Αριθμός 798/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα και Χρυσούλα Παρασκευά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Α. Β. του Φ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ράπτη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 35779/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία "ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το δ.τ "Τ.Η.Κ. Α.Ε.", που εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Ιωάννη Καρούζο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1037/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 79 παρ.1 του ν.5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν.δ.1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή γιατί δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, αφενός μεν η έκδοση έγκυρης επιταγής, ήτοι συμπλήρωση των κατά νόμο στοιχείων επί του εντύπου και υπογραφή του εκδότη, αφετέρου δε έλλειψη αντίστοιχων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά το χρόνο οπωσδήποτε της πληρωμής και γνώση του εκδότη για την έλλειψη αυτή. Για να είναι, δηλ. αξιόποινη η πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί ο εκδότης αυτής σε επίπεδο γνωστικό να γνωρίζει ακόμη και ως ενδεχόμενο και σε επίπεδο βουλητικό να επιδιώκει ή απλά να αποδέχεται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων. Συνεπώς στην καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, αρκεί να διαλαμβάνεται, γιατί την κατά την κατωτέρω έννοια πληρότητα της αιτιολογίας, ότι ο δράστης ενήργησε εκ προθέσεως (εκ δόλου) παραδοχή η οποία σημαίνει ότι γνωρίζει και αποδέχεται όλα τα στοιχεία που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 79 παρ.1 του Ν. 598/1933 μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα. Συνακόλουθα, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για το παραπάνω έγκλημα, δεν είναι απαραίτητο να γίνεται σ' αυτή ειδική μνεία για την γνώση του εκδότη της επιταγής για την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα. Εξάλλου η έλλειψη, της κατά το άρθρο 93 παρ.3 του Συντ. και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που ιδρύει λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει στην καταδικαστική απόφαση όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια, και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελείωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, που δικάζοντας κατ' έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με την αποδιδόμενη στην αναιρεσείουσα πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής.... "ότι η κατηγορουμένη τέλεσε την πράξη που της αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη διότι αποδείχθησαν τα στοιχειοθετούντα αυτήν, αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα απεδείχθη ότι αυτή στην Αθήνα στις 31-7-2006 εξέδωσε με πρόθεση ακάλυπτη επιταγή, ήτοι την υπ' αριθμό ... επιταγή για να πληρωθεί από την ΑΛΦΑ ΒΑΝΚ, ποσόν 20.000 ευρώ εκ διαταγή Τ.Η.Κ. ΑΚΤΕ, η οποία καίτοι ενεφανίσθη στις 2-8-2006 στην πληρώτρια Τράπεζα εν τούτοις δεν πληρώθηκε γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα". Με βάση τις παραδοχές αυτές που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1 του Π.Κ. και 79 παρ.1, 5 του ν.5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν.δ.1325/72 και άρθρο 4 παρ.1 Ν. 2408/1996, που εφάρμοσε. Ειδικότερα το δικαστήριο εκθέτει όλα τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν, υποκειμενικώς και αντικειμενικώς την ανωτέρω πράξη της εκδόσεως της ακάλυπτης επιταγής, όπως αυτά παρατίθετο ανωτέρω και δεν χρειαζόταν να αναφέρει για την πληρότητα της αιτιολογίας την ιδιότητα ή παράθεση και άλλων πραγματικών περιστατικών και δή όσον αφορά την ιδιότητα της αναιρεσείουσας, ως διευθύνοντος συμβούλου, ούτε υφίσταται ασάφεια από το ότι δεν αναφέρεται ότι η επίδικη επιταγή ήταν μεταχρονολογημένη. Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ.1 ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, τυγχάνει αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί. Η επιβαλλόμενη, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Κατά την έννοια αυτή αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο κάποιας από τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ η παραδοχή της οποίας οδηγεί σε μείωση της ποινής στα πλαίσια που καθορίζει το άρθρο 83 του ίδιου κώδικα. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί να προτείνονται παραδεκτώς και κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλ. τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους και δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού, με τον οποίο είναι γνωστοί στη νομική ορολογία. Στη προκειμένη περίπτωση από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως η αναιρεσείουσα μεταξύ άλλων πρόβαλε και τον αυτοτελή ισχυρισμό, κατά την ανωτέρω έννοια του άρθρου 842α και β ΠΚ προς θεμελίωση του ισχυρισμού αυτού επικαλέσθηκε τα ακόλουθα: ... "Παρά ταύτα όταν εγώ ήμουνα στο Δ.Σ. της συγκεκριμένης εταιρίας δηλ. από 24-3-2003 έως 1-8-2006 οπότε και αποχώρησα, η εταιρία προσπάθησε να είναι συνεπής, ως προς τις υποχρεώσεις της έναντι τρίτων και συγκεκριμένα κατέβαλε προς το Δημόσιο για διάφορα χρέη περίπου 1500000 ευρώ, επίσης, κατέβαλε προς το ΙΚΑ όλες τις ασφαλιστικές εισφορές που αφορούν στην περίοδο εκείνη, το δε ΙΚΑ οφείλει στην εταιρία ποσό περίπου 300000 ευρώ από εισφορές που προκατέβαλε για το ανωτέρω ολυμπιακό έργο. Επίσης, από την Κοινοπραξία που συμμετείχε η εταιρία "ΓΕΝΕΡ Α.Ε." με την εταιρία "Κ.Κ. Α.Ε." προκύπτει από τα προσκομισθέντα έγγραφα ότι πρέπει να καταβληθεί από το ελληνικό δημόσιο ποσό περίπου 1.800.000 ευρώ. Τούτων δοθέντων, η εταιρία αντιμετώπισε πλείστα όσα οικονομικά προβλήματα και αδυνατούσε πράγματι στο να εκπληρώσει κάποιες εκ των οικονομικών υποχρεώσεών της, μεταξύ των οποίων και η εξόφληση της επίδικης επιταγής. Ενόψει όλων των ανωτέρω δέον να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό μου οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2β Π.Κ. β)Επίσης μέχρι και τον χρόνο τέλεσης της πράξεως έζησα, πράγματι, μία έντιμη ατομική, οικογενειακή κοινωνική, επαγγελματική ζωή, δεδομένου ότι ουδέποτε απασχόλησα την οποιαδήποτε αρχή και σε ηλικία 3 ετών που είμαι σήμερα, προσπάθησα με κάθε νόμιμο τρόπο να ζήσω, φρόντισα με όλες μου τις δυνάμεις να συντηρώ το ανήλικο τέκνο μου, διότι είμαι διαζευγμένη, συμμετείχα δε στην εταιρία αυτή λόγω του ότι ο πατέρας μου Φ. Β., ήταν μέτοχος, όπως και ο Δ. Μ. με τον οποίο είχε προσωπική φιλία και έτσι η συμμετοχή μου ήταν καθαρά τυπική" Το Δικαστήριο απέρριψε τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό με την εξής αιτιολογία: "Όσον αφορά τον αυτοτελή ισχυρισμό της κατηγορουμένης περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπό της των ελαφρυντικών περιστάσεων του ότι δεν ωθήθηκε στην τέλεση της πράξης από ... ταπεινά αίτια και του πρότερου εντίμου βίου της, πρέπει να απορριφθεί καθόσον δεν αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά που να τον στοιχειοθετούν, μη αρκούντος του λευκού ποινικού μητρώου για την στοιχειοθέτηση του πρότερου εντίμου βίου της". Όσον αφορά την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 2β Π.Κ. ο αυτοτελής ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, διότι τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν μπορούν να οδηγήσουν στην αναγνώριση της ως άνω ελαφρυντικής περιστάσεως, διότι δεν αναφέρονται τέτοια περιστατικά από τα οποία να μπορεί το Δικαστήριο να αξιολογήσει τη συνολική σχέση του κατηγορουμένου με τα έννομα αγαθά. Επομένως το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση ν' απαντήσει στον ισχυρισμό αυτό. Όμως, όσον αφορά τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης περί αναγνωρίσεως σ' αυτήν της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2α Π.Κ. που προβλήθηκε στο ακροατήριο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με την παράθεση των περιστατικών που τον θεμελιώνουν και η απόρριψή του, έπρεπε να αιτιολογηθεί ιδιαιτέρως. Η ως άνω αιτιολογία της αποφάσεως περί απορρίψεως του ισχυρισμού αυτού είναι ελλιπής καθόσον δεν διέλαβε καθόλου αρνητικά περιστατικά, σκέψεις και συλλογισμούς, προς αντίκρουση των υπό της κατηγορουμένης επικαλουμένων θετικών τοιούτων και ειδικότερα δεν αξιολογεί καθόλου τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από την κατηγορουμένη αποδεικτικά στοιχεία περί του εντίμου βίου αυτής. Επομένως ο συναφής από το άρθρο 510 παρ.1 περ.Δ του ΚΠΔ λόγος της αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία της αποφάσεως σε σχέση με την απόρριψη του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού της κατηγορουμένης για την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2α Π.Κ. είναι κατ' ουσία βάσιμος. Μετά από αυτά, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει ν' αναιρεθεί κατά το μέρος που απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό της κατηγορουμένης για αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 2α Π.Κ. και να παραπεμφθεί κατά τούτο για νέα συζήτηση ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, συγκροτουμένου από άλλους δικαστές και ν' απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Α) Αναιρεί εν μέρει την προσβαλλόμενη με αριθμό 35779/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών και ειδικότερα κατά το μέρος που απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 842α Π.Κ. Β) Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 19-9-2012 αίτηση αναιρέσεως της Α. Β. του Φ. για αναίρεση της 35779/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Γ) Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ