ΑΡΙΘΜΟΣ 1203/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Θεοδώρας Γκοΐνη), Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαΐδη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Φ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Βέργο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. ΒΤ 4158/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Οκτωβρίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1255/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 57 του ΚΠοινΔ, παραβίαση δεδικασμένου, ιδρύουσα τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' του ΚΠοινΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, αν εναντίον κάποιου ασκηθεί νέα ποινική δίωξη για την ίδια πράξη, ως τοιαύτης νοουμένης του ιδίου ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, το οποίο περιλαμβάνει, όχι μόνον την ενέργεια ή την παράλειψη του δράστη, αλλά επί ουσιαστικών εγκλημάτων και το ανήκον στην αντικειμενική τους υπόσταση αποτέλεσμα, για την οποία αμετακλήτως καταδικάστηκε ή αθωώθηκε ο κατηγορούμενος ή έπαυσε η ποινική δίωξη προηγουμένως. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 36 και 43 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας έχει υποχρέωση, μετά από έρευνα της εγκλήσεως ή της μηνύσεως, εφόσον θεωρεί υποστατή την κατηγορία, να ασκήσει ποινική δίωξη και να διατάξει προανάκριση ή κυρία ανάκριση ή να παραπέμψει τον κατηγορούμενο, με απευθείας κλήση, στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου. Για την περίπτωση που έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για ορισμένο έγκλημα και ακολουθήσει άσκηση, για το ίδιο, νέας ποινικής διώξεως, ο ΚΠοινΔ δεν περιέχει ρητή ρύθμιση για την εντεύθεν εκκρεμοδικία και την τύχη της δεύτερης ποινικής διώξεως, όμως από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 36,43, 125, 132, 310 και 370 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 57 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι αν για την ίδια αξιόποινη πράξη ασκήθηκαν κατά του αυτού προσώπου δύο διαδοχικές ποινικές διώξεις, κηρύσσεται απαράδεκτη η μεταγενέστερη (αυτή που έπεται διαδικαστικά), λόγω της υφισταμένης από την άσκηση της προγενέστερης ποινικής διώξεως εκκρεμοδικίας, αποτέλεσμα της οποίας είναι η απαγόρευση της εκ νέου ασκήσεως ποινικής διώξεως και της διεξαγωγής δύο διαδικασιών για την ίδια αξιόποινη πράξη, υπό την προϋπόθεση όμως ότι πράγματι η πρώτη ποινική δίωξη προηγείται διαδικαστικά της δεύτερης, δηλαδή έχει εισέλθει σε προχωρημένο στάδιο δικονομικής έρευνας. Για την εκκρεμοδικία απαιτούνται οι ίδιες ακριβώς προϋποθέσεις, όπως και για το δεδικασμένο, πλην της αμετάκλητης αποφάσεως. Για την ύπαρξη, λοιπόν, εκκρεμοδικίας πρέπει να συντρέχουν α) άσκηση ποινικής διώξεως, χωρίς να έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, β) ταυτότητα προσώπου και γ) ταυτότητα πράξεως ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή. Επομένως, για να υπάρχει δεδικασμένο ή εκκρεμοδικία απαιτείται, εκτός των άλλων, και ταυτότητα της πράξεως, η οποία υπάρχει όταν η νέα κατηγορία συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα ίδια πραγματικά περιστατικά, από τα οποία απαρτίζεται, κατά τα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία της και η προηγούμενη, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, που δόθηκε σε καθεμία απ' αυτές. Αν η προηγηθείσα ποινική δίωξη, έχει κριθεί οριστικά, όχι όμως και αμετάκλητα, η δεύτερη ποινική δίωξη πρέπει να κηρύσσεται απαράδεκτη. Αν παρά την ύπαρξη της εκκρεμοδικίας το δικαστήριο προχωρήσει στην εκδίκαση της μεταγενέστερης κατηγορίας, τότε ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος της υπερβάσεως εξουσίας. Η ένσταση περί εκκρεμοδικίας, εφόσον είναι ορισμένη και προσδιορίζεται η εκκρεμής κατηγορία και προσκομίζεται η σχετική απόφαση από την οποία προκύπτει η εκκρεμοδικία, αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό από αυτούς που προτείνονται και στο δικαστήριο της ουσίας είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από το συνήγορο υπερασπίσεως του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου. Για να είναι πλήρης και ορισμένος τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός της εκκρεμούς κατηγορίας με την αναφορά των πραγματικών περιστατικών που είναι απαραίτητα για τη θεμελίωσή του, χωρίς να αρκεί μόνο η επίκληση της νομικής διατάξεως που τον προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο είναι γνωστός στη νομική ορολογία και να αποδεικνύεται η πρότασή του και η περαιτέρω προφορική ανάπτυξή του κατά την ακροαματική διαδικασία από τα οικεία πρακτικά. Το δικαστήριο δικαιούται να κηρύξει απαράδεκτη την νέα ποινική δίωξη, μόνον οσάκις διαπιστώσει ταυτότητα πράξεως και αιτιολογήσει την κρίση του δι' αναφοράς στα προβαλλόμενα πραγματικά περιστατικά, όσα στοιχειοθετούν το αυτό ποινικό αδίκημα. Η απόρριψη τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού απαιτείται να αιτιολογείται ιδιαιτέρως κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ, γιατί διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας που παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, δυνάμει της 1455/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς κηρύχθηκε ένοχος για μη καταβολή εργατικών και εργοδοτικών εισφορών προς το ΙΚΑ. Κατά της τελευταίας αποφάσεως άσκησε έφεση ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, κατά την εκδίκαση της οποίας, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του πρόβαλε ως εξής ισχυρισμό περί εκκρεμοδικίας των πράξεων για τις οποίες είχε καταδικαστεί: "επικαλούμαι ένσταση εκκρεμοδικίας με την υπ' αριθμ. 18 του πινακίου". Το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον άνω αυτοτελή ισχυρισμό περί εκκρεμοδικίας, αφού ο συναφής ισχυρισμός δεν προβλήθηκε ορισμένως, επειδή δεν διαλαμβάνεται σε αυτόν καμία αναφορά των πραγματικών περιστατικών με τα οποία να προσδιορίζεται η εκκρεμής κατηγορία. Ενόψει αυτών, το δικαστήριο με το να απορρίψει την πιο πάνω ένσταση και να δικάσει την υπόθεση, δεν παρεβίασε τις περί εκκρεμοδικίας διατάξεις ούτε στέρησε την απόφαση του από επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την απόρριψη του περί εκκρεμοδικίας ισχυρισμού του αναιρεσείοντος και, συνεπώς, είναι αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχεία Δ' και ΣΤ' του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως της υπό κρίση αιτήσεως. Η αιτίαση περί εσφαλμένης απορρίψεως αυτοτελούς ισχυρισμού περί δεδικασμένου πρέπει να απορριφθεί, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της αναιρεσιβαλλομένης, τέτοιος ισχυρισμός δεν προβλήθηκε. Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17-10-2012 αίτηση αναιρέσεως του Φ. Σ. του Ε. κατοίκου ..., κατά της ΒΤ 4158/12 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ