Αριθμός 2229/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Τσαντίνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσίβλητου: Κ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Καρέτσο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Οκτωβρίου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 339/2001 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 917/2006 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15 Μαρτίου 2007 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 291/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επανήλθε με την από 4 Ιουλίου 2012 κλήση της ήδη αναιρεσείουσας. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 11 Ιανουαρίου 2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση λόγω συνταξιοδοτήσεως, Αρεοπαγίτη Δημητρίου Τίγγα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 917/2006 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Λάρισας, η οποία δέχθηκε την από 25.10.2004 έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθ. 339/2001 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, που είχε απορρίψει την από 20.10.2000 αγωγή του, δέχθηκε ακολούθως εν μέρει την ένδικη αγωγή και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει νομιμοτόκως σ' αυτόν το ποσό της τραπεζικής κατάθεσης των 17.608,22 ευρώ, το οποίο από βαριά αμέλεια των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας αναλήφθηκε από το λογαριασμό ταμιευτηρίου που διατηρούσε ο ίδιος στο τραπεζικό κατάστημα Αλμυρού της αναιρεσείουσας και αποδόθηκε σε άλλον με βάση πλαστή εξουσιοδότησή του. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ), μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 291/2012 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία η συζήτηση της υπόθεσης κηρύχθηκε απαράδεκτη κατά την αρχική δικάσιμο της 23.1.2012. 2. Κατά το άρθρ. 830 ΑΚ, η κατάθεση χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ως δάνειο, αν ο θεματοφύλακας έχει την εξουσία να τα χρησιμοποιεί, σχετικά όμως με το χρόνο και τον τόπο της απόδοσης ισχύουν, σε περίπτωση αμφιβολίας, οι διατάξεις για την παρακαταθήκη, η οποία στην περίπτωση αυτή χαρακτηρίζεται ως ανώμαλη παρακαταθήκη. Έτσι και η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα, που κύριο σκοπό έχει την ασφαλή φύλαξη των χρημάτων του καταθέτη, προς την οποία δεν είναι αντίθετη η συνομολόγηση του συνηθισμένου για τις τραπεζικές εργασίες τόκου, φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, αφού η τράπεζα έχει την εξουσία χρησιμοποίησης των χρημάτων του καταθέτη και συνεπώς κατά το άρθρ. 830 ΑΚ έχουν σ' αυτή εφαρμογή οι διατάξεις τόσο του άρθρ. 806 ΑΚ, με βάση το οποίο η τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθεμένων σ' αυτή χρημάτων, όσο και του άρθρ. 827 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίσθηκε για τη φύλαξή του. Εξάλλου, ναι μεν κατά τις διατάξεις των άρθρ. 416 και 417 ΑΚ, η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή που έγινε μόνον προς το δανειστή ή σε όποιον ο δανειστής ή το δικαστήριο ή ο νόμος επέτρεψε να δεχτεί την καταβολή, οπότε η καταβολή σε άλλο πρόσωπο δεν απαλλάσσει τον οφειλέτη, εκτός αν ο δανειστής την εγκρίνει ή ωφελείται απ' αυτή, όμως κατά τη διάταξη του άρθρ. 3 του ν. δ/τος της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", η οποία ως ειδική υπερισχύει και των διατάξεων των άρθρ. 888 και 889 ΑΚ, "η εκδότρια ονομαστικής ομολογίας ή άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων εταιρεία, η πληρώσασα αυτήν εξοφλημένην δια της επ' αυτής υπογραφής του δικαιούχου, απαλλάσσεται, και αν η υπογραφή ήτο πλαστή, πλην αν η εκδότρια κατά την πληρωμήν ετέλει εν δόλω ή εν βαρεία αμελεία". Τέτοια "απόδειξη καταθέσεως χρημάτων" είναι και το βιβλιάριο ταμιευτηρίου, που εκδίδει και παραδίδει στον καταθέτη η τραπεζική ανώνυμη εταιρεία, στο οποίο καταχωρούνται τόσο η αρχική όσο και οι επόμενες καταθέσεις ή αναλήψεις χρημάτων με βάση τα σχετικά γραμμάτια κατάθεσης και ανάληψης, που ο καταθέτης ή εξουσιοδοτημένο απ' αυτόν πρόσωπο υπογράφει και τα οποία διατηρούνται στο αρχείο της τράπεζας και στη μνήμη του ηλεκτρονικού υπολογιστή της. Το βιβλιάριο αυτό, έστω και αν δεν φέρει υπογραφή του αρμόδιου υπαλλήλου της Τράπεζας ή δεν έχει ενημερωθεί αναφορικά με καταθέσεις ή αναλήψεις χρημάτων που έγιναν χωρίς αυτό να έχει προσκομιστεί κατά τη σχετική τραπεζική συναλλαγή, θα ενημερωθεί όμως από τα στοιχεία του ηλεκτρονικού υπολογιστή αμέσως μόλις προσκομιστεί, εξομοιώνεται κατά τη διάταξη του άρθρ. 444 αριθ. 3 ΚΠολΔ με ιδιωτικό έγγραφο και αποτελεί κατά τη διάταξη του άρθρ. 448§2 του ίδιου κώδικα πλήρη απόδειξη, με δυνατότητα πάντως ανταπόδειξης, για όσα γεγονότα και πράγματα αναγράφονται σ' αυτό, είτε με χειρόγραφη είτε μηχανική καταχώρηση. Επομένως, κάθε φορά που η Τράπεζα εξοφλεί ολικά ή μερικά απαίτηση του καταθέτη που προκύπτει από το παραπάνω βιβλιάριο και σημειώνει σ' αυτό με μηχανική καταχώρηση τη σχετική ανάληψη (εξόφληση), έχει εφαρμογή η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 3 του ν. δ/τος 17.7/13.8.1923, από την οποία προκύπτει ότι απαραίτητο κατά νόμο στοιχείο για την υποχρέωση της Τράπεζας να αποδώσει στον καταθέτη το ποσό της κατάθεσής του, το οποίο κατέβαλε προηγουμένως σε τρίτο που πλαστογράφησε την υπογραφή του καταθέτη, είναι ο δόλος ή βαριά αμέλεια των οργάνων της (ΑΠ 189/2002? 93/2005). Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή, διατηρείται άθικτη η εναντίον της τράπεζας ενοχική αξίωση του καταθέτη από τη μεταξύ τους σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα ότι η τράπεζα, η οποία ως κυρία των χρημάτων που είχαν κατατεθεί σ' αυτή και ζημιώθηκε από την απώλειά τους συνεπεία της αδικοπρακτικής σε βάρος της συμπεριφορά του τρίτου, έχει κατ' αυτού ισόποση αξίωση αποζημίωσης. Συνακόλουθα η άρνηση της τράπεζας να αποδώσει στον καταθέτη το χρηματικό ποσό της κατάθεσής του συνιστά πάντοτε αθέτηση σύμβασης από μέρους της τράπεζας και όχι αδικοπραξία, δηλαδή ακόμη και αν το ποσό αυτό αφαιρέθηκε από τρίτο με αξιόποινη πράξη, αφού η αδικοπραξία στην περίπτωση αυτή γίνεται σε βάρος της τράπεζας από τον τρίτο και όχι από την τράπεζα σε βάρος του καταθέτη (ΑΠ 929/2009). Η ευθύνη της τράπεζας για δόλο ή βαριά αμέλεια των υπαλλήλων της δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμφωνία της με τον καταθέτη και αυτή ευθύνεται για το πταίσμα των υπαλλήλων της, αφού και κατά το άρθρ. 332§1 ΑΚ, στο οποίο παραπέμπει το άρθρ. 334 του ίδιου Κώδικα, είναι άκυρη κάθε εκ των προτέρων συμφωνία με την οποία αποκλείεται ή περιορίζεται η ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια. Βαριά αμέλεια από την πλευρά της τράπεζας κατά την απόδοση κατάθεσης σε μη δικαιούχο υπάρχει και όταν οι προστηθέντες υπάλληλοί της, που συνέταξαν το ένταλμα πληρωμής του αναληφθέντος ποσού, δεν προέβησαν στην επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις και τα μέσα που διέθεταν διαπίστωση της έλλειψης ταυτοπροσωπίας μεταξύ εκείνου που έκανε την ανάληψη και του δικαιούχου του λογαριασμού ή αναλόγως της έλλειψης έγκυρης πληρεξουσιότητας του τελευταίου, επιδεικνύοντας αδιαφορία για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του. Αντίθετα δεν υπάρχει βαριά αμέλεια του προστηθέντος υπαλλήλου, όταν αυτός δεν επέδειξε κατά το σχετικό έλεγχο εξιδιασμένη επιμέλεια (ΑΠ 189/2002? 93/2005). Περαιτέρω παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ συνιστά και η εσφαλμένη εξειδίκευση αόριστης νομικής έννοιας που ενδέχεται να υπάρχει στο πραγματικό του κανόνα ή κατ' εξαίρεση στην έννομη συνέπειά του, δηλαδή νομικής έννοιας που ο νομοθέτης απέφυγε να ρυθμίσει ως προς το αναγκαίο πλάτος και βάθος της. Η εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας γίνεται με αφετηρία την ιδέα του δικαίου και αναφορά στις αξίες που απορρέουν απ' αυτή, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και κοινωνικής ηθικής, που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, αποτελώντας πλέον κοινό κτήμα. Κατά την ερμηνευτική αυτή προσέγγιση, με την οποία με αντικειμενικά αξιολογικά κριτήρια προσδιορίζεται στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού το περιεχόμενο (εύρος) της αόριστης νομικής έννοιας, ώστε να υπαχθεί ακολούθως σ' αυτή η ατομική περίπτωση, το τυχόν σφάλμα μπορεί αντίστοιχα να είναι είτε καθαρά ερμηνευτικό σε σχέση με την εξειδίκευση (ανάλυση) των στοιχείων της νομικής έννοιας κατά τη διατύπωση της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού υπό τύπο κατά κανόνα γενικό είτε υπαγωγικό σφάλμα, οπότε ανάλογα πρόκειται για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση του κανόνα δικαίου, που συνιστούν τις δυο όψεις της εσφαλμένης εφαρμογής του (ΑΠ 684/2013). Στο πλαίσιο ακριβώς αυτό η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και την υπαγωγή σ' αυτές των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ενώ αντίθετα ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 656/1996? 201/2010). Αόριστη νομική έννοια είναι και αυτή της βαριάς αμέλειας, που υπάρχει όταν η εκτροπή από τους κανόνες τις απαιτούμενης κατά το άρθρ. 330εδ(β) ΑΚ στις συναλλαγές επιμέλειας είναι ιδιαίτερα μεγάλη ή ασυνήθιστα σοβαρή, φανερώνοντας έτσι πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα παράνομα και επιζήμια σε βάρος άλλων αποτελέσματά της (ΑΠ 816/2001). Συνεπώς για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρ. 330εδ(β) ΑΚ ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το εάν τα περιστατικά, που αυτό δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν ή όχι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας την έννοια της βαριάς αμέλειας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη της όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Ο νεαρής ηλικίας ενάγων (αναιρεσίβλητος), κάτοικος ..., αποφασίσας το έτος 1999 την έναρξη επαγγέλματος και λειτουργία κομμωτηρίου, στερούμενος όμως γνώσεων, αλλά και κοινωνικής εμπειρίας, ανέθεσε κατά μήνα Οκτώβριο του ίδιου έτους στο λογιστή Ν. Σ., κάτοικο επίσης … και διατηρούντα εκεί λογιστικό γραφείο, τη διεκπεραίωση της υποθέσεώς του, ώστε να επιχορηγηθεί ως νέος επαγγελματίας από τον ΟΑΕΔ, παρέδωσε δε στον άνω λογιστή κατ' απαίτηση του τελευταίου και το με αριθμό λογαριασμού ... και ποσού 6.400.000 δραχμών βιβλιάριο καταθέσεων ταμιευτηρίου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (αναιρεσείουσας), που ανοίχθηκε την 19.11.1999 από τους γονείς του με δικαιούχο τον ίδιο. Ο προαναφερόμενος λογιστής, ο οποίος ήδη εκτίει ποινή καθείρξεως στη δικαστική φυλακή Ναυπλίου, αμέσως μόλις έλαβε το βιβλιάριο ταμιευτηρίου, με την αιτιολογία ότι ήταν απαραίτητη η προσκόμισή του στις υπηρεσίες του ΟΑΕΔ για τη διευθέτηση της επιχορηγήσεως του ενάγοντος, κατάρτισε πλαστή εξουσιοδότηση, σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας ο δικαιούχος του λογαριασμού ενάγων τον εξουσιοδοτούσε να μεταβεί αντ' αυτού στο υποκατάστημα της ΕΤΕ Αλμυρού και να αποσύρει από τον ως άνω λογαριασμό το ποσό των 6.000.000 δραχμών, θέσας κάτω από την ημερομηνία και τη λέξη ο "εξουσιοδοτών" το όνομα - υπογραφή του δήθεν εξουσιοδοτούντος ενάγοντος. Εν συνεχεία ο άνω λογιστής έθεσε πλαστές σφραγίδες επί της πλαστής εξουσιοδοτήσεως, φέρουσες την ένδειξη "Ελληνική Δημοκρατία - Αστυνομικός Σταθμός Πτελεού", ως και το όνομα του υπηρετούντος εκεί Αρχιφύλακα, ο οποίος δήθεν βεβαίωσε τη θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του εξουσιοδοτούντος ενάγοντος, την πλαστή δε ως άνω εξουσιοδότηση εμφάνισε την 22.11.1999 σε αρμόδιο υπάλληλο του ως άνω τραπεζικού υποκαταστήματος και ανέλαβε από τον ως άνω λογαριασμό του ενάγοντος το ποσό των 6.000.000 δραχμών. Πρέπει να λεχθεί ότι στην καταρτισθείσα εξουσιοδότηση δεν αναγραφόταν ο τόπος κατοικίας του φερόμενου ως εξουσιοδοτούντος ενάγοντος, αλλά ούτε ο τόπος συνάψεώς της συμβάσεως..., ενώ και στο ένταλμα πληρωμής του ως άνω ποσού ανεγράφη από τον αρμόδιο υπάλληλο..., ότι η ανάληψη έγινε από τον Ν. Σ., χωρίς όμως στο έντυπο να συμπληρωθούν τα απαιτούμενα λοιπά στοιχεία αυτού... Εκ πάντων των ανωτέρω προκύπτει ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης (αναιρεσείουσας) τελούσαν κατά την πληρωμή του ποσού των 6.000.000 δραχμών σε βαρεία αμέλεια και μάλιστα ο υπάλληλος που συνέταξε το ένταλμα και ο ταμίας, αλλά και ο διευθυντής της τράπεζας, καθόσον λόγω και του ύψους του αναληφθέντος ποσού δεν ήλεγξαν την εξουσιοδότηση, αφού ο φερόμενος ως εξουσιοδοτηθείς δεν ήταν γνωστό φερέγγυο πρόσωπο της κοινωνίας του Αλμυρού, ένθα το κατάστημα της εναγομένης, αλλά χρηματοδοτούμενος λογιστής, κάτοικος …Επίσης τα αρμόδια για την πληρωμή όργανα της εναγόμενης τράπεζας θα έπρεπε να ελέγξουν και τον αναγραφόμενο στην επίδικη εξουσιοδότηση αριθμό τηλεφωνικής συνδέσεως, ο οποίος ήταν διαφορετικός προς τον δηλωθέντα από τους καταθέτες κατά το άνοιγμα του λογαριασμού. Ο ως άνω έλεγχος, ως μέτρο επιμέλειας, υπαγορευόμενο από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ήταν επιβεβλημένος και εκ του γεγονότος ότι δεν υπήρχε δείγμα υπογραφής του πραγματικού δικαιούχου στην τράπεζα, καθόσον η κατάθεση στον λογαριασμό έγινε από τους γονείς του, ενώ και η ανάληψη του ποσού των 6.000.000 δραχμών μετά τριήμερο από της καταθέσεως την 19.11.1999 του συνολικού ποσού των 6.400.000 δραχμών θα έπρεπε να εγείρει υπόνοιες στους προστηθέντες υπαλλήλους της εναγομένης, οι οποίοι σημειωτέον ανέγνωσαν στο κείμενο της επίδικης πλαστής εξουσιοδοτήσεως ότι με το ποσό των 6.000.000 δραχμών ο εξουσιοδοτούμενος "θα πληρώσει απ' ευθείας τα μηχανήματα της επιχειρήσεως (του ενάγοντος) υπογράφοντας όπου χρειασθεί", αιτιολογία η οποία δεν αναγράφεται στις εξουσιοδοτήσεις...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε τελικά ότι η αναιρεσείουσα, καταβάλλοντας στο Ν. Σ. το ποσό των 6.000.000 δραχμών από το λογαριασμό ταμιευτηρίου, που διατηρούσε ο αναιρεσίβλητος στο τραπεζικό κατάστημά της, στον Αλμυρό Μαγνησίας, δεν απόσβεσε την οφειλή της προς τον αναιρεσίβλητο, γι' αυτό, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει διαφορετικά, δέχτηκε αντίστοιχα την ένδικη αγωγή και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να αποδώσει στον αναιρεσίβλητο το ποσό αυτό της χρηματικής κατάθεσής του, διότι από βαριά, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων της το ποσό αυτό καταβλήθηκε σε μη δικαιούχο. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρ. 330, 334, 827, 830§1 ΑΚ και 3 του ν.δ/τος της 17.7/13.8.1923 που εφάρμοσε, αφού, υπό τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, η συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας συγκροτεί την αόριστη νομική έννοια της βαριάς αμέλειας, καθόσον αποκλίνει σημαντικά και ασυνήθιστα από τη συμπεριφορά που θα επιδείκνυε ένας μέτρια συνετός άνθρωπος υπό ανάλογες περιστάσεις, αν ληφθεί υπόψη ότι η εκταμίευση του ποσού των 6.000.000 δραχμών από το λογαριασμό ταμιευτηρίου του αναιρεσιβλήτου με βάση την από 22.11.1999 πλαστή εξουσιοδότησή του προς τον Ν. Σ. έγινε τρεις μόλις ημέρες μετά το άνοιγμα του λογαριασμού αυτού και αφορούσε το σύνολο σχεδόν του ποσού των 6.400.000 δραχμών που κατέθεσαν στις 19.11.1999 οι γονείς του αναιρεσιβλήτου, γεγονός που θα έπρεπε να δημιουργήσει υποψίες στους υπαλλήλους της αναιρεσείουσας που ενέκριναν την εκταμίευση του παραπάνω ποσού, ώστε να ελέγξουν επισταμένως την ως άνω εξουσιοδότηση και να προβούν σε τηλεφωνική, έστω, επαλήθευσή της από την άποψη γνησιότητας της υπογραφής του αναιρεσιβλήτου, πολύ περισσότερο που δεν είχαν δείγμα της υπογραφής του και συνεπώς ήταν μεγάλος ο κίνδυνος να είναι πλαστογραφημένη. Τα αντίθετα, λοιπόν, που υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός. Κατά τη γνώμη όμως του μειοψηφούντος μέλους του Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Δημήτριου Κράνη, το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων που προαναφέρθηκαν, δεχόμενο ότι υπό τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης εμπίπτει κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας στην έννοια της βαριάς αμέλειας η συμπεριφορά των αρμόδιων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, που είχε ως αποτέλεσμα να καταβληθεί από την αναιρεσείουσα στο Ν. Σ. με βάση την πλαστή προς αυτόν από 22.11.1999 εξουσιοδότηση του αναιρεσιβλήτου το ποσό των 6.000.000 δραχμών από τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό ταμιευτηρίου που ο τελευταίος διατηρούσε στο τραπεζικό κατάστημα της αντιδίκου του, στον Αλμυρό Μαγνησίας, αφού, αντίθετα με τις εκτιμήσεις της προσβαλλόμενης απόφασης, ο τόπος κατάρτισης μιας εξουσιοδότησης και ο τόπος κατοικίας αυτού που εξουσιοδοτεί δεν αποτελούν αναγκαία στοιχεία για το κύρος της εξουσιοδότησης και συνεπώς η μη αναγραφή τους στην ως άνω πλαστή εξουσιοδότηση, που χρησιμοποίησε ο Ν. Σ. προκειμένου να αναλάβει από το λογαριασμό ταμιευτηρίου του αναιρεσιβλήτου το ποσό των 6.000.000 δραχμών, δεν αποτελεί αιτία για την οποία οι αρμόδιοι υπάλληλοι της αναιρεσείουσας τράπεζας θα έπρεπε να μην δεχθούν την εξουσιοδότηση αυτή ή έστω να τηρήσουν επιφυλακτική ως προς αυτή στάση, όταν τα λοιπά στοιχεία της εξουσιοδότησης ήταν πλήρη και η γνησιότητα της υπογραφής σ' αυτή του αναιρεσιβλήτου εμφανιζόταν να είναι θεωρημένη και χρονολογημένη από τον αρμόδιο Αρχιφύλακα του Αστυνομικού Σταθμού Πτελεού, η υπογραφή του οποίου ναι μεν είχε επίσης πλαστογραφηθεί, όπως πλαστές ήταν και οι σφραγίδες του Αστυνομικού Σταθμού Πτελεού, που είχαν τεθεί στην ίδια εξουσιοδότηση, όμως το γεγονός αυτό δεν μπορούσαν να το διαπιστώσουν οι υπάλληλοι της αναιρεσείουσας και ούτε υπήρχε λόγος για τη δημιουργία σχετικής υποψίας τους. Συνακόλουθα δεν αποτελούν κρίσιμες ενδείξεις, με βάση τις οποίες οι υπάλληλοι της αναιρεσείουσας τράπεζας θα έπρεπε να αμφιβάλλουν ως προς τη γνησιότητα της παραπάνω εξουσιοδότησης (α) το ύψος του ποσού που αναλήφθηκε από το Ν. Σ., ακόμη και αν θεωρηθεί ιδιαίτερα μεγάλο, (β) ο χρόνος της ανάληψης του ποσού αυτού από τον τραπεζικό λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου, δηλαδή τρείς μόλις ημέρες μετά το άνοιγμα του λογαριασμού του, (γ) η διαφορά μεταξύ του αριθμού της τηλεφωνικής σύνδεσης που είχε δηλωθεί κατά το άνοιγμα του λογαριασμού αυτού και εκείνου που αναγράφηκε στην πλαστή εξουσιοδότηση και (δ) η καταχώρηση στην πλαστή εξουσιοδότηση της αιτίας για την οποία αυτή δόθηκε, ενώ χωρίς νομική σημασία είναι η παράλειψη των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας να μεταφέρουν από την πλαστή εξουσιοδότηση στο αντίστοιχο ένταλμα πληρωμής πλήρη τα στοιχεία ταυτότητας του Ν. Σ.. Εξ άλλου, ναι μεν αυτός δεν ήταν τότε κάτοικος Αλμυρού Μαγνησίας, όπου αντίθετα ήταν το τραπεζικό κατάστημα της κρίσιμης συναλλαγής, όμως το γεγονός αυτό ούτε τη φερεγγυότητά του εξ ορισμού αναιρούσε, όπως αναιτιολόγητα δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε κατά την καλή πίστη επέβαλε ως μέτρο ιδιαίτερης πρόνοιας από την πλευρά των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας την επαλήθευση της όλης συναλλαγής μέσω τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον δικαιούχο του λογαριασμού, αφού ο Ν. Σ. είχε στην κατοχή του και το απαραίτητο για τη συναλλαγή αυτή βιβλιάριο ταμιευτηρίου του αναιρεσιβλήτου, αποτελεί δε συνηθισμένη ενέργεια στην τραπεζική πρακτική η ανάληψη χρημάτων από εξουσιοδοτημένο για το σκοπό αυτό πρόσωπο, το οποίο δεν είναι κατ' ανάγκη γνωστό στους υπαλλήλους της τράπεζας. Επομένως, κατά παραδοχή ως βάσιμου του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης θα έπρεπε, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους του Δικαστηρίου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση. Περαιτέρω αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 8β του ίδιου άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την κατ' άρθρ. 300 ΑΚ ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσιβλήτου, που παραδεκτά πρότεινε σε πρώτο και δεύτερο βαθμό η αναιρεσείουσα, ισχυριζόμενη ότι ο αντίδικός της, με το να δώσει ό ίδιος στο Ν. Σ. το τραπεζικό βιβλιάριό του και την ταυτότητά του και να μην την πληροφορήσει για το γεγονός αυτό, συνετέλεσε στη ζημία του και στην έκτασή της, αλλιώς παρέλειψε να την αποτρέψει ή να περιορίσει την έκτασή της, αφού, αντίθετα με όσα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, το Εφετείο έλαβε υπόψη την ένσταση αυτή και την απέρριψε εκ των πραγμάτων με τις διαφορετικές ως προς την ουσία της υπόθεσης παραδοχές της απόφασής του. Ακολούθως η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η ηττηθείσα αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15.3.2007 αίτηση της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. για αναίρεση της υπ' αριθ. 917/2006 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ