Αριθμός 1012/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ι. Χ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "EUROBANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "E.F.G. EUROBANK - ΕΡΓΑΣΙΑΣ Α.Ε." και διακριτικό τίτλο "EUROBANK-ERGASIAS", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Μητσιμπούνα και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/12/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5466/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2223/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/3/2016 αίτησή του. Με την υπ' αριθμ. 34/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1- 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται, αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν όμως κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1377/2019, ΑΠ 961/2017,ΑΠ 206/2017, ΑΠ 1914/2016). Στη προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ύστερα από την έκδοση της με αριθμό 34/2022 πράξης του Προέδρου του παρόντος πολιτικού τμήματος λόγω επανασυζήτησης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ, η από 1.3.2016 αίτηση αναίρεσης του Ι. Χ. κατά της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "Eurobank" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικώς αναιρεσίβλητης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias AE" [λόγω διασπάσεως της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της και σύσταση της εταιρείας-πιστωτικού ιδρύματος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 16 ν. 2515/1997 (οπ.τροπ. με άρθρο 4664/2020) άρθρου 145 ν. 4261/2014 (οπ.τροπ. με ν. 4664/2020) και 57-59 και 140-157 του ν. 4601/2019, η οποία εγκρίθηκε με τη με αριθμό πρωτοκόλλου 31847/20.3.2020 απόφαση του Προϊσταμένου της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή, του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων] ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε εξ άλλου, κατέθεσε δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ο τελευταίος, αν και κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από την αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία που επισπεύδει τη παρούσα συζήτηση (σχετ. προσκ. προσκομιζόμενο με επίκληση από την αναιρεσίβλητη επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που φέρει την από 5.3.2018 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Ν... Κ..) δεν εμφανίστηκε κατά την εκ του πινακίου εκφώνηση της υπόθεσης κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 1.10.2018, ούτε εξ άλλου, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, μετά την διαταχθείσα με την παραπάνω πράξη κλήτευσή του (σχετ. προσκ. από 3.11.2022 αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή του Αρείου Πάγου Ε. Π.).Επομένως, πρέπει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του. Η αίτηση αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η με αριθμό 2223/2013 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, είναι παραδεκτή, καθόσον ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 παρ.3 του ιδίου κώδικα, να εξετασθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της. Στη προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής, κατ'επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ). Ο αναιρεσείων με την από 28.12.2009 αγωγή του, επικαλούμενος εκ προθέσεως εχθρική και απειλητική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης τραπεζικής εταιρείας, εξ αιτίας της οποίας : (α) αναγκάστηκε να καταβάλει αχρεωστήτως το χρηματικό ποσό των 1.800 ευρώ ως δόσεις δανείου που στη πραγματικότητα δεν όφειλε, (β) απώλεσε μισθούς από την απασχόλησή του ως βοηθός φαρμακείου για χρονικό διάστημα τριών ετών, συνολικού ύψους 145.600 ευρώ, την οποία δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει λόγω συνδρομής εντόνων φοβικών συμπτωμάτων από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, και (γ) υπέστη ηθική βλάβη, ζήτησε μετά νόμιμο περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής του με την τροπή του εν όλω σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει τα παραπάνω ποσά, καθώς και το ποσό των 100.000 ευρώ ως εύλογη χρηματική του ικανοποίηση, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής, που συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων εκδόθηκε η με αριθμό 5466/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκρινε την αγωγή νόμιμη (57,59,299,904,914,922,932 του ΑΚ) και έκανε αυτή δεκτή, ως εν μέρει βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της εναγομένης τραπεζικής εταιρείας, να καταβάλει στον ενάγοντα, ως αχρεωστήτως εκ μέρους του καταβληθέν, το ποσό των 1.200 ευρώ, νομιμοτόκως. Την απόφαση αυτή, που επιδόθηκε στον ενάγοντα με επιμέλεια της εναγομένης στις 16.12.2011, ο τελευταίος, ως εν μέρει ηττηθείς διάδικος, προσέβαλε με τη με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2006/14.3.2012 εκπρόθεσμη έφεσή του (μετά την παρέλευση της 30νθήμερης προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ζήτησε την εξαφάνισή της προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή του. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Εφετείο Πειραιώς) με την προσβαλλομένη απόφασή του (2223/2013) απέρριψε ως εκπροθέσμως ασκηθείσα την έφεση, όπως εξ άλλου απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα επαναφοράς στη προηγούμενη κατάσταση, που υπέβαλε ο εκκαλών-ενάγων με την προσθήκη των προτάσεών του. Κατά το άρθρο 532 ΚΠολΔ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερευνά, αυτεπαγγέλτως, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της εφέσεως, ιδίως δε αν η έφεση ασκήθηκε εμπρόθεσμα και κατά της νόμιμες διατυπώσεις. Αντικείμενο της έρευνας κατά το στάδιο αυτό αποτελεί το εκκλητό ή μη της εκκαλούμενης αποφάσεως, η νομιμοποίηση του εκκαλούντος και του εφεσιβλήτου, η κατάθεση του δικογράφου στον αρμόδιο γραμματέα, η νομότυπη σύνταξη της έκθεσης κατάθεσης και η ενέργεια όλων των άνω διατυπώσεων εντός της προθεσμίας του άρθρου 518 ΚΠολΔ. Αν λείπει μια από τις άνω προϋποθέσεις, και ιδίως αν η έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, δηλαδή, μετά τη συμπλήρωση της οριζόμενης από το άρθρο 518 ΚΠολΔ, προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της απόφασης, αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Ο διάδικος που άσκησε εκπρόθεσμη έφεση μπορεί να προβάλει ότι δεν την άσκησε εμπρόθεσμα, για λόγους ανώτερης βίας ή εξ αιτίας δόλου του αντιδίκου του και να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση σύμφωνα με το άρθρο 152 ΚΠολΔ (AΠ 1222/2022, ΑΠ 2021/2017). Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη του άρθρου 155 παρ.2 ΚΠολΔ, που ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι η αίτηση για την επαναφορά πρέπει να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους δεν ήταν δυνατόν να τηρηθεί η προθεσμία και να περιέχει την πράξη που παραλείφθηκε ή να αναφέρει ότι έχει ήδη ενεργηθεί, συνάγεται ότι η επαναφορά αποτελεί έκτακτο ένδικο βοήθημα, με το οποίο παρέχεται προστασία για την απώλεια γνήσιας δικονομικής προθεσμίας, η δε απώλεια αυτής έχει ως συνέπεια την έκπτωση από το δικαίωμα για ενέργεια της διαδικαστικής πράξης που αφορά η προθεσμία (ΑΚ 151) και την απόρριψή της ως εκπρόθεσμης, με την προϋπόθεση ότι πρόκειται για πράξη σύγχρονη ή προγενέστερη της αίτησης επαναφοράς. Έτσι και ο διάδικος που δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπρόθεσμη, κατά το άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ, έφεση, δηλαδή μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την επίδοση της οριστικής πρωτόδικης απόφασης, αν διαμένει στην Ελλάδα, και εξήντα ημερών, αν διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, μπορεί, αν η εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης οφείλεται σε ανώτερη βία ή σε δόλο του αντιδίκου του, να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Κατά την έννοια αυτή, η επαναφορά δεν συνεπάγεται τη χορήγηση νέας προθεσμίας για την επιχείρηση της εκπρόθεσμης διαδικαστικής πράξης, αλλά προσδίδεται σε αυτήν με τη δικαστική απόφαση, που δέχεται την αίτηση επαναφοράς, η έννομη συνέπεια που θα είχε, αν ήταν εμπρόθεσμη (ΟλΑΠ 29/1992), δηλαδή θεωρείται πλασματικά ως εμπρόθεσμη. Ανταποκρίνεται έτσι η επαναφορά σε εκτιμήσεις επιείκειας και παράλληλα ικανοποιείται το δικαίωμα ακρόασης των διαδίκων, με τελικό στόχο την εξισορρόπηση της ασφάλειας και βεβαιότητας του δικαίου με την αρχή της απονομής ουσιαστικής δικαιοσύνης (ΑΠ 932/2020, ΑΠ 350/2017, ΑΠ 443/2015). Επιπλέον, ειδικώς επί ασκήσεως ενδίκων μέσων, η άγνοια του διαδίκου για την γενομένη προς αυτόν έγκυρη επίδοση απόφασης υποκείμενης σε έφεση, και εντελώς ανυπαίτια αν είναι, δεν αποτελεί καθ' εαυτή περιστατικό ανωτέρας βίας, το οποίο παρακωλύει την εκ μέρους του τήρηση της προθεσμίας για την άσκησή της (ΑΠ 932/2020, ΑΠ 153/2015). Περαιτέρω, η επαναφορά, κατά το άρθρο 153 ΚΠολΔ, πρέπει να ζητηθεί μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την ημέρα άρσης του εμποδίου, που συνιστούσε την ανώτερη βία, ή της γνώσης του δόλου του αντιδίκου, η σχετική δε αίτηση ασκείται, κατά το άρθρο 155 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, με τα δικόγραφα που κοινοποιεί ο ένας διάδικος στον άλλον ή με τις προτάσεις ή με χωριστό δικόγραφο που κατατίθεται σύμφωνα με τις διατάξεις για την άσκηση της αγωγής και κοινοποιείται στον αντίδικο. Επομένως, η αίτηση επαναφοράς μπορεί να ασκηθεί και με το δικόγραφο της έφεσης, το οποίο πρέπει, κατ` άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ, να κατατεθεί στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και, αφού συνταχθεί έκθεση κάτω από το δικόγραφο αυτό, να κοινοποιηθεί στον εφεσίβλητο μέσα στην προθεσμία του άρθρου 153 ΚΠολΔ (ΑΠ 264/2013), η δε άσκησή της δεν ολοκληρώνεται πριν από την επίδοση της αίτησης στον καθ` ου αυτή απευθύνεται (αν και τέτοια επίδοση δεν απαιτείται αυτοτελώς για την άσκηση της έφεσης). Συνακόλουθα, αν δεν τηρηθεί η προθεσμία αυτή με την εκτεθείσα έννοια, το αίτημα επαναφοράς είναι απαράδεκτο (AΠ 367/2022, ΑΠ 1467/2019, ΑΠ 1155/2012). Η αίτηση επαναφοράς πρέπει να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους η έφεση δεν ασκήθηκε εµπρόθεσµα, καθώς και τα αποδεικτικά µέσα για την εξακρίβωση της αλήθειάς τους. Η συζήτησή της γίνεται μαζί με την συζήτηση περί του παραδεκτού της έφεσης. Αν η αίτηση γίνει δεκτή, κρίνεται παραδεκτή η έφεση, διαφορετικά απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 824/2018, ΑΠ 2021/2017). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 128 και την παράγραφο 4 αυτού, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3994/2011: "Αν κανείς από όσους αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν βρίσκεται στην κατοικία, α) το έγγραφο πρέπει να κολληθεί στην πόρτα της κατοικίας και σε ενσφράγιστο φάκελο, επί του οποίου θα υπάρχουν μόνο τα στοιχεία του δικαστικού επιμελητή και του προς όν η επίδοση, μπροστά σε ένα μάρτυρα. Σε περιπτώσεις πολυκατοικιών οι οποίες είναι κλειστές και δεν είναι δυνατόν να κολληθεί το έγγραφο στην πόρτα της κατοικίας, η επικόλληση μπορεί να γίνεται κατά τα ανωτέρω και στην κεντρική είσοδο της πολυκατοικίας, β) το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα μετά τη θυροκόλληση, αντίγραφο του εγγράφου, που συντάσσεται ατελώς, πρέπει να παραδοθεί στα χέρια του προϊσταμένου του αστυνομικού τμήματος ή σταθμού της περιφέρειας της κατοικίας και, αν λείπει ο προϊστάμενος, στον αξιωματικό ή υπαξιωματικό υπηρεσίας ή στο σκοπό του αστυνομικού καταστήματος. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η παράδοση βεβαιώνεται με απόδειξη που συντάσσεται ατελώς κάτω από την έκθεση της επίδοσης που αναφέρεται στο άρθρο 140 παράγραφος 1. Η απόδειξη αυτή πρέπει να αναφέρει την ημερομηνία, που έγινε η παράδοση, και το ονοματεπώνυμο, καθώς και την ιδιότητα εκείνου που παρέλαβε το αντίγραφο, ο οποίος υπογράφει την απόδειξη και τη σφραγίζει με την υπηρεσιακή σφραγίδα, γ) το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα από την παράδοση, εκείνος που ενήργησε την επίδοση του εγγράφου πρέπει να ταχυδρομήσει σε εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται η επίδοση έγγραφη ειδοποίηση στην οποία πρέπει να αναφέρεται το είδος του εγγράφου που επιδόθηκε, η διεύθυνση της κατοικίας, όπου έγινε η θυροκόλληση του, η ημερομηνία της θυροκόλλησης, η αρχή στην οποία παραδόθηκε το αντίγραφο, καθώς και η ημερομηνία της παράδοσης.....". Σύμφωνα με τις καινοτομίες του ν. 3994/2011 το έγγραφο πρέπει να θυροκολλάται πλέον μέσα σε ενσφράγιστο φάκελο, επί του οποίου σημειώνονται μόνον τα στοιχεία του δικαστικού επιμελητή και του αποδέκτη της επίδοσης, προκειμένου να αποτρέπεται η διαρροή προσωπικών δεδομένων του αποδέκτη προς τρίτους (Αιτιολ.Εκθ. ν. 3994/2011 σελ. 4). Παράλειψη τήρησης της διατύπωσης πάντως, δεν συνεπάγεται την ακυρότητα της επίδοσης, καθώς η νομοθετική ratio εντοπίζεται στην προστασία των προσωπικών δεδομένων του αποδέκτη. Προς αποτροπή των δυσκολιών που προκαλούνταν ως προς την είσοδο του επιμελητή στις πολυκατοικίες, είτε λόγω απουσίας των ενοίκων, είτε εξαιτίας δόλιας άρνησης εισόδου, ορίστηκε, επίσης με τον ν. 3994/2011 ότι αν η πολυκατοικία είναι κλειστή, η θυροκόλληση μπορεί να λάβει χώρα κατά τα ανωτέρω και στην κεντρική είσοδο της πολυκατοικίας (Αιτιολ.Εκθ. ν. 3994/2011 ο.π.). Περαιτέρω, κατά τις ειδικές περί εκθέσεων επιδόσεως διατάξεις του άρθρου 139 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, "1. Όποιος ενεργεί την επίδοση συντάσσει έκθεση, η οποία εκτός από όσα απαιτεί το άρθρο 117, πρέπει να περιέχει και α) την παραγγελία για επίδοση, β) σαφή καθορισμό του εγγράφου που επιδόθηκε και των προσώπων που αφορά, γ) μνεία της ημέρας και της ώρας της επίδοσης, δ) μνεία του προσώπου στο οποίο παραδόθηκε το έγγραφο και τον τρόπο που επιδόθηκε σε περίπτωση απουσίας ή άρνησης του παραλήπτη ή των προσώπων που ορίζονται στα άρθρα 128 έως 135 και 138. 2. Η έκθεση υπογράφεται από εκείνον που ενεργεί την επίδοση, καθώς και από εκείνον που παραλαμβάνει το έγγραφο και σε περίπτωση άρνησης ή αδυναμίας του, υπογράφεται και από το μάρτυρα που είχε προσληφθεί για το σκοπό αυτόν". Εξ άλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 117,139, 438 και 440 του ΚΠολΔ, η έκθεση επίδοσης που συντάσσει ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτή ότι έγιναν από τον δικαστικό επιμελητή ή ενώπιόν του, ανταποδείξεως επιτρεπομένης μόνον με τη προσβολή της ως πλαστής (σχετ. ΑΠ 272/2015, ΑΠ 1133/09, ΑΠ 352/09, ΑΠ 702/2007, Απ 1916/2005, ΑΠ 1460/2000), ενώ ακύρωση της επίδοσης, είναι νοητή αν ο αποδέκτης αποδείξει ότι δεν έλαβε γνώση του επιδοτέου εγγράφου, ως επακόλουθο της μη επικόλλησής του υπό τον όρο της συνδρομής του στοιχείου της βλάβης (ΑΠ 1323/2014, ΑΠ 1908/2008, ΑΠ 348/2007), της τελευταίας αποκλειομένης εφόσον επακολουθήσει η πρόβλεψη των ασφαλιστικών δικλείδων του νόμου με την εγχείριση αντιγράφου του επιδοτέου εγγράφου στον προϊστάμενο κλπ του αστυνομικού τμήματος και της ταχυδρομικής αποστολής έγγραφης ειδοποίησης, χωρίς την τήρηση των οποίων η επίδοση είναι άκυρη (ΑΠ 1460/2000, ΑΠ 833/2000). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό, δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεως (ΑΠ 400/2022, ΑΠ 210/2021, ΑΠ 937/2020, ΑΠ 1324/2019, ΑΠ 862/2011, ΑΠ 558/2008), με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ 1735 /2008).Επί παραλείψεως κηρύξεως προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζητήσεως, ο λόγος αυτός στοιχειοθετείται, όταν το απαράδεκτο αυτό επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξεως, που προηγήθηκε, όπως είναι η ακυρότητα της κλητεύσεως ή (και) προς εξασφάλιση της ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος, όπως είναι πρωτίστως το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της υπερασπίσεως κατ' άρθρο 110 παρ.2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 932/2020, ΑΠ 1521/2013). Πέραν τούτου, διά του λόγου αυτού αναιρέσεως ελέγχεται και το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων, ως λ.χ. η εμπρόθεσμη ή μη άσκηση εφέσεως (ΑΠ 932/2020, ΑΠ 153/2015, ΑΠ 545/2011). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011). Τέλος, ως ανώτερη βία, στο πεδίο του δικονομικού δικαίου, νοείται κάθε τυχαίο και ανυπαίτιο γεγονός παρακωλυτικό της εμφανίσεως του διαδίκου στο ακροατήριο και της συμμετοχής του στην εκδίκαση της υποθέσεώς του, το οποίο ήταν εξαιρετικό και απρόβλεπτο και δεν μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποτραπεί από αυτόν ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέσεως. Τέτοια γεγονότα μπορεί να είναι, πλην άλλων, η αιφνίδια ασθένεια, τυχόν ατύχημα ή άλλο συμβάν, υπό ορισμένες περιστάσεις, του διαδίκου ή του πληρεξούσιου δικηγόρου του, εξαιτίας του οποίου ο διάδικος ή ο δικηγόρος περιέρχεται σε κατάσταση αδυναμίας να εμφανισθεί στο δικαστήριο ή να προβεί στις δέουσες ενέργειες για την ανάθεση σε άλλο δικηγόρο της εκτελέσεως της σχετικής πράξεως, εφόσον τα γεγονότα αυτά υπήρξαν απρόβλεπτα και αναπότρεπτα και επιπλέον συνέβαλαν στην επέλευση της ερημοδικίας. Με την έννοια αυτή η ανώτερη βία, αξιολογούμενη στο χώρο του δικονομικού δικαίου, ταυτίζεται κατά τον πυρήνα της με την ομώνυμη έννοια του ουσιαστικού δικαίου, από την οποία διαφοροποιείται μόνον κατά τις συνέπειες: Η δικονομική ανώτερη βία οδηγεί σε επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση με αντίστοιχη ανατροπή της κύρωσης που προκάλεσε η παραβίαση συγκεκριμένου δικονομικού βάρους, ενώ κατά το ουσιαστικό δίκαιο η ανώτερη βία λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη. Επομένως στο χώρο του δικονομικού δικαίου συνιστά ανώτερη βία η κατάσταση αδυναμίας του διαδίκου ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου να ανταποκριθούν σε κάποιο δικονομικό βάρος τους, παρά την εκ μέρους τους καταβολή της οφειλόμενης (εξιδιασμένης) προσοχής και επιμέλειας, με αποτέλεσμα η σχετική διαδικαστική πράξη τους να πάσχει από ακυρότητα ή να είναι απαράδεκτη. Ως προς αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Όμως η συνδρομή αυτής καθεαυτής της ανώτερης βίας, δηλαδή η εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας από το δικαστήριο της ουσίας, ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, για να διαπιστωθεί, αν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στο υπόψη δικόγραφο ή αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεδειγμένα, δικαιολογούν την κρίση του ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός συνιστά ή όχι ανώτερη βία στο πλαίσιο ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στην έννοια αυτή (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 540/2017, ΑΠ 741/2016, ΑΠ 219/2016, ΑΠ 490/2009). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 6 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως για παράνομη ερημοδικία του διαδίκου, ανεξαρτήτως εάν η ερημοδικία του είναι πραγματική ή πλασματική ή εάν υφίσταται ή όχι δικονομική βλάβη από την άκυρη ερημοδικία του, αρκεί μόνον ότι οι σχετικοί κανόνες εφαρμόσθηκαν εσφαλμένως (ΑΠ 11/2016). Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσής του, αποδίδει στη προσβαλλομένη την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αιτιώμενος ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο με την απόρριψη της έφεσής του ως εκπρόθεσμης, και τούτο διότι, η επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης σ'αυτόν, υπήρξε άκυρη, και έτσι δεν αφετηριάστηκε η τριακονθήμερη προθεσμία για την άσκηση της έφεσής του. Ειδικότερα, διότι, ο δικαστικός επιμελητής που διενήργησε την επίδοσή της, παρέλειψε να βεβαιώσει στην συνταχθείσα έκθεσή του (α) σε ποια θύρα πραγματοποίησε την θυροκόλληση (του διαμερίσματος ή της πολυκατοικίας που διαμένει ο ενάγων-αναιρεσείων) και (β) αν θυροκολλήθηκε ενσφράγιστος φάκελος με περιεχόμενο το επίμαχο έγγραφο. Περαιτέρω και με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη την αυτή ως άνω πλημμέλεια (αρ. 14 αρθ. 559 ΚΠολΔ) με την αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την έφεσή του, ενώ συνέτρεχε κατ' ουσίαν περίπτωση επαναφοράς των πραγμάτων στη προτέρα κατάσταση κατ' άρθρο 152 ΚΠολΔ, καθόσον κώλυμα στην εκ μέρους του άσκηση εμπρόθεσμης έφεσης ήταν περιστατικό ανωτέρας βίας, που συνίστατο στη δόλια συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης τράπεζας, ως προς την οποία (δολιότητα) το Εφετείο παρέλειψε να εκτιμήσει, ότι ήταν σε γνώση της τελευταίας, το γεγονός ότι στην κατοικία του διέμενε ο ίδιος πάσχων από κατάθλιψη μαζί με τον υιό του, πάσχοντα από νοητική υστέρηση, όπως εξ άλλου, παρέλειψε να συνεκτιμήσει για την ευδοκίμηση του αιτήματος επαναφοράς, τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο αποδεικτικά μέσα και ιδίως, την εκ μέρους της αναιρεσίβλητης έκδοση ψευδών βεβαιώσεων περί δήθεν οφειλής της αποβιώσασας συζύγου του. Ως προς τα ζητήματα αυτά, οι παραδοχές της προσβαλλομένης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος τους, έχουν ως εξής : ".... Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στον ενάγοντα με επιμέλεια της τελευταίας στις 16.12.2011, όπως αποδεικνύεται και από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την ίδια υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Κ.. Συνεπώς, η κρινόμενη έφεση, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στις 14.3.2012 (βλ. τη σχετική υπ' αριθμ. 2006/14.3.2012 έκθεση του αρμόδιου γραμματέα στο προσκομιζόμενο από τον εκκαλούντα αντίγραφο του δικογράφου της έφεσης) ασκήθηκε εκπρόθεσμα, δηλαδή μετά τη πάροδο της προθεσμίας των 30 ημερών από την επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης, που ορίζει ο νόμος ως προθεσμία για την άσκησή της (αρθ. 518 παρ. 1 σε συνδ. με 144 παρ. 1, 495 παρ. 1 και 2 και 500 ΚΠολΔ). Ειδικότερα, η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε με θυροκόλληση στην εξώθυρα της κατοικίας του ενάγοντος, παρουσία και του μάρτυρα Γ. Κ., κατά το άρθρο 128 παρ. 4 ΚΠολΔ, (λόγω του ότι δεν βρέθηκε στην επί της Λ.Κηφισίας αρ. 186 στην Κηφισιά κατοικία του ούτε ο ίδιος ο προς ον η επίδοση ενάγων, ούτε άλλος σύνοικος συγγενής ή υπηρέτης αυτού) την ίδια δε ημέρα (16.12.2011) αντίγραφο αυτής παραδόθηκε από τον ίδιο δικαστικό επιμελητή στον αναπληρούντα τον Διοικητή του Α.Τ. Κηφισιάς, αρχιφύλακα Χ. Κ., ενώ την επομένη της θυροκόλλησης εργάσιμη ημέρα (19.12.2011, ημέρα Δευτέρα) ταχυδρομήθηκε στον ενάγοντα ειδοποίηση για τη θυροκόλληση. Η ως άνω έκθεση επίδοσης συνιστά δημόσιο έγγραφο, κατά τα προαναφερθέντα, που βεβαιώνεται σ'αυτή όσα έγιναν από τον υπογράφοντα δικαστικό επιμελητή, αφού η εν λόγω έκθεση δεν έχει προσβληθεί ως πλαστή. Επομένως, ο προβαλλόμενος με την προσθήκη ισχυρισμός του ενάγοντος-εκκαλούντος, ότι η προς αυτόν επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως είναι άκυρη, επειδή α) είναι ψευδής η περιεχόμενη στην ως άνω έκθεση επίδοσης αναφορά του δικαστικού επιμελητή ότι δεν βρήκε στη κατοικία του ούτε τον ίδιο ούτε άλλο σύνοικο συγγενή ή υπηρέτη και β) δεν διευκρινίζεται αν η θυροκόλληση έλαβε χώρα στην κεντρική θύρα της πολυκατοικίας ή στην εξώθυρα του ευρισκομένου στον τρίτο όροφο αυτής διαμερίσματός του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ενάγων -εκκαλών, με την προσθήκη των προτάσεών του, αιτείται την επαναφορά των πραγμάτων στη προηγούμενη κατάσταση, προκειμένου να θεωρηθεί ως εμπρόθεσμη η έφεσή του, ισχυριζόμενος ότι η μη εμπρόθεσμη άσκησή της οφείλεται σε ανώτερη βία, προκληθείσα από δόλια συμπεριφορά της αντιδίκου του, η οποία α) μεθόδευσε την προαναφερθείσα άκυρη προς αυτόν επίδοση της εκκαλουμένης, της οποίας ο ίδιος ουδέποτε έλαβε γνώση και β) παρότι γνώριζε ότι εντός της οικίας κατοικεί ο ίδιος (ενάγων) που πάσχει από καταθλιπτική συνδρομή και ο υιός του, που πάσχει από νοητική υστέρηση με ψυχικές διαταραχές, δεν επέδωσε την εκκαλουμένη προς τον αντίκλητο δικηγόρο του, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ, ούτε και ειδοποίησε τον τελευταίο περί της επίδοσης. Η αίτηση αυτή και αν ακόμη θεωρηθεί ότι ασκείται παραδεκτά με την προσθήκη των προτάσεων, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, αφού οι επικαλούμενοι ισχυρισμοί, είτε κατ' ιδίαν ο καθένας, είτε ενιαίως εκτιμώμενοι, δεν θεμελιώνουν ανώτερη βία κατά την έννοια του άρθρου 152 ΚΠολΔ, δηλαδή παρακωλυτικό της τήρησης της προθεσμίας για την άσκηση εφέσεως γεγονός, που ήταν απρόβλεπτο και δεν μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποτραπεί ούτε με ενέργειες άκρας επιμέλειας και σύνεσης. Ειδικότερα, η επικαλούμενη άγνοια του εκκαλούντος για τη γενόμενη επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, παρά την νόμιμη προς αυτόν επίδοσή της, δεν αποτελεί καθ' εαυτή περιστατικό ανώτερης βίας κατά την προεκτεθείσα έννοια. Και αν ακόμη είναι αληθές ότι η εναγομένη γνώριζε ότι στην οικία του ενάγοντος κατοικούν μόνο ο ίδιος και ο υιός του, που πάσχουν ο μεν πρώτος από κατάθλιψη, ο δε δεύτερος από νοητική υστέρηση, δεν είχε υποχρέωση να επιδώσει την εκκαλουμένη απόφαση στον αντίκλητο του αντιδίκου της, πληρεξούσιο δικηγόρο του στην πρωτοβάθμια δίκη, αφού η επίδοση στον κατά το άρθρο 143 παρ. 2 ΚΠολΔ αντίκλητο, είναι δυνητική.... Πέραν τούτου, εάν πράγματι υπήρχε πρόβλημα ψυχικής υγείας που παρεμποδίζει τη γνώση και την αντίληψη της γενομένης επίδοσης, ήταν δυνατό και εφικτό, ο ίδιος ο ενάγων ή ο πληρεξούσιος δικηγόρος του προβαίνοντας σε κάθε ενδεικνυόμενη συνετή και επιμελή ενέργεια,και συγκεκριμένα στην παρακολούθηση της διαδικαστικής πορείας της υπόθεσης (η οποία, όπως προαναφέρθηκε, πρωτοδίκως συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων), να λάβει εγκαίρως γνώση της δημοσίευσης της εκκαλουμένης απόφασης, ώστε να καταλείπεται μέχρι τη λήξη της προθεσμίας που η επίδοση αυτής κίνησε, επαρκής χρόνος για την άσκηση εφέσεως. Κατ' επέκταση, εφόσον η αίτηση επαναφοράς είναι απορριπτέα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και η κρινόμενη έφεση, που ασκήθηκε κατά τα προαναφερθέντα εκπρόθεσμα (αρθ. 432 ΚΠολΔ)". Από την προρρηθείσα επισκόπηση της προσβαλλομένης προκύπτει η ορθή παραδοχή της, ότι στη προκειμένη περίπτωση η επίδοση της εκκαλουμένης υπήρξε νομότυπη και έγκυρη, χωρίς για την εγκυρότητά της να απαιτείτο να βεβαιωθεί από τον δικαστικό επιμελητή σε ποία θύρα ειδικώς (διαμερίσματος ή εισόδου της πολυκατοικίας) έγινε η επικόλληση και αν το αντίγραφο της εκκαλουμένης απόφασης περιείχετο ή μη σε ενσφράγιστο φάκελο (στοιχεία που ως προεκτέθηκε δεν επιδρούν στην εγκυρότητα της επίδοσης) και λαμβανομένου υπόψη, του ότι η ανωτέρω έκθεση επιδόσεως ως προς τα ανωτέρω βεβαιωθέντα από τον δικαστικό επιμελητή περιστατικά, δεν προσβλήθηκε επί πλαστότητι. Ορθώς, επομένως, η προσβαλλομένη κήρυξε απαράδεκτο ως προς την άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης, και ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, κατά τα ανωτέρω, είναι αβάσιμος, Περαιτέρω, με το να απορρίψει το Εφετείο ως μη νόμιμο τον προταθέντα λόγο ανωτέρας βίας δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή (υπαγωγή) την προπαρατεθείσα ουσιαστικού δικαίου (ως προς την έννοια της ανωτέρας βίας) διάταξη του άρθρου 152 ΚΠολΔ. Τούτο διότι τα ως άνω επικαλούμενα με την αίτηση επαναφοράς πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετούν (όπως και το Εφετείο δέχεται) λόγο ανωτέρας βίας, όπως η έννοια αυτής αναλύθηκε στη προεκτεθείσα μείζονα πρόταση. Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (κατ' εκτίμηση) με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα παραπάνω αντίθετα, είναι αβάσιμος, όπως, εξ άλλου, αβάσιμος είναι και κατά το μέρος που επικουρικώς με τον ίδιο λόγο ο αναιρεσείων αιτιάται πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον δεν συντρέχει η προϋπόθεση για την καθίδρυσή της, δηλαδή ερημοδικία του αναιρεσείοντος κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, αφού η συζήτηση στο Εφετείο έγινε αντιμωλία των διαδίκων (ΑΠ 46/2008, ΑΠ 361/2004). Η εκ του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια στοιχειοθετείται, μεταξύ άλλων, όταν το δικαστήριο αφήνει μία παραδεκτώς υποβληθείσα αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας αδίκαστη (ΑΠ 700/2019, ΑΠ 101/2008, ΑΠ 42/2007). Αίτηση που αφέθηκε αδίκαστη δεν νοείται οποιαδήποτε αίτηση που υποβάλλεται από τους διαδίκους προς το δικαστήριο κατά τη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, αλλά μόνο εκείνη που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή η αίτηση για παροχή έννομης προστασίας και όχι τα διάφορα νομικά ή πραγματικά ζητήματα ή για εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 28/2005, ΑΠ 942/1998).Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο αφ' ενός ότι τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό της απόφασης δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία, δηλαδή υπάρχει σιωπή του δικαστηρίου αναφορικά με την αίτηση που φέρεται ότι αφέθηκε αδίκαστη και αφ' ετέρου το περιεχόμενο της αίτησης (κεφαλαίου) που υποβλήθηκε στο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν η αίτηση αυτή ήταν ορισμένη, νόμιμη και ουσιώδης (ΑΠ 651/2009). Ο λόγος δε αυτός αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος αν από την επισκόπηση της απόφασης από τον Άρειο Πάγο προκύπτει ότι το δικαστήριο εξέτασε και απέρριψε την αίτηση δικαστικής προστασίας (ΑΠ 332/2020, ΑΠ 920/2009). Τέλος, από το εφαρμοζόμενο και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (αρθ. 524 παρ. 1 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η κρίση, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει σπουδαίος λόγος για την αναβολή της υπόθεσης, ανήκει στη κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 2301/2009, ΑΠ 28/2005, ΑΠ 942/1998, ΑΠ 1293/1993). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενος ότι το Εφετείο σιωπηρώς απέρριψε το επικουρικό αίτημά του να αναβληθεί η συζήτηση της έφεσής του προκειμένου να συζητηθεί με την υποβληθείσα αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων κατ' άρθρο 156 ΚΠολΔ. Με το παραπάνω περιεχόμενο ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι η περί αναβολής ή μη κρίση του Εφετείου δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, παρεκτός και πέραν του ότι το αίτημα αυτό προϋποθέτει αυτοτελή, με ίδιο δικόγραφο ασκηθείσα αίτηση του άρθρου 152 ΚΠολΔ, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ όψιν αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την έννοια της διάταξης, που προκύπτει και από τον συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ.1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ.1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου, που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει, είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ. Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου (ΟλΑΠ 23/2008). Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενος ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τη με αριθμό ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθήνας Γ. Κ., η οποία όμως δεν υφίσταται. Ο παραπάνω λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τη με αριθμό ... έκθεση επιδόσεως προς τον αναιρεσείοντα, του δικαστικού επιμελητή Ι. Κ., ενώ ο Γ. Κ. βεβαιώνεται στη παραπάνω έκθεση ως ο παρών κατά τη θυροκόλληση μάρτυρας, ώστε πρόδηλο είναι, ότι το εσφαλμένο όνομα ... αντί του ορθού ..., στο ονοματεπώνυμο του παραπάνω δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθήνας, οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή του δικαστηρίου, χωρίς εκ του σφάλματος αυτού να ιδρύεται ο λόγος του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παράνομη λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου που δεν προσκομίστηκε. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (αρθ. 176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1.3.2016 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 2223/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ