Αριθμός 2237/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΞΩΝ ΑΣΦΑΛΤΙΚΗ ΑΤΕΒΕ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στη …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαρίδημο Βεργούλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Β. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ταρσίτσα Καλλιμπάκα - Κυπαρισσίδου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-2-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15643/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1031/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-1-2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου διάβασε την από 22-10-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 11-1-2013 αίτησης, για αναίρεση της 1031/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Εξάλλου, με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος (και όχι της μείζονος) πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε. Συνακόλουθα, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη ή αόριστη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (ΟλΑΠ 44/1990). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 669 ΑΚ, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι αναιτιώδης μονομερής δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα τόσο του μισθωτού όσο και του εργοδότη. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ, δηλαδή δεν πρέπει να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, γιατί διαφορετικά είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρ. 174, 180 ΑΚ), οπότε ο εργοδότης αρνούμενος τις υπηρεσίες του εργαζόμενου, καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται στην καταβολή προς αυτόν του μισθού του κατά τα άρθρα 341, 350 και 656 ΑΚ. Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα: "Η εκκαλούσα (σημ: εδώ αναιρεσείουσα) .... την 3-3-2004 προσέλαβε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τον εφεσίβλητο (σημ: εδώ αναιρεσίβλητο) προκειμένου να εργασθεί σ' αυτήν ως οδηγός διαφόρων οχημάτων... Την 7-11-2008 δια του νομίμου εκπροσώπου της κατήγγειλε εγγράφως την ως άνω σύμβαση... χωρίς αναφορά... του λόγου της καταγγελίας, μη έχοντας άλλωστε τέτοια υποχρέωση... καλώντας τον να παραλάβει τη νόμιμη αποζημίωση απολύσεως, ποσού 4.753,32 ευρώ, την οποία και εισέπραξε αυθημερόν, με επιφύλαξη όπως προκύπτει από τη... με ημερομηνία 7-11-2008 απόδειξη εισπράξεως... και υπέγραψε το σχετικό έγγραφο, σημειώνοντας ιδιοχείρως: "Με επιφύλαξη, συμφωνώ με την παρακάτω αποζημίωση, έχω εξοφληθεί πλήρως και ουδεμία άλλη νόμιμη απαίτηση έχω"... Από την πρόσληψή του προσέφερε συνεχώς τις υπηρεσίες του ως οδηγός φορτηγών αυτοκινήτων άνω των 24 τόνων, ενώ περιστασιακά οδηγούσε και φορτηγά μεταφοράς σκυροδέματος (βαρέλες) οδηγούσε δε όλα τα οχήματα της εκκαλούσας, ανάλογα με τις ανάγκες της, ήτοι όχι μόνο το... ΝΑΑ 9455 αυτοκίνητο (τριαξονικό) όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα... Κατά τη διάρκεια της ένδικης συμβάσεως αλλά και κατά το χρόνο απολύσεως αυτού η εκκαλούσα απασχολούσε με συμβάσεις αορίστου χρόνου... και άλλους επτά οδηγούς... ενώ την 19-9-2008 προσέλαβε ως οδηγό με σύμβαση ορισμένου χρόνου διαρκείας έξι μηνών τον Ι...Λ... τον οποίο και απασχόλησε μέχρι 19-3-2009... Από την αρχή της εργασίας του στην εκκαλούσα ο εφεσίβλητος διαπίστωσε μη καταβολή του συνόλου των νομίμων αποδοχών του (...επιδόματα τριετιών και επικίνδυνης εργασίας) και διαμαρτυρόταν για τούτο προς τους εκπροσώπους της χωρίς αποτέλεσμα, οπότε ήδη από το 2005 είχε προσφύγει στο σωματείο οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων... καθώς και στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, καταγγέλλοντας τη θίγουσα τα έννομα, από την παροχή εργασίας συμφέροντα του, συμπεριφορά της αντιδίκου του και ζητούσε την παρέμβασή τους για την επίλυση του θέματος αυτού, ο αρμόδιος δε υπάλληλος της Επιθεωρήσεως μαζί με τον... μετέβησαν στα γραφεία της εκκαλούσας, όπου, κατά τον γενόμενο έλεγχο διαπιστώθηκαν παραβάσεις ως προς την καταβολή του συνόλου των νομίμων αποδοχών του εφεσιβλήτου και των άλλων εργαζομένων και προς τούτο έγιναν συστάσεις και δόθηκε προθεσμία στην εκκαλούσα να συμμορφωθεί... Η εκκαλούσα άρχισε να καταβάλει στον εφεσίβλητο το επίδομα επικίνδυνης εργασίας το Μάρτιο του 2005, που έπρεπε να του το καταβάλει από την αρχή... και από το Φεβρουάριο του 2006 άρχισε να του καταβάλει το αντίστοιχο επίδομα τριετιών (27%), που έπρεπε να του το καταβάλει από το Σεπτέμβριο 2004... Δεν κατέβαλε... το επίδομα πολυετίας στον ίδιο εργοδότη... που έπρεπε να καταβάλλεται από 4-3-2006 καθώς και το αντίστοιχο επίδομα τριετιών (31%) για τους εργαζόμενους με 24 έως 27 έτη προϋπηρεσίας, που έπρεπε να καταβάλλεται από το Σεπτέμβριο 2007... Ο εφεσίβλητος διαμαρτυρόταν διαρκώς στους εκπροσώπους της... ζητώντας την καταβολή των ως άνω επιδομάτων, ενώ διεκδικούσε και την καταβολή του επιδόματος εργοταξίου, οι συνεχείς δε διαμαρτυρίες του δημιούργησαν αισθήματα αντιπάθειας των εκπροσώπων της εκκαλούσας προς το πρόσωπο του. Μετά την απόλυση του... την 13-11-2008 προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας κατά της εκκαλούσας, δηλώνοντας ότι "προκύπτουν διαφορές στις δεδουλευμένες αποδοχές του, καθώς α) η καταβολή του επιδόματος της επικίνδυνης εργασίας ξεκίνησε τον 3ο του 2005, β) η αναγνώριση της προϋπηρεσίας καταβλήθηκε τον 2ο του 2006 αντί τον 9ο του 2004, γ) δεν του κατεβλήθη το επίδομα πολυετίας στον ίδιο εργοδότη και το επίδομα εργοταξίου και ότι για τους παραπάνω λόγους προκύπτει διαφορά στην καταβαλλόμενη αποζημίωση... ενώ επιφυλάχθηκε για διαφορές σε υπερωριακή εργασία, επιπλέον διαφορά στην αποζημίωση λόγω απολύσεως, για ακυρότητα της απολύσεως ως καταχρηστικής λόγω της διεκδικήσεως των νομίμων αποδοχών...". Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι με τη μεσολάβηση του Επιθεωρητή Εργασίας βρέθηκε συμβιβαστική λύση για μέρος των διαφορών, για τις οποίες συμφωνήθηκε και καταβλήθηκε την 31-3-2009 το αναφερόμενο σ' αυτή ποσό, ενώ "ως προς το θέμα της άκυρης απολύσεως και της μη καταβολής του επιδόματος εργοταξίου συστήθηκε... να προσφύγει ο εφεσίβλητος στα...δικαστήρια", ότι "τα δηλωθέντα και μη ελεγχθέντα έσοδα της εκκαλούσας για το οικονομικό έτος 2007 ανήρχοντο σε 3.108.492,97 ευρώ", ότι "η εκκαλούσα είναι μια εύρωστη κατασκευαστική - τεχνική εταιρία που ασχολείται κυρίως με την κατασκευή δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο χώρο της οδοποιΐας", ότι, "δεν... είχε μειωθεί ο κύκλος εργασιών της εκκαλούσας και συνακόλουθα τα έσοδά της, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της απολύσεως του εφεσιβλήτου, άλλωστε αν κάτι τέτοιο συνέβαινε, δεν θα προέβαινε αυτή στην πρόσληψη την 19-9-2008... του Ι.Λ. έστω και με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου". Στη συνέχεια δέχθηκε ότι "Ενόψει των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εκκαλούσας εργοδότριας να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του εφεσιβλήτου μισθωτού υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, αφού δεν έγινε από οικονομοτεχνικούς λόγους (μείωση εργασιών) αλλά επειδή ο εφεσίβλητος αξίωσε νόμιμο δικαίωμα του για την καταβολή των προαναφερθέντων νομίμων επιδομάτων του. Αντιβαίνουσα δε η καταγγελία αυτή στους όρους του 281 ΑΚ είναι άκυρη και ως τέτοια θεωρείται σαν να μην έγινε. Συνεπώς η εκκαλούσα μη αποδεχόμενη έκτοτε τις νόμιμα προσφερόμενες υπηρεσίες του εφεσιβλήτου κατέστη υπερήμερη περί την αποδοχή της εργασίας του από 8-11-2008... και οφείλει να καταβάλει στον εφεσίβλητο... ως μισθούς υπερημερίας από 8-11-2008 μέχρι τη συζήτηση της αγωγής... την 17-11-2009 το συνολικό ποσό των 15.427,09 ευρώ... ενώ πρέπει ν' αναγνωριστεί η υποχρέωσή της να καταβάλει ως μισθούς υπερημερίας για το από 18-11-2009 και μέχρι την άρση της υπερημερίας της χρονικό διάστημα το ποσό των 1.358,09 ευρώ μηνιαίως...". Τέλος, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η εκκαλούσα προβάλλει, με σχετικό λόγο εφέσεώς της, τον κατά το άρθρο.... 281 ΑΚ αυτοτελή ισχυρισμό, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος, να απαιτήσει κατ' άρθρο 656 ΑΚ, μισθούς υπερημερίας, καθόσον μπορούσε κατά το ένδικο διάστημα, λόγω της εμπειρίας του ως οδηγού να βρεί αλλού εργασία, αλλά δεν το έπραξε ηθελημένα, αδικαιολόγητα και κακόβουλα, προκειμένου να εισπράξει απ' αυτήν αποδοχές υπερημερίας επί μακρόν... Από την επισκόπηση των πρακτικών δημοσίας συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι η εναγομένη δεν πρότεινε με δήλωσή της που έπρεπε να καταχωρηθεί στα εν λόγω πρακτικά, έστω και συνοπτικά καμμιά άλλη ένσταση, ούτε αυτήν του άρθρου 281 ΑΚ, παρά μόνο την ένσταση αοριστίας της αγωγής. Για το παραδεκτό δε της προβολής της ως άνω ενστάσεως του άρθρου 281 ΑΚ στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με λόγο εφέσεως, έπρεπε να γίνεται επίκληση των λόγων της βραδείας προβολής για να είναι δυνατόν να κριθεί, αν ο λόγος αυτός εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του παραδεκτού της βραδείας προβολής... (527 και 269 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), υπό τη συνδρομή και μόνον των οποίων καθίσταται παραδεκτή στην κατ' έφεση δίκη η προβολή των μη προβληθέντων πρωτοδίκως ισχυρισμών. Τέτοια όμως επίκληση δεν γίνεται με την έφεση, με αποτέλεσμα το απαράδεκτο της προβολής της ενστάσεως στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, σημειουμένου ότι τα διαλαμβανόμενα στην έφεση ότι "από προφανή παραδρομή δεν προτάθηκε" η παραπάνω ένσταση κατά την πρωτοβάθμια δίκη, δεν συνιστούν νόμιμο λόγο δικαιολογούντα την όψιμη προβολή της. Συνεπώς είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο σχετικός λόγος εφέσεως...". Υπό τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα - στις διατάξεις των άρθρων 648 επ., 669 παρ. 2 εδ. α', 656 εδ. α', 281, 288, 174, 180, 341, 350, ΑΚ που εφάρμοσε και 25 του ισχύοντος Συντάγματος, τις οποίες και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Διέλαβε δε στον υπαγωγικό συλλογισμό σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών αυτών κανόνων και δη ως προς τη βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού ότι η ένδικη καταγγελία εχώρησε ακύρως, ως υπερβαίνουσα τα τιθέμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια, θεωρουμένη ως μη γενομένη και επιφέρουσα υπερημερία της εναγομένης, με συνέπεια να οφείλονται μισθοί υπερημερίας, κατά το αναφερόμενο σ' αυτή χρονικό διάστημα. Και τούτο διότι, προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ που εφαρμόσθηκε, ειδικότερα δε, προκύπτουν από την προσβαλλόμενη απόφαση τα περιστατικά, από τα οποία εμφαίνεται ότι το πραγματικό κίνητρο που οδήγησε την εναγόμενη στην καταγγελία της ένδικης σύμβασης ήσαν τα αισθήματα αντιπάθειας που δημιουργήθηκαν σε βάρος του ενάγοντα, από προηγηθείσα, κατά την άσκηση νομίμων δικαιωμάτων του, μη αρεστή όμως σ' αυτήν συμπεριφορά του, συνεπεία της διεκδικήσεως των νομίμων αποδοχών του, με συνυπολογισμό σ' αυτές και των άνω νομίμων επιδομάτων του και των διαρκών προς τούτο διαμαρτυριών και ενεργειών του. Ούτε άλλωστε δημιουργείται αντίφαση, μεταξύ των ανωτέρω παραδοχών και της, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απόρριψης της ένδικης αγωγής ως αόριστης, κατά το μέρος, με το οποίο ο ενάγων ζήτησε περαιτέρω να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του, καθόσον, κατά το μέρος αυτό και μόνο ο ενάγων, στο αγωγικό δικόγραφο δεν διέλαβε τα απαιτούμενα στοιχεία για το ορισμένο του αιτήματος αυτού (όπως ότι η άρνηση του εργοδότου θίγει υλικά ή ηθικά συμφέροντα του, ή επιφέρει χωρίς λόγο προσβολή της προσωπικότητάς του κατά τα άρθρα 59, 914 και 932 ΑΚ), αφού μόνη η άρνηση του εργοδότη για πραγματική απασχόληση δεν υπονοείται αυτόχρημα ως παράνομη (ΟλΑΠ 9/2011). Συνακόλουθα, οι περί του αντιθέτου δεύτερος και τρίτος λόγοι, κατά το μέρος αυτών, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, είναι αβάσιμοι. Εξ άλλου, αλυσιτελώς, με τον ίδιο δεύτερο αναιρετικό λόγο, προβάλλονται αιτιάσεις, για αοριστία της ένδικης αγωγής, καθόσον αφορά καταχρηστική απόλυση του ενάγοντος οφειλόμενη σε οικονομοτεχνικούς λόγους. Και τούτο διότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι: "Στο δικόγραφο της αγωγής... διαλαμβάνονται οι λόγοι της ακυρότητας της καταγγελίας και τα στοιχεία αυτής... ακυρότητα που ανάγεται σε καταχρηστικότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος για λόγους εκδικήσεως εξ αιτίας συμπεριφοράς αυτού μη αρεστής στην εναγομένη - εργοδότρια και όχι για οικονομικούς λόγους, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η τελευταία". Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στους λόγους αυτούς αιτιάσεις, όπως "Ο μάρτυρας κατέθεσε μεταξύ άλλων ότι..." "Καταθέτει ο μάρτυρας λογιστής τα εξής...", "Και συνεχίζει ο μάρτυς ανταπόδειξης...", "ενώ το αληθές είναι ότι έχει αρθεί από πολλού η υπερημερία, όπως αποδεικνύεται εγγράφως..." και υπό την επίφαση των ρηθεισών αναιρετικών πλημμελειών, πλήττεται απαραδέκτως η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας. Εξ άλλου, από την επισκόπηση και την εκτίμηση του αγωγικού δικογράφου του αναιρεσιβλήτου προκύπτει ότι σ' αυτό διαλαμβάνονται ως πραγματικοί ισχυρισμοί όλα τα περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ως αποδεδειγμένα, κατά τα ανωτέρω, και τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, συγκροτούν το πραγματικό των εφαρμοσθεισών διατάξεων, αναφορικά με την καταχρηστικότητα της ένδικης καταγγελίας, για λόγους εκδικήσεως στο πρόσωπο του ενάγοντος. Κατά συνέπεια, δεν έσφαλε η προσβαλλόμενη απόφαση που έκρινε την αγωγή ορισμένη, κατά το ως άνω μέρος, ούτε παραβίασε, κατά τούτο, ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. 653, 656 εδ. α', 669 παρ. 2, 281 ΑΚ που εφάρμοσε και 25 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος. Συνακόλουθα, ο περί του αντιθέτου, πρώτος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος του αναιρετηρίου, είναι, κατά το σκέλος αυτό αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το σκέλος αυτού με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι στερείται νόμιμης βάσιμης, καθόσον αφορά την, περί ορισμένου της αγωγής, κατά το ως άνω μέρος, παραδοχή της, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον για την ίδρυση του ρηθέντος αναιρετικού λόγου, προσαπαιτείται αιτίαση θεμελιούμενη σε έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την ουσιαστική έρευνα. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 12 και 20 Κ.Πολ.Δ., αντίστοιχα αναιρετική πλημμέλεια, καθόσον αφορά την ίδια παραδοχή της, κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, κατά το πρώτο σκέλος του ο ρηθείς αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ), δεν ιδρύεται αφού το Εφετείο περιορίσθηκε μόνο στο ορισμένο της αγωγής, κατά δε το δεύτερο σκέλος, ο ρηθείς αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ), δεν ιδρύεται επίσης από την εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων και εν προκειμένω του περιεχομένου της αγωγής, κατά το προδιαληφθέν μέρος της. Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις πλήττεται απαραδέκτως η προσβαλλόμενη, κατά τις περαιτέρω ουσιαστικές παραδοχές της. Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (ΑΠ 630/2004, 1351/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, είναι αβάσιμοι επίσης ο δεύτερος και τρίτος λόγος του αναιρετηρίου κατά το μέρος αυτών, εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ., κατά την επιτρεπτή νοηματική τους απόδοση, σύμφωνα με το οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα το μνημονευόμενο σ' αυτούς έγγραφο υπ' αριθμ. πρωτ. 97368/2009 της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης, που η αναιρεσείουσα είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει για απόδειξη των ισχυρισμών της και την κατάθεση του μάρτυρα της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Τούτο δε διότι, από τη διαλαμβανόμενη στην απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη (και) "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, Χ. Μ. και Μ. Β., αντίστοιχα, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, μετά από πρόταση του ενάγοντος και της εναγομένης, αντίστοιχα, και περιέχονται στα...ταυτάριθμα της εκκαλουμένης πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, εκτιμώμενες κάθε μια χωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους και με τις υπόλοιπες αποδείξεις, ανάλογα με τον τρόπο της γνώσεως και το βαθμό της αξιοπιστίας καθενός τούτων (μαρτύρων), από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται νομότυπα οι διάδικοι είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί απολύτως κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς...", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεξετίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις και το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό υλικό. Ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια αναιρετική πλημμέλεια (εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ) κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση, με την αιτίαση ότι "ουδόλως εκτιμάται η αποδεικτική αξία του εγγράφου" της "Δ.Ο.Υ. Νεάπολης Θεσσαλονίκης για δηλωθέντα εισοδήματα του αναιρεσιβλήτου των χρήσεων 2009, 2010 και 2011" είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού ουδόλως προκύπτει προσκομιδή με επίκληση του εγγράφου αυτού ενώπιον του Εφετείου, το οποίο δέχεται και η αναιρεσείουσα. Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 του Κ.ΠολΔ., λόγος αναιρέσεως ότι το δικαστήριο, παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, απορρίπτεται ως αβάσιμος όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως απ' αυτήν προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη όλα τα μνημονευόμενα σ' αυτή αποδεικτικά μέσα, δηλαδή "Τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου... όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα (όπως αμέσως ανωτέρω), τις αναφερόμενες σ' αυτή ένορκες βεβαιώσεις..., ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων... όσα συνομολογούνται... τα διδάγματα της κοινής πείρας..." σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα. Επομένως, δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη και ο αντίθετος, από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ τρίτος λόγος του αναιρετηρίου είναι, κατά το μέρος αυτό, αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο προσάπτεται στη προσβαλλόμενη απόφαση, η εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι στερείται νομίμου βάσεως, κατά το μέρος αυτής, με το οποίο το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη, την προβληθείσα το πρώτο στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εκ μέρους της εκκαλούσας ένσταση εκ κακουβουλίας μη απασχολήσεως του ενάγοντος, επί μακρόν, μετά την καταγγελία, προκειμένου να εισπράττει μισθούς υπερημερίας, (κατ' άρθρο 281 ΑΚ), χωρίς να επικαλείται η ενισταμένη λόγο βραδείας προβολής της (κατά τις διατάξεις των άρθρων 527 και 269 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον για την ίδρυση του ρηθέντος αναιρετικού λόγου (εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.ΠολΔ) απαιτείται έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την ουσιαστική έρευνα, προϋπόθεση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, δοθέντος ότι η ένσταση αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, κατά τα προλεχθέντα. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν του παρέχει ο νόμος ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη μολονότι την είχε κατά νόμο. Το Εφετείο, με τις προεκτεθείσες παραδοχές που διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση, για την εξαγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, ουδόλως υπέπεσε στην αποδιδόμενη σ' αυτό με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, πλημμέλεια της παραβιάσεως του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ., καθόσον, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων δεν στέρησε από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, την αποδεικτική δύναμη, την οποία έχει εκ του Νόμου, αλλά κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα εκτιμώντας την αξιοπιστία ισοδύναμων αποδεικτικών μέσων. Μετά απ' αυτά, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ., ως άνω λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Ούτε τέλος, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης, προκύπτει ότι αυτή διαλαμβάνει αντιφατικές διατάξεις και ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η εκ του άρθρου 559 αρ. 17 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αρ. 20 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη των διατάξεων αυτών, λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα (λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου), όταν δηλαδή αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 - 465 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, ακολούθως δε, καταλήγει, στηριζόμενο σε τούτο μόνον, ή κυρίως σε αυτό, σε περίπτωση συνεκτιμήσεως του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για το διάδικο - αναιρεσείοντα - αποδεικτικό πόρισμα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση κατά την οποίαν το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο, που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση η οποία είναι σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) έστω και έμμεσα ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου. Στην κρινομένη υπόθεση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο και τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο: α) παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου της καταγγελίας "με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, στο σώμα της οποίας αναγράφεται δήλωση του αναιρεσιβλήτου σαφής και καθαρή" καθώς και ότι "ακόμη και η παραδοχή της ότι ο αντίδικος δήλωσε ότι δεν έχει απαίτηση και έχει εξοφληθεί πλήρως εμπεριέχει παραμόρφωση σημαντικού στοιχείου, όπως είναι η ομολογία διαδίκου και η πανηγυρική δήλωση του για παραίτηση", β) παραμόρφωσε το υπ' αριθμ πρωτ. 97368/2009 έγγραφο της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης για τη μείωση του προσωπικού της και γ) "το περιεχόμενο των εγγράφων που αναγράφει στις σελίδες 32 - 35 ως και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρά τους". Με το περιεχόμενο αυτό ο αναιρετικός αυτός λόγος, καθόσον αφορά το υπό στοιχ. γ' σκέλος, κατά το πρώτο μέρος του, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον ουδόλως προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως τα έγγραφα που φέρονται ότι παραμορφώθηκαν. Κατά το υπό στοιχ. β' σκέλος του, ομοίως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον ουδόλως προσδιορίζεται στην αίτηση το ακριβές περιεχόμενό του 97368/2009 εγγράφου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, ούτε και το παραμορφωμένο περιεχόμενο που προσέδωσε σ` αυτό το Εφετείο. Ομοίως, καθόσον αφορά την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσείουσας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, από τη ρηθείσα διάταξη του άρθρου 559.20 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, ως έγγραφα κατ' αυτήν, νοούνται, μόνο τα αποδεικτικά έγγραφα που προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, ούτε, άλλα αποδεικτικά μέσα όπως οι ένορκες βεβαιώσεις και οι μαρτυρικές καταθέσεις (ΑΠ 1009/2010, 1030/2010). Καθόσον αφορά το υπό στοιχ. α' σκέλος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, από την αντιπαραβολή της από 7-11-2008 καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας, στην οποία και κάτω από την υπογραφή του απολυομένου αναγράφεται "Με επιφύλαξη. Συμφωνώ με την παρακάτω αποζημίωση έχω εξοφληθεί πλήρως και ουδεμία άλλη νόμιμη απαίτηση έχω" και τις εκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης, κατά τις οποίες ο ενάγων υπέγραψε την εν λόγω καταγγελία "σημειώνοντας ιδιοχείρως τα εξής: "Με επιφύλαξη. Συμφωνώ με την παρακάτω αποζημίωση έχω εξοφληθεί πλήρως και ουδεμία άλλη νόμιμη απαίτηση έχω", ουδόλως προκύπτει ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, ως προς τη δήλωση αυτή, την οποία επανέλαβε με ακρίβεια στην προσβαλλόμενη, ενώ η θεμελιούμενη επί της δηλώσεως αυτής, ένσταση της εναγομένης περί παραιτήσεως του ενάγοντος από την προσβολή του κύρους της καταγγελίας, απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη ως απαράδεκτη (λόγω μη επίκλησης των λόγων της βραδείας, το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, προβολής της), ώστε, το Εφετείο, ουδόλως στηρίχθηκε μόνο, ούτε κυρίως στο περιεχόμενο της δήλωσης αυτής, για την απόρριψη της εν λόγω ένστασης, υπό την επίφαση δε του ρηθέντος αναιρετικού λόγου, πλήττονται περαιτέρω απαραδέκτως οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου. Κατά συνέπεια, πρέπει, η κρινόμενη αίτηση ν' απορριφθεί και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11-1-2013 αίτηση, της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΞΩΝ ΑΣΦΑΛΤΙΚΗ Α.Τ.Ε.Β.Ε. -ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", για αναίρεση της 1031/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ