Αριθμός 820/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Μ. I. Α. Ε. Ε. Α. Π. Σ. - Δ. - Μ. - Ε. - Ε." και τον δ.τ. "M. I. Α.", που εδρεύει στην …, όπως νομίμως εκπροσωπείται. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Σωτήριο Νάστα, Ελένη Γκλεγκλέ και Αντίοπο Σελιανίτη, οι oποίοι κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1.Χ. Γ. του Α., κατοίκου …, 2.Β. Ρ. του Α., κατοίκου …, 3.Β. Μ. του Ε., κατοίκου …, 4.Β. Ν. του Ε., κατοίκου …, 5.Ι. Θ. του Α., κατοίκου …, 6.Ο. Ζ. του Β., κατοίκου …, 7.Κ. Σ. του Π., κατοίκου …, 8.Ά. Τ. του Δ., κατοίκου …, 9.Χ. Τ. του Σ., κατοίκου …, 10.Μ. Τ. του Α., κατοίκου …, και 11. Σ. Φ. του Σ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Καρακίτσιο, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-9-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή και την από 1-2-2018 αναγνωριστική αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 321/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 121/2021 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 4-10-2021 αίτησή της και τους από 7-4-2022 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 04-10-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου …11-10-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου …2021 αίτηση αναίρεσης και τους από 07-04-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …08-04-2022, δια ιδίου δικογράφου, ασκηθέντες πρόσθετους λόγους αναίρεσης. προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών (άρθρα 591, 614 αρ. 3 και 621 επ. του ΚΠολΔ), με αριθμό 121/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, το οποίο συνεκδίκασε : α) την από 17-10-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …29-10-2019 και με αριθμό καταχώρησης στο Εφετείο …29-10-2019 έφεση της δεύτερης των εναγομένων - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Μ. I. Α. Ε. Ε. Α. Π. - Σ. - Δ. - Μ. - Ε..- Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Μ. I. Α..Ε..Β..Ε.." και β) τους από 14-02-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …14-02-2020 πρόσθετους λόγους έφεσης, κατά της εκδοθείσας, ερήμην της πρώτης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Κ. Α. Ε. Κ. Ε. Ε." και τον διακριτικό τίτλο "S. M. Κ." - μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη - και κατ' αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, με αριθμό 321/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, το οποίο είχε απορρίψει, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, την από 01-09-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …13-09-2017 αγωγή των εναγόντων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με αντικείμενο αξιώσεις αυτών, λόγω μεταβίβασης τμήματος της επιχείρησης της ερημοδικασθείσας ως άνω πρώτης των εναγομένων, καθόσον η ένδικη αγωγή εστρέφετο κατ' αυτής και αφορούσε την εκ μέρους της επιδίκαση δεδουλευμένων αποδοχών και μισθών υπερημερίας, για το χρονικό διάστημα μετά τη μεταβίβαση της επιχειρηματικής δραστηριότητάς της στην δεύτερη των εναγομένων, που έλαβε χώρα, υπό τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο, τον Νοέμβριο του έτους 2016 και.κατά τα λοιπά, είχε δεχθεί εν μέρει αυτήν, ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Με την ίδια απόφαση.το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε απορρίψει, κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό διακρίσεις την συνεκδικασθείσα από 01-02-2018 και αριθμό έκθεσης κατάθεσης …02-02-2018 αγωγή της δεύτερης των εναγομένων. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε, ως απαράδεκτη, για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση αυτή λόγους, την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής, ως προς την δωδέκατη (υπό στοιχ. Β) και δέκατη τρίτη (υπό στοιχ. Β1) των εφεσιβλήτων, ήτοι ως προς την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Α. Κ. Α. Ε. Κ. Ε. Ε." και τον διακριτικό τίτλο "S. M. Κ." και Ε. Π. του Α., Δικηγόρο …, με την ιδιότητά της, ως συνδίκου της πτώχευσης της ως άνω ανώνυμης εταιρίας και, στη συνέχεια, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής, ως προς τους λοιπούς εφεσίβλητους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου στις 11-10-2021 και δεν προκύπτει η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 30-08-2021, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553, 556, 558 564 παρ. 3 - όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015.ΦΕΚ Α' 87/23-07-2015, με έναρξη ισχύος από 01-01-2016, άρθρο 1 άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015 - 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Επίσης, οι από 07-04-2022, δια ιδίου δικογράφου και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …08-04-2022 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, ασκήθηκαν παραδεκτώς, με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη Γραμματεία του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου στις 08-04-2022 και επίδοση αυτού, την ίδια ημέρα, στη Δικηγόρο Ιωαννίνων Ό. Τ., ως κατά νόμο αντίκλητο για τις επιδόσεις, προς τους αναιρεσιβλήτους - καθών οι πρόσθετοι λόγοι, τους οποίους αυτή είχε εκπροσωπήσει, ως πληρεξούσια δικηγόρος, κατά τη δίκη ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση (άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 του Ν. 4335/2015 και 129 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα), όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. …08-04-2022 έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Ιωαννίνων Ε. Γ.. Σ., ήτοι περισσότερες από τριάντα (30) ημέρες, πριν από την αναγραφόμενη στο προεισαγωγικό τμήμα της παρούσας απόφασης δικάσιμο της 10-05-2022 (άρθρο 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Επομένως, οι διαλαμβανόμενοι στα ως άνω δικόγραφα, που ασκήθηκαν παραδεκτώς (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), λόγοι αναίρεσης πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα αυτών (άρθρο 577 παρ. 3.του ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2, 118 εδ. 4 και 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής (ή ανταγωγής), πρέπει το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που θεμελιώνουν αυτή, σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς σε τρόπο ώστε να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου, κατά νόμο, αυτής. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αρκεί, για το παραδεκτό της αγωγής, να εκτίθενται στο δικόγραφό της τα πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής ορισμένης νομικής διάταξης, στην οποία και θεμελιώνεται το ασκούμενο με την αγωγή αίτημα (Α.Π. 413/2017, Α.Π. 792/2014.Α.Π. 492/2011). Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 32/2022, ΑΠ 108/2020, Α.Π. 837/2019, Α.Π. 1864/2011). Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 ορίζεται ότι: "Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος". Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ. 1 του Β.Δ/τος 16/18-07-1920. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του π.δ/τος 178/2002 (ΦΕΚ Α' 162/12-7-2002) λήφθηκαν "Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων, σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου". Κατόπιν αυτού, με το άρθρο 11 του π.δ/τος 178/2002, καταργήθηκε το προϊσχύσαν Π.Δ/μα 572/1988, με το οποίο είχε εναρμονισθεί η ελληνική νομοθεσία προς τις ρυθμίσεις της προηγούμενης με αριθμό 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας (η οποία τροποποιήθηκε ως άνω με τη με αριθμό 98/50/ΕΚ Οδηγία και τελικά κωδικοποιήθηκε με την Οδηγία 2001/23/ΕΚ). Σύμφωνα με το άρθρο 1 του π.δ/τος 178/2002, η συμμόρφωση προς την Οδηγία, αποβλέπει στη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων. Έτσι, οι διατάξεις του π.δ/τος 178/2002 εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων, η οποία συνιστά μεταβολή του προσώπου του εργοδότη και δύναται να αφορά είτε σε δημόσιους, είτε σε ιδιωτικούς φορείς, οι οποίοι ασκούν οικονομικές δραστηριότητες, που ενδέχεται να είναι είτε κερδοσκοπικές, είτε μη κερδοσκοπικές (άρθρο 2 παρ. 1 στοιχεία α' και γ'). Περαιτέρω, σύμφωνα με τους ορισμούς των διατάξεων αυτών, ως "μεταβίβαση" θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας, που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας, είτε δευτερεύουσας (άρθρο 2 παρ. 1 στοιχείο β'). Ως "μεταβιβάζων" ("εκχωρητής", κατά την επίσημη μετάφραση της Οδηγίας) νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, λόγω μεταβίβασης, κατά την ως άνω έννοια, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης. Ως "διάδοχος" ("εκδοχέας", κατά την επίσημη μετάφραση της Οδηγίας) νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, λόγω μεταβίβασης, κατά την ως άνω έννοια, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, κ.λ.π. (άρθρο 3 παρ. 1 στοιχείο α' και β'). Η Οδηγία αποβλέπει στην προστασία των εργαζομένων. Για την εξασφάλιση της εν λόγω προστασίας, ενδιαφέρει η διατήρηση των θέσεων εργασίας (η "υπόστασή" τους) και το αμετάβλητο των όρων παροχής αυτής (το "περιεχόμενό" τους, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι όροι αμοιβής) υπό το νέο φορέα της οικονομικής δραστηριότητας, που καθίσταται ο νέος εργοδότης. Η ερμηνεία τόσο της προϊσχύσασας Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ, όσο και της ήδη ισχύουσας Οδηγίας 98/50/ΕΚ, γίνεται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τότε Δ.Ε.Κ. και ήδη Δ.Ε.Ε.) με ευρύ τρόπο. Με τρόπο, δηλαδή, που ευνοεί την κατάφαση της "μεταβίβασης", ακόμη και σε περιπτώσεις που, εκ πρώτης όψεως, θα μπορούσε να αμφισβητηθεί. Σύμφωνα με μια γενική ερμηνευτική προσέγγιση, για να υπάρξει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να πρόκειται για μια "οικονομική οντότητα". Πρέπει, δηλαδή, να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία μιας επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή ακόμη και ενός τμήματος επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να έχουν κάποια οργανική ενότητα ("οικονομική οντότητα"), την οποία να διατηρούν και υπό το νέο φορέα, ώστε να παραμένουν ικανά για την πραγματοποίηση του σκοπού, τον οποίο επιδίωκε ο προηγούμενος φορέας, δηλαδή να συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση (Α.Π. 322/2022, Α.Π. 444/2019, Α.Π. 1369/2018, Α.Π. 997/2018, Α.Π. 1832/2017, Α.Π. 1319/2015). Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, στην περίπτωση αυτή, εφόσον διατηρείται η ταυτότητα της επιχείρησης και η οικονομική της δραστηριότητα, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου φορέα στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη, για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων (Ολ. Α.Π. 5/1994, Α.Π. 1188/2019, Α.Π. 1369/2018). Πρέπει., δηλαδή, η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση ή εκμετάλλευση να διατηρεί την ταυτότητά της και υπό το νέο φορέα της. Η μεταβολή αφορά το πρόσωπο του φορέα της επιχειρηματικής μονάδας που μεταβιβάζεται και όχι την ίδια (Α.Π. 444/2019, Α.Π. 1850/2006). Η ταυτότητα της επιχείρησης δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι ο διάδοχος προσέθεσε στα μεταβιβαζόμενα στοιχεία και νέα (νέα μηχανήματα, εγκαταστάσεις, προσέλαβε και νέο προσωπικό, τροποποίησε μερικώς το σκοπό, π.χ. επέκταση εργασιών, παραγωγή και νέων προϊόντων, κ.λ.π.) (Α.Π. 1850/2006). Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το εάν συντρέχει ή όχι μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης, κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία : 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια μηχανήματα, εξοπλισμός, κ.λπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών (διπλώματα ευρεσιτεχνίας, σήματα, διακριτικοί τίτλοι, κ.λ.π.) και η αξία τους, 3) η απασχόληση (πρόσληψη) ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων, που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (Α.Π. 444/2019, Α.Π. 1369/2018, Α.Π. 997/2018, Α.Π. 1850/2006). Η σημασία αυτών, ως καθοριστικών στοιχείων, προσδιοριστικών της ταυτότητας της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτής, δεν είναι εκ των προτέρων καθορισμένη. Η βαρύτητα που θα αποδοθεί στο καθένα από τα κριτήρια αυτά, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το είδος της επιχείρησης και εκμετάλλευσης και από τη μορφή των εφαρμοζομένων μεθόδων παραγωγής ή υπηρεσιών. Η κατά τα άνω συνδρομή όλων ή ορισμένων εκ των ως άνω καθοριστικών κριτηρίων, δεν αποκλείει, όμως, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, την λήψη υπόψη και άλλων στοιχείων, όπως είναι η διατήρηση της αυτής οργανωτικής δομής της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης από το νέο εργοδότη ή η άσκηση της αυτής ή παραπλήσιας επιχειρηματικής δραστηριότητας, στη συγκεκριμένη μονάδα, από πρόσωπα στενώς συνδεόμενα με τον προηγούμενο εργοδότη, που ασκούν πλέον εργοδοτικά καθήκοντα ή κατέχουν καίριες θέσεις και στη νέα επιχείρηση ή η γειτνίαση των νέων εγκαταστάσεων της επιχείρησης με τις προηγούμενες εγκαταστάσεις της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης, καθότι ναι μεν τα στοιχεία αυτά δεν συνιστούν καθοριστικά στοιχεία, συνιστούν, όμως, επιπλέον ενδείξεις της διατήρησης της ταυτότητας της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης ή εκμετάλλευσης. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του π.δ/τος 178/2002, με τη μεταβίβαση της επιχείρησης, κ.λ.π. και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις, που είχε ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μεταφέρονται στο διάδοχο, ο δε προηγούμενος εργοδότης εξακολουθεί να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση, αλληλεγγύως και εις ολόκληρο, με το διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που είχαν προκύψει από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος. Κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, μετά τη μεταβίβαση, ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας, που προβλέπονταν ήδη από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας. Οπότε, με την κατά τα άνω μεταβίβαση της επιχείρησης, επέρχεται μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη, σύμφωνα με τα ήδη γνωστά στο εσωτερικό δίκαιο, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 και 9 παρ.1 του Β.Δ/τος της 16/18-7-1920 "Περί επεκτάσεως του ν. 2112 και επί των εργατών κ.λ.π." (και του ήδη καταργημένου άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3239/1955). Η ως άνω μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη (φορέα της επιχείρησης) επέρχεται αυτοδικαίως και ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή μεταβίβασης της επιχείρησης, κ.λ.π., για την οποία, αν και οι εργαζόμενοι πρέπει να ενημερωθούν έγκαιρα και να κληθούν σε διαβουλεύσεις, δεν είναι αναγκαίο να συναινέσουν με οποιοδήποτε τρόπο. Εξάλλου, ως χρέη της επιχείρησης που μεταβιβάσθηκε, νοούνται οι υποχρεώσεις οποιασδήποτε φύσης, είτε από σύμβαση, είτε από αδικοπραξία, αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος, ήτοι τα παραγωγικά αυτών γεγονότα να είχαν συντελεσθεί μέχρι τη μεταβίβαση, ανεξαρτήτως του εάν αυτά κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά σε μεταγενέστερο χρόνο (Α.Π. 1369/2018). Επομένως, ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις του αρχικού εργοδότη προς καταβολή δεδουλευμένων και από την υπερημερία του τελευταίου, σε περίπτωση επίσχεσης εργασίας εκ μέρους του μισθωτού που δεν έχει αρθεί με νόμιμο τρόπο, χωρίς να προσαπαιτείται συναίνεση οιουδήποτε ή προσφορά των υπηρεσιών του μισθωτού στο νέο εργοδότη ή κάποια άλλη ενέργεια και, συνακόλουθα, ενέχεται για την καταβολή των αποδοχών υπερημερίας, αφού το προσωπικό της επιχείρησης, εντάσσεται, ως σύνολο, στην ενότητα που σχηματίζει η επιχείρηση που μεταβιβάστηκε (Α.Π. 444/2019, Α.Π. 1147/2017). Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τα άρθρα 118 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή του μισθωτού, που στρέφεται κατά του νέου φορέα της επιχείρησης και έχει ως αίτημα την καταψήφιση του τελευταίου στην καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών, κ.λ.π., αρκεί να εκτίθεται σ' αυτήν η, χωρίς πραγματική διακοπή, συνέχιση της επιχείρησης, ως οικονομικής μονάδας και η διατήρηση της ταυτότητάς της, υπό το νέο φορέα, στην περίπτωση δε της ύστερα από διακοπή επανάληψης της λειτουργίας της επιχείρησης από άλλο πρόσωπο, πρέπει να εκτίθεται ότι το τελευταίο θέλησε : α) να είναι διάδοχος του αρχικού εργοδότη και β) να μη επαναλειτουργήσει την επιχείρηση, κατά τρόπο ανεξάρτητο από εκείνο του προηγούμενου εκμεταλλευτή της, με μισθωτούς, που θα προσλάβει με νέες συμβάσεις εργασίας, είτε περιλαμβάνονταν στο παλαιό προσωπικό, είτε όχι (Α.Π. 1551/2006). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται και η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων, στα οποία περιλαμβάνεται και η αγωγή, για την οποία η εσφαλμένη, ως προς τη νομιμότητα και την εν γένει θεμελίωσή της, κρίση, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι ανάγεται στη μη προσήκουσα εφαρμογή και ερμηνεία του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί και ελέγχεται αυτεπάγγελτα από το ουσιαστικό δικαστήριο, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμός 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο, για τον σχηματισμό της κρίσης του, για τη νομική επάρκεια της αγωγής, κατά την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα, κατά νόμο, κρίνοντας αυτήν ως αόριστη ή, αντίθετα, αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα, κατά νόμο, στοιχεία ή διάφορα από αυτά, κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη. Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ή της ένστασης) - (Ολ. Α.Π. 18/1998,Α.Π. 1123/2022, Α.Π. 413/2017, Α.Π. 515/2016, Α.Π. 491/2015). Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, κατά νόμο, για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή περιστατικά, που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμοί 8 και 14 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν, κατ' αρχήν, το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής., ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά, με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (Oλ. Α.Π. 1573/1981, Α.Π. 108/2020, Α.Π. 1152/2017, Α.Π. 180/2016, Α.Π. 1321/2015, Α.Π. 34/2015), ενώ οι δικονομικές ελλείψεις που καθιστούν άκυρο ή απαράδεκτο το δικόγραφό της, ελέγχονται, κατά το ίδιο άρθρο 559 αριθμός 14 του αυτού Κώδικα. Αν το δικαστήριο δεχθεί την αγωγή ως ορισμένη, μολονότι το δικόγραφό της, σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, είναι αόριστο και προβαίνει στην κατ' ουσίαν εξέτασή της, κατά παράβαση της ως άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 του ΚΠολΔ και δεν κηρύσσει ακυρότητα του δικογράφου, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (Α.Π. 458/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης καθώς και οι επιμέρους λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (Ολ. Α.Π. 22/2005, Ολ. Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 3/1997, Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1446/2019). Ο, εκ του άνω άρθρου, λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται και απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 12/1991) έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 330/2022, Α.Π. 1108/2020, Α.Π. 771/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι - καθών οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, στην από 01-09-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …13-09-2017 αγωγή τους, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκαν παραδεκτώς (άρθρα 294, 295 παρ. 1 εδ. α' και 297 του ΚΠολΔ) ο πέμπτος και η ένατη των τότε εναγόντων Σ. Δ.. Μ. και Α. Ν.. Μ., εξέθεταν ότι προσελήφθησαν, κατά τις αναφερόμενες ημερομηνίες, από την πρώτη των εναγομένων ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Α. Κ. Α. Ε. Κ. Ε. Ε." και τον διακριτικό τίτλο."S. M. Κ." - μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη - η οποία διατηρούσε επιχείρηση καταστήματος σούπερ μάρκετ, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προσφέροντας τις υπηρεσίες τους, ως υπάλληλοι, με την προσδιοριζόμενη για έκαστο εξ αυτών ειδικότητα, αμειβόμενοι με τις νόμιμες αποδοχές. Ότι παρόλο που εργάστηκαν, υπό την αναφερόμενη ιδιότητά τους, από τη σύναψη της εργασιακής τους σύμβασης, προσφέροντας νομίμως και με τον προσήκοντα τρόπο τις υπηρεσίες τους στην πρώτη των εναγομένων, την οποία διαδέχθηκε, τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2016, η δεύτερη των εναγομένων και ήδη αναιρεσείουσα - ασκούσα πρόσθετους λόγους αναίρεσης ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Μ. I. Α. Ε. Ε. Α. Π. - Σ. - Δ. - Μ. - Ε..- Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Μ. I. Α..Ε..Β..Ε..", εντούτοις, δεν τους κατέβαλαν, κατά τους προσδιοριζόμενους μήνες του αναφερόμενου χρονικού διαστήματος, τις νόμιμες αποδοχές τους. Ότι, ειδικότερα, ως εργαζόμενοι, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στην επιχείρηση σούπερ μάρκετ, που διατηρούσε η πρώτη των εναγόμενων, στο επί της οδού …, αρ. .., κατάστημα, στα …, λόγω της πολύμηνης εκ μέρους της, μη καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών τους, προέβησαν νομίμως σε επίσχεση εργασίας. Ότι στις 28 Νοεμβρίου του έτους 2016 προέβησαν και οι τελευταίοι εργαζόμενοι σε κατάσταση επίσχεσης εργασίας, οπότε το εν λόγω κατάστημα σταμάτησε να λειτουργεί. Ότι, ενώ αυτοί βρίσκονταν σε κατάσταση επίσχεσης εργασίας, συντελέστηκε η ως άνω μεταβίβαση του τμήματος της επιχείρησης της πρώτης των εναγομένων, στο οποίο οι ίδιοι (ενάγοντες) ήταν εργαζόμενοι, προς τη δεύτερη των εναγομένων, κατά τις διατάξεις του π.δ/τος 178/2002, με αποτέλεσμα την αυτοδίκαιη υποκατάσταση αυτής, ως νέου εργοδότη τους, στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις τους, που εξακολουθούν να είναι ενεργείς. Στη συνέχεια, οι ενάγοντες εξέθεταν ότι τον Δεκέμβριο του έτους 2016, εκπρόσωποι αμφότερων των εναγομένων εταιρειών, προέβησαν σε από κοινού ευρείας κλίματος συναντήσεις με εργαζομένους και ανακοινώθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη διαδέχθηκε το σύνολο των καταστημάτων της αρχικής εργοδότριας εταιρείας. Ότι η νέα εργοδότρια δήλωσε ότι επιθυμούσε τη συνέχιση των εργασιακών τους σχέσεων, υπό τον όρο όμως, ότι θα αποδέχονταν, αφενός μεν μείωση των αποδοχών τους, κατά ποσοστό 20%, αφετέρου, δε, μείωση, κατά ποσοστό 50%, στις οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές τους, καθώς και τους μισθούς υπερημερίας, λόγω της επίσχεσης εργασίας αυτών. Ότι η δεύτερη των εναγομένων, η οποία έχει ταυτόσημο αντικείμενο, διαδέχθηκε τμήμα της επιχείρησης της αρχικής εργοδότριας εταιρείας, που αντιμετώπιζε οικονομικές δυσχέρειες, αναλαμβάνοντας να συνεχίσει την λειτουργία της επιχειρηματικής δραστηριότητάς της, ενώ τους κατέβαλε μέρος των δεδουλευμένων αποδοχών τους, εκφράζοντας έτσι την βούλησή της για την συνέχιση της απασχόλησής τους. Ότι, στο πλαίσιο άσκησης της αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας, η δεύτερη εναγόμενη μίσθωσε στις 09-03-2017, το ίδιο, επί της οδού …, αρ. .., κατάστημα, που διατηρούσε η πρώτη των εναγόμενων, εμπορευόμενη πανομοιότυπα, από κάθε άποψη, προϊόντα, χρησιμοποιώντας τον ίδιο πάγιο εξοπλισμό και το ίδιο πελατολόγιο, το οποίο μεταφέρθηκε σε αυτή, διατηρώντας μάλιστα και μέρος του προσωπικού της. Με βάση το ιστορικό αυτό, επικαλούμενοι τη σύμβαση εργασίας τους και τις διατάξεις του π.δ/τος 178/2002 και μετά τον παραδεκτώς γενόμενο, κατ' άρθρα 223 παρ. 1, 294, 295 παρ. 1 εδ. β' και 297 του ΚΠολΔ, περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής, εν μέρει σε καταψηφιστικό και εν μέρει σε αναγνωριστικό, με σχετική προφορική δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις τους, τις οποίες νομότυπα και εμπρόθεσμα κατέθεσαν, κατά τη προφορική συζήτηση της αγωγής, ζήτησαν: α) να υποχρεωθεί η δεύτερη των εναγομένων να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, β) να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να τους καταβάλουν, ευθυνόμενες αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, το σύνολο των αναλυτικώς αναφερόμενων στο αγωγικό δικόγραφο χρηματικών ποσών, που αντιστοιχούν σε έκαστο εξ αυτών (εναγόντων), για δεδουλευμένες αποδοχές μηνών του έτους 2016, για δώρα Χριστουγέννων του έτους 2016, επιδόματα αδείας του έτους 2016, δώρα Πάσχα του έτους 2017, επιδόματα αδείας του έτους 2017 και για μισθούς υπερημερίας των ετών 2016 και 2017 και τα παραπάνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε αξίωση κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής έως την ολοσχερή εξόφληση, γ) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγόμενων να καταβάλουν, ευθυνόμενες αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, το σύνολο των λεπτομερώς αναφερόμενων στο αγωγικό δικόγραφο χρηματικών ποσών και για τις αναφερόμενες αιτίες, στους πρώτη, τρίτη, έβδομη, δέκατη και δωδέκατη των εναγόντων, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε αξίωση κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής έως την ολοσχερή εξόφληση, δ) να απειληθεί χρηματική ποινή, ύψους δέκα χιλιάδων (10.000,00) ευρώ, για κάθε ημέρα παραβίασης της απόφασης που θα εκδοθεί, τέλος, δε, να απαγγελθεί προσωπική κράτηση, εις βάρος του νόμιμου εκπροσώπου της δεύτερης εναγόμενης, διάρκειας έξι (6) μηνών. Με τον πρώτο, από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα εταιρεία προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή, απορρίπτοντας ως αβάσιμο, τον προταθέντα πρωτοδίκως και κατ' έφεση ισχυρισμό της, περί αοριστίας αυτής, καθότι δεν διαλαμβάνονται στο οικείο δικόγραφο συγκεκριμένα στοιχεία θεμελιωτικά της συνδρομής περίπτωσης διαδοχής του εργοδότη, όπως ο ακριβής χρόνος της μεταβίβασης της επιχείρησης, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται σαφές από πότε ευθύνεται εκάστη των εναγομένων αυτοτελώς ή εις ολόκληρον και μάλιστα χωρίς να γίνεται μνεία στο αγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπήρξε διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης, εμπεριέχει δε η προκειμένη αγωγή αντιφάσεις, αφού ενάγονται και οι δύο εργοδότριες εταιρείες, για την ίδια χρονική περίοδο. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθότι με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα, η ένδικη αγωγή, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου, είναι αρκούντως ορισμένη, εφόσον περιέχει όλα τα, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 παρ. 4 και 216 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1 και 4 παρ. 1, 2 του π.δ/τος 178/2002 και 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920, απαιτούμενα για την πληρότητά της στοιχεία. Συγκεκριμένα, από τη συνολική εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής, προκύπτει ότι εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την θεμελίωση του δικαιώματος των εναγόντων και ειδικότερα τα στοιχεία, τα οποία συνθέτουν την έννοια της μεταβίβασης της, ασκουμένης από την αρχική εργοδότρια πρώτη των εναγομένων, επιχείρησης, στη δεύτερη των εναγομένων και ήδη αναιρεσείουσα, η οποία (μεταβίβαση) αποτελεί στοιχείο του πραγματικού του κανόνα δικαίου, που θεσπίζεται με τις ανωτέρω διατάξεις και του οποίου έννομη συνέπεια είναι η υπεισέλευση του διαδόχου εργοδότη και, στην προκειμένη περίπτωση, της δεύτερης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας στις υφιστάμενες, κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, ενεργείς εργασιακές σχέσεις, αφού, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν είχε λάβει χώρα λύση των εργασιακών συμβάσεων, εκ μέρους της πρώτης εναγομένης, με οποιοδήποτε τρόπο. Ειδικότερα, ρητά διαλαμβάνεται ότι τον Νοέμβριο του έτους 2016, η πρώτη εναγομένη μεταβίβασε τμήμα της επιχείρησής της, στην δεύτερη, η οποία τη διαδέχθηκε, έκτοτε, στην επιχειρηματική της δραστηριότητα, αναλαμβάνοντας να συνεχίσει την λειτουργία του ιδίου καταστήματος, ως οικονομικής μονάδας, διατηρώντας την ταυτότητά της, υπό τον νέο φορέα και επιδιώκοντας τον ίδιο οικονομικό σκοπό και υποκαταστάθηκε, συνεπώς, ως διάδοχος της παλαιάς εργοδότριας εταιρείας, στις υποχρεώσεις αυτής, χωρίς να ασκεί επιρροή το ότι, όπως αναφέρεται στην αγωγή, ορισμένοι από τους εργαζομένους προέβησαν σε επίσχεση εργασίας εντός του Νοεμβρίου του έτους 2016. Επιπλέον, εκτίθεται στην ένδικη αγωγή ότι τα βασικά περιουσιακά στοιχεία της μεταβιβαζομένης επιχείρησης, ήτοι ο πάγιος εξοπλισμός, η πελατεία και η φήμη της, μεταβιβάστηκαν στην διάδοχο εταιρεία, η οποία, ως νέος φορέας ανέλαβε την συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας της προηγούμενης εταιρείας, την ίδια χρονική περίοδο που η τελευταία διέκοψε τη λειτουργία της, με την καταβολή, δε, μέρους των δεδουλευμένων αποδοχών των εργαζομένων, εξέφρασε προδήλως τη βούλησή της για τη συνέχιση της απασχόλησής τους, ώστε να επαναλειτουργήσει την επιχείρηση, με τον ίδιο τρόπο, όπως και εκείνη, ενώ αναφέρεται ότι προσωρινή διακοπή της λειτουργίας της πρώτης των εναγομένων εταιρείας δεν ήταν πραγματική, αλλά έγινε με σκοπό την καταστρατήγηση των προστατευτικών ρυθμίσεων εις βάρος των εργαζομένων. Έτσι, η κατά τα άνω αναφορά των θεμελιωτικών της ασκουμένης αξίωσης πραγματικών περιστατικών, ανταποκρίνεται στην απαιτουμένη από τη διάταξη του άρθρου 216 του ΚΠολΔ "ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς", αφού με τον τρόπο αυτό εξυπηρετείται ο επιδιωκόμενος από τις εν λόγω διατάξεις σκοπός, της παροχής, δηλαδή της δυνατότητας, στο μεν δικαστήριο να ερευνήσει τη νομική βασιμότητα των αγωγικών αξιώσεων, στη δε εναγομένη να αμυνθεί ικανοποιητικώς. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το να κρίνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως ορισμένη, την έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή, έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον περί αοριστίας αυτής σχετικό πρώτο λόγο της από 17-10-2019 έφεσης και τον από 14-02-2020 πρώτο πρόσθετο λόγο έφεσης της τότε εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, με το σκεπτικό ότι: "Από την παράθεση του ως άνω ιστορικού της αγωγής και ειδικότερα από την ειδικότερη μνεία στην αγωγή ότι υπήρξε μεταβίβαση της επιχείρησης από την δεύτερη εναγόμενη στην πρώτη εναγόμενη (ενν. από την πρώτη εναγομένη στην δεύτερη εναγομένη).τον Νοέμβριο του έτους 2016, το Δικαστήριο είναι σε θέση να κρίνει τα χρονικά διαστήματα για τα οποία ευθύνεται ο κάθε εργοδότης, ενώ δεν απαιτείται, ως στοιχείο του ορισμένου της αγωγής [... ] η αναφορά της μη διακοπής της λειτουργίας της μεταβιβάζουσας εταιρίας προς την μεταβιβάσασα, το οποίο αποτελεί αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας, ήτοι δηλαδή αν χώρησε διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης, για ποιο λόγο έλαβε χώρα αυτή και πως επιδρά στο κρίσιμο ζήτημα της μεταβίβασης ή μη συγκεκριμένης επιχείρησης ...", δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παρά τον νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου ταύτης, λόγω αοριστίας της. Επίσης, με τον ίδιο, από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα την πρωτοδίκως υποβληθείσα ένσταση αοριστίας της αγωγής, την οποία νόμιμα επανέφερε στο Εφετείο, με τον πρώτο λόγο της ως άνω έφεσής της και τον πρώτο πρόσθετο αυτής λόγο. Ο λόγος αυτός, κατά το αντίστοιχο μέρος του, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού όπως προκύπτει από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον, και αυτεπαγγέλτως, άλλωστε, εξεταζόμενο, ως άνω ισχυρισμό και απέρριψε αυτόν ως αβάσιμο και, ως εκ τούτου, δεν στοιχειοθετείται η προαναφερομένη αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης. Περαιτέρω, κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με σχετική προφορική δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και επαναλήφθηκε στις έγγραφες προτάσεις τους, τις οποίες νομότυπα και εμπρόθεσμα κατέθεσαν, παραδεκτώς, κατ' άρθρα 223 παρ. 1, 294, 295 παρ. 1 εδ. β' και 297 του ΚΠολΔ, περιόρισαν, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, το αρχικώς καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, εν μέρει σε καταψηφιστικό και εν μέρει σε αναγνωριστικό Ο περιορισμός αυτός δεν καθιστά αόριστη την αγωγή, όπως η αναιρεσείουσα αβάσιμα υποστηρίζει, εκ του ότι στο αιτητικό των πρωτοδίκων προτάσεών τους (σελ. 34), οι αναιρεσίβλητοι διέλαβαν τα εξής : "... Να γίνουν δεκτές οι προτάσεις μας. Να απορριφθούν οι προτάσεις, ενστάσεις και όλοι οι αντίθετοι ισχυρισμοί των αντιδίκων μας και Να γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή μας, καθόλα αυτής τα αιτήματα ..."., αφού από την εκτίμηση του περιεχομένου των προτάσεών τους, σαφώς προέκυπταν οι συγκεκριμένες αξιώσεις των οποίων ζητείτο η αναγνώριση και εκείνες των οποίων ζητείτο η καταψήφιση. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από τους αριθμούς 1, 8.και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, σχετικός πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης (ανεξάρτητα από την επικαλούμενη νομική θεμελίωσή του και στον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ), με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για την πληρότητα της ένδικης αγωγής, έκρινε ορισμένη και ερεύνησε ακολούθως αυτήν κατ' ουσίαν και δεν απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με την 01-02-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …02-02-2018 αγωγή η δεύτερη εναγομένη της πρώτης κατά χρονολογική σειρά αγωγής και ήδη αναιρεσείουσα - ασκούσα πρόσθετους λόγους ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Μ. I. Α. Ε. Ε. Α. Π. - Σ. - Δ. - Μ. - Ε..- Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Μ. I. Α..Ε..Β..Ε..", ιστορούσε ότι στο κατάστημα που διατηρεί επί της οδού …, αρ. .., στα … και το οποίο ξεκίνησε να λειτουργεί στις 13-10-2017, απασχολούνται συνολικώς τριάντα οκτώ (38) άτομα προσωπικό, τα οποία επιλέχθηκαν ύστερα από αξιολόγηση των βιογραφικών τους και προσωπική συνέντευξη, θεωρείται δε το προσωπικό αυτό υπεράριθμο, με βάση τον τζίρο και τη δυναμική της επιχείρησής της. Ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι - καθών οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, εργαζόμενοι της εταιρείας "S. M. Κ.", ισχυριζόμενοι η αντίδικός τους είχε αναλάβει και συνέχιζε την επιχειρηματική δραστηριότητα της αρχικής εργοδότριας εταιρείας, κατέθεσαν την από 15-12-2017 αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί ότι διατηρούσαν δικαιώματα από ενεργές συμβάσεις εργασίας και να υποχρεωθεί η αντίδικός τους να τους απασχολεί στο ως άνω κατάστημα, ενώ υπέβαλαν και αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής, όμοιου περιεχομένου και αιτήματος. Ότι, στο πλαίσιο της αίτησης αυτής, χορηγήθηκε η από 19-12-2017 προσωρινή διαταγή, με την οποία η ίδια (ενάγουσα) υποχρεώθηκε προσωρινά να απασχολεί στο ένδικο κατάστημά της τους εναγομένους, μέχρι τη συζήτηση της αίτησης και υπό τον όρο συζήτησης αυτής, κατά την προσδιορισθείσα δικάσιμο της 26-01-2018. Στη συνέχεια, εξέθετε ότι κατέθεσε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, την από 21-12-2017 αίτηση ανάκλησης της ως άνω προσωρινής διαταγής, η οποία απορρίφθηκε με τη με αριθμό 1/2018 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου. Ότι, ακολούθως, την 26-01-2018, ημερομηνία συζήτησης της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων η ως άνω προσωρινή διαταγή διατηρήθηκε από το δικάζον Δικαστήριο. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν να αναγνωρισθεί: α) ότι οι εναγόμενοι δεν είχαν το δικαίωμα να ζητήσουν, με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και δη με αίτηση περί χορήγησης προσωρινής διαταγής την προσωρινή τους πρόσληψη, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 106 παρ. 3 του ν. 4172/2013, το άρθρο 732Α' του ΚΠολΔ καταργήθηκε και ότι παρανόμως διαπλάστηκε, με την χορηγηθείσα ως άνω προσωρινή διαταγή, έννομη σχέση μεταξύ της ιδίας και των εναγομένων και β) ότι οι εναγόμενοι δεν διατηρούν δικαιώματα από ενεργείς συμβάσεις εργασίας με την ίδια (ενάγουσα) και, συνεπώς, δεν είναι υποχρεωμένη να τους απασχολεί στο κατάστημά της, ούτε τους οφείλει μισθούς, επιδόματα ή οποιεσδήποτε άλλης φύσης παροχές. Επί των υποθέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν και συζητήθηκαν ερήμην της πρώτης των εναγομένων της πρώτης κατά χρονολογικά σειρά αγωγής (άρθρο 621 παρ. 2 εδ. β' του ΚΠολΔ) και κατ' αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών (άρθρα 591, 614 αρ. 3 και 621 επ. του ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής, μετά την τροποποίησή τους από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87/23.07.2015, ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 321/2019 οριστική απόφασή του, με την οποία, αφού απέρριψε, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, την πρώτη, κατά χρονολογική σειρά, αγωγή, κατά το μέρος που εστρέφετο εις βάρος της ερημοδικασθείσας πρώτης εναγομένης, για την επιδίκαση οφειλόμενων αποδοχών, για το χρονικό διάστημα μετά τη μεταβίβαση της επιχειρηματικής δραστηριότητας στη δεύτερη εναγομένη, που έλαβε χώρα, υπό τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο, τον Νοέμβριο του έτους 2016, δέχθηκε κατά τα λοιπά εν μέρει αυτήν, ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Επίσης, αφού απέρριψε, για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση αυτή λόγους, ως μη νόμιμο το αίτημα της δεύτερης, κατά χρονολογική σειρά, αγωγής να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι δεν είχαν το δικαίωμα να ζητήσουν, με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων την προσωρινή τους πρόσληψη και ότι παρανόμως διαπλάστηκε, με την από 19-12-2017 προσωρινή διαταγή, έννομη σχέση μεταξύ της ίδιας (ενάγουσας) και των εναγόμενων, απέρριψε αυτήν, κατά τα λοιπά, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 17-10-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …29-10-2019 και με αριθμό καταχώρησης στο Εφετείο …29-10-2019 έφεσης και των από 14-02-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …14-02-2020 πρόσθετων λόγων από την δεύτερη των εναγομένων και ήδη αναιρεσείουσα - ασκούσα πρόσθετους λόγους αναίρεσης ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Μ. I. Α. Ε. Ε. Α. Π. - Σ. - Δ. - Μ. - Ε..- Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Μ. I. Α..Ε..Β..Ε..", παραπονούμενη για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καθώς και για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ζητώντας να γίνει δεκτή η έφεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, με σκοπό να απορριφθεί στο σύνολό της η πρώτη αγωγή και να γίνει δεκτή η δεύτερη αγωγή, [μετά από παραίτηση της εκκαλούσας αναιρεσείουσας του αιτήματος της αγωγής της ν' αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι δεν εδικαιούντο να ζητήσουν με αίτηση προσωρινής διαταγής την προσωρινή πρόσληψή τους και ότι παρανόμως διαπλάσθηκε με την από 18-12-2017 προσωρινή διαταγή έννομη σχέση μεταξύ αυτής και των εργαζομένων (βλ. σελ. 8-9 εφετηρίου)] εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 121/2021 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1, εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται, δηλαδή. αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) - (Ολ. Α.Π. 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων.που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι, κατά νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ. Α.Π. 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 109/2020, Α.Π. 269/2020.Α.Π. 1388/2019, Α.Π. 1266/2017). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 1388/2019). Ούτε, εξάλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 1266/2017, Α.Π. 1420/2013, Α.Π. 1703/2009, Α.Π. 1202/2008). Από δε τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 967/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά : "Οι ενάγοντες της πρώτης προαναφερόμενης αγωγής [ήδη αναιρεσίβλητοι - καθών οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης] είχαν προσληφθεί, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίες αορίστου χρόνου, από τα κάτωθι αναφερόμενα νομικά πρόσωπα, προκειμένου να παρέχουν την εργασία τους, με τις κάτωθι αναφερόμενες ειδικότητες, στο κατάστημα σούπερ μάρκετ, που διατηρούσαν αυτά στην οδό … .., στα …. Ειδικότερα, ο Χ. Γ., προσλήφθηκε ως πωλητής την 19-4-1989 από τον νόμιμο εκπρόσωπο της " Έ. Α. Σ. Ι. " (Ε.Α.Σ.Ι.), η οποία μεταβίβασε τη δραστηριότητά της την 1-1-1998 στη θυγατρική της ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Α. Σ. Ε. Λ. Ε. " και τον διακριτικό τίτλο "Ε. Α..Ε.. ". Ακολούθως η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Α. Α. Ε. Κ. Ε. Ε. ", που έδρευε στην … υπεισήλθε στη θέση της ανώνυμης εταιρείας Α.Σ.Ε.Λ.Ε. Α.Ε., δια απορροφήσεως αυτής (σχετ. το αριθ. …5-8-2002 ΦΕΚ τ. Α.Ε. και Ε.Π.Ε.), ενώ διάδοχός της κατέστη η ανώνυμη εμπορική εταιρεία με την επωνυμία " Α. Κ. Α. Ε. Κ. Ε. Ε." το 2014, κατόπιν εξαγοράς του συνόλου των μετοχών της από αυτή. Προέβη σε επίσχεση εργασίας από 28-11-2016 (βλ. τη με αριθμό …28-11-2016 έκθεση επίδοσης της από 24-11-2016 εξώδικης δήλωσης επίσχεσης εργασίας του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Κ. Κ.), δεδομένου ότι η πρώτη εναγόμενη εταιρεία της υπό στοιχ. A' αγωγής " Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.. ", όφειλε σε αυτόν τις δεδουλευμένες αποδοχές του από τον μήνα Μάιο του 2016 μέχρι την προηγούμενη ημέρα της έναρξης επίσχεσης εργασίας. Η δεύτερη των εναγόντων της πρώτης αγωγής, Β. Ρ., προσλήφθηκε την 1-02-2011 από τον νόμιμο εκπρόσωπο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " Α. Α. Ε. Κ. Ε. Ε. ", διάδοχος της οποίας κατέστη η εταιρεία "Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.. ", προκειμένου να εργαστεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος κρεοπωλείου, αμειβόμενη έναντι των νόμιμων αποδοχών, σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα συλλογική σύμβαση, στο κατάστημα σούπερ μάρκετ, που διατηρούσε στην οδό …, στα …. Προέβη σε επίσχεση εργασίας από 07-11-2016 (βλ. τη με αριθμό …07-11-2016 έκθεση επίδοσης της από 4-11-2016 εξώδικης δήλωσης επίσχεσης εργασίας του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Κ. Κ.), δεδομένου ότι η εργοδότρια όφειλε σε αυτήν τις δεδουλευμένες αποδοχές της από τον μήνα Μάρτιο του έτους 2016 μέχρι και την προηγούμενη ημέρα από την έναρξη επίσχεσης εργασίας. Η τρίτη των εναγόντων της πρώτης αγωγής, Β. Μ. προσλήφθηκε την 14-11-1997 από τον νόμιμο εκπρόσωπο της " Έ. Α. Σ. I. " (Ε.Α.Σ.I.), με έδρα τα …, προκειμένου να εργαστεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως πωλήτρια, αμειβόμενη έναντι των νόμιμων αποδοχών, σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα συλλογική σύμβαση, στο κατάστημα σούπερ μάρκετ, που διατηρούσε στην οδό …, στα …. Η ανωτέρω πρώην εργοδότρια μεταβίβασε τη δραστηριότητά της αυτή (σούπερ μάρκετ) την 1-01-1998 στη θυγατρική της ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Α. Σ. Ε. Λ. Ε. " και τον διακριτικό τίτλο "Ε. Α..Ε..". Ακολούθως, στη θέση της ανώνυμης εταιρείας Α.Σ.Ε.Λ.Ε. Α.Ε., υπεισήλθε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " Α. Α. Ε. Κ. Ε. Ε. ", διάδοχος της οποίας κατέστη η εταιρεία " Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.. " το 2014. Προέβη σε επίσχεση εργασίας από 07-11-2016 (βλ. τη με αριθμό …07-11-2016 έκθεση επίδοσης της από 4-11-2016 εξώδικης δήλωσης επίσχεσης εργασίας του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Κ. Κ.), δεδομένου ότι η εταιρεία " Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.." όφειλε σε αυτήν τις δεδουλευμένες αποδοχές της από τον μήνα Μάρτιο του έτους 2016 μέχρι και την προηγούμενη ημέρα της έναρξης επίσχεσης εργασίας. Η τέταρτη των εναγόντων της πρώτης αγωγής, Β. Ν. προσλήφθηκε την 27-09-2002 από τον νόμιμο εκπρόσωπο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Α. Ε. Κ. Ε. Ε. ", διάδοχος της οποίας κατέστη το έτος 2014 η εταιρεία " Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.. ", προκειμένου να εργαστεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως πωλήτρια αμειβόμενη έναντι των νόμιμων αποδοχών, σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα συλλογική σύμβαση, στο κατάστημα σούπερ μάρκετ, που διατηρούσε στην οδό … στα …. Προέβη σε επίσχεση εργασίας από 07-11-2016 (βλ. τη με αριθμό …07-11-2016 έκθεση επίδοσης της από 4-11-2016 εξώδικης δήλωσης επίσχεσης εργασίας του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Κ. Κ.), δεδομένου ότι η εταιρεία " Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.." όφειλε σε αυτήν τις δεδουλευμένες αποδοχές της από τον μήνα Μάρτιο του έτους 2016 μέχρι και την προηγούμενη ημέρα της έναρξης επίσχεσης εργασίας. Η έκτη των εναγόντων της α' αγωγής, Ι. Θ., προσλήφθηκε την 13-10-1981 από τον νόμιμο εκπρόσωπο της " Έ. Α. Σ. Ι. " (Ε.Α.Σ.Ι.), με έδρα τα …, προκειμένου να εργαστεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως πωλήτρια, στο κατάστημα σούπερ μάρκετ, που διατηρούσε στην οδό …, στα …, αμειβόμενη έναντι των νόμιμων αποδοχών, σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα συλλογική σύμβαση. Η ανωτέρω πρώην εργοδότρια μεταβίβασε τη δραστηριότητά της αυτή (σούπερ μάρκετ) την 1-01-1998 στη θυγατρική της ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Α. Σ. Ε. Λ. Ε." και τον διακριτικό τίτλο " Ε. Α..Ε.. ". Ακολούθως στη θέση της ανώνυμης εταιρείας Α.Σ.Ε.Λ.Ε. Α.Ε. υπεισήλθε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " Α. Α. Ε. Κ. Ε. Ε. ", διάδοχος της οποίας κατέστη η εταιρεία " Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.. " το 2014. Προέβη σε επίσχεση εργασίας την 25-07-2016 (βλ. τη με αριθμό …25-07-2016 έκθεση επίδοσης της από 22-07-2016 εξώδικης δήλωσης επίσχεσης εργασίας του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Κ. Κ.), δεδομένου ότι η εταιρεία " Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.. ", όφειλε σε αυτήν τις δεδουλευμένες αποδοχές της από τον μήνα Μάρτιο του έτους 2016 μέχρι και την προηγούμενη ημέρα έναρξης της επίσχεσης εργασίας. Η έβδομη των εναγόντων της πρώτης αγωγής, Ο. Ζ., προσλήφθηκε την 1-07-1992 από τον νόμιμο εκπρόσωπο της ".Έ. Α. Σ. Ι.." (Ε.Α.Σ.Ι.).με έδρα τα …, προκειμένου να εργαστεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως πωλήτρια, στο κατάστημα σούπερ μάρκετ, που διατηρούσε στην οδό … στα …, αμειβόμενη έναντι των νόμιμων αποδοχών, σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα συλλογική σύμβαση. Η ανωτέρω πρώην εργοδότριά της μεταβίβασε τη δραστηριότητά της αυτή (σούπερ μάρκετ) την 1-01-1998 στη θυγατρική της ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " Α. Σ. Ε. Λ. Ε. " και τον διακριτικό τίτλο " Ε. Α..Ε.. ". Ακολούθως, στη θέση της ανώνυμης εταιρείας Α.Σ.Ε.Λ.Ε. Α.Ε. υπεισήλθε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Α. Α. Ε. Κ. Ε. Ε. ", διάδοχος της οποίας κατέστη η εταιρεία " Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.. " το 2014. Προέβη σε επίσχεση εργασίας από 01-08-2016 (βλ. τη με αριθμό …01-08-2016 έκθεση επίδοσης της από 29-07-2016 εξώδικης δήλωσης επίσχεσης εργασίας του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Κ. Κ.), δεδομένου ότι η εταιρεία " Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.." της όφειλε ήδη τις δεδουλευμένες αποδοχές από τον μήνα Μάρτιο του έτους 2016 μέχρι και την προηγούμενη ημέρα από την έναρξη της επίσχεσης εργασίας. Ο όγδοος των εναγόντων της πρώτης αγωγής, Κ. Σ., προσλήφθηκε την 1-06-2007 από τον νόμιμο εκπρόσωπο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " Α. Α. Ε. Κ. Ε. Ε. ", διάδοχος της οποίας κατέστη η εταιρεία "Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.. " το 2014, προκειμένου να εργαστεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως πωλητής, στο κατάστημα σούπερ μάρκετ, που διατηρούσε στην οδό …, στα …. Προέβη σε επίσχεση εργασίας την 25-07-2016 (βλ. τη με αριθμό …25-07-2016 έκθεση επίδοσης της από 22-07-2016 εξώδικης δήλωσης επίσχεσης εργασίας του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Κ. Κ.), δεδομένου ότι η εταιρεία " Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.. ", όφειλε σε αυτόν τις δεδουλευμένες αποδοχές του από τον μήνα Μάρτιο του έτους 2016 μέχρι και την προηγούμενη ημέρα έναρξης της επίσχεσης εργασίας. Την 9-12-2016, η δεύτερη εναγομένη της πρώτης αγωγής κατέβαλε σε αυτόν τις δεδουλευμένες αποδοχές δύο μηνών και δη των μηνών Μαρτίου-Απριλίου του έτους 2016. Η δέκατη των εναγόντων της πρώτης αγωγής, ‘Α. Τ., προσλήφθηκε την 1-9-1996 από το νόμιμο εκπρόσωπο της " Έ. Α. Σ. Ι. " (Ε.Α.Σ.Ι.), με έδρα τα …, προκειμένου να εργαστεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως πωλήτρια, στο κατάστημα σούπερ μάρκετ, που διατηρούσε στην οδό …, στα …, αμειβόμενη έναντι των νόμιμων αποδοχών, σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα συλλογική σύμβαση. Η ανωτέρω πρώην εργοδότρια μεταβίβασε τη δραστηριότητά της αυτή (σούπερ μάρκετ) την 1-01-1998 στη θυγατρική της ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " Α. Σ. Ε. Λ. Ε. " και τον διακριτικό τίτλο "Ε. Α..Ε.. ". Ακολούθως, στη θέση της ανώνυμης εταιρείας Α.Σ.Ε.Δ.Ε. Α.Ε. υπεισήλθε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " Α. Α. Ε. Κ. Ε. Ε. ", διάδοχος της οποίας κατέστη η εταιρεία " Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.. ".το 2014. Προέβη σε επίσχεση εργασίας από 5-05-2016 (βλ. τη με αριθμό …05-05-2016 έκθεση επίδoσης της από 05-05-2016 εξώδικης δήλωσης επίσχεσης εργασίας του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Η. Μ.), δεδομένου ότι η εταιρεία "Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.." όφειλε σε αυτήν τις δεδουλευμένες αποδοχές της από τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2016 μέχρι και την προηγούμενη ημέρα από την έναρξη της επίσχεσης εργασίας. Η ενδέκατη των εναγόντων, Χ. Τ., προσλήφθηκε την 4-10-2002 από τον νόμιμο εκπρόσωπο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Α. Ε. Κ. Ε. Ε. ", διάδοχος της οποίας κατέστη η εταιρεία "Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.. " το 2014, προκειμένου να εργαστεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως ταμίας, στο κατάστημα σούπερ μάρκετ, που διατηρούσε στην οδό …, στα …, αμειβόμενη έναντι των νόμιμων αποδοχών, σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα συλλογική σύμβαση. Προέβη σε επίσχεση εργασίας από 5-05-2016 (βλ. τη με αριθμό …05-05-2016 έκθεση επίδοσης της από 05-05-2016 εξώδικης δήλωσης επίσχεσης εργασίας, του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Η. Μ.), δεδομένου ότι η εταιρεία "Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.." όφειλε σε αυτήν τις δεδουλευμένες αποδοχές της από τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2016 μέχρι και την προηγούμενη ημέρα της έναρξης επίσχεσης εργασίας. Η δωδέκατη των εναγόντων της υπό στοιχ. Α' αγωγής Μ. Τ., προσλήφθηκε την 9-12-1997 από τον νόμιμο εκπρόσωπο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " Α. Σ. Ε. Λ. Ε. " και τον διακριτικό τίτλο " Ε. Α..Ε.. ", με έδρα τα …, προκειμένου να εργαστεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως ταμίας, στο κατάστημα σούπερ μάρκετ, που διατηρούσε στην οδό …, στα …. Ακολούθως, στη θέση της ανώνυμης εταιρείας Α.Σ.Ε.Λ.Ε. Α.Ε., υπεισήλθε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " Α. Α. Ε. Κ. Ε. Ε. ", διάδοχος της οποίας κατέστη το έτος 2014 η εταιρεία " Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.. ". Προέβη σε επίσχεση εργασίας από 5-05-2016 (βλ. τη με αριθμό …05-05-2016 έκθεση επίδοσης της από 05-05-2016 εξώδικης δήλωσης επίσχεσης εργασίας του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Η. Μ.), δεδομένου ότι η εταιρεία "Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.." όφειλε σε αυτήν τις δεδουλευμένες αποδοχές της από τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2016 μέχρι και την προηγούμενη ημέρα από την έναρξη της επίσχεσης εργασίας. Της καταβλήθηκαν δε δεδουλευμένες αποδοχές δύο μηνών (Ιανουαρίου - Φεβρουαρίου 2016).από την εταιρεία " Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.. " και, ακολούθως, την 9-12-2016, της καταβλήθηκαν από την δεύτερη εναγόμενη της υπό στοιχ. Α' αγωγής - ενάγουσα της υπό στοιχ. Β' αγωγής οι δεδουλευμένες αποδοχές άλλων δύο μηνών (Μαρτίου - Απριλίου 2016)..Η δέκατη τρίτη των εναγόντων της πρώτης αγωγής, Σ. Φ., προσλήφθηκε την 2-12-2007 από τον νόμιμο εκπρόσωπο της " Έ. Α. Σ. Ι. " (Ε.Α.Σ.Ι.), με έδρα τα …, προκειμένου να εργαστεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως πωλήτρια, αμειβόμενη έναντι των νόμιμων αποδοχών, σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα συλλογική σύμβαση, στο κατάστημα σούπερ μάρκετ, που διατηρούσε στην οδό …, στα …. Η ανωτέρω πρώην εργοδότρια μεταβίβασε τη δραστηριότητά της αυτή (σούπερ μάρκετ) την 1-01-1998 στη θυγατρική της ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Α. Σ. Ε. Λ. Ε. " και τον διακριτικό τίτλο "Ε. Α..Ε.. ". Ακολούθως, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " Α. Α. Ε. Κ. Ε. Ε. ", που έδρευε στην ….), υπεισήλθε στη θέση της ανώνυμης εταιρείας Α.Σ.Ε.Λ.Ε. A.Ε., δια απορροφήσεως αυτής (σχετ. το αριθ. …5-8-2002 ΦΕΚ τ. Α.Ε. και Ε.Π.Ε.), ενώ διάδοχός της κατέστη η ανώνυμη εμπορική εταιρεία με την επωνυμία " Α. Κ. Α. Ε. Κ. Ε. Ε." το 2014, κατόπιν εξαγοράς του συνόλου των μετοχών της από αυτή. Προέβη σε επίσχεση εργασίας από 07-11-2016 (βλ. τη με αριθμό …07-11-2016 έκθεση επίδοσης της από 04-11-2016 εξώδικης δήλωσης επίσχεσης εργασίας του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Κ. Κ.), δεδομένου ότι η εταιρεία " Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.. " όφειλε σε αυτήν τις δεδουλευμένες αποδοχές της από τον μήνα Μάρτιο του 2016 μέχρι την προηγούμενη ημέρα της έναρξης επίσχεσης εργασίας". Στη συνέχεια, το Εφετείο, δέχθηκε ως προς το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος, που αφορά τη μεταβίβαση της, ασκουμένης από την αρχική εργοδότρια πρώτη των εναγομένων επιχείρησης, στη δεύτερη των εναγομένων και ήδη αναιρεσείουσα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η ως άνω εργοδότρια ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία. "Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε..", αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, ως αποτέλεσμα των οποίων το κατάστημα σούπερ μάρκετ, που διατηρούσε επί της οδού …, στα …, υπολειτουργούσε ήδη από τον Μάιο του 2016 και διέκοψε πλήρως τη λειτουργία του, περί τα τέλη Οκτωβρίου του ίδιου έτους. Αντίστοιχα, η δεύτερη εναγομένη [ήδη αναιρεσείουσα - ασκούσα πρόσθετους λόγους αναίρεσης] ανώνυμη εταιρία με το διακριτικό τίτλο " Μ. I. ", διατηρεί αλυσίδα καταστημάτων σούπερ μάρκετ, έχοντας ως στόχο την επέκταση του δικτύου της στη Βόρεια Ελλάδα. Παράλληλα, δραστηριοποιείται, ως προμηθευτής χονδρικής, εφοδιάζοντας άλλες αλυσίδες και καταστήματα λιανικής πώλησης σε όλη τη χώρα, μεταξύ των οποίων συγκαταλεγόταν και η εταιρεία " Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.. ". Λόγω των γνωστών οικονομικών προβλημάτων της εταιρείας " Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.. ", κατά τους τελευταίους μήνες λειτουργίας της η δεύτερη εναγομένη, την εφοδίαζε με εμπορεύματα, με παρακράτηση κυριότητας, υπό τον όρο της άμεσης εξόφλησής της και, για τον λόγο αυτό, η εξόφληση των απαιτήσεών της, σε κάποιες περιπτώσεις, γινόταν απευθείας από τις εκάστοτε εισπράξεις των καταστημάτων της. Στο πλαίσιο της εμπορικής συνεργασίας των δύο εταιρειών και της προαναφερόμενης επιδίωξης της δεύτερης εναγομένης να επεκτείνει το δίκτυο δραστηριότητάς της, υπήρξε διαπραγμάτευση μεταξύ των δύο εταιρειών, για την προοπτική ένταξης των καταστημάτων της " Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε..", στο δίκτυο της " M. I. Α..Ε..Β..Ε.. ", με τη μορφή της δικαιόχρησης ή εξαγοράς της. Η εταιρεία " Α. Κ. Α..Ε..Ε.. ", είχε ήδη υποβάλει αίτηση για ένταξή της σε διαδικασία εξυγίανσης, κατ' άρθρο 106 του Πτωχευτικού Κώδικα, η οποία συζητήθηκε την 15-06-2016, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την 8-11-2016, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών εξέδωσε τη με αριθμό 585/8- 11-2016 απόφασή του, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση για ένταξη της εταιρείας " Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.. ", σε διαδικασία εξυγίανσης. Την Παρασκευή 11-11-2016, απεστάλη Ηλεκτρονική επιστολή (e-mail) του Κ. Γ., μάρτυρος της δεύτερης εναγόμενης, ο οποίος υπήρξε Περιφερειακός διευθυντής της εταιρείας " Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.. " και διατηρεί σήμερα (από τον Μάρτιο του 2017 και εντεύθεν) την ίδια θέση του περιφερειακού διευθυντή στη δεύτερη εναγόμενη της πρώτης αγωγής, με την οποία (ηλεκτρονική επιστολή) ανακοινώνονται τα ακόλουθα : "... Σας ενημερώνω πως στη σημερινή σύσκεψη στα κεντρικά μας ανακοινώθηκε η συνεργασία μας με τα Μ. I.. Επομένως [... ] τα καταστήματα που είναι ανοιχτά παρακαλώ να ελεγχθούν οι ημερομηνίες, οι τιμές και η καθαριότητα. Από Δευτέρα θα υπάρχουν συνεχείς ανακοινώσεις.ως προς την εξέλιξη των πραγμάτων, καθώς θα βρίσκoνται στα κεντρικά εκπρόσωποι των Μ. I.. Ευχαριστώ Γ. Κ. ". Στο πλαίσιο της προαναφερόμενης προοπτικής ένταξης των καταστημάτων της " Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.. " στο δίκτυο της " M. I. Α..Ε..Β..Ε.." πραγματοποιήθηκε στις αρχές Δεκεμβρίου 2016, σε ξενοδoχείο της πόλης της …, συνάντηση μεταξύ εκπροσώπων των δύο εταιρειών και των εργαζομένων του καταστήματος των …. Στη συνάντηση αυτή, προτάθηκε στους εργαζόμενους να δεχθούν μείωση των μισθών τους, σε ποσοστό 20%, προκειμένου να εναρμονιστεί το επίπεδο των αποδοχών τους, με αυτό των εργαζομένων της " M. I. Α..Ε..Β..Ε.. ", και επιπλέον να δεχθούν μείωση, κατά ποσοστό 50%, στις ήδη οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές, προτάσεις οι οποίες απορρίφθηκαν από τους εργαζομένους. Παρά την ως άνω άρνηση των εργαζομένων, την 9-12-2016 η δεύτερη εναγομένη κατέβαλε σ' αυτούς, απευθείας στους λογαριασμούς τους οφειλόμενα ποσά μισθοδοσίας δύο περίπου μηνών και δη των μηνών Μαρτίου - Απριλίου 2016.συνολικού ποσού 72.215,40 €, προκειμένου να εξασφαλιστεί η υποστήριξη των εργαζομένων με την άσκηση από αυτούς πρόσθετης παρέμβασης, υπέρ της εταιρείας " A. Κ. Α..Ε..Ε.. ", στη δίκη της αίτησης αναστολής διαταγής απόδοσης του μισθίου - καταστήματος, για τη διασφάλιση της συνέχισης της λειτουργίας της επιχείρησής της. Και ναι μεν συμφωνήθηκε μεταξύ αυτής και της εταιρίας " Α. Κ. Α..Ε..Ε.. ".τα καταβληθέντα από μέρους της, στους ως άνω εργαζόμενους, να εξοφλήσει η τελευταία εντός του έτους 2017.με καταβολές από την πώληση προϊόντων της (βλ. την από 14-12-2016 σύμβαση αναγνώρισης χρέους), συμφωνία που δημιουργεί ερωτήματα, ενόψει του ότι η εταιρία Κ. Α..Ε.. είχε σχεδόν σταματήσει την πραγματική λειτουργία των καταστημάτων της και, συνεπώς, δεν θα μπορούσε να πραγματοποιεί πωλήσεις προϊόντων, για να προβαίνει σε καταβολές και μάλιστα εντός του έτους 2017, το γεγονός όμως αυτό είναι απολύτως ενδεικτικό της πρόθεσής της για συνεργασία με την εταιρία " Α. Κ. Α..Ε..Ε.. ", είτε μέσω εξαγοράς, είτε μέσω δικαιόχρησης. Η εταιρεία " Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.. " αποχώρησε από το μίσθιο, το οποίο παρέδωσε στην εκμισθώτρια " ‘Ε. Α. " στα μέσα Φεβρουαρίου 2017 (βλ. το από 15-02-2017 ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης μίσθωσης). Την 9-03-2017, το εν λόγω ακίνητο μίσθωσε η ιδιοκτήτρια αυτού " ‘Ε. Α..Ε.. " στη δεύτερη εναγομένη (βλ. το από 9-03-2017 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης), έναντι μηνιαίου μισθώματος ποσού 14.500 ευρώ. Οι ενάγοντες υπέβαλαν την από 20-04-2017 αίτησή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), ζητώντας, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη, να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, ως διάδοχος της εργοδότριάς τους εταιρείας (" Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.. ") λόγω μεταβίβασης, με τις διατάξεις του Π.Δ. 178/2002, του τμήματος επιχείρησής της και δη του καταστήματος επί της οδού …, αρ. …, στα …. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, με τη με αριθμό 318/2017 απόφασή του, απέρριψε την αίτηση. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι οι ενάγοντες, με την από 15-12-2017 νέα αίτησή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), επανήλθαν με το ίδιο αίτημα προσωρινής δικαστικής προστασίας σε βάρος της δεύτερης εναγόμενης, εκθέτοντας, νέα γεγονότα και, συγκεκριμένα, ότι η δεύτερη εναγομένη της πρώτης αγωγής έχει ήδη αναλάβει και συνεχίζει την επιχειρηματική δραστηριότητα της εταιρείας " Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε..", καθώς την 13-10-2017, ύστερα από ανακαίνιση, επαναλειτούργησε το τμήμα της επιχείρησης που της μεταβιβάστηκε από την εταιρεία " Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.. ", κάνοντας εγκαίνια και έχει ήδη προσλάβει δέκα συναδέλφους τους, αρνούμενη να απασχολήσει τους ίδιους. Ενόψει των ως άνω ιστορούμενων, εκδόθηκε η με αριθμό 68/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία κρίθηκε ότι επήλθε μεταβίβαση του συγκεκριμένου τμήματος της επιχείρησης " Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.. " (κατάστημα οδού … αρ. …, στα …) και υποχρέωσε προσωρινά την δεύτερη εναγόμενη να απασχολεί στο κατάστημά της, επί της οδού …, αρ. .., στα …, τους πρώτο, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, έκτη, έβδομη, όγδοο, δέκατη, ενδέκατη και δωδέκατη των εναγόντων μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης, επί της προκείμενης κρινόμενης κύριας αγωγής τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Την 13-10-2017, όπως αποδείχθηκε, έγιναν τα εγκαίνια και άρχισε να λειτουργεί το κατάστημα, επί της οδού … αρ. …, στα …, υπό την επωνυμία της δεύτερης εναγόμενης, ως σούπερ μάρκετ, δηλαδή με εμπορικό αντικείμενο πανομοιότυπο με αυτό της πρώτης εναγόμενης εταιρείας της υπό στοιχ. Α' αγωγής " Α. Κ. Α..Ε..Ε.. ", στοιχείο που δεν αναιρείται από το γεγονός ότι έχει διαμορφωθεί και λειτουργεί στην πρόσοψη του συγκεκριμένου καταστήματος και νέο τμήμα " bake off ", δηλαδή χώρος όπου προσφέρεται καφές, ροφήματα και σνακ, με πρόσβαση και από το εσωτερικό του καταστήματος, αλλά και από το γεγονός ότι η δεύτερη εναγόμενη, ασκεί παράλληλα και δραστηριότητα προμήθειας ειδών σούπερ μάρκετ χονδρικής πώλησης, καθόσον, σύμφωνα και με τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, σε περίπτωση " μεταβίβασης επιχείρησης ", η ταυτότητα της επιχείρησης δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι ο διάδοχος προσέθεσε στα μεταβιβαζόμενα στοιχεία και νέα τοιαύτα (νέα μηχανήματα, εγκαταστάσεις προσέλαβε και νέο προσωπικό, τροποποίησε μερικώς τον σκοπό π.χ. επέκταση εργασιών, παραγωγή και νέων προϊόντων, κ.λ.π.). Επιπλέον, αποδείχτηκε ότι η διακοπή δραστηριότητας της επιχείρησης ήταν ολιγόμηνη και προσωρινή, προκειμένου να ανακαινιστεί αυτή και να προστεθούν τα διακριτικά γνωρίσματα (τίτλος) του νέου φορέα της και, επομένως, δεν επηρεάστηκε από τη διακοπή η ταυτότητα της επιχείρησης, η πελατεία και η φήμη της. Άλλωστε, στο συγκεκριμένο κατάστημα, λειτουργούσε επιχείρηση σούπερ μάρκετ από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 (συγκεκριμένα από το 1981), με αξιόλογο τζίρο και κυρίως εδραιωμένη φήμη, ως προς το εμπορικό αντικείμενο, που αποτελεί σημείο αναφοράς για τους κατοίκους της πόλης των … και δη της πλατείας … και, επομένως, εξακολουθεί να απευθύνεται στην ίδια, εν δυνάμει, πελατεία, με αποτέλεσμα να αποδεικνύεται μεταβίβαση της αυτής πελατείας, αλλά και άλλων άϋλων αγαθών και των αξιών τους, όπως η εδραιωμένη φήμη και το κύρος της συγκεκριμένης επιχειρηματικής δομής, στα …. Περαιτέρω, αναφορικά με το εργατικό δυναμικό του συγκεκριμένου καταστήματος (…) της επιχείρησης " Μ. I. " αποδεικνύεται ότι μέχρι σήμερα έχουν προσληφθεί και απασχολούνται τριάντα οκτώ εργαζόμενοι, εκ των οποίων οι είκοσι έξι (26) είναι πλήρους απασχόλησης και οι δώδεκα (12) είναι μερικής απασχόλησης. Εκ του συνόλου των τριάντα οκτώ εργαζομένων, οι επτά είναι πρώην εργαζόμενοι της εταιρείας " Α. Κ. A..Ε..Ε..Ε..", οι οποίοι προσελήφθησαν από τη δεύτερη εναγόμενη, με νέες συμβάσεις εργασίας, αφού προηγουμένως υπέβαλαν δηλώσεις οικειοθελούς αποχώρησης από την εταιρεία " Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.. ". Οι εν λόγω επτά εργαζόμενοι αποδεικνύεται ότι κατέχουν καίριες θέσεις στο συγκεκριμένο κατάστημα, αφού είναι υπεύθυνοι καταστήματος, ταμείου, αποθηκών, κ.λ.π. και τις ίδιες καίριες θέσεις κατείχαν και ως πρώην εργαζόμενοι της εταιρείας "Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε..". Σημειώνεται, επιπλέον, ότι ο Κ. Γ., μάρτυρας της δεύτερης εναγομένης, υπήρξε περιφερειακός διευθυντής της εταιρείας " Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.. " και διατηρεί σήμερα (από τον Μάρτιο του 2017 και εντεύθεν) την ίδια θέση του περιφερειακού διευθυντή στη δεύτερη εναγομένη, ο Η. Μ. υπήρξε διευθυντής της εταιρείας " Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.." μέχρι το 2015 και σήμερα διατηρεί την ίδια θέση στη δεύτερη εναγομένη, με καθήκοντα εποπτείας του δικτύου των καταστημάτων της τελευταίας σε όλη την Ελλάδα, ο Α. υπήρξε υπεύθυνος αποθηκών της εταιρείας " Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.. " και σήμερα διατηρεί την ίδια θέση στη δεύτερη εναγομένη. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι, στο συγκεκριμένο κατάστημα, δεν απασχολείται σημαντικό μέρος του εργατικού δυναμικού της εταιρείας " Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.. " από τη νέα εργοδότρια εταιρεία (Μ. I.), εντούτοις, ο μικρός αυτός αριθμός των επτά (7) εργαζομένων, που κατέχουν καίριες θέσεις είναι αρκετός για να προσδώσει συνέχεια στην τεχνογνωσία και την οργανωτική δομή της συγκεκριμένης οικονομικής - επιχειρηματικής μονάδας, αφού συνεχίζουν να αποτελούν τη "ραχοκοκαλιά " αυτής. Είναι δε αξιοσημείωτο ότι κανείς από αυτούς δεν άσκησε αγωγή για δεδουλευμένες αποδοχές και άλλες εργατικές απαιτήσεις του, σε βάρος της προηγούμενης εργοδότριας εταιρείας " Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.. " (τις οποίες θα δικαιούτο, παρά τη δήλωση οικειοθελούς αποχώρησης), ενέργεια στην οποία ασφαλώς θα προέβαινε, αν πράγματι πίστευε ότι ο προηγούμενος εργοδότης δεν σχετίζεται με τον επόμενο (νυν) εργοδότη και ότι δεν υπάρχει μεταξύ τους διαδοχή, με την έννοια του Π.Δ. 178/2002. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η δεύτερη εναγομένη από την 13-10-2017 και εντεύθεν, συνέχισε την επιχειρηματική δραστηριότητα στο συγκεκριμένο κατάστημα (δηλαδή, στον ίδιο χώρο που δραστηριοποιήθηκε η εταιρεία " Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.."), αξιοποιώντας το σύνολο του υλικοτεχνικού εξοπλισμού (ράφια, ψυγεία, ζυγαριές, διαμορφωμένους χώρους, κ.λ.π.).τα εμπορεύματα που βρήκε μέσα στο κατάστημα και τα οχήματα της εταιρείας " Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.. ", των οποίων (υλικών στοιχείων) αποδεικνύεται η άτυπη μεταβίβαση προς τη δεύτερη εναγομένη. Η ίδια ισχυρίζεται ότι, για την ολοσχερή ανακαίνιση του καταστήματος, προέβη σε δαπάνες 475.000 €, από την επισκόπηση όμως των τιμολογίων - δελτίων αποστολής, που προσκομίζει., πλην αυτών που δεν φέρουν επίσημη μετάφραση, συνάγεται ότι, σε πολλά από αυτά, οι αναφερόμενες σ' αυτά αγορές υλικού εξοπλισμού δεν προορίζονται για το εν λόγω κατάστημα, αφού, ως τόπος προορισμού, αναγράφεται το …. Περαιτέρω., η εγκατάσταση τμήματος της δεύτερης εναγομένης στο ίδιο κτίριο (οδού …), όπου δραστηριοποιήθηκε τμήμα της επιχείρησης " Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε..", έγινε με την κατάρτιση της από 9-03-2017 νέας σύμβασης μίσθωσης απευθείας με τον εκμισθωτή συνεταιρισμό " Ε. Α. ". Από την επισκόπηση του από 9-10-2015 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, μεταξύ του εκμισθωτή συνεταιρισμού "Ε. Α." και της προηγούμενης μισθώτριας εταιρείας " Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.." συνάγεται ότι, κατόπιν διαγωνισμού, στον οποίο αναγνωρίστηκε πλειοδότης η τελευταία αναφερόμενη εταιρία, είχε καταρτιστεί σύμβαση μίσθωσης, διάρκειας 9 ετών, αντί μηνιαίου μισθώματος 14.500,00 ευρώ, πλέον του χαρτοσήμου της μίσθωσης, με προκαταβολή μισθωμάτων ποσού 250.000,00 ευρώ και τη ρητή συμφωνία ότι το παραπάνω ποσό των 250.000,00 ευρώ, που προκαταβλήθηκε, σε καμία περίπτωση δεν συμψηφίζεται με οφειλόμενα μισθώματα, γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι το παραπάνω ποσό αποτελεί "αέρα ", λόγω της εδραιωμένης φήμης του καταστήματος, ως σούπερ μάρκετ. Αντίθετα, με το από 9-03-2017 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης μεταξύ του εκμισθωτή συνεταιρισμού "Έ. Α." και της νέας μισθώτριας εταιρείας " Μ. I. Α..Ε..Β..Ε.. ", καταρτίστηκε σύμβαση μίσθωσης, διάρκειας 9 ετών, αντί μηνιαίου μισθώματος 14.500,00 ευρώ, πλέον του χαρτοσήμου της μίσθωσης και με προκαταβολή, πέραν του τρέχοντος μισθώματος, ποσού δύο μηνιαίων μισθωμάτων 29.000,00 ευρώ, ως εγγύηση της μίσθωσης. Ο ίδιος ο Πρόεδρος του συνεταιρισμού, στην προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωσή του αναφέρει ότι έγινε άτυπος διαγωνισμός, στον οποίο συμμετείχαν και τοπικές εταιρείες, χωρίς να αιτιολογεί γιατί στην προηγούμενη μίσθωση υπήρξε εγγυοδοσία, ποσού 250.000 € και στην προαναφερόμενη ποσού μόνο 29.000 €. Από όλα τα παραπάνω στοιχεία, καθίσταται σαφές ότι επήλθε μεταβίβαση του συγκεκριμένου τμήματος της επιχείρησης " Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.. " (κατάστημα οδού …, αρ. .., στα …), ήτοι της πρώτης εναγομένης στη δεύτερη εναγόμενη, με την προεκτεθείσα έννοια των διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2 του Π.Δ. 178/2002. Σημειώνεται ότι δεν αποδεικνύεται νόμιμη αιτία μεταβίβασης (ύπαρξη σύμβασης, υπό την τυπική έννοια του όρου) ή νομικός δεσμός, μεταξύ μεταβιβάζοντος και διαδόχου (αφού δεν προσκομίστηκαν σχετικά νομιμοποιητικά έγγραφα), πλην, όμως, ο τρόπος μεταβίβασης είναι αδιάφορος για την εφαρμογή του Π.Δ. 178/2002, καθόσον αρκεί η διαπίστωση της βούλησης των μερών (μεταβιβάζοντος και διαδόχου) να πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση, με οποιαδήποτε μορφή ακόμη και άτυπα, αλλά και η εν τοις πράγμασι ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας του μεταβιβάζοντος (Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε..) από τον διάδοχο.(Μ. I. Α..Ε..Β..Ε..). Η εκκαλούσα, με τους σχετικούς λόγους έφεσής της ισχυρίζεται επίσης ότι, ενόψει της αίτησης εξυγίανσης, που είχε υποβάλλει η εταιρία (Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε..), διατηρούσε ενδιαφέρον για την εξαγορά αυτής, μετά την απόρριψη όμως αυτής, το ενδιαφέρον της εξέλιπε, ισχυρισμός όμως που δεν ευσταθεί, αφού, όπως προειπώθηκε, η αίτηση εξυγίανσης απορρίφθηκε στις 8-11-2016, γεγονός το οποίο περιήλθε οπωσδήποτε σε γνώση της, ενόψει και του συνομολογούμενου ενδιαφέροντός της για την υπεισέλευσή της στο εν λόγω μίσθιο και τη συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εταιρείας Κ., ενώ η συνάντηση με τους εργαζόμενους της προαναφερόμενης εταιρίας έλαβε χώρα αρχές Δεκεμβρίου του έτους 2016. Ούτε αντέχει στη λογική και στα διδάγματα της κοινής πείρας η καταβολή από μέρους της δεδουλευμένων μισθών των εργαζομένων με χρήματα από μέρους της και με τη συμφωνία ότι αυτά θα εξοφληθούν από την επιχειρηματική δραστηριότητα της εταιρίας " Κ. Α.Ε. ", αφού γνώριζε εκ των προτέρων την οικονομική αδυναμία της τελευταίας ...". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά από επικύρωση της ομοίως αποφανθείσας απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δέχτηκε ότι υπήρξε μεταβίβαση της επιχειρηματικής δραστηριότητας της πρώτης στη δεύτερη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία, κατά την έννοια των προμνημονευομένων διατάξεων του π.δ/τος 178/2002, δεδομένου ότι η τελευταία ανέλαβε τμήμα της επιχείρησης της πρώτης, συνεχίζοντας την δραστηριότητα αυτής, χωρίς να επέλθει μεταβολή της ταυτότητάς της και κατά τρόπο ώστε τα μεταβιβασθέντα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό το νέο εργοδότη αλλά και την ικανότητά τους να πραγματοποιήσουν τον εργασιακό σκοπό της εκμετάλλευσης νέος φορέας της οποίας πλέον ήταν η αναιρεσείουσα και, κατόπιν αυτών, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους. Με τις κρίσεις του αυτές και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναφέρονται στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση της παρούσας, το Δικαστήριο της ουσίας, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1 του π.δ/ος 178/2002, 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 και 9 παρ. 1 του β.δ/τος 16/18-07-1920, τις οποίες αντιθέτως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, αναφορικά με ζήτημα, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ως προς το ζήτημα της μεταβίβασης τμήματος της.επιχείρησης της πρώτης εναγομένης στην δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία., χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει άλλες αιτιολογίες, προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι επήλθε μεταβίβαση της άνω επιχείρησης, κατά την έννοια του άρθρου 4 του π.δ/τος 178/2002 και ότι, ως εκ τούτου, η δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία υπεισήλθε, ως διάδοχος εργοδότης, στις εργασιακές σχέσεις.που συνέδεαν τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους, με την πρώτη εναγομένη, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ακόλουθες παραδοχές : Ότι το, επί της οδού …, αρ. …, κατάστημα, που διατηρούσε η εργοδότρια ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία."Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε..", υπολειτουργούσε ήδη από τον Μάιο του έτους 2016, λόγω των σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που αυτή αντιμετώπιζε, εξαιτίας των οποίων διέκοψε πλήρως τη λειτουργία του περί τα τέλη Οκτωβρίου του ίδιου έτους. Ότι στις 11-11-2016., ο Περιφερειακός διευθυντής της ως άνω εταιρείας ανακοίνωσε την συνεργασία αυτής με την αναιρεσείουσα εταιρεία, ενώ στις αρχές Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, στο πλαίσιο της προοπτικής ένταξης των καταστημάτων της εταιρείας "Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.." στο δίκτυο της εταιρείας "M. I. Α..Ε..Β..Ε..", πραγματοποιήθηκε, σε ξενοδoχείο της πόλης της …, συνάντηση μεταξύ εκπροσώπων των δύο εταιρειών και των εργαζομένων του καταστήματος των …, στους οποίους προτάθηκε να δεχθούν μείωση των μισθών τους, σε ποσοστό 20%, προκειμένου να εναρμονιστεί το επίπεδο των αποδοχών τους, με αυτό των εργαζομένων της αναιρεσείουσας, και επιπλέον μείωση, κατά ποσοστό 50%, στις ήδη οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές, προτάσεις όμως οι οποίες απορρίφθηκαν από τους εργαζομένους. Επισημαίνεται ότι η παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης ότι στις αρχές Δεκεμβρίου του έτους 2016, οπότε και πραγματοποιήθηκε συνάντηση μεταξύ εκπροσώπων των δύο εταιρειών και των εργαζομένων του καταστήματος των …, υπήρχε "προοπτική ένταξης" των καταστημάτων της εταιρείας "A. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.", στο δίκτυο της αναιρεσείουσας εταιρείας και όχι απόφαση ένταξης ή συντελεσθείσα μεταβίβαση της συγκεκριμένης επιχείρησης, δεν κρίνεται αντιφατική, καθώς αναφέρεται σε προοπτική ένταξης περισσοτέρων καταστημάτων της εν λόγω εταιρείας στο δίκτυο της αναιρεσείουσας (βλ. και σελ. 17.του αγωγικού δικογράφου). Συνεχίζοντας το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι στις 09-12-2016, η αναιρεσείουσα εταιρεία κατέβαλε στους λογαριασμούς των εργαζομένων του εν λόγω καταστήματος, οφειλόμενα ποσά μισθοδοσίας δύο περίπου μηνών, συνολικού ποσού 72.215,40 €, προκειμένου να εξασφαλιστεί η υποστήριξη αυτών, με την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης, υπέρ της εταιρείας "A. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.", στη δίκη της αίτησης αναστολής διαταγής απόδοσης του μισθίου - καταστήματος, για τη διασφάλιση της συνέχισης της λειτουργίας της επιχείρησής της. Ότι στις 09-03-2017, η αναιρεσείουσα μίσθωσε από την εκμισθώτρια "Έ. Α.", το ίδιο, επί της οδού …, αρ. .., κατάστημα, όπου προηγουμένως δραστηριοποιείτο η πρώτη των εναγομένων εταιρεία, έναντι μηνιαίου μισθώματος, ύψους 14.500,00 ευρώ, ενώ, στη συνέχεια, στις 13-10-2017 έγιναν τα εγκαίνια του καταστήματος αυτού και άρχισε να λειτουργεί, γεγονός άλλωστε που και η ίδια η αναιρεσείουσα εξέθετε στην δική της αγωγή, συνεχίζοντας την επιχειρηματική της δραστηριότητα στον ίδιο χώρο, που προηγουμένως δραστηριοποιείτο η πρώτη των εναγομένων, με αντικείμενο πανομοιότυπο με εκείνο της εν λόγω εταιρείας και χρησιμοποιώντας τον ίδιο υλικοτεχνικό εξοπλισμό (ράφια, ψυγεία, ζυγαριές, διαμορφωμένους χώρους, κ.λ.π.), τα εμπορεύματα και τα οχήματα αυτής. Με βάση τα παραπάνω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του προέβη στη συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των κρίσιμων παραγόντων, προκειμένου να καταλήξει σε θετική κρίση, περί της συνδρομής περίπτωσης μεταβίβασης του τμήματος της εν λόγω επιχείρησης και ειδικότερα : α) ως προς τον χρόνο της μεταβίβασης δέχθηκε ότι αυτή έλαβε χώρα στις αρχές Νοεμβρίου του έτους 2016, οπότε η δεύτερη των εναγομένων και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία ανέλαβε να συνεχίσει την επιχειρηματική δραστηριότητα της εταιρείας "A. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.", όταν ο Κ. Γ., Περιφερειακός διευθυντής της εν λόγω εταιρείας απέστειλε ηλεκτρονική επιστολή (e-mail) στους εργαζόμενους, ανακοινώνοντας την συνεργασία αυτής με την αναιρεσείουσα εταιρεία. Συγκεκριμένα, το χρονικό σημείο μεταβίβασης της επιχείρησης, είναι εκείνο στο οποίο ο νέος επιχειρηματίας υπεισέρχεται στη θέση του παλαιού εργοδότη και είναι σε θέση να ασκήσει τη διευθυντική του εξουσία στην επιχείρηση γενικά και το διευθυντικό του δικαίωμα στους μισθωτούς, ειδικότερα. Και τούτο ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή το κύρος οποιασδήποτε νομικής αιτίας για μεταβίβαση από την πρώτη στη δεύτερη εναγόμενη, αφού για την ύπαρξη μεταβολής του προσώπου του εργοδότη, αρκεί το πραγματικό γεγονός της συνέχισης της ίδιας επιχείρησης, ως οικονομικής μονάδας, όπως συνέβη στην προκείμενη περίπτωση, ενώ η μεταβίβαση δεν ταυτίζεται, κατ' ανάγκη, με την έναρξη λειτουργίας της επιχείρησης από το νέο εργοδότη, αφού η, μετά την προσωρινή διακοπή, επαναλειτουργία της επιχείρησης συναρτάται με διάφορους παράγοντες, τους οποίους, άλλωστε, εξειδικεύει.η προσβαλλόμενη απόφαση ότι δηλαδή η διακοπή της επιχειρηματικής δραστηριότητας της πρώτης των εναγομένων και συνακόλουθα η διάρκεια της διακοπής υπήρξε αναγκαία "... προκειμένου να ανακαινιστεί αυτή (επιχείρηση) και να προστεθούν τα διακριτικά γνωρίσματα (τίτλος) του νέου φορέα της ...", β) ως προς το στοιχείο της διάρκειας της τυχόν διακοπής της επιχειρηματικής δραστηριότητας της πρώτης των εναγομένων, ως καθοριστική ένδειξη της μεταβίβασης της επιχείρησης, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι περί τα τέλη Οκτωβρίου του έτους 2016., η πρώτη των εναγομένων διέκοψε τη λειτουργία του επί της οδού …, αρ. …, καταστήματός της, προσδιορίζοντας, περαιτέρω, τον χρόνο έναρξης της επιχειρηματικής δραστηριότητας της αναιρεσείουσας,.μετά τη μίσθωση, στις 09-03-2017, του επιδίκου καταστήματος από αυτήν και τη μεταβίβαση της πελατείας και του εξοπλισμού της προηγούμενης επιχείρησης, ενόψει μάλιστα της παραδοχής ότι η αναιρεσείουσα προέβη σε ανακαίνιση, προκειμένου να λειτουργήσει το εν λόγω κατάστημα, γεγονός που, όπως αμέσως παραπάνω αναφέρθηκε, επάγεται την παρέλευση ικανού χρόνου. Κατόπιν αυτών έκρινε ότι η διακοπή της επιχειρηματικής δραστηριότητας, μεταξύ της παύσης της λειτουργίας της εταιρείας "A. Κ. Α..Ε..Ε..Ε." και της (πραγματικής) έναρξης της λειτουργίας της αναιρεσείουσας εταιρείας, ήταν προσωρινή και δεν μετέβαλε την ταυτότητα της επιχείρησης, συνεκτιμώντας και αξιολογώντας συνολικά τα κρίσιμα και καθοριστικής ένδειξης της μεταβίβασης της επιχείρησης, στοιχεία, που αναφέρθηκαν στη μείζονα νομική σκέψη της απόφασης και συγκεκριμένα το είδος της επιχείρησης, τη μεταβίβαση των υλικών στοιχείων αυτής (ήτοι του υλικοτεχνικού εξοπλισμού, των εμπορευμάτων, που η δεύτερη των εναγομένων βρήκε μέσα στο κατάστημα και των οχημάτων της πρώτης των εναγομένων εταιρείας), την απασχόληση μέρους του προσωπικού από την αναιρεσείουσα, την μεταβίβαση.της πελατείας, καθώς και τον βαθμό ομοιότητας των δραστηριοτήτων, που ασκήθηκαν πριν και μετά τη μεταβίβαση και τη διάρκεια της διακοπής της επιχειρηματικής δραστηριότητας της πρώτης των εναγομένων), γ) ως προς το στοιχείο της απασχόλησης ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, ως καθοριστική, επίσης, ένδειξη της μεταβίβασης της επιχείρησης, δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αναιρεσείουσα χρησιμοποίησε τις υπηρεσίες επτά (7) πρώην εργαζομένων της πρώτης των εναγομένων εταιρείας, οι οποίοι κατείχαν καίριες θέσεις στο συγκεκριμένο κατάστημα και προσελήφθησαν, με νέες συμβάσεις εργασίας, αφού προηγουμένως υπέβαλαν δηλώσεις οικειοθελούς αποχώρησης από την προηγούμενη εργοδότριά τους εταιρεία, μνημονεύοντας ενδεικτικά τρεις από αυτούς, ήτοι τους Κ. Γ., Η. Μ. και Α., χωρίς να είναι αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να μνημονεύσει τα ονοματεπώνυμα όλων των εργαζομένων που προσελήφθησαν και απασχολούνται στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας εταιρείας, καθώς την ειδικότητα αυτών, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα, το οποίο το Εφετείο συνήγαγε, εκτός άλλων, και από τα πραγματικά επιχειρήματα που παραθέτει εκτίθεται σαφώς και, ως εκ τούτου, δεν απαιτείτο η περαιτέρω αναφορά άλλου πρόσθετου περιστατικού, καθότι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Οι λοιπές αιτιάσεις, που προβάλλονται από την αναιρεσείουσα, ιδίως ως προς το ότι οι ως άνω τρεις εργαζόμενοι δεν δύνανται να προσμετρηθούν στο δυναμικό του συγκεκριμένου καταστήματος είναι απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθώς πλήττουν την ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγμάτων, κατά διάφορο τρόπο από εκείνο που έκρινε η προσβαλλόμενη και, τέλος, δ) ως προς το στοιχείο της μεταβίβασης ή μη της μισθωτικής σχέσης και της υπεραξίας του επιδίκου καταστήματος, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι με το από 09-03-2017 ιδιωτικό συμφωνητικό συνήφθη νέα μίσθωση του αυτού καταστήματος από την αναιρεσείουσα. Το γεγονός αυτό, δεν συνιστά καθοριστική ένδειξη της μεταβίβασης της επιχείρησης, πλην, όμως, ελήφθη υπόψη, ως επιπλέον ένδειξη της διατήρησης της ταυτότητας της επιχείρησης, στο πλαίσιο της καθόλα εκτίμησης από το δικαστήριο της ουσίας της συνδρομής ή μη περίπτωσης μεταβίβασης επιχείρησης, με βάση τις προαναφερθείσες καθοριστικές ενδείξεις, οι οποίες, όμως, όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα νομική σκέψη της παρούσας, δεν αποκλείουν τη συνεκτίμηση και άλλων παραγόντων, ως επί πλέον ενδείξεων, πέραν των καθοριστικών τοιούτων, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση αυτού περί μεταβίβασης του τμήματος της επίδικης επιχείρησης. Σημειώνεται ότι, εφόσον κατά τις παραδοχές του Εφετείου η μεταβίβαση της επιχείρησης έλαβε χώρα το Νοέμβριο του 2016, είναι αδιάφορο το ότι η πραγματική λειτουργία της επιχείρησης από την αναιρεσείουσα άρχισε στις 13.10.2017, ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο της άσκησης της αγωγής, καθόσον κατά τις ως άνω παραδοχές, το διάστημα αυτό αφορούσε προσωρινή διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης. Επομένως, εφόσον το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο, διατυπώνεται με πληρότητα και σαφήνεια, οι περί του αντιθέτου δεύτερος και τρίτος λόγοι του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και πρώτος, κατά το οικείο αυτού σκέλος, πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις, από τους αριθμούς 1 εδαφ. α' και 19.του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετικές πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι και πρέπει, ως εκ τούτου, να απορριφθούν. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτημα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης (Ολ. Α.Π. 25/2003). Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής, κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον, εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης (Α.Π. 467/2021, ΑΠ 54/2017, Α.Π. 567/2009, Α.Π. 1586/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί της ως άνω από 01-02-2018 αγωγής της, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν διατηρούσαν δικαιώματα από ενεργείς συμβάσεις εργασίας και, συνεπώς, δεν ήταν υποχρεωμένη να τους απασχολεί στο κατάστημά της, ούτε τους οφείλει μισθούς, επιδόματα ή οποιεσδήποτε άλλης φύσης παροχές. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απορρίπτοντας όλους τους λόγους έφεσης και τους πρόσθετους λόγους αυτής, και δεχόμενου κατ' ουσίαν ότι υπήρχε μεταβίβαση της επιχείρησης, κατά λογική ακολουθία, απέρριψε την ως άνω αγωγή της αναιρεσείουσας εταιρείας, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Κατά το άρθρο 559 παρ. 1, εδάφ. β' του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα, δε, της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο, είτε για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, που χρησιμοποιήθηκαν, κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (Ολ. Α.Π. 8/2005). Όμως, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδαφ. β' του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνος δικαίου, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι προκειμένου να προβεί σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (Ολ. Α.Π. 2/2008, Α.Π. 115/2010). Όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ. Α.Π. 8/2005, Α.Π. 60/2022, Α.Π. 79/2018, Α.Π..1333/2018, Α.Π. 1512/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το οικείο αυτού σκέλος, πρόσθετο λόγο αναίρεσης και υπό την επίκληση του αριθμού 1 εδαφ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα διατυπώνει την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να καταλήξει στις ως άνω παραδοχές, παραβίασε τα διδάγματα κοινής πείρας (άρθρο 336 του ΚΠολΔ). Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας συνίσταται, μεταξύ άλλων, στο ότι η επί δεκαοκτώ (18) ή η επί δώδεκα (12) μήνες διακοπή της λειτουργίας ενός καταστήματος, λόγω σοβαρών οικονομικών προβλημάτων και ουσιαστικής κατάρρευσης της επιχείρησης, σε καμία περίπτωση δύναται να χαρακτηριστεί ως "προσωρινή" ή "ολιγόμηνη", όπως εσφαλμένα δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ιδίως μάλιστα όταν πρόκειται για κατάστημα του κλάδου της υπεραγοράς τροφίμων (σούπερ μάρκετ), καθότι οι επιχειρήσεις του συγκεκριμένου κλάδου, λόγω του μεγάλου αριθμού τους. αλλά και του έντονου ανταγωνισμού, δεν λειτουργούν σε καθεστώς ολιγοπωλίου ή μονοπωλίου στη σχετική αγορά και, ως εκ τούτου, ακόμη και η ελάχιστη διακοπή της λειτουργίας, λόγω σοβαρών οικονομικών προβλημάτων (πολλώ δε μάλλον η επί 18 ή 12 μήνες διακοπή), που εκ των πραγμάτων συνδυάζεται με έλλειψη εμπορευμάτων ή έλλειψη επάρκειας εμπορευμάτων, έχει δυσμενή αντίκτυπο στη λειτουργία, στην πίστη, στη φήμη και στην πελατεία και εν γένει στην προτίμηση του καταναλωτικού κοινού και αποσβένει το όποιο προνόμιο είχε το εν λόγω κατάστημα, λόγω της θέσης του, αφού η πελατεία και η φήμη του είχε, κατά τη διάρκεια όλων αυτών των μηνών, απολεσθεί και εξανεμιστεί, καθώς το καταναλωτικό κοινό πραγματοποιεί στο μεσοδιάστημα τις αγορές του σε άλλες ανταγωνίστριες επιχειρήσεις. Επιπλέον υποστηρίζει ότι η παραδοχή του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι η διακοπή της επιχειρηματικής δραστηριότητας της πρώτης των εναγομένων ήταν "ολιγόμηνη και προσωρινή", προκειμένου να ανακαινιστεί και να προστεθούν τα διακριτικά γνωρίσματα (τίτλος) του νέου φορέα της και ότι, συνεπώς, δεν επηρεάστηκε από τη διακοπή αυτή η ταυτότητα της επιχείρησης, η πελατεία και η φήμη της, αποτελεί παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφού οι εργασίες ανακαίνισης ενός καταστήματος και προσθήκης των διακριτικών γνωρισμάτων της νέας επιχείρησης, δεν απαιτούν τόσο μεγάλη χρονική διάρκεια. Οι παραπάνω διαλαμβανόμενες αιτιάσεις, δεν έχουν τον χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας με την έννοια που προεκτέθηκε και συγκεκριμένα διότι, οι αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη αιτιάσεις για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφορούν την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων και την διαπίστωση πραγματικών γεγονότων και όχι την ερμηνεία διάταξης ουσιαστικού δικαίου ή εφαρμογή συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, δηλαδή την εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτόν. Επομένως, υπό το περιεχόμενο αυτό, ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη την, από τον αριθμό 1 εδαφ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι απορριπτέος, καθόλες τις αιτιάσεις του, ως απαράδεκτος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περιπτ. γ'του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών (Ολ. Α.Π. 23/2008). Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση ενός εκάστου από τα αποδεικτικά στοιχεία, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη.. Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι, από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ. Α.Π. 8/2016, Ολ. Α.Π. 42/2002). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, εάν προκύπτει από την απόφαση, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Επίσης, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, εάν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι έχει τούτο, εφόσον η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 188/2017). Για να ιδρυθεί, δηλαδή, ο ανωτέρω λόγος, αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι μάρτυρες και τα έγγραφα), να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ. Α.Π. 2/2008). Ειδικότερα, πρέπει το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (έγγραφο), να αφορά, ως εκ του περιεχομένου του, ισχυρισμό, που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, κατά συνέπεια, μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός, μπορεί, κατά την έννοια του άρθρου 335 του ΚΠολΔ, να καταστεί αντικείμενο απόδειξης (Ολ. Α.Π. 42/2002, Α.Π. 527/2022, Α.Π. 237/2019, Α.Π. 1588/2011). Περαιτέρω, από την ίδια ως άνω διάταξη, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 106 του ιδίου Κώδικα, που καθιερώνει το συζητητικό σύστημα στην πολιτική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου, κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που είχαν προταθεί νομίμως και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ανεξαρτήτως εάν αυτά τα είχε προσκομίσει ο ίδιος ή ο αντίδικός του (Α.Π. 1189/2022, Α.Π. 759/2018, Α.Π. 161/2017). Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του (Ολ. Α.Π. 14/2005). Αν έγινε ή όχι νόμιμη επίκληση του ως άνω αποδεικτικού μέσου, κρίνεται από τις προτάσεις του διαδίκου, ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (Α.Π. 516/2017, Α.Π. 2047/2014, Α.Π. 1573/2006). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικού μέσου, που προσκομίστηκε με επίκληση, πρέπει να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητα του, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό του και το παραδεκτό της προσαγωγής του, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή του αποδεικτικού αυτού μέσου στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τη συζήτηση, μετά από την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι, για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 58/2008). Στη προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο, από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο αυτού σκέλος, η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα, που αυτή νόμιμα προσκόμισε και επικαλέστηκε ενώπιόν του, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα προβάλλεται η αιτίαση ότι το εκδόν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο εξήντα ένα (61) τιμολόγια αγοράς εξοπλισμού και ανακαίνισης του καταστήματος των …, με κωδικό …, δεχόμενο εσφαλμένα ότι αυτά έχουν ως τόπο προορισμού το … και όχι τα … με αποτέλεσμα να εξαχθεί σε εντελώς εσφαλμένο συμπέρασμα. Επιπλέον, η αναιρεσείουσα με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι προκύπτουν σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με το εάν το Εφετείο έλαβε υπόψη, σχετικά με το ζήτημα της υπεραξίας του ενδίκου καταστήματος, την αγωγή που άσκησε ο Αγροτικός Συνεταιρισμός (ιδιοκτήτης του εν λόγω καταστήματος) κατά της "Α. Κ. Α..Ε..Ε..Ε.." και την αγωγή που άσκησε η εν λόγω εταιρεία κατά του Αγροτικού Συνεταιρισμού με την οποία ζητούσε την επιστροφή των προκαταβληθέντων μισθωμάτων, ήτοι του ποσού των 250.000,00 ευρώ. Ο ως άνω αναιρετικός λόγος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθώς, εκτός του ότι, κατά το σκέλος αυτού που αναφέρεται στα τιμολόγια αγοράς και εξοπλισμού του καταστήματος της αναιρεσείουσας, δεν είχε γίνει, ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου από την αναιρεσείουσα τότε εκκαλούσα, σαφής και ορισμένη επίκληση των επικαλούμενων στον αναιρετικό λόγο ανωτέρω εγγράφων, με τις από 21-04-2021 προτάσεις αυτής, τις οποίες ο Άρειος Πάγος επισκοπεί κατά την ουσιαστική έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αλλά περιορίστηκε στο να επικαλεστεί σε αυτές, υπό τον αριθμό 98 συλλήβδην "Καρτέλες εξόδων για την ανακαίνιση και τιμολόγια αγοράς εξοπλισμού για το κατάστημα επί της … στα … ...", χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση (βλ. σελ. 166 των προτάσεών της), ούτως ώστε να προκύπτει η ταυτότητα εκάστου εξ αυτών, από την ρητή διαβεβαίωση, που περιέχεται στο 15ο φύλλο, εμπρόσθια και οπίσθια σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των πρωτοδίκως εξετασθέντων στο ακροατήριο μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, αμφοτέρων των αγωγών, οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων και τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και νομίμως προσκόμισαν, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και ανεπάρκειες, αιτιολογικό της και δη από το όλο περιεχόμενό της, στην οποία μάλιστα περιέχονται παραδοχές, σε σχέση με ζητήματα, στα οποία αφορούν τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μετά των λοιπών αποδείξεων και το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό υλικό ήτοι τόσο τα μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα τιμολόγια αγοράς, όσο και τις ως άνω αγωγές που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αίτησης αναίρεσης, χωρίς να είναι υποχρεωμένο, να κάνει ρητή (ειδική) μνεία, καθορίζοντας τη βαρύτητα εκάστου αποδεικτικού μέσου ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Επομένως, ο εξεταζόμενος πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης, ο οποίος, υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά, θεμελιώνεται στον αριθμό 11 περ. γ' του ΚΠολΔ (ανεξάρτητα από την επικαλούμενη νομική θεμελίωσή του και στον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθεί, στο σύνολό του, ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Τέλος, οι αντιφατικοί, μεταξύ αλλήλων λόγοι αναίρεσης, που ασκούνται σωρευτικά, απορρίπτονται ως απαράδεκτοι, γιατί αντιφάσκουν λογικά μεταξύ τους και αποκλείονται αμοιβαίως. Στην περίπτωση αυτή, υπάγονται οι λόγοι αναίρεσης, όταν με τον ένα πλήττεται η απόφαση, διότι δεν έλαβε υπόψη έγγραφο και με τον άλλο ότι το παραμόρφωσε, δηλαδή λόγοι από το άρθρο 559 αριθμός 11 και 20 του ΚΠολΔ, αντίστοιχα (Α.Π. 1294/2018, Α.Π. 757/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον.δεύτερο, κατά το οικείο αυτού σκέλος, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρόσθετο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προμνημονευομένων εγγράφων, ήτοι των εξήντα ενός (61) τιμολογίων αγοράς εξοπλισμού και ανακαίνισης του καταστήματος των .... Με αυτό το περιεχόμενο, ο λόγος αυτός, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ανεξαρτήτως της παντελούς αοριστίας του, αφού δε διαλαμβάνει το περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων κατά λέξη και δεν συγκεκριμενοποιεί σε τι συνίσταται η παραμόρφωση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι αντιφάσκει με τον, από τον αριθμό 11 εδαφ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, ο οποίος, κατά τα ανωτέρω, κρίθηκε απορριπτέος.. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολό της, καθώς και οι με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι αυτής. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στη δίκη και κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 04-10-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου …11-10-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου …2021 αίτηση αναίρεσης και τους από 07-04-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …08-04-2022, δια ιδίου δικογράφου, ασκηθέντες πρόσθετους λόγους αναίρεσης της με αριθμό 121/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Μαΐου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ