Αριθμός 389/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2995/4155/12-7-2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Ν. Κ. του Χ., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ι. χήρα Χ. Σ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζήση Κωνσταντίνου και 2) Π. Σ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 33/28-9-2012 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1044/2012. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 505 παρ.2 του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 (άρθρο 483 παρ. 3), δηλαδή μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ.1 του ίδιου κώδικα, όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, έστω και αν αυτή, όπως απαγγέλθηκε , προσβάλλεται με έφεση και για όλους τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 λόγους, μεταξύ των οποίων και για έλλειψη αιτιολογίας. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 969/1979, και ορίζει ότι η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, προκύπτει ότι η τυχόν καταχώρηση στο ως άνω βιβλίο ποινικής απόφασης, η οποία, όπως απαγγέλθηκε, δεν είναι τελεσίδικη, αλλά προσβάλλεται με έφεση, και ως εκ τούτου δεν είναι καταχωριστέα στο εν λόγω βιβλίο, δεν έχει καμία έννομη συνέπεια. Επομένως, η πιο πάνω τριακονθήμερη προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου εναντίον αποφάσεως, η οποία, όπως απαγγέλθηκε, είναι εκκλητή, αρχίζει, και μετά την ισχύ της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 9 του Ν. 969/1979, όπως άρχιζε και προηγουμένως (από την κατά την 1/1/1951 έναρξη της ισχύος του ΚΠΔ), ήτοι από τη δημοσίευσή της και όχι από την τυχόν καταχώρησή της στο προβλεπόμενο, από την άνω διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 473 του ΚΠΔ, αποκλειστικά για τις τελεσίδικες αποφάσεις, ειδικό βιβλίο. Η εκδοχή αυτή συνάδει προς το γράμμα της εν λόγω διάταξης του άρθρου 9 του Ν. 969/1979 (άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ) κατά το οποίο στο προαναφερόμενο ειδικό βιβλίο καταχωρίζεται καθαρογραμμένη όχι οποιαδήποτε ποινική απόφαση, αλλά μόνο οι τελεσίδικες αποφάσεις. (Σημειωτέον ότι στην έννοια του όρου "τελεσίδικη απόφαση" του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ περιλαμβάνονται και οι δύο κατηγορίες αποφάσεων που μνημονεύονται στο άρθρο 504 παρ.1 του ΚΠΔ, δηλαδή όχι μόνο των δευτεροβαθμίων δικαστηρίων που έχουν εκδοθεί ύστερα από άσκηση εφέσεως, αλλά και οι αποφάσεις που, όπως απαγγέλθηκαν, δεν προσβάλλονται με έφεση, είναι δηλαδή ανέκκλητες). Δεν συντρέχει δε λόγος να απομακρυνθεί ο ερμηνευτής από το γράμμα της διάταξης, διότι αν για την αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά πρωτόδικης εκκλητής απόφασης (η οποία μόνο από αυτόν μπορεί να προσβληθεί με αναίρεση), ο νομοθέτης ήθελε ειδική ρύθμιση ως προς το χρόνο ενάρξεως της προθεσμίας του άρθρου 505 παρ.2 του ΚΠΔ, θα εκφραζόταν ρητά, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 9 του Ν. 969/1979 αναφέρεται μόνο στις τελεσίδικες ποινικές αποφάσεις. Συνάδει επίσης προς το σκοπό της διατάξεως αυτής, ο οποίος συνίσταται στην ανάγκη να έχει λάβει ο ενδιαφερόμενος διάδικος πλήρη γνώση του αιτιολογικού της απόφασης, ώστε να μπορεί να εντοπίσει τυχόν υφιστάμενους αναιρετικούς λόγους και να αποφεύγεται η άσκηση ματαίως αιτήσεως αναιρέσεως και η εντεύθεν άσκοπη ταλαιπωρία και οικονομική επιβάρυνσή του. Ενώ, όταν πρόκειται για απόφαση εκκλητή, υπάρχει η δυνατότητα προσβολή της με έφεση, και η ενιαία εισαγγελική αρχή, εφόσον κρίνει ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε, δικαιούται να ασκήσει το τακτικό αυτό ένδικο μέσο με το οποίο μπορεί να αποκατασταθεί και η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, όσο και η ορθή εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως. Σε κάθε δε περίπτωση, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να λαμβάνει υπηρεσιακώς γνώση της ανάγκης του αναιρετικού λόγου πρωτοβάθμιας αποφάσεως, από τη δημοσίευσή της, ώστε να μην απωλέσει την προθεσμία προς άσκηση αναιρέσεως κατ' αυτής. Προσθέτως όμως έχει την ευχέρεια, χωρίς κανένα χρονικό περιορισμό, να ασκήσει αναίρεση υπέρ του νόμου για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, καθώς και για οποιαδήποτε παράβαση των τύπων της διαδικασίας, χωρίς βέβαια να επηρεάζεται η θέση των διαδίκων- άρθρο 505 παρ.2 εδ.β του ΚΠΔ Ολ.ΑΠ 3 και 4/2000, ΑΠ 2122/2003, ΑΠ 1590/2001, ΑΠ 719/2000 (η Ολ. ΑΠ 6/2002 - η οποία εκδόθηκε μετά την από 11/4/2002 απόφαση του Ε.Δ.Δ.Α. επί της υποθέσεως ΑΕΠΙ κατά Ελλάδος και κάνει λόγο για διασφάλιση του δικαιώματος πρόσβασης στην δικαιοσύνη και για μη περιορισμό της αποτελεσματικής άσκησης του δικαιώματος του κατηγορουμένου που η σύμβαση εγγυάται- αφορά πρωτόδικη ανέκκλητη απόφαση, δηλαδή απόφαση που εξ αρχής δεν υπόκειται σε έφεση, αλλά σε αναίρεση, διότι κάτι τέτοιο προβλέπεται ρητά από τη διάταξη του άρθρου 551 παρ.3 του ΚΠΔ, και οι ΑΠ 1112/2003, ΑΠ 507/2008, ΑΠ 25/2003 αφορούν πρωτόδικες καταδικαστικές αποφάσεις που εξ αρχής δεν υπόκεινται σε έφεση, αλλά μόνο σε αναίρεση, γιατί οι επιβληθείσες ποινές δεν υπερβαίνουν τα εφέσιμα όρια, κατ' άρθρο 489 του ΚΠΔ). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 2995/4155/12-7-2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που εκδόθηκε σε πρώτο βαθμό, ο κατηγορούμενος Ν. Κ. καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση. Η απόφαση αυτή είναι εκκλητή, καθόσον μπορούσε να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της εφέσεως τόσον από τον κατηγορούμενο (ο οποίος και άσκησε έφεση κατ' αυτής, όπως προκύπτει από το πιστοποιητικό της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, που εκδικάζεται την 6-3-2013), όσο και από τον Εισαγγελέα Εφετών (άρθρο 489 παρ.2 εδ.στ' του ΚΠΔ), και όχι ανέκκλητη, δηλαδή απόφαση που εξ αρχής δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της εφέσεως ή απόφαση που έχει εκδοθεί από δευτεροβάθμιο δικαστήριο, οπότε τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠΔ που προβλέπει την άσκηση αναίρεσης μέσα σε προθεσμία 30 ημερών από την καταχώρηση της απόφασης στο ειδικό βιβλίο. Επομένως, βάσει της νομικής σκέψης που αναπτύχθηκε, η καταχώρηση της απόφασης αυτής στο κατά το άρθρο 473 παρ.3 του ΚΠΔ ειδικό βιβλίο, δεν ήταν αναγκαία και δεν έχει καμία έννομη συνέπεια, καθότι η εν λόγω απόφαση δεν είναι τελεσίδικη, αλλά προσβάλλεται με έφεση και άρα η τριακονθήμερη προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου άρχισε από την δημοσίευση της, ήτοι από 12/7/2011, και όχι από την καταχώρηση της στο ειδικό βιβλίο που έλαβε χώρα την 31/7/2012. Συνεπώς η αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της παραπάνω απόφασης που ασκήθηκε την 28/9/2012 είναι εκπρόθεσμη και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατ' άρθρο 476 παρ.1 του ΚΠΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28/9/2012 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της 2995/4155/12-7-2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ