πρώτο όροφο της συγκεκριμένης οικοδομής μετά του ανήκοντος σ' αυτόν τμήματος του οικοπέδου. Όσον αφορά την έκταση του επίδικου ακινήτου, αυτή ανέρχεται, όπως προεκτέθηκε, σε 4.524 τ.μ., όπως αυτή αποτυπώνεται στο προσαρτημένο στην προαναφερόμενη υπ' αριθμ. ... συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου ... Π. Α. από Αυγούστου ... τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π. Β., και όχι σε 1.000 τ.μ., όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος με το δικόγραφο των προτάσεών του, αφού ο διαθέτης κατέλιπε στον ενάγοντα το ανήκον σ' αυτόν ποσοστό συγκυριότητας επί ολόκληρου του ακινήτου έως το αυλάκι, ήτοι και το εκτός του οικισμού των ... τμήμα αυτού, εμβαδού 2.605,44 τ.μ., και όχι μόνο το γύρωθεν της ανώγειας οικίας και το εντός του ανωτέρω οικισμού τμήμα του ακινήτου, επιφάνειας 1.918,56 τ.μ., ενώ και σύμφωνα με τον προαναφερθέντα τίτλο κτήσης του εναγόμενου η έκταση του επίμαχου ακινήτου ανέρχεται σε 3.259 τ.μ,, χωρίς ωστόσο να επισυνάπτεται σ' αυτόν τοπογραφικό διάγραμμα, και όχι σε 1.000 τ.μ.. Εξάλλου, ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί τα όρια του επίδικου ακινήτου, τα οποία περιγράφονται σε όλες τις προαναφερόμενες συμβολαιογραφικές πράξεις (διαθήκες, αποδοχές) και υποδείχθηκαν από τον πλέον αρμόδιο και μόνο γνώστη των ορίων αυτού, ήτοι τον πατέρα των διαδίκων, συντασσομένου του προαναφερομένου τοπογραφικού διαγράμματος του Αυγούστου ... πολιτικού μηχανικού Π. Β.. Συνεπώς, το Δικαστήριο κρίνει, με βάση τα έγγραφα που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους και όσα αποδείχθηκαν ανωτέρω ότι είναι σαφής και ακριβής η επιφάνεια που καταλαμβάνει το επίδικο ακίνητο και δεν απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης για να γίνει αυτό αντιληπτό, απορριπτόμενου του σχετικού αιτήματος εκ μέρους του εναγόμενου περί πραγματογνωμοσύνης. Επομένως, ο εναγών έχει καταστεί πλήρης και αποκλειστικός κύριος ολόκληρου του επίδικου ακινήτου, επιφάνειας 4.524 τ.μ., μετά των ευρισκόμενων εντός αυτού κτισμάτων κατά παραγωγό τρόπο και δη σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου λόγω γονικής παροχής από τον πατέρα του και αληθή συγκύριο αυτού, Κ. Ν., και σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου λόγω κληρονομιάς από τον θείο του και αληθή συγκύριο αυτού, Μ. Ν., παρελκούσης της εξέτασης της επικουρικής βάσης της αγωγής περί κτήσης της κυριότητας λόγω χρησικτησίας. Περαιτέρω, ο θείος και ο πατέρας των διαδίκων, ως συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι ολόκληρου του επίδικου ακινήτου είχαν παραχωρήσει άνευ ανταλλάγματος στον εναγόμενο στο πλαίσιο του στενού συγγενικού τους δεσμού λόγω παρακλητικής σχέσης, ήτοι από φιλοφροσύνη, από το έτος 1991 την χρήση του ισόγειου χώρου της ανώγειας οικίας και των λοιπών προπεριγραφέντων παλαιών κτισμάτων του επίδικου ακινήτου, για να τοποθετεί εκεί τα γεωργικά εργαλεία του και αγροτικά προϊόντα. Μετά το θάνατο του θείου τους, κατά τον Ιούλιο του 1999, ο ενάγων παραχώρησε ομοίως, χωρίς την καταβολή ανταλλάγματος στον εναγόμενο αδερφό του την χρήση του ανήκοντος σ' αυτόν λόγω κληρονομιάς ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου επί των προεκτεθέντων χώρων του ακινήτου, προκειμένου ο τελευταίος να τοποθετεί εκεί τα γεωργικά του εργαλεία και αγροτικά προϊόντα, έως το θάνατο του πατέρα τους το Σεπτέμβριο του 2008, οπότε περί τα τέλη του έτους 2008 αξίωσε από τον εναγόμενο, αδελφό του, να του παραδώσει την χρήση ολόκληρου του ακινήτου. Ο εναγόμενος δεν νεμόταν, επομένως, το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου έως τον χρόνο θανάτου του πατέρα τους, ήτοι το έτος 2008, αλλά κατείχε αυτό στο πλαίσιο της προαναφερόμενης σχέσης. Ωστόσο, ό. εναγόμενος αρνήθηκε να αποδώσει στον ενάγοντα, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του τελευταίου, το επίδικο ακίνητο, συνολικού εμβαδού 4.524 τ.μ., προβάλλοντας τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς του περί συγκυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο, νεμόμενος αυτό παράνομα και χωρίς τη θέληση του κυρίου αυτού, ασκώντας τις προσιδιάζουσες σε αληθή κύριο πράξεις νομής και κατοχής και πιο συγκεκριμένα χρησιμοποιώντας τον ισόγειο χώρο της ανώγειας οικίας και τα λοιπά κτίσματα του οικοπέδου για την αποθήκευση αγροτικών προϊόντων, ζωοτροφών, εργαλείων και στάβλισμά ζώων και τον ακάλυπτο χώρο αυτού για τη στάθμευση των γεωργικών μηχανημάτων και του αγροτικού αυτοκινήτου του. Έτσι, με την ως άνω συμπεριφορά του εναγόμενου προσβλήθηκε, αφενός, το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος επί του 1/2 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου, το οποίο ο εναγόμενος έχει καταλάβει και κατακρατεί παράνομα, αντιποιούμενος έτσι ως νομέας κληρονομιάς το εκ διαθήκης κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος, αφετέρου, το δικαίωμα πλήρους και αποκλειστικής κυριότητας επί ολόκληρου του ακινήτου, αφού άνευ δικαιώματος και παράνομα κατακρατεί αυτό ως επιλήψιμος νομέας έναντι του αληθούς κύριου αυτού ενάγοντος. Μετά ταύτα το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ομοίως, αναγνωρίζοντας, αφενός, το εκ διαθήκης κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος επί του 1/2 του επίδικου ακινήτου, αφετέρου, αυτόν αποκλειστικό κύριο του όλου ακινήτου μετά των κτισμάτων του, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο να του το αποδώσει, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε το νόμο και θα πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι λόγοι της κρινόμενης έφεσης, με τους οποίους ο εκκαλών πλήττει την εκκαλουμένη για εσφαλμένη εκτίμηση του εισφερθέντος αποδεικτικού υλικού. Τέλος, ως αβάσιμος θα πρέπει να απορριφθεί ο τελευταίος λόγος εφέσεως που αφορά το ύψος της δικαστικής δαπάνης..... Συνεπώς, μη υπαρχόντων άλλων λόγων έφεσης προς διερεύνηση, θα πρέπει ν' απορριφθεί η έφεση στο σύνολο της κατ'ουσίαν". Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή περί αναγνωρίσεως του κληρονομικού δικαιώματος του ενάγοντος, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... δημόσιας διαθήκης του αποβιώσαντος στις ... θείου του Μ. Ν., μεταξύ άλλων, στο 1/2 του ιδανικού μεριδίου επί του περιγραφομένου ακινήτου. Περαιτέρω δε, αναγνώρισε τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο αποκλειστικό κύριο επί όλου του ακινήτου και υποχρέωσε τον εναγόμενο σε απόδοση αυτού. Ειδικότερα το Εφετείο έκρινε ότι ο όρος της εν λόγω διαθήκης "...το 1/2 εξ αδιαιρέτου του πρώτου ορόφου διώροφης οικίας, που βρίσκεται στα ... με το οικόπεδο και την περιοχή του μέχρι το υπάρχον αυλάκι", εμφάνιζε ασαφή και αμφίβολα σημεία και έχρηζε ερμηνείας προκειμένου να αναζητηθεί η αληθινή χωρίς προσήλωση στις λέξεις βούλησή του διαθέτη αναφορικά με το εάν εγκατέστησε τον ενάγοντα κληρονόμο του μόνο κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του πρώτου ορόφου του εν λόγω κτίσματος, όπως ισχυρίζετο ο εναγόμενος ή στο 1/2 εξ αδιαιρέτου ολόκληρης την ανώγειας οικίας, προσφεύγοντας σε γεγονότα και στοιχεία και εκτός διαθήκης. Κατά την κρίση δε του Δικαστηρίου, η πραγματική βούληση του ανωτέρω διαθέτη, ήταν να κληρονομήσει ο ενάγων το προαναφερόμενο ανήκον σ' αυτόν ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου πλήρους συγκυριότητας επί ολόκληρης της περιγραφείσας ανώγειας οικίας και του περιβάλλοντος αυτήν οικοπέδου μέχρι το αυλάκι και όχι μόνο τον πρώτο όροφο της εν λόγω κατοικίας με το οικόπεδο και την περιοχή της. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, επικαλούμενος ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, με το να δεχθεί ότι η διαθήκη του διαθέτη των διαδίκων, εμφάνιζε κενά, ασαφή και αμφίβολα σημεία, αναφορικά με το εάν αυτός εγκατέστησε τον ενάγοντα κληρονόμο του μόνο επί του 1/2 εξ αδιαιρέτου τούτου πρώτου ορόφου του περιγραφομένου ακινήτου, ή σε ολόκληρη την ανώγεια οικία, ενώ η διαθήκη ήταν σαφής ότι δηλαδή με αυτήν εγκαθιστούσε τον ενάγοντα κληρονόμο του μόνο επί του πρώτου ορόφου του επιδίκου και δεν έχρηζε ερμηνείας και με τον δεύτερο λόγο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1α Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι παραβίασε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ερμηνεύοντας εσφαλμένα την σαφή διαθήκη του ως άνω διαθέτη με την οποία όριζε ότι εγκαθιστά τον ενάγοντα κληρονόμο του στο 1/2 εξ αδιαιρέτου του πρώτου ορόφου της διώροφης κατοικίας. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι διότι δεν αναφέρονται, και μάλιστα ενάριθμα, η διάταξη ή διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου και ευθέως, αντίστοιχα, δεν αναφέρεται ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια, και τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να προσδιορίζονται στην απόφαση καθώς και το αποδιδόμενο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου. Σε κάθε περίπτωση δε, οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες και διότι τόσο η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση τελευταίας βουλήσεως του διαθέτη, όσο και η μετά τη διαπίστωση αυτή κρίση για την αληθινή βούληση του διαθέτη, ως κρίσεις αναγόμενες σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με όσα στην νομική σκέψη αναφέρονται. Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου ο αναιρεσείων προβάλλει την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ του Κ.Πολ.Δ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος περί κτήσεως του κληρονομικού δικαιώματος συγκυριότητας του ενάγοντα επί του 1/2 εξ αδιαιρέτου του περιγραφομένου ακινήτου δεν έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα αποδεικτικά έγγραφα 1. Τις δηλώσεις περιουσιακών στοιχείων Ε9 του Μ. Ν. των ετών από το 1997 και εφεξής.2. τις υπ'αριθμ. ..., ... και ... αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... 3. Την υπ'αριθμ. ... απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία ρητά βεβαιώνεται ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην των άλλων, " ... και όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως προσκομιζόμενα μετ'επικλήσεως από τους διαδίκους έγγραφα, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων... " σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής, καμιά αμφιβολία δεν καταλείπεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα πιο πάνω έγγραφα, τα οποία το αναιρεσείον επικαλέσθηκε και προσκόμισε νομίμως, χωρίς, ωστόσο, να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά. Απορριπτέος δε ως απαράδεκτος, τυγχάνει ο λόγος αυτός και κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα παραπάνω έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε, διότι η αποδιδόμενη στο Εφετείο πλημμέλεια δεν αναφέρεται στη μη λήψη υπόψη από αυτό αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, τον οποίο νομίμως προέβαλε, αλλά αποδεικτικών μέσων. Τέλος, με τον τέταρτο λόγο αναίρεση ο αναιρεσείων προσδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της επίδικης διαθήκης με το να δεχθεί εσφαλμένα ότι υπέρ του αναιρεσιβλήτου είχε διατεθεί με την ερμηνεία της άνω διαθήκης ποσοστό του 1/2 της όλης ανώγειας κατοικίας. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον με αυτόν δεν αποδίδεται στην πραγματικότητα διαγνωστικό λάθος ως προς το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου της διαθήκης, το οποίο το δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ορθά ανέγνωσε, αλλά σφάλμα ως προς την αποδεικτική αξιολόγηση και δη την εκτίμηση του περιεχομένου του σε συσχετισμό με άλλα αποδεικτικά στοιχεια, προκειμένου να προβεί σε ερμηνεία αυτού, αναζητώντας την αληθινή βούληση του διαθέτη ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα, και τη συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού εκείνου που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Η αιτίαση δηλαδή αυτή αναφέρεται στη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση πραγμάτων. Κατ'ακολουθίαν τούτων , εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν'απορριφθεί η από αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 391/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ... και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολ.Δ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκε στη σχετική έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου .... Τέλος, πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα λόγω της μεταξύ τους συγγενικής σχέσεως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 09-11-2021 αίτηση, για αναίρεση της 391/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου .... ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ την δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ