Αριθμός 1336/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη - Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 24 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X1 ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Δερμιτζάκη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 487/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με συγκατηγορούμενους τους: 1) Χ2 και 2) Χ3. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Ιουνίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1137/2006, ως και στους από 8 Ιανουαρίου 2007 πρόσθετους λόγους. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 329 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η συζήτηση στο ακροατήριο, καθώς και η απαγγελία της αποφάσεως γίνονται δημόσια σε όλα τα δικαστήρια και επιτρέπεται στον καθένα να παρακολουθεί ανεμπόδιστα τις συνεδριάσεις, κατά δε το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Εξάλλου, η έλλειψη δημοσιότητας της συνεδριάσεως, που κατοχυρώνεται και με το άρθρο 93 παρ. 2 του Συντάγματος, αποδεικνύεται μόνον από τα σχετικά πρακτικά της συγκεκριμένης δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 487/2006 απόφαση του τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Πειραιώς και τα πρακτικά της, "η συνεδρίαση έγινε δημόσια στο ακροατήριο του Δικαστηρίου" (σελ. 1) και "το Δικαστήριο αφού συσκέφθηκε μυστικά στην έδρα του με παρόντα το Γραμματέα κατήρτισε και ο Προεδρεύων δημοσίευσε αμέσως την απόφασή του" (σελ.11), "δημόσια στο ακροατήριό του" (σελ. 15,17,23). Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως που περιέχεται στην από 13-6-2006 αίτηση (δήλωση) προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση "απηγγέλθη κεκλεισμένων των θυρών, δηλαδή ουχί δημόσια", είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 46 παρ. 1α΄ ΠΚ με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας πρέπει να συντρέχουν α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η οποία (πρόκληση) μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, φορτικότητα, απειλή, παραινέσεις κ.ά., β) διάπραξη από τον άλλο της πράξεως αυτής ή επιχείρηση πράξεως που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς της και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση στον άλλον της αποφάσεως για τη διάπραξη της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος, με γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του Ν. 2910/1991 κάθε αλλοδαπός μπορεί να εισέλθει στο ελληνικό έδαφος όταν κατέχει διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο που αναγνωρίζεται από διεθνείς συμβάσεις και τα έγγραφα αυτά πρέπει να φέρουν, εφόσον αυτό απαιτείται, θεώρηση εισόδου (VISA), κατά δε το άρθρο 55 παρ. 1 του ίδιου νόμου τιμωρούνται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό αθροιστικώς ποινές για κάθε μεταφερόμενο αλλοδαπό τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή πρόσωπα μεταξύ των οποίων οι οδηγοί και οι συμμέτοχοί τους κάθε είδους μεταφορικού μέσου που, εκτός άλλων περιπτώσεων, προωθούν στο εσωτερικό της Χώρας αλλοδαπούς, ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή προώθησή τους, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, ενώ συνιστά επιβαρυντική περίσταση η τέλεση των εν λόγω πράξεων με σκοπό το παράνομο κέρδος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία τί προκύπτει χωριστά απ' το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Ειδικά, στην περίπτωση ηθικής αυτουργίας, υπάρχει πληρότητα αιτιολογίας, όταν εκτίθενται στην καταδικαστική απόφαση, εκτός από τα ανωτέρω, ο τρόπος και τα μέσα προκλήσεως στο φυσικό αυτουργό της αποφάσεως για την τέλεση της άδικης πράξεως που διέπραξε και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο ότι ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε σε άλλον, με τον τρόπο και τα μέσα αυτά, την απόφαση αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς που δίκασε έφεση του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος και των συγκατηγορουμένων του Χ2 και Χ3, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει κατά το είδος τους, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Τη νύχτα της 22/23-8-2005, σε έλεγχο αστυνομικών στο .... ΙΧΕ αυτοκίνητο του κατηγορουμένου Χ2, που έγινε στον ...., διαπιστώθηκε ότι επέβαιναν σ' αυτό οι αλβανοί υπήκοοι Χ1, .... και ...., οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος. Τους τρεις αυτούς αλβανούς, που είχαν εισέλθει παράνομα στην Ελλάδα από αφύλακτη διάβαση των ελληνοαλβανικών συνόρων στην Κρυσταλλοπηγή, είχε παραλάβει από τα όρια των νομών Λάρισας και Φθιώτιδας, όπου τους είχε μεταφέρει με το όχημά του από την ελληνοαλβανική μεθόριο άγνωστος δράστης ονόματι Φ1, ο κατηγορούμενος Χ1 και τους προώθησε προς το λιμάνι του Πειραιά. Την παραλαβή τους από τα όρια των ανωτέρω δύο νομών υπέδειξε (στον Χ1) ο κατηγορούμενος Χ3, ο οποίος (του) είπε ότι στον Πειραιά θα τους παρελάμβανε ο κατηγορούμενος Χ1 (αναιρεσείων), αδελφός του ενός εκ των τριών, ο οποίος, από την Κρήτη όπου κατοικούσε, είχε τηλεφωνήσει στον κατηγορούμενο Χ1 και του προκάλεσε την απόφαση να μεταφέρει τους τρεις αλβανούς στον Πειραιά, έναντι ποσού 2200 ευρώ, από το οποίο ο μεν Χ1 θα κρατούσε ως αμοιβή τα 300 ευρώ, το δε υπόλοιπο θα το παρέδιδε στον κατηγορούμενο Χ3. Ακόμα αποδείχθηκε -συνεχίζει το Εφετείο- ότι οι Χ1 και Χ3 ενεργούσαν κατ' επάγγελμα, διότι είχαν διαμορφώσει, μαζί με τον ανωτέρω Φ1, την υποδομή από την οποία προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος (συνεργασία με άγνωστους δράστες, για το σημείο συνάντησης των αλλοδαπών και τον τόπο μεταφοράς τους, χρήση κινητών τηλεφώνων). Ακολούθως το Εφετείο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους, τον αναιρεσείοντα δε, ειδικότερα, ηθικής αυτουργίας στην πράξη της προωθήσεως στο εσωτερικό της Χώρας αλλοδαπών, κατ' επάγγελμα και κατά συρροή, την οποία διέπραξε ο Χ1, και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών μετατραπείσα σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως και χρηματική ποινή 15000 ευρώ για καθένα από τους τρεις μεταφερθέντες αλλοδαπούς και συνολική ποινή τεσσάρων (4) ετών φυλακίσεως και 25.000 ευρώ χρηματικής ποινής. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την επιβαλλόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την ο ποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τη συνδρομή των περιστατικών αυτών και τις σκέψεις υπαγωγής τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των ανωτέρω άρθρων του ΠΚ και του Ν. 2910/1991. Ειδικότερα, με την ανωτέρω παραδοχή ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον Χ1 και με την υπόσχεση αμοιβής 300 ευρώ τον έπεισε να παραλάβει και να προωθήσει με το αυτοκίνητό του τους τρεις αλβανούς από τα όρια των νομών Λάρισας και Φθιώτιδας μέχρι το λιμάνι του Πειραιά, αιτιολογείται ειδικώς η πρόκληση από τον αναιρεσείοντα της αποφάσεως στον Χ1 να διαπράξει την πράξη που διέπραξε και προσδιορίζονται τα μέσα και ο τρόπος προκλήσεως της αποφάσεως αυτής. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες καθόσον: α) ρητώς στην αρχή του σκεπτικού της αποφάσεως αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη και δεν ήταν αναγκαία ιδιαίτερη αξιολόγηση του καθενός και συσχετισμός μεταξύ τους, ούτε ανάλυση από ποιό εξ αυτών προέκυψε η κάθε παραδοχή, ούτε ιδιαίτερη αιτιολόγηση του δόλου, αφού διαλαμβάνεται περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, β) η παραδοχή ότι το σημείο απ' όπου ο Χ1 παρέλαβε τους τρεις αλλοδαπούς υποδείχθηκε σ' αυτόν από τον Χ3 δεν είναι αντιφατική προς την παραδοχή ότι την απόφαση στον Χ1 να προωθήσει τους εν λόγω αλλοδαπούς από το άνω σημείο μέχρι τον Πειραιά την προκάλεσε ο αναιρεσείων, καθόσον η ηθική αυτουργία έγκειται στην πρόκληση της αποφάσεως στον άλλο να τελέσει την αξιόποινη πράξη που διέπραξε, χωρίς αυτό κατ' ανάγκην να φθάνει μέχρι και των εσχάτων λεπτομερειών της πράξεως, ήτοι, στην υπόψη περίπτωση, μέχρι της υποδείξεως του σημείου παραλαβής των αλλοδαπών, γ) δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής ότι οι συγκατηγορούμενοι του αναιρεσείοντος και ο ανωτέρω "Φ1" είχαν διαμορφώσει υποδομή για την τέλεση της πράξεως με σκοπό πορισμό εισοδήματος και της παραδοχής της προκλήσεως στον Χ1 της αποφάσεως τελέσεώς της από τον αναιρεσείοντα, διότι η ηθική αυτουργία είναι νοητή και σε φυσικό αυτουργό που πράττει κατ' επάγγελμα και δ) η ανωτέρω αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι επανάληψη του διατακτικού της. Οι αντίθετοι, εξάλλου, επί της ουσίας ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος ότι οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν αποδεικνύοντο πράγματι από τις μνημονευόμενες μαρτυρικές καταθέσεις και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου και είναι απαράδεκτοι. Επομένως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί και ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ πρώτος λόγος της ένδικης αιτήσεως, όπως διαμορφώθηκε με τους πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, που προβάλλονται με το από 8-1-2007 δικόγραφο, το οποίο κατατέθηκε εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠοινΔ), συνακολούθως δε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, όπως ως άνω διαμορφώθηκε και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13 Ιουνίου 2006 αίτηση του Χ1, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 8 Ιανουαρίου 2007 πρόσθετους λόγους της, περί αναιρέσεως της 487/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 15 Ιουνίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ