Αριθμός 993/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Ζαΐρη), Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου), Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1) Α. Λ. του Ι., κατοίκου ..., 2) Δ. Λ. του Ε., κατοίκου ... και 3) Ε. Λ. του Ι., κατοίκου ..., που άπαντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Χριστόπουλο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 34348/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιανουαρίου 2013 κοινή αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 146/2013. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων λόγω παραγραφής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.1 εδ. α του ν. 2523/1997 "διοικητικές - ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία άλλες διατάξεις", υπό την ισχύ του οποίου φέρεται τελεσθείσα η εν προκειμένω φοροδιαφυγή, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 40 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, "όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών". Κατά δε την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, "εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος της φοροδιαφυγής, απαιτείται, αντικειμενικώς, η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων (και μάλιστα ανεξαρτήτως αν τα τελευταία είναι και πλαστά, αφού ο νόμος δεν θεωρεί ως εικονικά μόνο τα γνήσια), υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και, επί αποδοχής της εικονικότητας αυτών, τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή να αποδεχθεί εικονικά φορολογικά στοιχεία. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ. 1 περ. η' του ν. 1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωσή του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής του υποστάσεως, και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 34348/2012, απόφαση, το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, σχετικά με την κατηγορία, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, ήτοι τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, αποδείχθηκαν τα εξής: "οι κατηγορούμενοι έχουν τελέσει την πράξη που τους αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι διότι: Ειδικότερα, την 9-7-2003 από το ΣΔΟΕ Π.Δ.Αττικής διενεργήθηκε έλεγχος στα βιβλία και στοιχεία της "Ε.Λ. & ΣΙΑ Ε.Π.Ε." της οποίας συνδιαχειριστές είναι και οι τρεις κατηγορούμενοι. Η εταιρεία αυτή εδρεύει στη ... και επί της οδού ... με επιχειρηματικό αντικείμενο μονώσεις. Οι διενεργήσαντες τον έλεγχο αρμόδιοι υπάλληλοι του ΣΔΟΕ, ένας εκ των οποίων είναι και ο εξετασθείς στο ακροατήριο μάρτυρας Π. Γ., διαπίστωσαν ότι υπήρχαν καταχωρημένα μεταξύ άλλων, α) Το με αριθμό 292/7.9.2001 τιμολόγιο πωλήσεως συνολικής αξίας 1.888.000 δραχμών της επιχείρησης Γ. Κ. με αντικείμενο εργασιών την παραγωγή εντύπων (γραφικές τέχνες), το οποίο είναι εικονικό, όπως είχε δηλώσει ο πατέρας του Γ. Κ., Σ. Κ., εξεταζόμενος από τους ελέγξαντες υπαλλήλους, β)Τα με αριθμούς 412/6.9.2001 και 414/9.9.2001 δελτία αποστολής - τιμολόγια πώλησης συνολικής αντίστοιχης αξίας 2.532.000 και 3.540.000 δραχμών φερόμενης εκδόσεως της επιχείρησης Ζ. Μ.Κ. και γ)τα με αριθμούς 393/11.9.2001, 395/15.9.2001, 435/3.12.2001 και 438/5.12.2001 φερόμενης εκδόσεως της επιχείρησης "ΩΜΕΓΑ Υδροθερμική Ε.Π.Ε." με επιχειρηματικό αντικείμενο την εμπορία υδραυλικών ειδών, συνολικής αντίστοιχης αξίας 3.020.800 δρχ., 2.690.400, 4.602.000 και 5.664.000 δρχ. Τα εν λόγω παραστατικά των δύο ανωτέρω εταιρειών ήταν εικονικά, εφόσον εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές, καθόσον οι φερόμενες σε αυτά ως πωλήτριες διαπιστώθηκε ότι δεν λειτουργούσαν το 2001. Αυτές είχαν για λίγο λειτουργήσει το έτος 1998 και κατόπιν, τα μέλη τους είχαν εγκαταλείψει τους χώρους που αναγράφονταν ως έδρες τους και είχαν εξαφανιστεί. Οι κατηγορούμενοι εν γνώσει τους αποδέχτηκαν και καταχώρησαν τα επίδικα εικονικά φορολογικά στοιχεία στα βιβλία της επιχείρησής τους, με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης, γιατί έτσι επηρεαζόταν το εισόδημα της Ε.Π.Ε. που εκπροσωπούσαν. Η δε έκθεση ελέγχου που συντάχθηκε θεωρήθηκε την 30.12.2004 οπότε αρχίζει και η παραγραφή της ερευνώμενης εγκληματικής πράξης". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες-κατηγορουμένους, της πράξεως της κατ' εξακολούθηση αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, όπως αυτά εξειδικεύονται στο αιτιολογικό και το διατακτικό της αποφάσεως και τους επέβαλε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, σε καθένα, ανασταλείσα επί τριετία. Ειδικότερα τους κήρυξε ενόχους του ότι: "Στην Αθήνα, την 30-12-2004, χρόνο κατά τον οποίο θεωρήθηκε η συνημμένη από 14-12-2004 έκθεση ελέγχου της διενεργήσασας τον έλεγχο (Σ.Δ.Ο.Ε) Αττικής και που αποτελεί την έναρξη της παραγραφής του διωκομένου εγκλήματος κατ' άρθρο 2 παρ. 8,9 Ν. 2954/01, διαπιστώθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 6-9-2001 έως 5-12-2001 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, διέπραξα το αδίκημα της φοροδιαφυγής και ειδικότερα απεδέχθησαν εικονικά φορολογικά στοιχεία, δηλονότι φορολογικά στοιχεία που εκδόθηκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Ειδικότερα με την ιδιότητά τους σαν συνδιαχειριστών της εταιρείας "Ε. Λ. & ΣΙΑ Ε.Π.Ε." που εδρεύει στην ... (οδός ...) με αντικείμενο εργασίας μονώσεις, ζήτησαν έλαβαν και καταχώρησαν στα βιβλία της πιο πάνω επιχείρησης τα πιο κάτω αναλυτικά αναφερόμενα φορολογικά στοιχεία, τα οποία είναι εικονικά, διότι εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολο τους, γεγονός το οποίο γνώριζαν οι κατηγορούμενοι και παρά ταύτα απεδέχθησαν αυτά με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Τα φορολογικά αυτά στοιχεία είναι τα παρακάτω και είναι εκδόσεως των κατωτέρω επιχειρήσεων, ήτοι : Α)Της Επιχείρησης "Κ. Γ. τ. Σ." 1)Το υπ'αρ.292/7-9-2001 τιμολόγιο πώλησης συν.αξίας 1.888.000. Β)Της επιχείρησης "Ζ. Μ.Κ.". 1)Το υπ'αρ.412/06-9-2001 Δ.Α.-Τ.Π. συνολ.αξίας 2.832.000 δρχ. 2)Το υπ'αρ.414/09-9-2001 Δ.Α.-Τ.Π. συνολ.αξίας 3.540.000 δρχ. Γ)Της επιχείρησης "ΩΜΕΓΑ ΥΔΡΟΘΕΡΜΑΝΤΙΚΗ Ε.Π.Ε." 1) Το υπ'αρ.393/11-9-2001 Δ.Α.-Τ.Π. συνολ.αξίας 3.020.800 δρχ. 2) Το υπ'αρ.395/15-9-2001 Δ.Α.-Τ.Π. συνολ.αξίας 2.690.400 δρχ. 3) Το υπ'αρ.435/3-12-2001 Δ.Α.-Τ.Π. συνολ.αξίας 4.602.000 δρχ. 4) Το υπ'αρ.438/5-12-2001 Δ.Α.-Τ.Π. συνολ.αξίας 5.664.000 δρχ". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Πλημ/κείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά. Ειδικότερα, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά το είδος τους (μάρτυρες και έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκθέτει και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Περαιτέρω εκθέτει τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ 1, 98 ΠΚ και 19 παρ. 1, 4 και 21 Ν. 2523/1997, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε, αιτιολογημένα, συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κήρυξε ένοχους τους αναιρεσείοντες, με την ιδιότητά τους, ως συνδιαχειριστών της εταιρείας "Ε. Λ. και ΣΙΑ ΕΠΕ". Αναφέρεται κάθε εικονικό φορολογικό στοιχείο που αποδέχθηκαν αναλυτικά, οι επιχειρήσεις που φέρονται ότι τα εξέδωσαν και η συνολική αξία εκάστου. Ως προς το δόλο των κατηγορουμένων αιτιολογείται πλήρως, αφού στο μεν σκεπτικό αναφέρεται ότι " οι κατηγορούμενοι εν γνώσει τους αποδέχθηκαν και καταχώρησαν τα επίδικα εικονικά φορολογικά στοιχεία στα βιβλία της επιχείρησής τους με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης" στο δε διατακτικό αναφέρεται ότι οι κατηγορούμενοι "ζήτησαν, έλαβαν και καταχώρησαν στα βιβλία της πιο πάνω επιχείρησης, τα πιο κάτω αναφερόμενα φορολογικά στοιχεία, τα οποία είναι εικονικά, διότι εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους, γεγονός πού γνώριζαν οι κατηγορούμενοι". Δεν χρειαζόταν δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρει το Δικαστήριο ότι με την πράξη αυτή οι δράστες κατηγορούμενοι σκόπευαν να αποκρύψουν φορολογητέα ύλη αφού, κατά τα ανωτέρω, δεν απαιτείται πλέον, όπως προηγουμένως, για την στοιχειοθέτηση των πράξεων του άρθρου 19 Ν. 2523/1997, σκοπός του δράστη για απόκρυψη φορολογητέας ύλης η επίτευξη οποιουδήποτε φορολογικού οφέλους. Συνακόλουθα, εκ περισσού περιέλαβε το Δικαστήριο στο σκεπτικό και στο διατακτικό, τον ανωτέρω σκοπό, των αναιρεσειόντων προς έκδοση και αποδοχή των εικονικών τιμολογίων ήτοι, της απόκρυψης φορολογητέας ύλης. Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων περί του ότι τόσο ο μάρτυρας κατηγορίας όσο και ο μάρτυρας υπεράσπισης ουδέν κατέθεσαν για εικονικότητα των έξι εικονικών τιμολογίων των εταιρειών "ΩΜΕΓΑ ΥΔΡΟΘΕΡΜΙΚΗ" και "Ζ. Μ. Κ." για τα οποία καταδικάσθηκαν η εικονικότητα των οποίων δεν προέκυπτε και από έγγραφα, είναι απαράδεκτες, καθόσον υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η περί τα πράγματα ουσιαστικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1Δ' ΚΠΔ, Β' λόγος, με τα στοιχεία 1 και 2 της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 στοιχ. δ', 329, 331, 364 και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, συνάγεται ότι τότε μόνον επέρχεται η συνιστώσα λόγο αναιρέσεως απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής ή μη του κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη του μη δημοσίως αναγνωσθέντα έγγραφα, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις αναφορικά με το αποδεικτικό αυτό μέσον. Όμως, δεν είναι αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και γενικώς τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπάγγελτα, διότι, στην περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο κατηγορούμενος την κατηγορία, προκειμένου να αντιτάξει την υπεράσπισή του κατ' αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δικάζοντας κατ' έφεση, κατά τα προεκτεθέντα, καταδίκασε τους αναιρεσείοντες, για την αξιόποινη πράξη που προαναφέρθηκε, της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων. Το δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην ανωτέρω καταδικαστική του κρίση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, έλαβε υπόψη του, και συνεκτίμησε πράγματι, και την από 14-12-2004, Έκθεση Ελέγχου των Ελεγκτών Υπαλλήλων του ΣΔΟΕ, Περιφερειακής Διεύθυνσης Αττικής, Π. Α. και Γ. Π., η οποία θεωρήθηκε στις 30-12-2004, από τον Προϊστάμενο του παραπάνω ΣΔΟΕ. Το έγγραφο αυτό, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως πράγματι δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο. Όμως, το έγγραφο αυτό, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για την έρευνα του σχετικού λόγου αναίρεσης, είναι διαδικαστικό έγγραφο, είναι συνημμένο έγγραφο στη μηνυτήρια αναφορά της αρμόδιας Υπηρεσίας, Ειδικών Ελέγχων (ΥΠ.Ε.Ε.), Περιφερειακής Διεύθυνσης Αττικής προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, και δεν ήταν αναγκαία η ανάγνωσή του στο ακροατήριο, ο δε εκπροσωπήσας τους απόντες κατηγορούμενους συνήγορός τους είχε τη δυνατότητα να ζητήσει από τη διευθύνουσα τη συζήτηση να λάβει γνώση του περιεχομένου αυτού, υπάρχοντος στη δικογραφία, οποτεδήποτε, πράγμα που δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησε για να αντικρούσει την κατηγορία, προβάλλοντας τις τυχόν παρατηρήσεις του, δεν ήταν δε υποχρεωμένη η διευθύνουσα τη συζήτηση, χωρίς αυτός να το ζητήσει, να αναγνώσει και να επιδείξει ιδιαίτερα σε αυτόν το άνω διαδικαστικό έγγραφο που αναφερόταν ειδικά και στο κατηγορητήριο και έτσι δεν στερήθηκε ο αναιρεσείων του εκ του άρθρου 358 του ΚΠΔ υπερασπιστικού δικαιώματός του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το περιεχόμενο του άνω εγγράφου (ΑΠ 294/2012) . Επομένως, δεν επήλθε εξ αυτού του λόγου απόλυτη ακυρότητα και ο συναφής Α' λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αίτησης προς έρευνα, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί έκαστος των αναιρεσειόντων, στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15-1-2013 (υπ' αριθ. πρωτ. 396/17-1-2013) ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ασκηθείσα αίτηση, των, 1) Ε. Λ. του Ι. 2) Α. Λ. του Ι. και 3) Δ. Λ. του Ε., για αναίρεση της με αριθμό 34348/2012, αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ για καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ