Αριθμός 1753/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ’ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων - καθ' ων η κλήση:1) Σ. χήρας Χ. Κ., το γένος Σ. Β., κατοίκου ..., δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) Μ. συζύγου Δ. Μ., το γένος Χ. και Σ. Κ., κατοίκου ..., 3) Κ. Κ. του Χ. και της Σ., κατοίκου ..., 4) Κ. Κ. του Χ. και της Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γαλάνη, και κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) Α. Σ. του Α. και της Ε., συζύγου ..., κατοίκου ..., ..., 2) Α. Σ. του Δ. και της Κ., κατοίκου ..., 3) Ά. Σ. του Δ. και της Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Έφη Χίου-Γιαννίκου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις. Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των υπό στοιχείο 2 έως 4 αναιρεσειόντων Γ. Γ., αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 1 αναιρεσείουσα απεβίωσε στις 2-6-2021 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../2021 ληξιαρχική πράξη θανάτου που εκδόθηκε από το αρμόδιο Ελληνικό Προξενείο του Ντίσελντορφ Γερμανίας, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής λοιποί αναιρεσείοντες, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2003 αγωγή της ήδη αποβιωσάσης Ε. Σ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1...4/2005 παρεμπίπτουσα περί διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης, 21812/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 1242/2011 μη οριστική, 2087/2014 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας 2087/2014 και της συμπροσβαλλόμενης μη οριστικής αποφάσεως 1242/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-10-2015 αίτηση και τους από 10-4-2017 προσθέτους αυτής λόγων, επί των οποίων εκδόθηκε η 47/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσίβλητοι με την από 1-10-2021 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγαθή Δερέ ανέγνωσε την από 3-5-2016 έκθεση της αποχωρησάσης από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ευγενίας Προγάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων αυτής λόγων. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1857 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 2/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 01-10-2021 κλήση των καλούντων Α. Σ. του Α., Α. Σ. του Δ. και Ά. Σ. του Δ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, αποβιωσάσης, στις 12-01-2016, αρχικής αναιρεσίβλητης, Ε. Σ. και την από 08-04-2016 αποποίηση της κληρονομίας της, από τους Δ. Σ. του Α. και της Ε. και Ι. Σ. του Α. και της Ε., νόμιμα, μετά την έκδοση της με αριθμ. 47/2018 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης, φέρεται προς συζήτηση η από 01-10-2015 αίτηση αναίρεσης των καθ' ων η κλήση - αναιρεσειόντων Σ. χήρας Χ. Κ., και των αναιρεσειόντων Μ. συζ. Δ. Μ., Κ. Κ. του Χ. και Κ. Κ. του Χ., και μετά τον επισυμβάντα, στις 02-06-2021, θάνατο της αρχικής αναιρεσείουσας Σ. χήρας Χ. Κ., τη δίκη αυτής συνεχίζουν, ως εξ αδιαθέτου οι λοιποί προαναφερθέντες αναιρεσείοντες, όπως δεν αμφισβητείται από τους παριστάμενους διαδίκους, καθώς και οι, από 10-04-2017, πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης των προαναφερθέντων αναιρεσειόντων κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της με αριθμ. 2087/2014 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, και της συμπροσβαλλόμενης μη οριστικής, με αριθμ. 1242/2011 απόφασης, που εκδόθηκαν αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία έγινε δεκτή η από 20-11-2008 έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της εκκαλούμενης, με αριθμ. 21812/2008, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και απορρίφθηκε η, από 26-08-2010, αντέφεση της εφεσίβλητης - ενάγουσας και ήδη δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 25-07-2003 αγωγή, εξαφάνισε, κατά ένα μέρος, την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή, κατά το ανωτέρω μέρος, και δέχθηκε αυτήν ως κατ' ουσίαν βάσιμη, ως προς τη διεκδικητική αγωγή, αναμορφώνοντας την περιγραφή του ακινήτου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 569, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεκδικαζόμενη, κατ' άρθρο 246 ΚΠολΔ, με τους, από 10-04-2017, πρόσθετους λόγους, ασκηθέντες με ιδιαίτερο δικόγραφο, κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου, στις 10-04-2017, και επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην καθ' ης οι πρόσθετοι λόγοι, στις 9-2-2021, όπως προκύπτει από τη με αριθμ. Δ/3649/9-2-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών Σ. Γ., την από 9-2-2021 απόδειξη εγχείρισης του δικογράφου στο αρμόδιο αστυνομικό όργανο και την από 9-2-2021 βεβαίωση του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή παράδοσης στον αρμόδιο υπάλληλο ΕΛΤΑ αποστολής συστημένης επιστολής με την έγγραφη ειδοποίηση θυροκόλλησης του δικογράφου, πρέπει να ερευνηθούν, περαιτέρω, το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτών (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1192, 1194 και 1033 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παράγωγα, με συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ` αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η οποία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση, με τους τρόπους αυτούς, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας ή εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της να ήταν κύριος του ακινήτου (ΑΠ 1325/2022, ΑΠ 138/2021, ΑΠ 415/2020). Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία εικοσαετία. Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κάτοχος) αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, δηλαδή, η βούληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης, με την οποία ο χρησιδεσπόζων απέκτησε τη νομή, εάν δηλαδή αυτή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 976-978 και 983 του ΑΚ ή σε πρωτότυπο τρόπο με την κατάληψη του ακίνητου, αφού δεν απαιτείται νόμιμος τίτλος ή οποιοσδήποτε άλλος όρος για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με τον πιο πάνω πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) (ΑΠ 121/2022, ΑΠ 238/2021). H ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου, από το ισχύον δίκαιο, δικαιώματος της νομής. Ειδικότερα, η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνην που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στον δικαιούχο αυτής, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα. Εκείνος, όμως, που εξουσιάζει το πράγμα για μια εικοσαετία γίνεται, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ανεξαρτήτως αν είχε και την πεποίθηση ότι είχε την κυριότητα. Άσκηση της νομής επί ακινήτου, που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ` αυτό πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη είναι δηλωτικές εξουσίασης τούτου, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, με διάνοια κυρίου. Τέτοιες πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η φύλαξη, η οριοθέτηση, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας (ΑΠ 1225/2022, ΑΠ 340/2022, ΑΠ 1555/2021). ΙΙΙ. [1] Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης. Πράγματα αποτελούν οι διάφορες βάσεις της αγωγής, κύριες, επάλληλες ή επικουρικές και τα προς θεμελίωση αυτών και των σχετικών αιτημάτων τους περιστατικά (ΑΠ 544/2021, ΑΠ 281/2021, ΑΠ 1034/2021). [2] κατά το άρθρο 106 ΚΠολΔ, το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση του διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν. Σύμφωνα με τη θεμελιακή αρχή της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης που καθιερώνεται με τη δικονομική αυτή διάταξη, το δικαστήριο υποχρεούται να περιορίζεται στο οριοθετούμενο από την αίτηση αντικείμενο και δεν μπορεί να επιδικάσει πέραν του αιτηθέντος. Η υπέρβαση του οριοθετουμένου από την αίτηση αντικειμένου της δίκης δημιουργεί λόγο αναίρεσης της απόφασης, κατ` άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ (ΑΠ 1273/2017), κατά το οποίο αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ο όρος "επιδίκασε" του εν λόγω άρθρου νοείται με την ευρεία έννοια, δηλαδή αν το δικαστήριο αποφάσισε, αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση, χωρίς να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα. Ως τέτοιο νοείται κάθε αυτοτελές αίτημα των διαδίκων, με το οποίο ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας, σε οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, λ.χ. το αίτημα ή βάση αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, ένδικων μέσων κ.λ.π., όχι όμως και ενστάσεων, με εξαίρεση την ένσταση συμψηφισμού (ΑΠ 203/2022, ΑΠ 384/2019, ΑΠ 927/2018, ΑΠ 983/2017). [3] Στην προκείμενη, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης και της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο, μέρος τα ακόλουθα : Η ενάγουσα (ήδη αρχική αναιρεσίβλητη, τη δίκη της οποίας συνεχίζουν οι τελούντες μεταξύ τους σε απλή ομοδικία εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής), με την από 25-07-2003 αγωγή της, αφού εξέθετε ότι κατέστη κυρία, με το με αρθμ. .../...1968 συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Θωμά Ιωαννίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα, του αναφερόμενου ακινήτου, οικοπέδου, επιφάνειας 35,32 τ.μ., με μονώροφη οικία, που βρίσκεται στο ... και ήδη με αριθμ. ..., με αριθμό κτηματολογίου ..., μετά του πέριξ και υπ' αυτή οικοπέδου εμβαδού 35,32 τ.μ. με όρια ανατολικά (ΒΑ) με οδό ..., σε πλευρά 3,08 γρ.μ., δυτικά (ΝΔ) με οικία ..., σε πλευρά μήκους 3,32 γρ.μ., βόρεια (ΒΔ) με οικία Κ. Ε., σε πλευρά 11,10 γρ.μ., και νότια (ΝΑ) με οικία αγνώστου, σε πλευρά 11,10 γρ.μ., λόγω δωρεάς, από τον αληθή κύριο αυτού, πατέρα της, Ι. Ζ., και ότι από την παραπάνω απόκτηση της κυριότητάς της, ασκούσε, επ' αυτού, συνεχώς, πράξεις διανοία κυρίου, εκμισθώνοντας αυτό, για πολλά έτη, και, στη συνέχεια, με εποπτεία και επιτήρηση αυτού (από την ίδια ή/και την αντιπρόσωπο αυτής Ε. Κ.), και μέχρι τέλη Αυγούστου 2002, οπότε αποβλήθηκε από τον αρχικό εναγόμενο Χ. Κ., στη θέση του οποίου υπεισήλθαν οι αναιρεσείοντες, και την αδελφή αυτού, Ε. Τ., ζήτησε να αναγνωριστεί η κυριότητά της στο ανωτέρω ακίνητο και να διαταχθεί η απόδοσή του. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι νόμιμη και στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 1033, 1192, 974 και 1045 ΑΚ, ήτοι σωρεύονται αντικειμενικώς δύο βάσεις της αγωγής, μία στηριζόμενη σε παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας, με συμφωνία, αιτία δωρεάς, από αληθή κύριο, περιβληθείσα το συμβ/φικό έγγραφο και μεταγραφή αυτού, και τη δεύτερη σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, με έκτακτη χρησικτησία, διαλαμβάνοντας τα απαραίτητα στοιχεία νομής διανοία κυρίας, με τις αναφερόμενες εμφανείς πράξεις νομής (εκμίσθωσης σε τρίτο και εποπτείας αυτού), για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι η αγωγή στηρίζεται και στη βάση κτήσης κυριότητας και με πρωτότυπο τρόπο, και δη με έκτακτη χρησικτησία, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, από την αρχική αναιρεσίβλητη - ενάγουσα, με την ένδικη αγωγή, και, συνεπώς, ο, από τον αρ. 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι η αρχική αναιρεσίβλητη έγινε κυρία του ένδικου ακινήτου, και με πρωτότυπο τρόπο, της έκτακτης χρησικτησίας, δεν επιδίκασε περισσότερα απ' όσα ζήτησε, με την αγωγή της, η αρχική αναιρεσίβλητη. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην, από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια της επιδίκασης πλέον των αιτηθέντων, και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμος. [4] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1608/2022). Ο παραπάνω λόγος είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 48/2022, ΑΠ 457/2021, ΑΠ 820/2020). [5] Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο, μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1930 συμβολαίου, που συνέταξε ο τότε συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης Ιωάννης Ρούσσας και μεταγράφηκε νόμιμα, ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης - αντεκκαλούσας (ήδη αρχικής αναιρεσίβλητης, τη δίκη της οποίας συνεχίζουν οι ήδη αναιρεσίβλητοι), Ι. Ζ. του Ι. έγινε κύριος εξ αγοράς παρά της Εθνικής Τράπεζας, ως διαχειρίστριας των ανταλλαγέντων κτημάτων, μίας μονώροφης οικίας, πρώην ιδιοκτησίας Μουφτίας, με αριθμό κτηματολογίου ..., μετά του πέριξ και υπ' αυτή οικοπέδου εμβαδού 39 τ.μ. περίπου, που κείται ενταύθα στον συνοικισμό ..., και επί της οδού ... αριθ. 29 και ήδη με αριθ. ..., που συνόρευε Ανατολικά με οδό ..., Νότια με οικία τούρκικη (... αριθ. … ιδιοκτησίας της μητέρας του πρώτου εναγομένου) Βόρεια με οικία τούρκικη (... αριθ. …) και Δυτικά με οικία τούρκικη (... …). Με το υπ' αριθ. 30.931/1968 συμβόλαιο, που συνέταξε ο τότε συμ/φος Αθηνών Θωμάς Ιωαννίδης και μεταγράφηκε νόμιμα, ο άνω Ι. Ζ. μεταβίβασε λόγω δωρεάς στην ενάγουσα, θυγατέρα του, το ως άνω ακίνητο, το οποίο στον εν λόγω τίτλο κτήσεως αναφέρεται με εμβαδόν 39 τ.μ., επίσης, και σύνορα Ανατολικά με οδό ..., Δυτικά με οικία αγνώστου γείτονας (... …), Βορείως με οικία αγνώστου γείτονας (... …) και Νότια με οικία αγνώστου γείτονος (... …). Με το υπ' αριθ. .../1938 συμβόλαιο, που συνέταξε ο τότε συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης Δημήτριος Κωνσταντινίδης ή Γιώβης και μεταγράφηκε νόμιμα, η μητέρα του πρώτου εναγομένου, δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων (ήδη δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων), Κ. σύζυγος Κ./νου Κ., κατέστη κυρία εξ αγοράς του υπ' αριθ. ΑΚ 1535 ανταλλαξίμου ακινήτου, εμβαδού 146 τ.μ., ομόρου του επιδίκου κειμένου επί ... αριθ. 27 που συνορεύει Ανατολικά με οικία τούρκικη κείμενη επί της οδού ..., Δυτικά με οικία τούρκικη κείμενη επί της αδιεξόδου οδού ..., Νότια με οικία τούρκικη, κείμενη επί της οδού ... αριθ. .... Αμφότερα τα άνω ακίνητα βρίσκονται στο 141 Ο.Τ. και ειδικότερα, το πρώτο από αυτά, ήτοι το επίδικο, κείται επί της οδού ... αρ. … και ήδη ... επί της οποίας έχει πρόσοψη το δε δεύτερο στο κέντρο του ΟΤ αυτού. Μικρό τμήμα του τελευταίου ακινήτου συνορεύει με το πεζόδρομο της οδού … και ένα τμήμα του σε μορφή λωρίδος καταλήγει επί της οδού ... αριθ. … και ήδη ..., επί της οποίας έχει πρόσοψη, η εδαφική αυτή δε λωρίδα συνορεύει από τη βόρεια πλευρά σε μήκος 11 γ.μ. περίπου με το αγωγικό ακίνητο. Τα όρια των παραπάνω ακινήτων κατά μήκος της άνω εδαφικής λωρίδας ήταν διαχωρισμένα με περίφραξη, όπως τούτο προκύπτει από το συνοδεύον την έκθεση πραγματογνωμοσύνης της 28-11-1985 διάταγμα ρυμοτομίας (ΦΕΚ 27Δ/13/2/1986). Η ορισθείσα με την άνω μη οριστική απόφαση πραγματογνώμονας, μετά την εφαρμογή των τίτλων της ενάγουσας και του δικαιοπαρόχου της, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το επίδικο εμπίπτει στους τίτλους τους όμως το εμβαδόν του ανέρχεται σε 42,25 τ.μ. και το σχήμα του προσομοίαζε με το γράμμα Γ αφού η πρόσοψη του επί της οδού ... έχει μήκος 2,40 γρ. μ. και η Δυτική του πλευρά που συνόρευε με το ακίνητο το κείμενο επί της οδού ... … ιδιοκτησίας Κ. Κ. έχει μήκος 5 γ.μ.. Βέβαια στους ως άνω τίτλους που επικαλείται η ενάγουσα η περιγραφή του επιδίκου ακινήτου και το εμβαδόν είναι ελαφρώς διάφορα αυτών που αναφέρονται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης τούτο όμως οφείλεται, σύμφωνα πάλι με τα αναφερόμενα στην έκθεση, στα πενιχρά μέσα της εποχής για τον προσδιορισμό του ακινήτου στο έδαφος. Άλλωστε η πραγματογνώμονας για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό έλαβε υπόψη εκτός των άνω τίτλων και 1) το διάγραμμα ρυμοτομίας του Δήμου Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με το διάταγμα 29-11-1931 ΦΕΚ 402/2-12-1931, 2) το διάγραμμα ρυμοτομίας του Δήμου Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με το διάταγμα 29-11-1931 ΦΕΚ 27Δ/13/2/1986 και 3) πρόσφατο διάγραμμα ρυμοτομίας που αφορά το τελευταίο Δ/γμα από την Δ/νση Πολεοδομίας. Βέβαια και η ενάγουσα στην αγωγή της περιγράφει διαφορετικά απ' ότι αυτό περιγράφεται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης και ειδικότερα, αναφέρει ότι έχει σχήμα παραλληλόγραμμο, εμβαδού 35,32 τ.μ. και συνορεύει ανατολικά (ΒΑ) με την οδό ... σε πλευρά 3,08, δυτικά (ΝΔ) με οικία Κ. σε πλευρά μήκους 3,32 γρ.μ., Βόρεια (ΒΔ) με οικία Κ. Ε. σε πλευρά 1,10 γρ.μ., και Νότια Νοτιανατολικά με πλευρά αγνώστου σε πλευρά 11,10 γρ.μ. και σήμερα με δίοδο. Η άνω πραγματογνώμονας εμφανισθείσα στο ακροατήριο, προκειμένου να παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις άνω διαφορές αναφέρει, ότι το επίδικο εμφανίζεται στο επικαλούμενο από την ενάγουσα τοπογραφικό διάγραμμα και στην αγωγή με διάφορο σχήμα και μικρότερο εμβαδόν, γιατί τα όρια αυτού προσδιορίσθηκαν καθ' υπόδειξη καθώς και ότι το περιγραφόμενο στην αγωγή εμπίπτει στο περιγραφόμενο στους άνω τίτλους ακίνητο. Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι από την σύνταξη του ως άνω συμβολαίου παραδόθηκε στην ενάγουσα η νομή του επιδίκου από τον δωρητή πατέρα της, ο οποίος διέμενε με την σύζυγό του στην υπάρχουσα επί του ακινήτου αυτού οικία. Ειδικότερα, η μάρτυρας αποδείξεως καταθέτει ότι μέχρι το έτος 1970 που διέμενε αυτή στην περιοχή κατοικούσαν στο επίδικο «... κάποιοι παππούδες ... και έμειναν εκεί μέχρι που φύγαμε το 1970 και επ' ότι έμαθα πέθαναν εκεί». Άλλωστε σ' ολόκληρο το διάστημα που μεσολάβησε από την ως άνω μεταβίβαση της κυριότητας του επιδίκου στην ενάγουσα αυτή επιτηρούσε και επέβλεπε το εν λόγω ακίνητο όπως και η αντιπρόσωπός της, μάρτυς αποδείξεως. Το έτος 2000 ο εναγόμενος, προέβη στην κατεδάφιση της υφισταμένης επί του άνω ακινήτου οικίας αυθαίρετα δε και παράνομα κατέλαβε το ακίνητο αυτό και το συνένωσε με την εδαφική λωρίδα του ως άνω ακινήτου του, κειμένου επί της οδού ... αριθ. …. Στην συνέχεια τοποθέτησε βαριά ενιαία σιδερένια πόρτα στην πρόσοψη αμφοτέρων των ακινήτων, χρησιμοποιούσε δε το επίδικο ως χώρο στάθμευσης των οχημάτων του. Ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε ότι κατέστη κύριος του επιδίκου, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, γιατί είχε στη φυσική του εξουσία αυτό, με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας και μάλιστα από το έτος 1960, όταν μετά το γάμο του εγκαταστάθηκε σ' αυτό με υπόδειξη της μητέρας του Κ. Κ.. Ο ισχυρισμός του αυτός δεν αποδεικνύεται όμως ουσιαστικά βάσιμος από τα άνω αποδεικτικά στοιχεία και πρέπει να απορριφθεί. Άλλωστε και ο μάρτυρας ανταποδείξεως καταθέτει "Μέχρι το 82 έμεινε ο Κ. στο όμορο με το επίδικο, επί της ..." σε άλλο σημείο της κατάθεσης της αναφέρει ότι «... Το 82 έφυγε γιατί πήρε άλλο πολύ κοντά .." καθώς και ότι ο εναγόμενος κατεδάφισε την επί του επιδίκου οικία πριν 4-5 χρόνια και ότι τοποθέτησε την σιδερένια πόρτα. Με βάση τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου τόσο με παράγωγο τρόπο όσο και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ότι κυρία του ακινήτου κατέστη η ενάγουσα δεν έσφαλε κατά το σημείο τούτο έσφαλε όμως γιατί αναγνώρισε την τελευταία όχι κυρία του περιγραφομένου στην αγωγή ως άνω ακινήτου, αλλά του περιγραφομένου στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης εμβαδού 42,45 τ.μ. με τα προαναφερόμενα όρια επιδικάζοντας έτσι πλείονα των αιτηθέντων. Συνεπώς πρέπει κατά το κεφάλαιο τούτο να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να αναγνωρισθεί η ενάγουσα κυρία του περιγραφομένου στην αγωγή ακινήτου δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου της εφέσεως και απορριπτομένου αντίστοιχα του σχετικού λόγου της αντεφέσεως. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο εναγόμενος από τον Αύγουστο του 2002, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή μέχρι την άσκηση αυτής, ήτοι για χρονικό διάστημα έντεκα μηνών, χρησιμοποιούσε το επίδικο για την στάθμευση των οχημάτων του τελούσε όμως σε κακή πίστη γιατί καλώς γνώριζε ότι δεν έχει δικαίωμα να χρησιμοποιεί το επίδικο ακίνητο και έτσι ενέχεται προς απόδοση των ωφελημάτων τα οποία η ενάγουσα θα ποριζόταν από την εκμετάλλευση του. Τα ωφελήματα που θα ποριζόταν αυτή κατά μήνα ανέρχονται στην μισθωτική αξία του επιδίκου ακινήτου, η οποία ανέρχεται σε 70 ευρώ μηνιαία αν ληφθεί υπόψη το είδος, η φύση του και η χρήση αυτού ως χώρο αποθήκευσης. Συνεπώς, πρέπει να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των (70Χ11=) 770 ευρώ ως αποζημίωση το Πρωτοβάθμιο δε δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια δεν έσφαλε γι' αυτό και ο σχετικός λόγος της εφέσεως και της αντεφέσεως πρέπει να απορριφθεί..». Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την αντέφεση της αρχικής αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί κυρία εδαφικής λωρίδας 14,43 τ.μ., επιπλέον των επιδικασθέντων 42,43 τ.μ. και να της επιδικαστεί, ως ωφελήματα του ακινήτου της, το ποσό των 300,00 ευρώ μηνιαίως, δέχθηκε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή, αναγνώρισε την αρχική αναιρεσίβλητη κυρία του επιδίκου ακινήτου, έκτασης 42,25 τ.μ. και υποχρέωσε τον δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων να της αποδώσει το ακίνητο και να καταβάλει τα ανωτέρω ωφελήματα, μόνο κατά το μέρος της περιγραφής του ακινήτου, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, κράτησε την υπόθεση, δίκασε εκ νέου την αγωγή κατά το κεφάλαιο αυτό, έκρινε ότι επιδίκασε η εκκαλούμενη απόφαση επιπλέον έκταση του αιτηθέντος ακινήτου, και αναγνώρισε την ενάγουσα κυρία του περιγραφόμενου στην αγωγή ακινήτου, ήτοι ενός οικοπέδου, εμβαδού 35,32 τ.μ., κείμενο ενταύθα στον συνοικισμό ..., επί της οδού ... αριθ. 29 και ήδη ..., που συνορεύει Ανατολικά (ΒΑ) με την οδό ... σε πλευρά 3,08, Δυτικά (ΝΔ) με οικία Κ. σε πλευρά μήκους 3,32 γρ.μ., Βόρεια (ΒΔ) με οικία Κ. Ε. σε πλευρά 11,10 γρ.μ., και Νότια - Νοτοανατολικά με οικία αγνώστου σε πλευρά 11,10 γρ.μ. και υποχρέωσε τους συνεχίζοντες τη δίκη - αναιρεσιβλήτους να αποδώσουν στην ενάγουσα το ακίνητο. Έτσι, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε: 1) Ότι η ενάγουσα - αρχική αναιρεσίβλητη Ε. Σ., τη δίκη της οποίας, μετά τον επισυμβάντα, στις 12-01-2016, θάνατο αυτής, συνεχίζουν οι Α. Σ., Α. Σ. του Δ. και Ά. Σ. του Δ., κατέστη κυρία του ακινήτου, που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη, στο συνοικισμό ..., και επί της οδού ... … και ήδη αριθ. ..., με τον παραπάνω παράγωγο τρόπο, εμβαδού 39 τ.μ., κατά τον τίτλο, και 42,25 τ.μ., κατά την εφαρμογή του τίτλου, και 35,32 τ.μ., κατά την αγωγή, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο, και δη έκτακτης χρησικτησίας. 2) Ότι στο επίδικο ακίνητο, η αρχική αναιρεσίβλητη - ενάγουσα, από το έτος 1968, οπότε της παρέδωσε τη νομή ο προαναφερθείς δικαιοπάροχός της, μέχρι το έτος 2000, ασκούσε εμφανείς πράξεις νομής διανοία κυρίας (χρήση για κατοικία, κατά παραχώρηση από την αρχική αναιρεσίβλητη, από το έτος 1968, στους γονείς της, για πολλά έτη, και επιτήρηση - επίβλεψη αυτού από την ίδια και με αντιπρόσωπό της μέχρι το έτος 2000). 3) Ότι το έτος 2000, ο αρχικός εναγόμενος Χ. Κ., τη δίκη του οποίου, συνέχισαν, μετά τον επισυμβάντα θάνατό του, τα τέκνα αυτού Μ. Μ. - Κ., Κ. και Κ. Κ., και η σύζυγος αυτού, Σ. Κ., και μετά τον επισυμβάντα, στις 02-06-2021 θάνατο αυτής, οι προαναφέρθεντες ως συνεχίζοντες τη δίκη - εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής, αναιρεσίβλητοι, απέβαλε την ενάγουσα - αρχική αναιρεσίβλητη, με την κατεδάφιση της υφιστάμενης παλαιάς οικίας και συνένωση αυτού με την εδαφική λωρίδα του ακινήτου Ε. Κ., που έχει πρόσοψη επί της οδού ... αριθμ. …. 4) Ότι η ανωτέρω κυριότητα της αρχικής αναιρεσίβλητης δεν καταλύθηκε από έκτακτη χρησικτησία του εναγόμενου Χ. Κ., δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, αφού από την, από το έτος 2000, κατάληψη αυτού (με τοποθέτηση βαριάς πόρτας και χρήση του ως χώρου στάθμευσης των αυτοκινήτων του) μέχρι την άσκηση της αγωγής, το έτος 2003, δεν συμπληρώθηκε εικοσαετία, ενώ αυτός δεν άσκησε πράξεις νομής διανοία κυρίου σε προγενέστερο χρόνο, και ούτε η διεκδικητική αγωγή της αρχικής αναιρεσίβλητης αποσβέστηκε, από το έτος 2000, χρόνο αποβολής της, μέχρι την άσκηση, το έτος 2003, της αγωγής, διότι δεν παρήλθε ο χρόνος της εικοσαετούς παραγραφής. 5) Ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων, Χ. Κ. ενέχεται, όντας κακόπιστος νομέας, σε απόδοση των ωφελημάτων, για το διάστημα από τον Αύγουστο 2002 μέχρι την άσκηση της αγωγής, ήτοι για ένδεκα μήνες, τα οποία η αρχική αναιρεσίβλητη θα ποριζόταν από την εκμετάλλευση του ακινήτου της, που αντιστοιχούν στη μισθωτική αξία του ως χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων, που ανέρχεται σε 770,00 ευρώ (70Χ11). [6] Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης, αλλά διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1045, 974, 976, 247 και 249 ΑΚ ως προς τα ουσιώδη ζητήματα : 1) της απόκτησης από την αρχική αναιρεσίβλητη της κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, διαλαμβάνοντας τις παραπάνω εμφανείς πράξεις νομής διανοία κυρίας στο επίδικο ακίνητο για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας, 2) της μη κατάλυσης της κτηθείσας ως άνω κυριότητας της αρχικής αναιρεσίβλητης με έκτακτη χρησικτησία από τον δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων, και 3) της μη παραγραφής της ένδικης διεκδικητικής αγωγής, που δικαιολογούν την αποδοχή της διεκδικητικής της κυριότητας αγωγής της αρχικής αναιρεσίβλητης και απόρριψη της προταθείσας από τον δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων ένστασης ίδιας κυριότητας και παραγραφής. Επομένως, οι, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος και έκτος λόγος του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, κατά τα οικεία σκέλη αυτών, και πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Λοιπές αιτιάσεις με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, που αφορούν σε έλλειψη αιτιολόγησης των αποδειχθέντων ως προς τον πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας και με τον έκτο λόγο του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, και του πρώτου πρόσθετου λόγου, που αφορούν σε έλλειψη αιτιολόγησης των μη αποδειχθέντων ενστάσεων του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων (έκτακτης χρησικτησίας και παραγραφής), δεν ιδρύουν τον παραπάνω από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης αφού μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε πρέπει να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε. Λοιπές αιτιάσεις του έκτου λόγου, με τις οποίες μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας, την περιγραφή του επιδίκου ακινήτου καθώς και για εσφαλμένη εκτίμηση της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης και της διευκρινιστικής κατάθεσης, στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, της κληθείσας ως άνω πραγματογνώμονος, είναι απαράδεκτες. Και, τούτο, διότι : 1) υπό την επίφαση της εκ πλαγίου παραβίασης των αυτών παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου καθώς και των άρθρων 1033 και 1192 ΑΚ αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, και, επομένως, πλήττεται η περί την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του δικαστηρίου ουσίας, η οποία, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 886/2022, ΑΠ 1342/2022), 2) σε κάθε περίπτωση, το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε ισοδύναμες αιτιολογίες, ήτοι την κτήση κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου τόσο με παράγωγο όσο και με πρωτότυπο τρόπο, και κατά τα προαναφερθέντα η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τον πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, η οποία όμως δεν πλήττεται επιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορούν οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσβάλλεται η αιτιολογία περί κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, και η προσβαλλόμενη δεν επιδρά στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την μη πληττόμενη επιτυχώς αιτιολογία (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 478/2021, ΑΠ 753/2020). Επιπροσθέτως, κατά την Εισηγήτρια - Αρεοπαγίτη, Αγαθή Δερέ, ο αυτός παραπάνω λόγος είναι απαράδεκτος, και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 562 παρ. 3 του ΚΠολΔ, με τις οποίες ορίζεται ότι "κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από τις δικές του πράξεις ή από πράξεις προσώπων που ενεργούν στο όνομά του, εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη». Η αρχή αυτή του δικαίου της αναίρεσης αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της γενικότερης δικονομικής αρχής που διατυπώνεται στο άρθρο 160 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία δεν έχει δικαίωμα να προτείνει λόγο αναίρεσης εκείνος του οποίου η συμπεριφορά προκάλεσε λόγο αναίρεσης. Αυτό σημαίνει ότι απαραδέκτως προτείνεται λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε πράξη, την οποία έχει ενεργήσει ο αναιρεσείων και, γενικότερα, την οποία προκάλεσε η συμπεριφορά του, εκτός αν ο λόγος αφορά τη δημόσια τάξη (ΟλΑΠ 1548/1979, ΑΠ 20/2022, ΑΠ 1641/2018, ΑΠ 653/2003). Ο ισχυρισμός θεωρείται ότι ανάγεται στη δημόσια τάξη, αν αφορά παράβαση διατάξεων που έχουν θεσπισθεί για το γενικό κοινωνικό συμφέρον. Δεν πρέπει, όμως, να θεωρηθεί ότι αν μια διάταξη λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο είναι και δημόσιας τάξης. Η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, τούτο όμως δεν σημαίνει ότι και όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξης. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την αυτή παραπάνω άποψη της Εισήγητριας, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι οι 2η, 3ος και 4ος των αναιρεσειόντων και η δικαιοπάροχος αυτών Σ. χήρα Χ. Κ., με την από 20-11-2008 έφεσή τους, κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία αναγνωρίστηκε η αρχική αναιρεσίβλητη - ενάγουσα κυρία, με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) του επιδίκου ακινήτου, ως έχοντος εμβαδό 42,45 τ.μ., με πρόσοψη επί της οδού ... 2,40 γρ.μ., και υποχρεώθηκε να της αποδώσει ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων - εναγόμενος, και, ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο έφεσης, οι αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν, μεταξύ άλλων, ότι η εκκαλούμενη απόφαση επιδίκασε πλέον των αιτηθέντων τ.μ. με το δικόγραφο της αγωγής, στην οποία περιγράφονταν το επίδικο ως έχον εμβαδό 35,32 γρ.μ., με πρόσοψη επί της οδού ... 3,08 γρ.μ.. Με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ότι η αρχική αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου, με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, και δη της έκτακτης χρησικτησίας, και αφού απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμες τις ενστάσεις (έκτακτης χρησικτησίας και παραγραφής) του εναγόμενου, κατόπιν παραδοχής ως κατ' ουσίαν βάσιμου του ανωτέρω πρώτου λόγου έφεσης των αναιρεσειόντων, δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη μόνο κατά το μέρος της περιγραφής του ακινήτου και αναγνώρισε την αρχική αναιρεσίβλητη - ενάγουσα κυρία του επιδίκου ακινήτου, με την περιγραφή που είχε το επίδικο στην αγωγή, ήτοι έκτασης 35,32 γρ.μ., με πρόσοψη επί της ... 3,08 γρ.μ.. Επομένως, κατά την επιπρόσθετη αυτή άποψη της Εισηγήτριας ο επικαλούμενος λόγος δεν ιδρύεται και επειδή προέκυψε από συμπεριφορά των αναιρεσειόντων και της δικαιοπαρόχου αυτών, Σ. χήρας Χ. Κ., με τον παραπάνω λόγο έφεσης, και δεν αφορά τη δημόσια τάξη. [7] Ο, από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πέμπτος λόγος αναίρεσης και ο συναφής δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη για τη μη λήψη υπόψη της προταθείσας, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφερθείσας με σχετικό λόγο έφεσης, έντασης παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής, είναι απαράδεκτοι, αφού, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι η ένσταση αυτή λήφθηκε υπόψη και εκ των πραγμάτων απορρίφθηκε με τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, αντίθετα προς εκείνα που συγκροτούν την ένσταση αυτή, ήτοι με την παραδοχή ότι πριν από το έτος 2000 ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων δεν ενήργησε στο επίδικο πράξεις νομής διανοία κυρίου, ενώ τέτοιες πράξεις ασκούσε η αρχική αναιρεσίβλητη - ενάγουσα, από το έτος 1968 έως το 2000, οπότε το πρώτον ο εναγόμενος - δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων απέβαλε από τη νομή την ενάγουσα, και έκτοτε μέχρι την, από 31-07-2003, άσκηση της αγωγής, δεν συμπληρώθηκε η εικοσαετής παραγραφή. [8] Από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1096 και 1098 ΑΚ, συνάγεται ότι ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο, πέρα από την αναγνώριση της κυριότητάς του, την απόδοση του πράγματος, και την απόδοση των ωφελημάτων που έχουν εξαχθεί από το πράγμα μετά την επίδοση της διεκδικητικής αγωγής, αλλά και των ωφελημάτων που δεν εισέπραξε από δική του υπαιτιότητα μετά την επίδοση της αγωγής, ενώ μπορούσε να τα εισπράξει σύμφωνα με τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης, και, περαιτέρω, αν ο νομέας ήταν κακόπιστος κατά το χρόνο που κατέλαβε το πράγμα, ή αν έμαθε αργότερα ότι δεν έχει δικαίωμα νομής, υπέχει από τότε, ως προς το πράγμα και τα ωφελήματα την ίδια ευθύνη που έχει και για το χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής, χωρίς να αποκλείεται περαιτέρω ευθύνη του από υπερημερία, ήτοι ο κακόπιστος νομέας υποχρεούται έκτοτε να αποδώσει τα ωφελήματα, τα οποία έχουν εξαχθεί, και να αποκαταστήσει την αξία όσων εξ αυτών δεν εξήγαγε, ενώ μπορούσε κατά τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης να εξαγάγει (ΑΠ 281/2021, ΑΠ 1290/2019). Από τις διατάξεις των άρθρων 1096, 1098, 961 και 962 ΑΚ προκύπτει ότι ωφελήματα είναι οι φυσικοί καρποί, δηλαδή τα φυσικά προϊόντα του πράγματος και καθετί που πορίζεται αυτός από το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, αν και δεν είναι προϊόν αυτού, καθώς και κάθε πρόσοδος που αποφέρει το πράγμα δυνάμει κάποιας έννομης σχέσης, δηλαδή οι πολιτικοί καρποί, όπως π.χ. το μίσθωμα, αλλά και κάθε όφελος που έχει ο νομέας από την ενοίκηση ή την κατ' άλλο τρόπο χρήση του πράγματος από τον ίδιο, συνεπεία των οποίων εξοικονομεί τη δαπάνη στην οποία θα υποβαλλόταν αν μίσθωνε άλλο όμοιο πράγμα, οπότε η ωφέλεια συνίσταται στην εξοικονόμηση της σχετικής δαπάνης για τα μισθώματα (ΑΠ 1228/2021, ΑΠ 1232/2017, ΑΠ 435/2016, ΑΠ 707/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς την επιδίκαση στην αρχική αναιρεσίβλητη των ωφελημάτων που θα ποριζόταν από την εκμετάλλευση του επίδικου ακινήτου, το οποίο για το ένδικο χρονικό διάστημα των έντεκα μηνών χρησιμοποιούσε, ως κακόπιστος νομέας ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων, ορθά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 1096 και 1098 ερμήνευσε και εφάρμοσε, διότι τα δεκτά γενόμενα παραπάνω πραγματικά περιστατικά πληρούν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις των ανωτέρω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, στη νομική βασιμότητα των οποίων στηρίχθηκε η ένδικη απαίτηση της αρχικής αναιρεσίβλητης. Επομένως, ο, από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όγδοος λόγος αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμος. [9] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη (ΟλΑΠ 14/2005). Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 1229/2022). Ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία την οποία είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με την προϋπόθεση ότι το δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 339, 352 παρ. 1 και 353 του ΚΠολΔ, δεν αποτελεί δικαστική ομολογία οποιαδήποτε τοιαύτη, αλλά εκείνη που αποσκοπεί στην αποδοχή αμφισβητουμένου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Η δικαστική ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο το οποίο δικάζει την υπόθεση, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και απόδειξής του, πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη (ΑΠ 675/2021, 478/2021, ΑΠ 967/2020). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, κατ' άρθρο 261 ΚΠολΔ, περί συναγωγής ή μη ομολογίας από έγγραφα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, συναγωγή αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 470/2022, ΑΠ 33/2021, ΑΠ 201/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, ο, από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, με την αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο την γενομένη, για πρώτη φορά, ενώπιον του δικαστική ομολογία της αρχικής αναιρεσίβλητης περί του ότι τμήμα του επιδικαθέντος επιδίκου 14,43 τ.μ. δεν περιλαμβάνεται στον τίτλο της, προκύπτουσα από τη συνεκδικασθείσα, με την έφεση των αναιρεσειόντων, από 26-08-2010 αντέφεση της δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητούσε να της επιδικαστεί το τμήμα με στοιχεία Ι1, Β1, Γ1, Δ1, α, Θ2, έκτασης 14,43 τ.μ., για το λόγο ότι αποτελούσε τμήμα του ακινήτου της, όπως περιγράφεται στον τίτλο της και το ζητούσε με την αγωγή, ενώ δεν περιλαμβάνονταν στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης και δεν της είχε αποδοθεί με το επιδικασθέν, με την εκκαλουμένη απόφαση, ακίνητο των 42,45 τ.μ., και ότι η ομολογία της αυτή προκύπτει από το από 27-09-2010 τοπογραφικό διάγραμμα του Ε. Κ., όπου αποτυπώνονται με ακρίβεια α) τα όρια του ακινήτου της αγωγής, β) τα όρια του τοπογραφικού της πραγματογνωμοσύνης και γ) τα όρια του τμήματος των 14,43 τ.μ, από τα οποία προκύπτει ξεκάθαρα ότι το τμήμα αυτό ήταν πέραν της έκτασης του τίτλου της, όπως τα υπέδειξε η πραγματογνώμονας και η λήψη της δικαστικής ομολογίας θα οδηγούσε στην απόρριψη της αγωγής άλλως στην εν μέρει παραδοχή της αγωγής, και δη για το τμήμα των (35 - 14,43=) 20,57 τ.μ. είναι απαράδεκτος. Και, τούτο, διότι, τα φερόμενα από τους αναιρεσείοντες ως διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της αντέφεσης δεν πληρούν το πραγματικό της δικαστικής ομολογίας, υπό την εκτεθείσα παραπάνω νομική έννοια, διότι δεν αποσκοπεί στην αποδοχή αμφισβητουμένου και επιβλαβούς για αυτήν γεγονότος της μη ύπαρξης κυριότητας επί του εισαχθέντος στη δίκη με το δικόγραφο της αγωγής ακινήτου, αλλά στη διεκδίκηση επιπλέον του επιδικασθέντος ακινήτου, ήτοι συνιστά αιτίαση περί μη συναχθείσας εξώδικης ομολογίας από επικαλούμενο από τους αναιρεσιβλήτους αποδεικτικό έγγραφο, που όμως δεν υπόκειται, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και δεν ιδρύει τον επικαλούμενο από τον αρ. 11 γ λόγο αναίρεσης, ανεξαρτήτως του ότι, όπως προκύπτει, από το περιεχόμενο της απόφασης και της αναφοράς σ' αυτήν περί λήψης όλων των επικαλουμένων και προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν, και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του καταληκτικού πορίσματος του δικαστηρίου. [10] Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την ανεύρεση, με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως, όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλαδή, για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς (ΟλΑΠ 8/2005) ή ακόμη για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (ΑΠ 368/2022, ΑΠ 558/2021). Όμως, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας (τα οποία πρέπει να καθορίζονται) ιδρύει λόγο αναίρεσης, μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς (ΑΠ 1652/2009). Ειδικότερα, η παραβίαση ιδρύεται, κατ' άρθρο 559 αριθμ. 1 β ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό, όχι όμως όταν τα διδάγματα αυτά χρησίμευσαν προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή για την εκτίμηση αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται από τους διαδίκους (ΑΠ 558/2021, ΑΠ 909/2020, ΑΠ 1293/2020). Συνακόλουθα τούτων, τα διδάγματα της κοινής πείρας μπορούν να χρησιμοποιηθούν και για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (ΚΠολΔ 336 § 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΚΠολΔ 559 αρ. 1). Έτσι, αν στην πρώτη περίπτωση, χρησιμοποιώντας τα διδάγματα της κοινής πείρας ή τα πορίσματα της επιστήμης αντίθετα προς τις αρχές της λογικής, το δικαστήριο διαγνώσει εσφαλμένως ότι συνέτρεξαν ή όχι τα περιστατικά που στηρίζουν το δικαίωμα, δεν υπάρχει παράβαση του νόμου και, άρα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1β ΚΠολΔ. Αν πάλι το δικαστήριο παραλείψει εντελώς να τα χρησιμοποιήσει, η παράλειψη αυτή δεν ελέγχεται ως πλημμέλεια από το εδάφιο 11 του άρθρου 559, καθόσον, όπως συνάγεται από τα άρθρα 336 § 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα κοινής πείρας δεν καταλέγονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1112/2021, ΑΠ 842/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, ο, από τον αρ. 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, έβδομος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενοι ότι όφειλε να διαγνώσει, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, α) ότι δεν είναι δυνατόν ακίνητο με πρόσοψη στην οδό ... 3,08 γρ.μ., όπως η δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων το περιέγραψε στην αγωγή της να "εμπίπτει" σε ακίνητο με πρόσοψη στην ίδια οδό 2,40 γρ.μ., που αποδείχθηκε ότι είναι το ακίνητο του τίτλου της και να δεχθεί την κτήση της κυριότητας σε όλη την αιτούμενη έκταση, και β) ότι δεν νοείται κτήση με έκτακτη χρησικτησία σε μεγαλύτερη από την περιφραγμένη, διότι η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου αλλά υπό την επίφαση του ανωτέρω λόγου αιτιάται την απόφαση ως προς τις παραδοχές της, που είναι αντίθετες από εκείνες που κατά την άποψη των αναιρεσειόντων είναι ορθές, κατ' αυτούς, και προκύπτουν από την εκτίμηση των αποδείξεων. IV. Κατόπιν τούτων, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και πρόσθετος λόγος αυτής, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του προκατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), και τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχήν του αιτήματος αυτών, να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες - συνεχίζοντες τη δίκη, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 01-10-2015 αίτηση αναίρεσης και τους από 10-04-2017 πρόσθετους λόγους αναίρεσης των Μ. συζύγου Δ. Μ., το γένος Χ. Κ., Κ. Κ. του Χ. και της Σ., Κ. Κ. του Χ. και της Σ., και ως συνεχίζοντες τη δίκη της αρχικής αναιρεσείουσας Σ. χήρας Χ. Κ., κατά της με αριθμ. 2087/2014 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ