Αριθμός 1592/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Παναγιώτα Πασσίση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην ..., και εκπροσωπείται νόμιμα (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Της αναιρεσιβλήτου: Θεοδώρας Δαλέ του Παντελή, κατοίκου Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κωνσταντίνου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-11-2013 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4802/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2984/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 18-4-2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, παραδεκτώς επισκοπούμενα, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσίβλητη, με την από 7.11.2013 ανακοπή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, ζήτησε, για τους περιεχόμενους σ' αυτήν τρεις (3) λόγους, την ακύρωση της υπ' αριθ. .../2013 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε σε βάρος της με αίτηση της αναιρεσείουσας Τράπεζας, για ποσό 11.505,38 ευρώ, βάσει της αναφερόμενης σ' αυτήν συμβάσεως χορηγήσεως προσωπικού-καταναλωτικού τοκοχρεωλυτικού δανείου και πιστωτικής κάρτας ανοιχτού λογαριασμού, με πιστωτικό όριο το ποσό των 15.000 ευρώ, καθώς και της από 10.10.2013 σχετικής επιταγής προς εκτέλεση, με την οποία επιτασσόταν να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το συνολικό ποσό των 11.683,38 ευρώ, με τους τόκους και τα έξοδα. Η ανακόπτουσα, ήδη αναιρεσίβλητη, προέβαλε, ειδικότερα, με τους τρεις λόγους της ανακοπής της, 1) με τον πρώτο εξ αυτών, ότι είναι άκυρος και καταχρηστικός, κατ' άρθρ. 2 παρ. 7 περ. ε' του ν. 2251/1994 και 281 ΑΚ, ο προδιατυπωμένος γενικός όρος (ΓΟΣ) υπό στοιχ. 7 της ένδικης σύμβασης που επιφύλασσε στην αναιρεσείουσα το δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης ή λύσης της σύμβασης χωρίς ορισμένο, ειδικό και σπουδαίο λόγο, ο οποίος και να αναφέρεται στη σύμβαση, με αποτέλεσμα, η ασκηθείσα στις 4.2.2013 καταγγελία της ένδικης σύμβασης, χωρίς να συντρέχει προς τούτο, όπως ισχυρίζεται, σπουδαίος λόγος, να είναι άκυρη και να μην έχει καταστεί απαιτητό ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο με τους τόκους και τα έξοδα και η χρηματική απαίτηση της αναιρεσείουσας να μην είναι εκκαθαρισμένη, όπως απαιτείται κατ' άρθρο 624 παρ. 1 ΚΠολΔ, και ότι, συνακόλουθα, είναι άκυρη η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, 2) με το δεύτερο λόγο, κατά το μεν πρώτο σκέλος του ότι είναι άκυρος και καταχρηστικός, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, ο όρος της ένδικης σύμβασης, με τον οποίο συνομολογήθηκε το συγκεκριμένο αναφερόμενο κυμαινόμενο τραπεζικό επιτόκιο, καθόσον αυτό υπερέβαινε το οριζόμενο για τα δικαιοπρακτικά (εξωτραπεζικά) επιτόκια ανώτατο όριο, κατά δε το δεύτερο σκέλος του, ότι είναι άκυρος και καταχρηστικός, κατ' άρθρο 2 παρ. 7 περ. ια' του ν. 2251/1994 και 281 ΑΚ, ο προδιατυπωμένος γενικός όρος (ΓΟΣ) της ένδικης σύμβασης που επέτρεπε στην αναιρεσείουσα Τράπεζα να καθορίζει μονομερώς και ελεύθερα το ετήσιο ονομαστικό επιτόκιο, ακόμη και καθ' υπέρβαση των ισχυόντων ανώτατων ορίων των εξωτραπεζικών επιτοκίων, χωρίς ειδικά καθορισμένα και εύλογα κριτήρια εκ των προτέρων γνωστά στον καταναλωτή, και, ότι, συνακόλουθα, είναι άκυρη η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, διότι, όπως ισχυρίστηκε, εξαιτίας της ακυρότητας του ως άνω όρου, η χρηματική απαίτηση της αναιρεσείουσας περιλαμβάνει και παράνομους τόκους, συνολικού ύψους 7.995,28 ευρώ, αυτούς, δηλαδή, που ερείδονται στον εν λόγω άκυρο όρο, με αποτέλεσμα να μην είναι εκκαθαρισμένη, όπως απαιτείται κατ' άρθρο 624 παρ. 1 ΚΠολΔ, και 3) με τον τρίτο λόγο, κατά μεν το πρώτο σκέλος του ότι είναι άκυρος και καταχρηστικός ο υπό στοιχ. 3 όρος της ένδικης δανειακής σύμβασης που της επέβαλε τη μετακύλιση της εισφοράς του ν. 128/1975, κατά δε το δεύτερο σκέλος του, ότι η καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσα μετά την, βάσει του εν λόγω όρου της ένδικης σύμβασης, προσαύξηση του επιτοκίου του χορηγηθέντος δανείου με το ποσοστό της εισφοράς του ν. 128/1975 και το γενόμενο με βάση και αυτήν (εισφορά) υπολογισμό των τόκων, προέβη παρανόμως σε ανατοκισμό των ποσών της εισφοράς χωρίς την ύπαρξη ρητής συμφωνίας των συμβληθέντων διαδίκων, με αποτέλεσμα η ένδικη χρηματική απαίτηση της αναιρεσείουσας να μην είναι εκκαθαρισμένη, αφού περιλαμβάνει παράνομους τόκους και παράνομο ανατοκισμό, και να μην υφίσταται έγγραφη απόδειξη του ποσού για το οποίο εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και, συνακόλουθα, αυτή να καθίσταται άκυρη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 4802/2014 οριστική απόφασή του, κατά παραδοχή, ως κατ' ουσίαν βάσιμου, του τρίτου λόγου της ανακοπής, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο η αναιρεσίβλητη-ανακόπτουσα προσέβαλε την ένδικη απαίτηση ως μη εκκαθαρισμένη λόγω του παράνομου, κατά τους ισχυρισμούς της, ανατοκισμού της εισφοράς του ν. 128/1975, δέχθηκε την ανακοπή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και ακύρωσε στο σύνολό της την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, χωρίς, περαιτέρω, να ερευνήσει τους πρώτο και δεύτερο λόγους της ανακοπής (ερευνώντας, όμως, τον τρίτο λόγο και κατά το πρώτο σκέλος του, προτού καταλήξει στην κρίση του περί του παράνομου ανατοκισμού της εισφοράς του ν. 128/1975, δεχόμενο τη νομιμότητα της μετακύλισης της εισφοράς αυτής). Η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση κατά της παραπάνω απόφασης, την οποία προσέβαλε για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ως προς τις παραδοχές της (και μόνο) με τις οποίες δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμο, τον τρίτο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, της ανακοπής και ακύρωσε στο σύνολό της τη διαταγή πληρωμής. Το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2984/2016 απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 9.9.2014 έφεση της καθ' ης η ανακοπή, ήδη αναιρεσείουσας, εξετάζοντας, όμως, παράλληλα, και τον ως άνω δεύτερο λόγο της ανακοπής της αναιρεσίβλητης, τον οποίο έκρινε βάσιμο, ενώ δεν είχε διατυπωθεί σχετικό παράπονο από την εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα με λόγο της έφεσής της, αφού δεν είχε εξεταστεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ο λόγος αυτός ανακοπής και η εκκαλουμένη δεν είχε περιλάβει σχετική κρίση, διαλαμβάνοντας έτσι η αναιρεσιβαλλομένη και παραδοχές ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής πάσχει ακυρότητας και εκ του λόγου τούτου. Ήδη, της αρχικώς αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα ... A.Ε.", λόγω διασπάσεως με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της και σύσταση νέας εταιρίας [ν. 2515/1997 και ν. 4601/2019], καθολική διάδοχος τυγχάνει η παριστάμενη και νομίμως εκπροσωπούμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα ... Ανώνυμη Εταιρεία" ("Επωφελούμενη"), η οποία υποκαταστάθηκε πλήρως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της "Διασπώμενης" αρχικώς αναιρεσίβλητης, στις 20.3.2020, και η οποία νομίμως συνεχίζει, αυτοδικαίως, χωρίς άλλη διατύπωση, την, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, εκκρεμή δίκη (άρθρ. 70 παρ. 3 ν. 4601/2019), χωρίς να επέρχεται, λόγω της διάσπασης, διακοπή της δίκης, ούτε απαιτείται δήλωση για την επανάληψή της (ΑΠ 917/2020, ΑΠ 1196/2018, ΑΠ 512/2011). Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 128/1975 "επιβάλλεται από το έτος 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της Τραπέζης της Ελλάδος, υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού, ανερχομένη εις ποσοστόν ένα (1) επί τοις χιλίοις ετησίως επί του ετησίου ύψους εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγουμένων υπ' αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανομένων και των δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962 μεταξύ των Τραπεζών συμβάσεως, ως αύτη ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, συμφωνηθεισών εισφορών". Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Τέτοια δικαιοπραξία είναι αυτή που συνάπτεται κατά παράβαση απαγορευτικού κανόνα δικαίου, όταν δηλαδή ο ίδιος ο κανόνας δικαίου θεσπίζει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα ή όταν θεσπίζεται απαγόρευση με ταυτόχρονη αποδοκιμασία του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, κατά το σκοπό του νόμου, ο οποίος (σκοπός) πληρούται με την ακυρότητα ως έννομη συνέπεια της απαγορεύσεως. Όμως, από τη γραμματική διατύπωση της πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, δεν προκύπτει η θέσπιση απαγορευτικού, με την παραπάνω έννοια, κανόνα δικαίου, αφού ο νόμος ορίζει την επιβολή της εισφοράς και το υπόχρεο να την καταβάλει πρόσωπο, χωρίς όμως να ορίζει ούτε την υποχρεωτική μετακύλισή του ούτε όμως και την απαγόρευση μετακύλισής του. Ο χαρακτήρας, άλλωστε, της εισφοράς αυτής, ως είδος δημοσιονομικής επιβάρυνσης, αρχικά για συγκεκριμένο σκοπό (επιδότηση δανείων προς εξαγωγικές επιχειρήσεις) και μετά την τροποποίηση που επέφερε ο ν. 2065/1992, ως, από οικονομική άποψη, γενικό έσοδο του Δημοσίου, δικαιολογεί την αναζήτηση της σημασίας της λέξεως "βαρύνουσα" στη φορολογική νομοθεσία, όπως αυτή προκύπτει από τη χρήση της εν λόγω λέξεως σε νόμους που θεσπίζουν φόρους ή εισφορές. Αλλά ούτε και αντικειμενικά, από το ρυθμιστικό σκοπό του νόμου, προκύπτει βάση αποδοκιμασίας της συμβατικής μετακύλισης της εν λόγω εισφοράς, αφού σκοπός του νόμου παραμένει η έμμεση ενίσχυση, μέσω της εισφοράς αυτής, της επιδοτήσεως των επιτοκίων συγκεκριμένων δανείων επ' ωφελεία της εθνικής οικονομίας, χωρίς να προκύπτει ότι το πρόσωπο που πρέπει να επιβαρυνθεί τελικά είναι τα πιστωτικά ιδρύματα. Εξάλλου, από μακρού χρόνου τα τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελευθέρως (ΑΠ 756/2015, ΑΠ 2037/2014), οπότε υπό το καθεστώς αυτό η θέσπιση απαγορεύσεως μετακύλισης της άνω εισφοράς από τα τραπεζικά ιδρύματα στους πιστούχους δεν είναι εφικτή και από τη φύση του πράγματος. Και τούτο διότι, στο μέτρο που οι Τράπεζες μπορούν ελεύθερα να καθορίζουν τα επιτόκια των χορηγήσεων, θα μπορούν και να υπολογίσουν το ποσοστό της εισφοράς του ν. 128/1975 στο ύψος του επιτοκίου που προσφέρουν, χωρίς ειδική αναφορά της εισφοράς αυτής στη σύμβαση. Τότε όμως η απαγόρευση, αν γινόταν δεκτό ότι έχει απαγορευτικό χαρακτήρα η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, θα εξαρτάτο από το εάν θα αναφερόταν ή όχι στη σύμβαση ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου και, συνεπώς, η εν λόγω εισφορά. Αλλά και εάν η μετακύλιση της εν λόγω εισφοράς έχει, ενόψει και της διατάξεως του άρθρου 293 ΑΚ, ως συνέπεια την κατά το ποσοστό της εισφοράς αύξηση του συμβατικά καθοριζόμενου επιτοκίου πέραν του προβλεπομένου ανωτάτου ορίου, και τότε η απαγόρευση δεν θα προέκυπτε από το ν. 128/1975, αλλά από τη διάταξη που θα όριζε ανώτατο όριο τραπεζικού επιτοκίου. Συμπερασματικά, εν όψει των προαναφερθέντων, προκύπτει ότι από το ν. 128/1975 δεν απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς που θεσπίζεται με το νόμο αυτόν. Η ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου, έναντι του Δημοσίου, προσώπου στο πλαίσιο της έννομης σχέσης που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά, επομένως, αποκλειστικά στην κάθετη σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι στην οριζόντια τοιαύτη μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και πιστούχων - δανειοληπτών. Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τοιαύτης νοουμένης της θεσπίσεως ανωτέρου ορίου επιτοκίου, το οποίο θα υπερέβαινε η εισφορά αυτή και μόνο αν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση. Επομένως, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου συμβάσεως πιστώσεως, με έμμεσο αποτέλεσμα τη συμβατική μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον πιστούχο, είναι νόμιμη, διότι δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ' άρθρο 174 του ΑΚ, ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου. Εντάσσεται στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων, που μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο, πράγμα, που δεν συμβαίνει στην περίπτωση που στη σύμβαση γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του ν. 128/1975, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό (ΑΠ 1133/2022, ΑΠ 669/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 430/2005), ουσιαστικά δε προσαυξάνει το ποσοστό τους και λογίζεται, κατά το άρθρο 293 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ, ως τόκος και, συνεπώς, νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2601/1998, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου (ΑΠ 1369/2022, ΑΠ 669/2020, ΑΠ 368/2019). Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που στη σύμβαση γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του ν. 128/1975, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό και αποτελούσα ουσιαστικά μέρος του επιτοκίου, οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης έχουν ικανοποιηθεί και, κατά συνέπεια, η σχετική ρήτρα είναι έγκυρη (ΑΠ 669/2020, ΑΠ 368/2019). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 1, 217, 583, 585, 632 παρ. 1 και 633 παρ.1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι λόγοι της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να είναι δυνατόν ο μεν καθ' ου η ανακοπή να αμυνθεί κατ' αυτής, το δε δικαστήριο να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας. Οι πιο πάνω λόγοι μπορούν να αφορούν είτε την τυπική ακυρότητα της διαταγής πληρωμής, με την έννοια ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι και διατυπώσεις που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. του ίδιου Κώδικα, για την έκδοση έγκυρης διαταγής πληρωμής, είτε την ουσιαστική ακυρότητα αυτής (διαταγής πληρωμής), με την έννοια ότι ο ανακόπτων αμφισβητεί την ύπαρξη της οφειλής του, προβάλλοντας ανατρεπτικές ή διακωλυτικές της γέννησης της απαίτησης του καθ' ου η ανακοπή ενστάσεις. Γι' αυτό, το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα απαιτούμενα κατά νόμο (άρθρα 118 και 119 ΚΠολΔ) για κάθε δικόγραφο στοιχεία, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τους λόγους της, με τους οποίους οριοθετείται η δίκη της ανακοπής, να περιέχει δηλαδή με σαφήνεια τις αντιρρήσεις και ενστάσεις του ανακόπτοντος κατά της συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 1071/2017). Ωστόσο, το ενδεχόμενο προβολής ενστάσεων κατά της απαιτήσεως, είτε καταχρηστικών (εφόσον τα σχετικά δικαιοκωλυτικά ή δικαιοφθόρα γεγονότα δεν προκύπτουν από τα υποβαλλόμενα στο δικαστή στοιχεία), είτε γνησίων, δεν αφορά την απαιτούμενη κατά την παράγραφο 1 του άνω άρθρου 624 βεβαιότητα της αξιώσεως και, συνεπώς, δεν αναιρεί τη δυνατότητα εκδόσεως διαταγής πληρωμής, αφού την έκδοση αυτής δεν εμποδίζει οποιαδήποτε ένσταση που μπορεί να επικαλεσθεί ο οφειλέτης (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 911/2005). Αν στην ανακοπή σωρεύονται περισσότεροι από ένας λόγοι, καθένας απ` αυτούς με διαφορετική πραγματική και νομική βάση συνιστά ιδιαίτερη ανακοπή, οπότε υπάρχει αντικειμενική σώρευση ανακοπών κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 218 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1943/2017). Επίσης, κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άρθρου 633 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος, ή αν με αυτόν βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνον κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1349/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, ως προς το, μόνο, κεφάλαιο που προσβλήθηκε με την έφεση, μετά την παράθεση σχετικής νομικής σκέψης, τα εξής: "... ως προς την έννοια της εκκαθαρισμένης απαίτησης, θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς του ν. 128/75 από την καθής (τράπεζα) στον ανακόπτοντα (δανειοδοτούμενο) και είναι νόμιμη, γιατί δεν αντίκειται στην διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/75, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ' άρθρο 174 ΑΚ, ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου, εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων στα δάνεια (...). Στην προκείμενη περίπτωση ο όρος αυτός είναι συγκεκριμένος, εμφανής (στο παράρτημα της σύμβασης) και η ανακόπτουσα τον αποδέχτηκε αδιαμαρτύρητα. Όμως ο ανατοκισμός της εισφοράς του ν. 128/75 πράγμα που η καθής δεν αρνείται ρητά - είναι παράνομος, διότι δεν υπήρξε ρητή συμφωνία από τα συμβληθέντα μέρη (...). Κατόπιν τούτων δεν προκύπτει το συνολικό ποσό της οφειλής (απαίτησης) για το οποίο εκδόθηκε η επίδικη διαταγή πληρωμής, λόγω της ακυρότητας των συμπεριλαμβανομένων στους λογαριασμούς ποσών και από τον ανατοκισμό των ποσών της εισφοράς του ν. 128/75, οπότε η επίδικη διαταγή πληρωμής είναι άκυρη και κατά το μέρος που επιδίκασε στην ανακόπτουσα απαίτηση που δεν γεννήθηκε ποτέ, δηλαδή χρηματικά ποσά για τον παράνομο μηνιαίο ανατοκισμό των ποσών της μετακυλισθείσας στον τελευταίο, εισφοράς του ν. 128/75. Περαιτέρω, η ακυρότητα των επιμέρους ποσών επηρεάζει την αποδεικτικότητα με έγγραφα του συνόλου της απαιτήσεως, αφού στον προσκομιζόμενο λογαριασμό, δεν είναι δυνατός, λόγω του είδους της εγγραφής, ο διαχωρισμός των επιμέρους ποσών, γεγονός που καθιστά μη βέβαιη και εκκαθαρισμένη την επίδικη απαίτηση, απορριπτομένου μετά ταύτα και του δεύτερου λόγου έφεσης ως αβάσιμου κατ' ουσίαν, καθόσον η εκκαλούσα - καθ' ης (ήδη αναιρεσείουσα) ουδέν νέο στοιχείο προσέφερε ανταποδεικτικώς ως προς την εκκαθάριση της απαίτησής της σε βάρος της ανακόπτουσας - εφεσίβλητης. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η από 7.11.2013 ανακοπή της νυν ανακόπτουσας - εφεσίβλητης έπρεπε να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη και ακύρωσε μετά ταύτα την με αριθμό .../2013 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, ορθώς τις αποδείξεις εξετίμησε και το νόμο εφήρμοσε, συνεπώς πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι δύο λόγοι της έφεσης ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, κρίνοντας ομοίως, ως προς τον συγκεκριμένο και μόνο εξετασθέντα λόγο της ανακοπής, [αλλά και μόνο προσβληθέντα με την έφεση], δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής. Έτσι που έκρινε το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, ότι, δηλαδή, δεν είναι νόμιμος ο ανατοκισμός του ποσού της εισφοράς του ν. 128/75 "διότι δεν υπήρξε ρητή συμφωνία από τα συμβληθέντα μέρη" και ότι λόγω της ακυρότητας των συμπεριλαμβανομένων στους λογαριασμούς ποσών (και) από τον ανατοκισμό των ποσών της εισφοράς του ν. 128/75, δεν προκύπτει το συνολικό ποσό της οφειλής (απαίτησης) για το οποίο εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, με συνέπεια να καθίσταται ανεκκαθάριστη η όλη απαίτηση της αναιρεσείουσας τράπεζας, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 3 του ν. 128/1975 (σε συνδ. με άρθ. 174 ΑΚ), 293 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ και 12 του ν. 2601/1998, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, η παραπάνω εισφορά του ν. 128/1975, εφόσον η μετακύλισή της ήταν νόμιμη, εντασσόμενη στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων, καθώς προσαυξάνει το ποσοστό τους, λογίζεται, κατά το άρθρο 293 παρ. 1 εδ. α` ΑΚ, ως τόκος και, συνεπώς, νομίμως ανατοκίστηκε και κεφαλαιοποιήθηκε μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2601/1998, αφού αποτελούσε μέρος του συμφωνηθέντος ετήσιου πραγματικού επιτοκίου (εφόσον δεν συνεπάγεται υπέρβαση του ανώτατου θεμιτού ορίου), δεν απαιτείτο δε ιδιαίτερη συμφωνία μεταξύ των συμβληθέντων διαδίκων για τη νομιμότητα του ανατοκισμού της εν λόγω εισφοράς αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης, έχουν ικανοποιηθεί οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης αναφορικά με τη μετακύλιση της εισφοράς αυτής στην αναιρεσίβλητη. Σε κάθε περίπτωση, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, ο ως άνω λόγος ανακοπής ήταν (και) αόριστος, διότι η ανακόπτουσα-αναιρεσίβλητη αμφισβήτησε γενικώς την ορθότητα του λογαριασμού και το ύψος της απαιτήσεως, χωρίς να προσβάλει συγκεκριμένο κονδύλιο του λογαριασμού, που περιέχονταν στα προσκομισθέντα προς απόδειξη αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της καθ' ης η ανακοπή, ήδη αναιρεσείουσας, και χωρίς να προσδιορίζει είτε τα συγκεκριμένα ποσά, με τα οποία επιβαρύνθηκε από τον, παράνομο κατά την άποψή της, ανατοκισμό της εισφοράς του ν. 128/1975, ώστε με τον υπολογισμό και τη συνάθροιση των επιμέρους κονδυλίων να προκύπτει το συνολικό υπερβάλλον ποσό, προκειμένου να κριθεί η βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού της, του οποίου και φέρει το σχετικό βάρος απόδειξης, είτε το νόμιμο ύψος της οφειλής της, όπως αυτό θα ήταν αν δεν είχε λάβει χώρα ο εν λόγω ανατοκισμός, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο λογιστικός έλεγχος του νόμιμου ύψους του επιδικασθέντος με τη διαταγή πληρωμής ποσού και η ακύρωση, σε περίπτωση που ο λόγος ήθελε κριθεί ουσιαστικά βάσιμος, της διαταγής πληρωμής κατά το αντίστοιχο μέρος, αφού, όπως εκτέθηκε, ακόμη και σε περίπτωση ενσωματώσεως στο κεφάλαιο της απαιτήσεως παράνομων ανατοκισμών, δεν θίγεται η βεβαιότητα της απαιτήσεως ούτε καθίσταται ανεκκαθάριστη αυτή, αλλά συνεπάγεται ακυρότητα αντίστοιχου ποσού της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, χωρίς να πλήττεται αυτή στο σύνολό της, όπως εσφαλμένα έκρινε το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές του. Τις ελλείψεις αυτές του άνω λόγου της ανακοπής είχε παραδεκτώς επικαλεστεί η καθ' ης η ανακοπή-αναιρεσείουσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όπως προκύπτει από τις, παραδεκτώς επισκοπούμενες (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προσκομιζόμενες έγγραφες προτάσεις της, προβάλλοντας σχετική ένσταση αοριστίας, την οποία επανέφερε με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, που, όμως, το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατά το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, αναίρεση κατά της αποφάσεως του ειρηνοδικείου επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ταυτίζεται με το λόγο του άρθρου 559 αρ. 8 του ίδιου Κώδικα. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997). "Πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι εφέσεως, που περιέχουν παράπονα κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1366/2022, ΑΠ 1402/2022). Περαιτέρω κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διαθέσεως, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Το αίτημα, συνεπώς, της εφέσεως και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της εφέσεως ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνο για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 1366/2022, ΑΠ 1402/2022, ΑΠ 248/2019). Εξάλλου, κατά το άρθρο 520 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, οι λόγοι εφέσεως πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι και να αναφέρονται σε συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες, που αποδίδονται από τον εκκαλούντα στην προσβαλλόμενη, με την έφεση, οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που δεν προσβάλλονται με λόγο εφέσεως από τον εκκαλούντα δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους εφέσεως και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 1366/2022, ΑΠ 1402/2022, ΑΠ 248/2019, ΑΠ 821/2020). Επομένως η παραδοχή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η επανάκριση κεφαλαίου της απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης και των προσθέτων λόγων συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο (ή στον ταυτιζόμενο με αυτόν από τον αριθ. 5 του άρθρου 560 του ίδιου κώδικα, ως εν προκειμένω), εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμούς που, κατά τα ανωτέρω, όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 22/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 536 ΚΠολΔ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα απόφαση, χωρίς ο εφεσίβλητος ν` ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση, εκτός αν εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση και δικάσει την υπόθεση κατ` ουσίαν (ΑΠ 248/2019, ΑΠ 894/2020). Εν προκειμένω, με το δεύτερο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που δίκασε την ως άνω έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, έλαβε υπόψη και εξέτασε, απορρίπτοντας ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, ανύπαρκτο λόγο της παραπάνω έφεσης της αναιρεσείουσας, δεχόμενο ως ουσιαστικά βάσιμο τον ως άνω δεύτερο λόγο της ανακοπής της ήδη αναιρεσίβλητης, ενώ δεν είχε μεταβιβαστεί στο Εφετείο η υπόθεση με λόγο έφεσης για το συγκεκριμένο λόγο ανακοπής ούτε είχε εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "...ωστόσο ο όρος αυτός είναι καταχρηστικός και ως εκ τούτου παράνομος, ως αντικείμενος στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν.2251/1994. Ειδικότερα δε,..., ο όρος της δανειακής σύμβασης, που επέτρεπε στην καθής να καθορίζει μονομερώς και ελεύθερα το ετήσιο ονομαστικό επιτόκιο ακόμα και καθ' υπέρβαση των ισχυόντων ανωτάτων ορίων των εξωτραπεζικών επιτοκίων, χωρίς κανένα κριτήριο είναι καταχρηστικός και ως εκ τούτου παράνομος, ως αντικείμενος στη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2251/1994. Επομένως και ο υπολογισμός των τόκων στον οποίο προέβαινε η καθής με την επιβολή επιτοκίου μεγαλύτερου του ανώτατου δικαιοπρακτικού (εξω-τραπεζικού) είναι μη νόμιμος και άκυρος και ως εκ τούτου η επιδικασθείσα απαίτησή της, περιλαμβάνουσα ποσά τόκων υπολογισθέντα με παράνομα (αθέμιτα) επιτόκια δεν είναι νόμιμη, ούτε εκκαθαρισμένη, ώστε η εκδοθείσα διαταγή πληρωμής να πάσχει ακυρότητας εκ του λόγου τούτου, συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως βάσιμος (ενν. αβάσιμος) κατ' ουσίαν ο πρώτος λόγος έφεσης και όσα περί του αντιθέτου και όλως αβάσιμα επικαλείται η καθ' ης-εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα)". Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, και σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, αφού έλαβε υπόψη και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμο, αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό, δηλαδή "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, και συγκεκριμένα το δεύτερο λόγο ανακοπής με το προεκτεθέν περιεχόμενό του, ο οποίος τείνει στην ακύρωση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής και ο οποίος δεν μεταβιβάστηκε προς εξέταση στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ούτε με την έφεση της αναιρεσείουσας ούτε με έφεση ή αντέφεση της ήδη αναιρεσίβλητης, ούτε λόγω εξαφάνισης της εκκαλούμενης απόφασης, ούτε πρόκειται για ισχυρισμό που όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, μάλιστα, με το να δεχθεί ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής πάσχει ακυρότητας και εκ του, παρά το νόμο, ερευνηθέντος, δεύτερου λόγου ανακοπής, κατέστησε χειρότερη τη θέση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, χωρίς να έχει εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση προβαίνοντας, στη συνέχεια, σε κατ' ουσίαν εξέταση της υπόθεσης. Επομένως, και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η ανωτέρω από τον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή ως βάσιμων και των δύο παραπάνω λόγων αναιρέσεως [λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας των λόγων αυτών, παρέλκει η εξέταση του τρίτου (και τελευταίου) αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ], να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη αυτή απόφαση, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο δικαστή από αυτόν που δίκασε (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) στην αναιρεσείουσα. Η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφιστεί στο σύνολό της μεταξύ των διαδίκων, λόγω του δυσερμηνεύτου των διατάξεων που εφαρμόστηκαν (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 2984/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (που δίκασε ως Εφετείο). Παραπέμπει την εκδίκαση της υπόθεσης στο αυτό Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα. Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ