Αριθμός 1157/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Θεοδώρας Γκοΐνη), Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Π. Τ. του Θ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μπελογιάννη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 553/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Δ. Κ. του Φ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαΐου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 680/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων, 302 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, που ορίζει ότι όποιος από αμέλεια επιφέρει το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και 28 του ίδιου Κώδικα, με την οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ` αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως, εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη 553/2012 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα: "Την 22-6-2004 και ώρα 12.40' ο Φ. Κ. του Δ., οδηγούσε το υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο κινούμενος στο 16° χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού Πύργου - Κυπαρισσίας με κατεύθυνση προς Κυπαρισσία. Η προαναφερόμενη οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, στο προαναφερόμενο χιλιομετρικό σημείο παρουσιάζει αριστερή καμπύλη ως προς το ρεύμα πορείας προς Κυπαρισσία και εναλλαγή ανωφέρειας - κατωφέρειας, διαθέτει μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 11,50 μέτρων και έρεισμα πλάτους 1,7 - 1,9 μέτρων. Στο παραπάνω σημείο του ισόπεδου οδικού κόμβου και για τις ανάγκες των προτιθέμενων να εξέλθουν της ως άνω επαρχιακής οδού προς τις εκατέρωθεν αυτής υφιστάμενες οδούς, σχηματίζονται στο οδόστρωμα που φέρει κατά μήκος διαγράμμιση αποτελούμενη από διακεκομμένη γραμμή, δύο επί πλέον λωρίδες κυκλοφορίας σε εσοχή, μια για το ρεύμα πορείας προς Κυπαρισσία και μία για το ρεύμα πορείας προς Πύργο, πλάτους εκάστης 3 μέτρων, στο πέρας των οποίων υφίσταται κατά πλάτος (εγκάρσια) διαγράμμιση, ήτοι συνεχής γραμμή επί του πλάτους καθεμιάς από τις λωρίδες κυκλοφορίας σε εσοχή, η οποία καθορίζει τη θέση προ της οποίας οι οδηγοί είναι υποχρεωμένοι να διακόψουν την πορεία τους με αναγραφή της λέξης "STOP" επί του οδοστρώματος, ενώ υφίσταται και σήμανση επί του οδοστρώματος με βέλη που υποδεικνύουν τη λωρίδα κυκλοφορίας που πρέπει υποχρεωτικά να επιλέξουν οι οδηγοί ανάλογα με την κατεύθυνση τους. Στον άξονα του οδοστρώματος υφίσταται χώρος ειδικής διαγράμμισης πλάτους 1 μέτρου, που αποτελείται από παράλληλες λοξές γραμμές που πλαισιώνονται με συνεχή διαχωριστική γραμμή, η οποία σημαίνει απαγόρευση εισόδου οχημάτων στην περιοχή αυτή του οδοστρώματος. Το όριο ταχύτητας στο σημείο εκείνο ορίζεται στα 50 χιλιόμετρα ανά ώρα με πινακίδες Ρ-32 και στα δύο ρεύματα πορείας. Κατά τον ως άνω χρόνο, ο Φ. Κ., οδηγώντας με ταχύτητα περίπου 40 χιλιομέτρων ανά ώρα και έχοντας σκοπό στο ύψος του ισόπεδου κόμβου να εξέλθει της επαρχιακής οδού ενεργώντας στροφή προς τα αριστερά, προκειμένου να κατευθυνθεί στο χωριό Καλλίκωμο, κατέλαβε την λωρίδα κυκλοφορίας σε εσοχή του ρεύματος πορείας προς Κυπαρισσία όπου αυτός κινούνταν ήδη, στην οποία υφίσταται βέλος με αριστερή κατεύθυνση, πλην όμως το όχημα του δεν συνέχισε την κίνηση του προς τον ισόπεδο κόμβο περιοριζόμενος εντός του πλάτους της λωρίδας αυτής, αλλά εισήλθε ανεπίτρεπτα με το αριστερό τμήμα του εντός του χώρου της άνω ειδικής διαγράμμισης. Κατά τον χρόνο όμως αυτόν, έφθασε στο ανωτέρω σημείο ο κατηγορούμενος οδηγώντας το υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Φ. αυτοκίνητο (ελκυστήρα με επικαθήμενο βυτιοφόρο), κινούμενος στην ως άνω επαρχιακή οδό με κατεύθυνση προς Πύργο, με υπερβολική ταχύτητα, ανερχόμενη σε 88 χιλιόμετρα ανά ώρα, η οποία υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα. Ο κατηγορούμενος, προκειμένου να συγκρατήσει το όχημα που οδηγούσε εντός του ρεύματος πορείας του, λόγω της ταχύτητας την οποία είχε αναπτύξει, της καμπύλης της οδού στο σημείο εκείνο και του όγκου και του βάρους του οχήματος του, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει όπως θα κατέβαλε ο μέσος συνετός οδηγός, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως μπροστά του την κίνηση του ανωτέρω οδηγού του αντιθέτως κινούμενου οχήματος, εισήλθε ανεπίτρεπτα με το αριστερό τμήμα του οχήματος που οδηγούσε εντός του χώρου της άνω ειδικής διαγράμμισης με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του οχήματος που οδηγούσε ο Φ. Κ. και το όχημα που οδηγούσε ο τελευταίος να εκτραπεί της πορείας του, να περιστραφεί γύρω από τον άξονα του και να ακινητοποιηθεί κάθετα στο οδόστρωμα. Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχθηκε ότι το όχημα, το οποίο οδηγούσε ο θανών είχε εισέλθει στο αντίθετο σε σχέση με την πορεία του ρεύμα πορείας προς Πύργο και αυτό διότι στην περίπτωση αυτή, τα δύο οχήματα θα είχαν συγκρουστεί μετωπικά με τις εμπρόσθιες επιφάνειες τους, ενώ αν ο θανών είχε εισέλθει κάθετα στο αντίθετο ρεύμα, είτε θα προσέκρουε στην αριστερή πλευρά του ελκυστήρα, είτε θα εμβολιζόταν από αυτόν αλλά στην δεξιά του πλευρά. Οι μάρτυρες Κ. Χ., Α. Ζ., Ν. Κ. οι οποίοι αναφέρουν ότι είδαν το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο θανών να εισέρχεται στο αντίθετο ρεύμα (ο Α. Τ. κατέθεσε ότι είδε το αυτοκίνητο αυτό να καβαλάει το διάζωμα), κινούνταν σε αρκετή απόσταση από τα εμπλεκόμενα οχήματα και δεν αντιλήφθηκαν ότι ο θανών κινούνταν στη λωρίδα σε εσοχή που σχηματίζουν οι κατά μήκος διαγραμμίσεις στο οδόστρωμα αλλά θεώρησαν εσφαλμένα ότι αυτός εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα. Κατόπιν αυτών, το δικαστήριο κρίνει ότι το ένδικο ατύχημα και ο εξ αυτού θανάσιμος τραυματισμός του θανόντος, οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου, ο οποίος, όπως προαναφέρεται, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε λόγω του επαγγέλματος του και μπορούσε να καταβάλει όπως θα κατέβαλε ο μέσος συνετός οδηγός, δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του αλλά οδηγούσε με ταχύτητα μεγαλύτερη του επιτρεπομένου ορίου ταχύτητας, ήτοι οδηγούσε με ταχύτητα 88 χιλιομέτρων ανά ώρα αντί της επιτρεπομένης των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως μπροστά του την κίνηση του ανωτέρω οδηγού του αντιθέτως κινούμενου οχήματος, εισήλθε ανεπίτρεπτα με το αριστερό τμήμα του οχήματος που οδηγούσε εντός του χώρου της άνω ειδικής διαγράμμισης όπου απαγορεύεται η κίνηση των οχημάτων με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του οχήματος που οδηγούσε ο Φ. Κ. ο οποίος είχε εισέλθει και αυτός εντός του χώρου της ειδικής διαγράμμισης που υπήρχε στο οδόστρωμα και το όχημα που οδηγούσε ο τελευταίος να εκτραπεί της πορείας του να περιστραφεί γύρω από τον άξονά του και να ακινητοποιηθεί κάθετα στο οδόστρωμα. Αποτέλεσμα της σύγκρουσης αυτής ήταν να τραυματιστεί ο Φ. Κ. ο οποίος υπέστη μεταξύ άλλων συντριπτικό κάταγμα θόλου, βάσεως και σπλαχνικού κρανίου, εκ των οποίων ως εκ μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος αυτού". Κατ' ακολουθία τούτων, το Εφετείο, κήρυξε, κατά πλειοψηφία, τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: "... στις 22-6-2004, στο 16,6° χλμ. Ε.Ο. Πύργου - Κυπαρισσίας, από έλλειψη προσοχής την οποία όφειλε λόγω του επαγγέλματος του και μπορούσε να καταβάλλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και προξένησε το θάνατο σε ένα άτομο. Ειδικότερα, ενώ ήταν οδηγός του με στοιχεία κυκλοφορίας ... Φ.Δ.Χ. αυτοκινήτου και κινείτο στην άνω οδό με κατεύθυνση από Κυπαρισσία προς Πύργο και με ανώτατο επιτρεπόμενο από το νόμο όριο ταχύτητας τα 50 χλμ/ώρα, δεν οδηγούσε με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και ρυθμίζοντας την ταχύτητα του ανάλογα με τις περιστάσεις δεδομένου ότι το όχημα του ήταν μήκους 14,50 μέτρα περίπου ήταν έμφορτο καυσίμων με βάρος που υπερέβαινε τους 40 τόνους και την σήμανση της οδού, αφού κινείτο με ταχύτητα 88 χλμ/ώρα, εισήλθε ανεπίτρεπτα με το αριστερό τμήμα του οχήματος που οδηγούσε εντός του χώρου της ειδικής διαγράμμισης που υπήρχε στο οδόστρωμα, όπου απαγορεύεται η κίνηση των οχημάτων, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως μπροστά του την κίνηση του οδηγού του αντιθέτως κινούμενου υπό στοιχείο ... Φ.Ι.Χ. αυτοκινήτου, ..., κατοίκου εν ζωή ..., ο οποίος είχε εισέλθει και αυτός εντός του χώρου της ειδικής διαγράμμισης που υπήρχε στο οδόστρωμα, με αποτέλεσμα να μην προλάβει να φρενάρει έγκαιρα και να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό και να συγκρουσθούν τα οχήματα. Από τη σύγκρουση δε αυτή τραυματίστηκε θανάσιμα ο Φ. Κ., ο οποίος υπέστη βαριές κακώσεις κεφαλής, θώρακος και άκρων που αιτιακά οδήγησαν στο θάνατο του" και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών με τριετή αναστολή. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που επιβάλλουν οι ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 β, 28 και 302 παρ. 1 του ΠΚ, που εφάρμοσε, τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές παραβίασε. Ειδικότερα και σε σχέση με τις μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος λεκτέα τα εξής: α) Όπως προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης, το δικαστήριο δέχθηκε στο αιτιολογικό του ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε ανεπίτρεπτα με το αριστερό τμήμα του οχήματος που οδηγούσε εντός του χώρου της ειδικής διαγραμμίσεως που υπήρχε στο οδόστρωμα, με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του οχήματος του θανόντος, ο οποίος, οδηγώντας με ταχύτητα 40 περίπου χιλιομέτρων και κινούμενος στη λωρίδα κυκλοφορίας σε εσοχή του ρεύματος πορείας προς Κυπαρισσία, είχε εισάγει και αυτός το όχημά του εντός του χώρου της ως άνω ειδικής διαγραμμίσεως. Με τις παραδοχές αυτές είναι σαφές ότι στον χώρο της ειδικής διαγραμμίσεως εισήλθε το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του οχήματος του αναιρεσείοντος και ότι τα δύο οχήματα συγκρούσθηκαν με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος τους ενώ δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρεται αν ο θανών οδηγός είχε ή όχι τον έλεγχο του οχήματός του, αν το όχημα αυτού εκινείτο ή ήταν σταθμευμένο και την απόσταση που τον αντιλήφθηκε ο αναιρεσείων, εφόσον, κατά τις παραδοχές, δεν τον αντιλήφθηκε εγκαίρως. β) Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αναφορικά με την εκτίμηση των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων, είναι απαράδεκτες, διότι ανάγονται στην αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. γ) Τέλος η παράλειψη ειδικότερης αναφοράς στο αιτιολογικό του σχεδιαγράμματος της Τροχαίας και της εκθέσεως αυτοψίας, δεν υποδηλώνει έλλειψη αιτιολογίας και μη λήψη υπ' όψη αυτών, αλλά αντιθέτως από την αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού και τις εκτεθείσες ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης προκύπτει σαφώς ότι τόσον τα ανωτέρω έγγραφα όσο και η έκθεση πραγματογνωμοσύνης λήφθηκαν υπόψη, το γεγονός δε ότι το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε διαφορετικό από τον από τον αναιρεσείοντα υποστηριζόμενο συμπέρασμα, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, οι δε σχετικές αιτιάσεις προβάλλονται απαραδέκτως, διότι υπό την επίφαση του αναιρετικού λόγου της ελλείψεως αιτιολογίας βάλλεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα και η εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε ως επακόλουθο του δόλου ή της αμελείας του, αποτελεί στοιχείο του εγκλήματος, ώστε η αμφισβήτησή του από τον κατηγορούμενο να συνιστά αρνητικό και όχι αυτοτελή ισχυρισμό και δεν θεμελιώνει υποχρέωση του δικαστηρίου να απαντήσει. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων προέβαλε στο Εφετείο τον ισχυρισμό ότι δεν υφίσταται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της υπερβάσεως της ταχύτητας του οχήματός του κατά 9 χιλιόμετρα την ώρα και του επελθόντος θανατηφόρου αποτελέσματος. Ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι αυτοτελής και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει. Συνεπώς ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Β ΚΠοινΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16-5-2012 αίτηση του κατηγορουμένου Π. Τ. του Θ., περί αναιρέσεως της υπ' αρ. 553/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Σεπτεμβρίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ